Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Λογοτεχνική δημοσίευση - Γιώργος Κοτζιούλας

Από το βιβλίο " Πικρή ζωή" 

  του  Γιώργου Κοτζιούλα

Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γύφτου
 
ΜΑΧΑΙΡΙΑ

Πούρναρος τόλεγα πως ήσουν κι απλοχέρης, ξέροντας πως φτωχαίνει ο φόβος, πως το δόσιμο αυγατίζει, μα δεν το πάντεχα να βγεις μαχαιροβγάλτης τώρα στα γεράματα,και μ' ένα ξάμωμα καθώς του δοξαριού, στις κότες να μοιράζεις τα τσιλίπουρδά σου.

Τούτες χυμήξαν πρώτες να τσιμπήσουν οι μπουφιάρες τη χυμένη σου κοιλιά και σαν τις είδαν έτσι οι σκύλες σου οι νυφάδες που γυρνούσαν από την πλύση, δέσαν τα μαύρα τους μαντήλια στο σαγόνι πιο σφιχτά και τράβηξαν ρεκάζοντας κατά τον Λούρο.

Που είστε χωριό και χριστιανοί, να ιδήτε θάμα απ' τ' αμολόγητα, π' άνθρωπος ξαπλωτός αφήνει να τον τρώνε ζωντανόν, που με καθάριο ακόμα των ματιών του το γιαλί, θιαμένεται κι αυτός τι αλλόκοτα που σμίγουν το αίμα κι η κοπριά.

Μια βρώμα ειν' όλο αυτό που κουβαλάμε επιζωής, πουν' ανοιχτό σα γούλη τομαριού από τόνα μέρος, κι απ' τ' άλλο βγάζει τη σαούρα χρονικής, κι έχει στη μέση ένα μασούρι που τινάζεται σαν καραγκιόζης, μονάχα που δεν μιλεί.

Παίρνει μια λάχνα ο νιός και σκαπετάει στη ράχη σα ζαρκάδι, ζάφτει ρακί με το παγούρι, τραγουδάει το Μενούσιαγα, παίρνει στη χούφτα κόρφο σαν το πούπουλο, τον παίζει, και χορτασμένος απ΄το καθετί θαρρεί την πλάση όλη δική του.

Μα σαν τον ήλιο που ζυγιάζεται καταμεσής στον ουρανό, κι όσο ζυγώνει στο βασίλεμά του χάνει τη λαμπράδα, κι ο άντρας ο δουλευταράς άμα τον τσακίσουνε τα χρόνια στραβογέρνει, και σέρνεται στα τέλη μπουσουλώντας καταγής.

Σαν το σαράκι μας τρυπάει η ανημπόρια, μπαίνει στο μεδούλι, ροκανάει τις κλείδωσές μας, και το κορμί κουφαλιασμένο, με τη φλούδα του όλο αυλάκια και σκασίματα, δεν καρτερεί παρά τον ξυλοκόπο, να το βγάλει σκίζες, πελεκούδια.

Πέσε λοιπόν τσεκούρι επάνω στο δεντρό, που πέταξε κλωνάρια κι ήρθανε πουλιά και στήσαν τις φωλιές τους, όπου κελάηδισαν ξεκινοπούλια κι ύστερα χαθήκαν στον αέρα, κι εκείνο απόμεινε ξεράδι να το πιλατεύουν οι αγέρηδες.

Αντίς να στέκουμε ίδια σκιάχτρα στον απάνου κόσμο, πούηταν αλώνι μια φορά και τ' αμπηδάγαμε στις τρεις, κάλλιο στο μαύρο χώμα να μας κρύψουν σα δαυλιά κακαυλιασμένα που φύτρο πια δεν δίνουν ούτε βγάζουν βλαστάρι.

Στην πλάση τούτη βγαίνει κερδισμένος όποιος του βαστάει για να παλέψει, και δεν κιοτεύει να πιαστεί απ' τη μέση με τον άλλον, μονάχα αν ξέρει βάνει και καμιά τρικλοποδιά, γιατί κανένας δεν ζητάει λογαριασμό απ' το νικητή.

Μονάχοι ερχόμαστε την ώρα που μας κόφτουν απ' το λούρο και που γυρεύουμε βυζί σαν τα κουτάβια τα γκαβά, μονάχοι απιστομιόμαστε άμα θα μας πέσουνε τα δόντια και μας φραχτούν τ' αυτιά, να μην ακούμε μήτε την καμπάνα.

Μα εγώ δε θέλω ουδέ να μου διαβάσουν ψαλμουδιές με πετραχήλια, ουδέ και να μου ρίξουν λάδι αυτοί που θυμιατίζουν, ούτε να με νεκροφιλήσουν τα παιδιά μου τα μπαστάρδικα, με από κόντά και τα δικά τους τ' αποσπόρια.

Μονάχα ας με πετάξουν σ΄ένα λάκο σα λεσίμι, δίχως να βάλουν αποπάνω μου ούτε πλάκα για σημάδι, γιατί ένας γύφτος ήμουν σ' όλη μου τη ζωή παραπεταμένος, που τον αποτελείωσαν τα γεράματα κι ανέχειες κι η αρρώστια. 

Από το γλωσσάρι του βιβλίου  
                                  
ξάμωμα     ξαμώνω, απλώνω το χέρι να κτυπήσω  
τσιλίπουρδα    σωθικά, έντερα
ρεκάζοντας   ρέκασμα, θανατική κραυγή, ούρλιασμα
θιαμένεται   απορεί, θαυμάζει
γούλη   το στόμιο του ασκού
σκαπετάει   εξαφανίζεται
ζάφτει   αρπάζει
κακαυλιασμένα    ξερά και ακανόνιστα κλαδιά
απιστομιόμαστε   πέφτουμε μπρούμητα
λεσίμι   ψοφήμι

Ο Φοίνικας, το δέντρο


Αυτό που βλέπεις στο μισοχορταριασμένο το παρτέρι, δεν είναι άλλο τίποτα από το ξόδι ενός φοίνικα σαν κόπηκε όντας άχρηστος ή γερασμένος. Ο ξάδερφος του, το πουλί, μπορεί να λένε πως ξαναγίνεται από τις στάχτες του, σαν νάχε μέσα του ένα αυγό που εκκολάπτεται, μα τούτη δω η μορφή, του δέντρου, στη φωτιά δεν δίνει παρά μια φλόγα, ψόφια. 
Είχε κι αυτό αναγεννήσεις κάποτε, σαν κάποιες άνοιξες παλεύανε τα φύλλα τα ξερά να του καθαρίσουν, που κρέμονταν σαν υπερήλικα βυζιά, να κόψουν παρακάτω απ' τα κοτσάνια τα υπολείματα, να φιάξουν μπακλαβάδες στον κορμό, να τόνε καλλωπίσουν. Ψηλά στην ανεμόσκαλα, με το πριόνι στο 'να χέρι και γατζωμένος γερά με τ' άλλο, παλεύει ο εργάτης να τιθασεύσει το θεριό και κάτω, στη βάση του ένα γύρο, βουνό μαζεύονται κλωστές, φύλλα κι αγκάθια σαν το αλυσσοπρίονο  με μουγκρητό δαιμόνων λειαίνει τον κορμό του.


Μα έρχεται κάποτε καιρός που γήρας ή αρρώστια τα σωθικά του τρώει και σαν καράβι που ' μπασε νερά, στο πλάϊ γέρνει. Είναι σημάδι αλάνθαστο, σωθήκαν τα ψωμιά του και τότε είναι φρόνιμο, πριν άνεμος το ρίξει, χέρι ανθρώπινο, σκληρό, το νήμα του να κόψει.
Από ψηλά ο δήμιος θ' αρχίσει να τον κόβει, κομμάτια οριζόντια ως τα ριζά να φτάσει κι εκεί, ανάποδο ταψί το ίχνος του θ' αφήσει. Με τον καιρό φυτρώνουνε στην επιφάνειά του βρύα και πρασινάδες και μανιτάρια σαν καιρός και υγρασία τα ευνοήσει, ίδια κι απαράλλαχτα με τους χορταριασμένους τάφους.

Ετσι τελειώνει η ζωή του φοίνικα, του δέντρου.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Κυψελιώτικες ιστορίες




Υπάρχει ένα στενό δρομάκι από την Κυψέλης μέχρι την Φωκίονος Νέγρη που λέγεται Χαιρωνείας. Πρακτικά δεν χρησιμοποιείται  από αυτοκίνητα και η έξοδος προς την Φωκίονος Νέγρη ήταν πάντοτε κλειστή. Η οδός Καλογερά, άλλο στενάκι κι αυτό μεταξύ των οδών Κυψέλης και Φωκίονος Νέγρη, τελειώνει κάθετα στην Χαιρωνείας. Απέναντι  στην Καλογερά, σ' ενα οικόπεδο ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες ήταν το γηπεδάκι του Τυφώνα, της ομάδας της Κυψέλης που είχε τμήματα μπάσκετ και βόλλεϋ. Στο γηπεδάκι παίζονταν μόνο αγώνες βόλλεϋ, καρφωμένες στους τοίχους των πολυκατοικιών ήταν δυο μπασκέτες, μόνο για προπόνηση. Φτωχική ομάδα ο Τυφώνας χρησιμοποιούσε για αθλητικές εμφανίσεις κάτι αποφόρια του Παναθηναϊκού με τον οποίον είχε καλές σχέσεις αντίθετα με τον γειτονικό και πλούσιο Πανελλήνιο  που σνομπάριζε τον φτωχό γείτονα. Στο βόλλεϋ όμως ο Τυφώνας που έπαιζε τότε στην Α κατηγορία, κέρδιζε πάντοτε τον Πανελλήνιο και τις λίγες φορές που έχανε έπαιρνε το παιχνίδι μυστηριωδώς στα χαρτιά, Ετσι οι φίλοι του Τυφώνα έπαιρναν την εκδίκησή τους για τις αρπαγές των καλών παικτών τους από το πλούσιο σωματείο της Κοδριγκτώνος και Μαυροματαίων γωνία, στάση Αγγελοπούλου.
Ηταν κάποια χρονιά στα τέλη της δεκαετίας του 50 όταν πήρα το βάπτισμα του πυρός στα αθλητικά γήπεδα. Εγώ και δυο τρεις άλλοι μπόμπιρες μπήκαμε όλοι μαζί με ένα εισιτήριο και αφού υποσχεθήκαμε στον υπεύθυνο πως θα φωνάζαμε το " ΕΣΑ-ΕΣΑ, τρομερή, Τυφωνάρα ηρωϊκή" που ήταν το βασικό σύνθημα του σωματείου. Τεράστια η συγκίνησή μας που καθίσαμε μαζί με τους "μεγάλους" και τσιρίζαμε το " Τυυυφών, Τυφών" και όποιο άλλο σύνθημα έβγαζε η κερκίδα.
Ο αγώνας ήταν με τον Μίλωνα, σίγουρο πρωταθλητή της κατηγορίας την χρονιά εκείνη και αήττητο μέχρι τότε. Τα δυο πρώτα σετ τελειώσαν πολύ γρήγορα υπέρ του Μίλωνα, η διαφορά δυναμικότητας ήταν εμφανής και στα μειράκια ακόμα.
Στο τρίτο σετ ο προπονητής του Μίλωνα θέλησε να μετρήσει την δεύτερη ομάδα του κι την έβαλε στο τερραίν. Ο Τυφώνας ισοφάρισε τα σετ σε 2-2 και όλα θα κρινότουσαν στο πέμπτο σετ. Ο Μίλωνας ξαναέβαλε την πρώτη ομάδα και το σκορ είχε φτάσει στο 14-2 όταν ξανάβαλε την δεύτερη ομάδα. Υπ' όψιν τότε πόντος μέτραγε μόνο μετά από αλλαγή και τα σετ είχαν 15 πόντους όχι όπως σήμερα που έχουν 25 πόντους και δεν υπάρχουν αλλαγές, μετράνε όλα σαν πόντοι. Ο Τυφώνας αναθάρρησε πήρε κάποιους πόντους στην σειρά, έφτασε στο 14-12  και η κερκίδα είχε πάρει φωτιά από τις φωνές. Σ' αυτό το σημείο ο προπονητής του Μίλωνα ξαναέβαλε τους καλούς που πήραν αμέσως την αλλαγή. Στην εκτέλεση του σερβίς οι παίκτες του Τυφώνα κοίταζαν ο ένας τον άλλον χωρίς να πάει κανένας στην μπάλα που έσκασε μεγαλοπρεπώς στο μέσο του χώρου που κάλυπταν οι παίκτες του Τυφώνα. Ο διαιτητής του φιλέ έδειξε πόντο στη μεριά του Μίλωνα, σφύριξε παρατεταμένα, έκανε  την χαρακτηριστική κίνηση με τα δυο χέρια πως το ματς τελείωσε κι άρχισε να κατεβαίνει την σκάλα. 
Δεν πρόλαβε. 
Σαν αστραπή αλαλάζοντες οι μεγαλύτεροι από την κερκίδα όρμησαν στους διαιτητές ζητώντας "ως μη γενόμενον", τάχα μου πως η μπάλλα κτύπησε στη γραμμή και δεν μπορούσε να κριθεί αν ήταν μέσα ή έξω. Κάποιοι πιο σκληροί ζητούσαν να δοθεί αλλαγή υπέρ του Τυφώνα γιατί η μπάλλα κτύπησε έξω !! Το κυριότερο επιχειρημά τους ήταν η απουσία αστυνομικού οργάνου και η υπενθύμιση στους διαιτητές του μεγέθους της πόρτας. " Κοίταξτε από που θα βγείτε" τους λέγανε και πραγματικά από την πόρτα δεν θα χωρούσε να περάσει ο Πάγκαλος ή ο Μαρινάκης .
Οι διαιτητές το καλοσκέφτηκαν και σφύριξαν "ως μη γενόμενον", το ίδιο το καλοσκέφτηκε και ο προπονητης του Μίλωνα που ξανάβαλε τα δεύτερα και ο Τυφώνας με μνημειώδη ανατροπή 16-14 πήρε το τρίτο σετ και την νίκη. 
Πολύ σύντομα ο Ερυθρός Σταυρός που είχε την κυριότητα του οικοπέδου όπου ήταν το γηπεδάκι, το έδωσε για αντιπαροχή και ο Τυφώνας εξορίσθηκε στην Νέα Φιλαδέλφεια, έμεινε χωρίς φιλάθλους και απορροφήθηκε από τον Ιωνικό Νέας Φιλαδέλφειας- αν δεν κάνω λάθος.
Το υπόγειο της πολυκατοικίας  που κτίστηκε στέγασε για κάποια χρόνια  στο ισόγειό του το κέντρο διασκέδασης monseigneur. Οταν κι αυτό έκλεισε μια μελαγχολική ερημιά τύλιξε το σοκάκι που κάποτε στέγαζε τα αθλητικά όνειρα της Κυψέλης.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η καταλυτική παρουσία της Μέρκελ στην Αθήνα




Είχε ένα κόμπο στον λαιμό, στο μάτι μια θολούρα κι έναν περίεργο βόμβο στ' αυτιάσαν κάποιος να του ψιθύριζε  "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ".
Δεν ήταν πως φοβότανε μην τάχα τον συλλάβουν, είχε φάει με το κουτάλι συλλήψεις επί χούντας, μέχρι ανοσίας. Πάντοτε τον αφήνανε, τόχε πλέον απωθημένο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνος. Απλά σαν νέος είχε από φυσικού του μια μάπα που εξιτάριζε την φαντασία των μπάτσων κι ένα ένοχο, χωρίς λόγο, ύφος. Τον άφηναν μετά από την εξακρίβωση των στοιχείων του, απογοητευμένοι κι αυτοί κι αυτός με το φτωχό ιστορικό του, ούτε καν μια αντίσταση κατά της αρχής δεν είχε στο ενεργητικό του. Μεγαλώνοντας όμως, μετά τη χούντα άλλαξε η όψη του και δεν τον τραβάγανε για αναγνώριση πια.

Από νέος στο μυαλό του έπλαθε σενάρια επαναστατικά για ένα κόσμο δίκαιο, με ίσες ευκαιρίες, με αξιοκρατία αλλά πάνω που ήταν έτοιμος να παλέψει για τον καινούργιο γενναίο κόσμο σκεφτότανε τα προσόντα του που θα τον καταδίκαζαν σε μια αιώνια μετριότητα και το άφηνε γι' αργότερα, όταν θα ήταν έτοιμος και πιο βελτιωμένος για την καινούργια, ιδανική κοινωνία.
Ετσι τα χρόνια πέρναγαν με αναβλητικότητα κι εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας στη κυβέρνηση, ήταν κι αυτό μέσα στο παιχνίδι του πολιτεύματος, να δημιουργεί ψευδαισθήσεις και να μην προχωράει η αποφασισμένη επανάσταση πριν μελετήσει καλά τις διαμορφωμένες από την ψήφο των μελλοντικών επαναστατών συνθήκες. 
Επειδή ο επαναστάτης μόνο στην επανάσταση δείχνει τον πραγματικό του εαυτό, συμμετείχε στο πολιτικό αλισβερίσι πολεμώντας το από μέσα. Η κομματική του ταυτότητα άλλαζε ανάλογα με την επαναστατικότητα των συνθημάτων που χρησιμοποιούσε κάθε κόμμα, το "Βυθίσατε το Χόρα" ήταν αυτό που τον είχε εμπνεύσει περισσότερο. Φανταζότανε τον εαυτό του μυστικό πράκτορα να υπηρετεί σαν ναύκληρος  στο Χόρα και την ώρα που όλο το πλήρωμα κοιμότανε αυτός να έβγαζε τον πίρο του πλοίου καταδικάζοντας το σε αργή αλλά σίγουρη βύθιση. 
Ωσπου να εκπαιδευθεί σαν μυστικός πράκτορας  είχε πάρει ένα δάνειο με το οποίο αγόρασε ένα σπίτι, να έχει κάποιο χώρο για να προπονείται κατάλληλα, μακριά από αδιάκριτα μάτια. Η επόμενη εναλλαγή στην εξουσία ξύπνησε το κοιμώμενο τέρας του χρηματιστηρίου και η μεθεπόμενη το γιγάντωσε. Τι πιο επαναστατικό από το να κερδίσεις λεφτά από το άντρο του καπιταλισμού και μ' αυτά να χρηματοδοτήσεις την επανάσταση ; Νέο δάνειο, μετοχοδάνειο το λέγανε τώρα κι εκεί που η επανάσταση ήταν έτοιμη να πάρει σάρκα και οστά ήρθε το κραχ της Σοφοκλέους. Οι μετοχές από θησαυρός ξανάγιναν χαρτιά, η επανάσταση αναβλήθηκε, ήταν κι οι Ολυμπιακοί αγώνες στη μέση που δεν ευνοούσαν τέτοιες κινήσεις λογω υπερβολικής αστυνόμευσης. Οι αγώνες πέρασαν, το χρηματιστήριο δεν συνήλθε αλλά ευτυχώς υπήρχαν ακόμη τα καταναλωτικά δάνεια και η επανάσταση δεν έμεινε άφραγκη. Βέβαια το καινούργιο δάνειο έφτανε μόνο για να εξυπηρετεί τα παλιά, αλλά κι αυτό ήταν στο πνεύμα της επαναστατικής τακτικής να πολεμά το σύστημα από μέσα.

Μια μέρα σηκώθηκε βαρύς από το κρεβάτι και διαπίστωσε πως είχε χάσει πολύ από την νεανική αγωνιστικότητά του και μαζί τις φυσικές του δυνάμεις λόγω ηλικίας. Ο χρόνος δεν καταλαβαίνει από επαναστάσεις και πολιτικές. Η κρίση εκμηδένιζε κάθε είδους μισθούς και συντάξεις, το κόστος ζωής ανέβαινε συνεχώς και η μόνη επαναστατική διέξοδος ήταν να μη πληρώνει εφορία και τις δόσεις του δανείου. Τον στενοχωρούσε λίγο που ακολουθούσε την ίδια τακτική με τους μεγαλοκαρχαρίες που σκόπευε να εξοντώσει με την επανάστασή του αλλά  στον πόλεμο όλα επιτρέπονται, πόσο μάλλον να πολεμάς τον εχθρό με τα ίδια του τα όπλα.
Κι ο καιρός πέρναγε μέχρι που μια άλλη επανάσταση πρόλαβε την δικιά του όπως κάποτε η χούντα των συνταγματαρχών πρόλαβε την χούντα των στρατηγών. Η εφορία μηχανοργανώθηκε κι άρχισε να απειλεί τους οφειλέτες με φυλακή και κατασχέσεις. Τρελλάθηκε. Πως ήταν δυνατόν το ελληνικό κράτος να κάνει μια τέτοια επανάσταση ; Αδύνατον. Κάποιος ξένος δάκτυλος  των εχθρών της αιωνίας Ελλάδος το σκέφτηκε. Τότε το μάτι του έπεσε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που μονοπωλούσαν την επίσκεψη της Μέρκελ. Αυτή έφταιγε. Μόνο αυτή θα μπορούσε να αναγκάσει το κράτος να  ζητήσει τα καθυστερούμενα. Κατάστρωσε γρήγορα ένα επαναστατικό σχέδιο για την εξόντωσή της αλλά διαπίστωσε πως το κέντρο θα ήταν κλειστό καθιστώντας αδύνατη κάθε προσέγγιση της γερμανίδας καγκελάριας.
Νικημένος, ντροπιασμένος και απελπισμένος αισθάνθηκε να χάνει όλη την επαναστατικότητά του. Προσπάθησε να φάει κάτι να συνέλθει αλλά είχε ένα κόμπο στον λαιμό, τίποτε δεν πήγαινε κάτω. Προσπάθησε να περάσει την ώρα του στο κομπιούτερ αλλά το βλέμμα του άρχισε να θολώνει. Ξάπλωσε κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Αδύνατο να ξεχωρίσει ήχους, μόνο ένας βόμβος σαν κάποιος να του ψιθύριζε συνέχεια "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ" ήταν το μόνο που άκουγε.
Φαντάστηκε την Μέρκελ σαν άγγελο να πετά πάνω από τα κεφάλια του Στουρνάρα και του Σαμαρά και να τους βάζει φωτοστέφανα, ο Τσίπρας τους κοίταζε μ' ένα παραπονεμένο βλέμμα. Φούσκωσε από επαναστατική περηφάνεια.
Τον πήρε ο ύπνος. 
Το πρωΐ ήρθε ένας αστυφύλακας να τον συλλάβει, επί τέλους.


Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Το νιαρ




Ηταν τα τέλη της δεκαετίας του 60 όταν πρωτοκατέβηκε με την παρέα του στο Δέλτα, έτσι λέγανε τον  φαλληρικό ιππόδρόμο τότε.  Μαγικά όμορφος χώρος με τους ευκάλυπτους γύρω-γύρω, τις πρασιές, τα λουλούδια του, τις κερκίδες, τα άλογα, μέχρι και το καλύτερο παστίτσιο της Αθήνας έτρωγες στα καφενεία του όπου οι τεράστιες λαμαρίνες κατέφθαναν αχνιστές και επέστρεφαν   άδειες σε ελάχιστο χρόνο. Το καλύτερο κέντρο διασκέδασης, η Αθηναία, ήταν ενσωματωμένο στο περίπτερο, τον χώρο για τους λεφτάδες, ο απλός λαός είχε δυο κερκίδες, την πελούζ και την πεζάζ σύμφωνα με την γαλλική ορολογία. Αλλά δεν ήταν μόνο τα γαλλικά που άκουγες, ήταν και αγγλικά κι αράπικα, μια μεγάλη μερίδα ιδιοκτητών, προπονητών και φιλίππων ήταν αιγυπτιώτες εκδιωχθέντες από τα μέτρα του Νάσερ. Ενα από τα περίεργα "συν" του ιπποδρόμου ήταν πως 500 μέτρα προ του τέρματος τα άλογα εξαφανίζονταν από το οπτικό πεδίο των δυο θέσων του ιπποδρόμου- μόνο από το περίπτερο φαίνονταν- γεγονός που ανέβαζε την περιέργεια για το αποτέλεσμα της ιπποδρομίας στο κατακόρυφο. Εννοείται πως η επανεμφάνιση των αλόγων περίπου 200 μέτρα προ του τέρματος συνοδευόανε από πανηγυρισμούς και εκφράσεις απογοήτευσης, η αδρεναλίνη ήταν πολλαπλάσια από την αντίστοιχη των ποδοσφαιρικών γηπέδων. Ο πυρετός του στοιχήματος, η ιδαίτερη ατμόσφαιρα, το υπέροχο θέαμα των αλόγων και οι πολλές όμορφες γυναίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς κανένας να τους δίνει σημασία, κατέκτησαν τους περισσότερους από την παρέα που άρχισαν να κατεβαίνουν πιο συχνά  και να μαθαίνουν την περίεργη ορολογία του χώρου.  Η έκφραση  "του πήρε το κεφάλι" δεν είχε καμιά σχέση με τρομοκρατία ήταν απλά μια περιγραφή για κάποιο άλογο που πήρε την πρωτοπορία από ένα άλλο. 
Ενα ακόμα "συν " για να κατέβουν ιππόδρομο ήταν η γειτνίαση με τις ταβερνίτσες και τα ουζάδικα των Τζιτζιφιών όπου ακολουθούσαν κατανύξεις και σχολιασμοί των αποτελεσμάτων. Τις φορές που κάποιος έπιανε μια καλή ακολουθούσε τραπέζωμα στα "επτά καραβάκια" ένα πολυτελες εστιατόριο της Συγγρού με απίθανους ψαρομεζέδες. Νέοι ήταν και άντεχαν και μια φορά γυρίσανε στην Αθήνα με τα πόδια για να τους γίνει μάθημα η έκφραση "όποιος πάει ιππόδρομο, γυρίζει ποδαρόδρομο".
Γρήγορα έμαθαν  το πάντοκ  δηλαδή τον χώρο επίδειξης των αλόγων, το ζυγιστήριο όπου μέτραγαν τα "πέζα", δηλαδή τα κιλά στους αναβάτες με τις σέλλες τους μαζί, το σταρτ, το φίνις  το  φώτο φίνις,  τις διαφορές της άφιξης, το ντεντχίτ, βραχεία κεφαλή, κεφαλή, τράχηλος, ένα ή περισσότερα μήκη (αλόγου, περίπου δύο μέτρα το καθένα), μακράν.  Εμαθαν τον τζόκεϋ, τον σεΐζη όπως λέγανε τον ιπποκόμο και πως το μαστίγιο το λένε καμουτσί ή κουρμπάτσο, Τους τρόπους καλπασμού των αλόγων, τροτ, κάντερ, γκάλλοπ, μισό λουρί, κ.λ.π,, Τους τρόπους διαδρομής των αλόγων, στο κεφάλι, με τα πίσω, αναμονή στο κάγγελο, δεύτερη ή τρίτη ρόδα (από το κάγκελλο) και το φω τραίν, δηλαδή το σχηματισμό καραβανιού όπου ο επικεφαλής ξεγελούσε το άλογο που ακολουθούσε πως τάχα δεν έχει άλλες δυνάμεις ώστε να μην τον προσπεράσει και κάποια στιγμή απομακρυνότανε αφήνοντας τον αντιπάλό του στο κενό και αποσπούσε την νίκη γιατί το άλογο που ακολουθούσε δεν μπορούσε εύκολα να επιταχύνει χωρίς συναγωνισμό. 
Τους τρόπους στοιχηματισμού, που ήταν λίγοι και απλοί τότε, γκανιάν, πλασέ, δίδυμο, σύνθετο, παρολί. Τους χαρακτηρισμούς των στοιχημάτων, φαβορί, αουτσάϊντερ, το τυγιό.
Οταν έμαθαν τα ευπαθή σημεία και τις παθήσεις των αλόγων, την ρινορραγία, την χωλότητα, το κορνάζ, τους κολικούς, τις μυρμηγκιές, τους τένοντες και τους μπουλέδες, θεώρησαν πως πέρασαν την βασική εκπαίδευση.
Ηταν τα εφόδια για έναν καινούργιο κόσμο, απαραίτητα για να ανακατευθούν με το πλήθος και να μην τους περάσουν για "τρυφερά πόδια". Είχαν αρχίσει να πιάνουν στασίδι στον ιππόδρομο, να στοιχηματίζουν στα γκισέ και να ανταλλάσσουν γνώμες και πληροφορίες για τα άλογα  όταν τους πλησίασε ένας ηλικιωμένος κι άρχισε να κολλάει στην παρέα τους δίνοντας τα φώτα της εμπειρίας του στους νεοσύλλεκτους που τον άκουαν με προσοχή. Κι εκεί που νόμιζαν  πως έχουν μάθει όλους τους ιπποδρομιακούς όρους, μια μέρα τους λέει ο μπάρμπας  να παίξουν το επτά γιατί το έχει νιαρ. Μη  θέλοντας να φανούν άσχετοι κανείς δεν ρώτησε τι είναι το νιαρ κι όταν σε λίγο το επτά κέρδιζε ο γεράκος έβγαζε τα πλεμόνια του " Νιαρ, νιαρ το είχα το άλογο !" . Η ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές,  τα άλογα που είχε νιαρ ο γεράκος άλλοτε κέρδισαν άλλοτε  έχασαν και η παρέα του κόλλησε το παρατσούκλι ο " νιαρ ". Ο γεράκος χάθηκε σε λίγο από την παρέα τους αλλά η συνήθεια να αποκαλούν τα σίγουρα άλογα νιαρ τους έμεινε. Βασικά το συσχέτιζαν με την γάτα, γάτα στους τζογαδόρους αποκαλείται ο ψυλλιασμένος παίκτης αλλά βέβαια η φωνή της γάτας αποδίδεται περισσότερο με νιάου παρά με νιαρ. Την απορία τους την έλυσε μήνες αργότερα,ένας άλλος γεράκος,  το νιάρ τους είπε δεν είναι τίποτε άλλο από το εννιάρι, φύλλο ανίκητο στα χέρια του τζογαδόρου όταν παίζει μπακαρά, αλλά οι αγνοί νέοι δεν ήξεραν ούτε πως παίζεται αυτό το παιχνίδι, πόσο μάλλον την ορολογία του.


Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ο ξεκάλτσωτος




Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία.
Σ αυτό το κρύο περιβάλλον  παραφωνία ήτανε  κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του.
Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά  είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος.
Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του.
Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Τα χοντρόσολα παπούτσια



  


 Η φωτό από τον γούγλη πάντοτε


 
Το μάτι του έπεσε πρώτα εκεί, στα χοντρόσολα παπούτσια που φόραγε, μόλις είχαν έρθει στην μόδα και δεν τα είχε ξαναδεί. Υστερα βέβαια, ανεβάζοντας τη ματιά του εντόπισε πολλά πιο ενδιαφέροντα σημεία στο κορμί της, στο πρόσωπό της, στα μαλλιά της. Ειδικά όταν χαμήλωσε να πιάσει κάτι, γυρισμένη στο πλάϊ με τα οπίσθιά της να ακουμπούν στις φτέρνες της ζήλεψε την τύχη των παπουτσιών κι ευχήθηκε μια μέρα νάρθει η δική του σειρά στο θείο άγγιγμα. Φυσικά δεν σκόπευε να μείνει στις ευχές και προσευχές.

Ητανε μία το μεσημέρι επιστρέφοντας από την υπηρεσία του η πρώτη φορά που την είδε, μέχρι τότε την άκουγε μόνο. Υπήρχαν δυο διαμερίσματα στον τελευταίο όροφο της τριόροφης κατοικίας, αυτός βάσταγε το ένα και η κάτοχος των παπουτσιών το άλλο μαζί με τον άντρα της κι ένα τουλάχιστον παιδί απ' όσα είχε ακούσει. Δεν την είχε δει μέχρι τη στιγμή που ανεβαίνοντας τις στριφογυριστές σκάλες φάνηκαν από την ανοικτή πόρτα της πρώτα τα παπούτσια της και μετά η ίδια.
Θεά.

Η πόρτα έκλεισε γρήγορα κι η οπτασία χάθηκε αλλά καμιά φορά η τύχη τα φέρνει βολικά. Πως τούρθε σε λίγο να καθαρίσει τη τζαμαρία της κουζίνας προς τον φωταγωγό που είχε ουκ ολίγη λίγδα και σκαρφάλωσε στο μπάγκο της κουζίνας για να φτάσει. Την ίδια στιγμή διαπίστωσε πως κι η θεά είχε την ίδια σκέψη και του χαμογέλαγε βλέποντας τις μάλλον αδέξιες κινήσεις του. Οταν ανοίξανε τα παράθυρα να καθαρίσουν και την έξω μεριά συστηθήκανε, αυτή γυναίκα τραπεζικού που γύρναγε στις τρισήμισυ μαζί με τον εξάχρονο γιό της κι αυτός να κάνει τη θητεία του σ' αυτόν το ξένο τόπο, απ' τις επτά μέχρι τη μία. Τον φώναξε το απόγευμα για καφέ και του γνώρισε τον σύζυγο, συμπαθέστατο και μανιώδη κυνηγό. Σε λίγες μέρες άρχισε να τον φωνάζει για φαγητό -αμαρτία να μαγειρεύεις σκοτωμένος απ' τη δουλειά, του είπε- και γίνανε κολητάρια ειδικά στο διάστημα μιάμισυ με τρεις που περιμένανε τον σύζυγο και τον γιό της  για να φάνε. Της άρεσε το χαρτάκι και τα κατάφερνε αρκετά καλά στη ξερή, βοηθούσης και της τύχης αλλά πέραν τούτου ουδέν και είχε σταματήσει να την σκέπτεται αλλιώς, ειδικά από τότε που ανέλαβε και το πλύσιμο των ρούχων του.


Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα κτύπησε τη πόρτα του μια καλοβαλμένη πιτσιρίκα  που ψιθυρίζοντας κάποιες αστείες δικαιολογίες του ζήτησε να περάσει τη νύχτα εκεί. Μετά από λίγο είχε γδυθεί μόνη της και ήταν πρόθυμη να του κάνει όλα τα χατήρια. Αισθάνθηκε λίγο άσχημα όταν αργότερα του κτύπησαν οι φίλοι του, οι γείτονες και δεν τους άνοιξε, αλλά την άλλη μέρα στο τραπέζι ο σύζυγος της θεάς έδειξε κατανόηση, κι αυτός στη θέση του το ίδιο θάκανε. "Να κάνετε λιγότερη φασαρία" του διαμαρτυρήθηκε γελώντας η θεά. Το βραδάκι τσούπ, η πιτσιρίκα ήρθε πάλι, αυτή τη φορά είχε φέρει και προμήθειες για την ολονυκτία, ουΐσκι και ξερούς καρπούς. Κάποια στιγμή, μαύρα μεσάνυκτα άκουσε ένα δυνατό γυναικείο βογγητό  από το διπλανό διαμέρισμα " ωχ, κάτι θάπαθε η θεά μου" είπε κι ετοιμάστηκε να πάει να βοηθήσει. "Κάτσε κάτω" του είπε η πιτσιρίκα "θα το φχαριστιέται η κυρία, δεν το κατάλαβες ;". Το βογγητό ακούστηκε χαμηλότερο μερικές φορές ακόμα και πραγματικά το πρωΐ που της κτύπησε τη πόρτα με μια αστεία δικαιολογία, απλά και μόνο για να την τσεκάρει, η θεά είχε σημάδια "προηγηθείσης ευτυχίας".
Η πιτσιρίκα ήρθε μερικά βράδια ακόμα κι εξαφανίστηκε όπως περίπου είχε εμφανισθεί. 

" Ωχ, θα μου ξανάρθει να μου πει πως είναι έγκυος σε κάνα μήνα" είπε στη θεά του ο νέος και άρχισαν να καταστρώνουν μαζί το σχέδιο αντιμετώπισης που περιλάμβανε κι ένα γυναικολόγο, ξάδερφο της θεάς.
Πιτσιρίκας απούσης ξανάρχισαν να παίζουν ξερή αλλά τώρα η τύχη δεν την πολυ βοηθούσε, ίσως γιατί άρχισε πάλι να φοράει τα χοντρόσολα παπούτσια, της το είχε πει πως εκεί έπεσε το μάτι του  όταν την πρωτοείδε. Πραγματικά σε κάνα μήνα η πιτσιρίκα εμφανίσθηκε ως εγκυμονούσα και αντιμετωπίσθηκε παγερά και στα πλαίσια της συνυπευθυνότητας. Βοήθησαν μάλλον και τα λόγια που της είπε ιδιαιτέρως η θεά, που αποδείχθηκε πληροφορημένη για το παρελθόν της πιτσιρίκας κι έτσι δεν ξαναφάνηκε.
Μετά από αυτό το περιστατικό άρχισε να παρατηρεί κάποιες διαφορές επάνω στην θεά του. Εβρισκε πως ο χαρακτήρας της είχε λίγο βαρύνει όπως και το βλέμμα της. Ειδικά ένα μεσημέρι που καθώς μαγείρευε με τη νυχτικιά και τις παντόφλες της όταν,
χωρίς να το θέλει, από μια αδέξια κίνηση τα χέρια του βρέθηκαν στα στήθια της. Λίγες μέρες πριν κάτι παρόμοιο το είχε αντιμετωπίσει μ' ένα κελλαριστό γέλιο της, ενώ τώρα με απόλυτη σιωπή και μια μάλλον επιτηδευμένη ενόχληση. Αποφάσισε να μάθει τι γίνεται προκαλώντας την μ' ένα στοίχημα στη ξερή :
- Αν κερδίσεις θα σου αγοράσω τον δίσκο που σ' αρέσει, αν χάσεις θα μου μαγειρέψεις το φαγητό που μ' αρέσει.
- Θα σε κερδίσω, του είπε ανόρεκτα.
- Μεγάλα λόγια μη λες, με μηδέν θα χάσεις.
Η παρτίδα είχε φτάσει στη μέση και η θεά δεν είχε γράψει ακόμα πόντο, ο αντίπαλος την δούλευε
- Με μηδέν θα χάσεις.
- Ο,τι στοίχημα θέλεις, με μηδέν δεν χάνω.
- Ενα φιλί ερωτικό ;
- Κι εσύ τι θα χάσεις ;
- Δούλος σου για δυο μέρες, να με κάνεις ό,τι θέλεις !
Τον κοίταξε με αθώα κακία.
- Ο,τι θέλω ;
- Ναι, ότι θέλεις !
- Πάει ! να σε δω να σφουγγαρίζεις τις σκάλες και τι στον κόσμο !
Η παρτίδα έγινε πλέον ο στόχος της ζωής του. Ενδόμυχες προσευχές στη θεά τύχη και απέραντη προσήλωση στο παιχνίδι, τόση που δεν έβλεπε πως η θεά ήθελε να χάσει, μόνο στην τελευταία χαρτωσιά όταν έκανε κάποιο χοντρό λάθος για να μη πάρει πόντο και ζήτησε να πάρει το φύλλο της πίσω, το κατάλαβε και την έβγαλε από τη δύσκολη θέση :
- Το χαρτί έφαγε χώμα, ας πρόσεχες. Εχασες.
Ετοιμάστηκε να πάρει το έπαθλό του όταν την είδε να του λέει ένα λεπτό, να πηγαίνει στη κάμαρά της και να γυρίζει φορώντας τα χοντρόσολα παπούτσια της αντί για τις παντόφλες, το νυχτικό δεν το άλλαξε.
Την αγκάλιασε για να την φιλήσει ενώ αυτή ακίνητη είχε το ύφος της γυναίκας που κάνει αγγαρεία αλλά δεν προχώρησε. Κατέβηκε στα πόδια της και χαϊδεύοντας τις κνήμες της, της έβγαλε απαλά τα παπούτσια. Βαστώντας με το ένα χέρι την φτέρνα πέρασε ένα δάκτυλό του άλλου χεριού από την πατούσα της μέχρι τα ακροδάκτυλα. Την αισθάνθηκε να ανατριχιάζει. Υστερα το δάκτυλό του γύρισε πίσω και ακολούθησε την εσωτερική γραμμή του ποδιού της μέχρι τη ρίζα του όπου βρήκε τον στόχο του. Οταν ξανανανέβηκε να την φιλήσει η μάσκα της αγγαρείας είχε φύγει από το πρόσωπό της. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του και σε λίγο η κραυγή της βγήκε δυνατή αλλά δεν ξεπέρασε τους τοίχους του σπιτιού της.