Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Η Μεγάλη Τσιγγάνα

 Συνιστάται η υπομονετική παρακολούθηση του βίδδεο(*) πριν την ανάγνωση του κειμένου


 (*) τα δύο δέλτα αποδίδουν τον φθόγγο d ;όπως τα δύο γάμμα τον φθόγγο g

Η Μεγάλη Τσιγγάνα είχε έρθει στην Αθήνα. Διάσημη στον χώρο της πρακτικής παραψυχολογίας  και της εφαρμοσμένης μεταφυσικής είχε καταλύσει στην σουίτα της Μεγάλης Βρεττάνιας, την ίδια που κάποτε χρησιμοποιούσε διάσημος γενειοφόρος τροβαδούρος του καιρού μας.
"Πρέπει να πας να την ιδείς", μου έλεγε η τρυφερή συγκάτοικός μου μέχρι να με πείσει. 
"Διαλύει κάθε αμφιβολία και σένα τον ίδιο μπορεί να σε διαλύσει, να σε περάσει μέσα από τον μαγικό καθρέπτη της και να σε ταξιδέψει στον χώρο και στον χρόνο. Μπορείς εκεί να διορθώσεις ό,τι λάθος έχεις κάνει  στη ζωή σου και να ξανάρθεις στο παρόν φρέσκος και εξαγνισμένος, το κάνει καλύτερα από την εξομολόγηση, γι αυτό έγινε διάσημη".
Στο μεταίχμιο του φόβου και της περιέργειας, σπρωγμένος από τις ενοχές του πρότερου βίου μου, μπήκα στο φουαγιέ της Μεγάλης Βρεττάνιας και την είδα απέναντί μου καθισμένη στην πολυθρόνα της να μου χαμογελά.
"Βρε, βρε, καλώς τονε" την άκουσα να μου λέει, σαν να με περίμενε από χρόνια.
Φοβήθηκα μη μ' εξαφανίσει κι είπα να τηλεφωνήσω σ' ένα γνωστό μου, να δώσω στίγμα. Μια όμορφη νεαρή καμαριέρα με πήγε στο τηλέφωνο και περίμενε διακριτικά να τελειώσω.
" Κύριε, να πας να δεις την Μεγάλη Τσιγγάνα. Είναι καταπληκτική, να εμένα με ξανάνιωσε, είμαι πενήντα χρονών και δείχνω κοριτσάκι. Το έκανε σε μένα και σίγουρα μπορεί να το κάνει και σε σένα. Ανέβα στη σουίτα της και χτύπα της δυο φορές την πόρτα"

Το ασανσέρ αργούσε κι ανέβηκα γρήγορα με τα πόδια τους ορόφους του ξενοδοχείου φτάνοντας στην σουίτα της. Η πόρτα ήταν ανοικτή μα η Μεγάλη Τσιγγάνα δεν ήταν μέσα. Ενα ευγενικό αεράκι ερχότανε από τα διάπλατα παράθυρα και σκόρπιζε την μυρωδιά του χειρουργείου που επικρατούσε στην σουίτα.
Κατέβηκα τρέχοντας στο φουαγιέ μα η Μεγάλη Τσιγγάνα δεν ήταν πουθενά κι εκείνη η καμαριέρα, όσο κι αν έψαξα δεν την ξαναβρήκα. Οποιον κι αν ρώτησα δεν ήξερε τίποτε κι ο ρεσεψιονίστας μου είπε πως δεν υπήρχε τέτοιο όνομα στα κιτάπια του.
Απογοητευμένος ανέβηκα στον Λυκαβηττό να πιω τον καφέ μου και  σε λίγο ήρθε η τρυφερή συγκάτοικός μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πως με βρήκε.
"Βρε, βρε, καλώς τονε " μου είπε και με κοίταζε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά.   

        

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Το νιαρ




Ηταν τα τέλη της δεκαετίας του 60 όταν πρωτοκατέβηκε με την παρέα του στο Δέλτα, έτσι λέγανε τον  φαλληρικό ιππόδρόμο τότε.  Μαγικά όμορφος χώρος με τους ευκάλυπτους γύρω-γύρω, τις πρασιές, τα λουλούδια του, τις κερκίδες, τα άλογα, μέχρι και το καλύτερο παστίτσιο της Αθήνας έτρωγες στα καφενεία του όπου οι τεράστιες λαμαρίνες κατέφθαναν αχνιστές και επέστρεφαν   άδειες σε ελάχιστο χρόνο. Το καλύτερο κέντρο διασκέδασης, η Αθηναία, ήταν ενσωματωμένο στο περίπτερο, τον χώρο για τους λεφτάδες, ο απλός λαός είχε δυο κερκίδες, την πελούζ και την πεζάζ σύμφωνα με την γαλλική ορολογία. Αλλά δεν ήταν μόνο τα γαλλικά που άκουγες, ήταν και αγγλικά κι αράπικα, μια μεγάλη μερίδα ιδιοκτητών, προπονητών και φιλίππων ήταν αιγυπτιώτες εκδιωχθέντες από τα μέτρα του Νάσερ. Ενα από τα περίεργα "συν" του ιπποδρόμου ήταν πως 500 μέτρα προ του τέρματος τα άλογα εξαφανίζονταν από το οπτικό πεδίο των δυο θέσων του ιπποδρόμου- μόνο από το περίπτερο φαίνονταν- γεγονός που ανέβαζε την περιέργεια για το αποτέλεσμα της ιπποδρομίας στο κατακόρυφο. Εννοείται πως η επανεμφάνιση των αλόγων περίπου 200 μέτρα προ του τέρματος συνοδευόανε από πανηγυρισμούς και εκφράσεις απογοήτευσης, η αδρεναλίνη ήταν πολλαπλάσια από την αντίστοιχη των ποδοσφαιρικών γηπέδων. Ο πυρετός του στοιχήματος, η ιδαίτερη ατμόσφαιρα, το υπέροχο θέαμα των αλόγων και οι πολλές όμορφες γυναίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς κανένας να τους δίνει σημασία, κατέκτησαν τους περισσότερους από την παρέα που άρχισαν να κατεβαίνουν πιο συχνά  και να μαθαίνουν την περίεργη ορολογία του χώρου.  Η έκφραση  "του πήρε το κεφάλι" δεν είχε καμιά σχέση με τρομοκρατία ήταν απλά μια περιγραφή για κάποιο άλογο που πήρε την πρωτοπορία από ένα άλλο. 
Ενα ακόμα "συν " για να κατέβουν ιππόδρομο ήταν η γειτνίαση με τις ταβερνίτσες και τα ουζάδικα των Τζιτζιφιών όπου ακολουθούσαν κατανύξεις και σχολιασμοί των αποτελεσμάτων. Τις φορές που κάποιος έπιανε μια καλή ακολουθούσε τραπέζωμα στα "επτά καραβάκια" ένα πολυτελες εστιατόριο της Συγγρού με απίθανους ψαρομεζέδες. Νέοι ήταν και άντεχαν και μια φορά γυρίσανε στην Αθήνα με τα πόδια για να τους γίνει μάθημα η έκφραση "όποιος πάει ιππόδρομο, γυρίζει ποδαρόδρομο".
Γρήγορα έμαθαν  το πάντοκ  δηλαδή τον χώρο επίδειξης των αλόγων, το ζυγιστήριο όπου μέτραγαν τα "πέζα" τους αναβάτες με τις σέλλες τους, το σταρτ, το φίνις  το  φώτο φίνις,  τις διαφορές της άφιξης, το ντεντχίτ, βραχεία κεφαλή, κεφαλή, τράχηλος, ένα ή περισσότερα μήκη (αλόγου, περίπου δύο μέτρα το καθένα), μακράν.  Εμαθαν τον τζόκεϋ, τον σεΐζη όπως λέγανε τον ιπποκόμο και πως το μαστίγιο το λένε καμουτσί ή κουρμπάτσο, Τους τρόπους καλπασμού των αλόγων, τροτ, κάντερ, γκάλλοπ, μισό λουρί, κ.λ.π,, Τους τρόπους διαδρομής των αλόγων, στο κεφάλι, με τα πίσω, αναμονή στο κάγγελο, δεύτερη ή τρίτη ρόδα (από το κάγκελλο) και το φω τραίν, δηλαδή το σχηματισμό καραβανιού όπου ο επικεφαλής ξεγελούσε το άλογο που ακολουθούσε πως τάχα δεν έχει άλλες δυνάμεις ώστε να μην τον προσπεράσει και κάποια στιγμή απομακρυνότανε αφήνοντας τον αντιπάλό του στο κενό και αποσπούσε την νίκη γιατί το άλογο που ακολουθούσε δεν επιτάχυνε χωρίς συναγωνισμό. 
Τους τρόπους στοιχηματισμού, που ήταν λίγοι και απλοί τότε, γκανιάν, πλασέ, δίδυμο, σύνθετο, παρολί. Τους χαρακτηρισμούς των στοιχημάτων, φαβορί, αουτσάϊντερ, το τυγιό.
Οταν έμαθαν τα ευπαθή σημεία και τις παθήσεις των αλόγων, την ρινορραγία, την χωλότητα, το κορνάζ, τους κολικούς, τις μυρμηγκιές, τους τένοντες και τους μπουλέδες, θεώρησαν πως πέρασαν την βασική εκπαίδευση.
Ηταν τα εφόδια για έναν καινούργιο κόσμο, απαραίτητα για να ανακατευθούν με το πλήθος και να μην τους περάσουν για "τρυφερά πόδια". Είχαν αρχίσει να πιάνουν στασίδι στον ιππόδρομο, να στοιχηματίζουν στα γκισέ και να ανταλλάσσουν γνώμες και πληροφορίες για τα άλογα  όταν τους πλησίασε ένας ηλικιωμένος κι άρχισε να κολλάει στην παρέα τους δίνοντας τα φώτα της εμπειρίας του στους νεοσύλλεκτους που τον άκουαν με προσοχή. Κι εκεί που νόμιζαν  πως έχουν μάθει όλους τους ιπποδρομιακούς όρους, μια μέρα τους λέει ο μπάρμπας  να παίξουν το επτά γιατί το έχει νιαρ. Μη  θέλοντας να φανούν άσχετοι κανείς δεν ρώτησε τι είναι το νιαρ κι όταν σε λίγο το επτά κέρδιζε ο γεράκος έβγαζε τα πλεμόνια του " Νιαρ, νιαρ το είχα το άλογο !" . Η ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές,  τα άλογα που είχε νιαρ ο γεράκος άλλοτε κέρδισαν άλλοτε  έχασαν και η παρέα του κόλλησε το παρατσούκλι ο " νιαρ ". Ο γεράκος χάθηκε σε λίγο από την παρέα τους αλλά η συνήθεια να αποκαλούν τα σίγουρα άλογα νιαρ τους έμεινε. Βασικά το συσχέτιζαν με την γάτα, γάτα στους τζογαδόρους αποκαλείται ο ψυλλιασμένος παίκτης αλλά βέβαια η φωνή της γάτας αποδίδεται περισσότερο με νιάου παρά με νιαρ. Την απορία τους την έλυσε μήνες αργότερα,ένας άλλος γεράκος,  το νιάρ τους είπε δεν είναι τίποτε άλλο από το εννιάρι, φύλλο ανίκητο στα χέρια του τζογαδόρου όταν παίζει μπακαρά, αλλά οι αγνοί νέοι δεν ήξεραν ούτε πως παίζεται αυτό το παιχνίδι, πόσο μάλλον την ορολογία του.


Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ο Μ.




Ο στρατεύσιμος σημαιοφόρος είχε βάρδια αξιωματικού φυλακής. Είχε καταργήσει κάτι τυπικότητες όπως άσκηση πυρκαγιάς και εφοδείες, το τελευταίο το άφηνε στην κρίση του υπαξιωματικού υπηρεσίας. Εξ άλλου, όπως του έλεγε, "εγώ έχω τον βαθμό αλλά εσύ έχεις την πείρα και τις γνώσεις στο στρατόπεδο, κάνε κουμάντο και να με ενοχλήσεις μόνο για πολύ σημαντικά πράγματα". Κάνοντας την απογευματινή του βόλτα πέρασε έξω από το γυμναστήριο απ' όπου ακουγότανε η ενάτη του Σούμπερτ. Μπαίνοντας μέσα αντίκρυσε  έναν μονιμά που γυμναζόταν στις μπάρες.
- Κοίτα να δεις...
- Κοιτάζω, αλλά δεν βλέπω.
Τον κοίταζε διαπεραστικά κατ' ευθείαν στα μάτια με το βλέμμα του ανθρώπου δεν φοβάται τίποτε αλλά και δεν ζητάει τίποτε.
Προσπάθησε να το παίξει αξιωματικός  παίρνοντας άγριο ύφος
- Ακου να δεις...
- Ακούω, αλλά πάλι δεν βλέπω.
Δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει, έτσι κι αλλιώς ήταν φανερό σε όλους πως δεν το πίστευε πως ήταν αξιωματικός, αντίθετα με κάποιους άλλους, απλά έκανε την θητεία του.
Ετσι γνωρίσθηκε με τον Μ., μέχρι τότε το μόνο που είχε προσέξει ήταν πως δεν έκανε τον σταυρό του με την καθημερινή προσευχή στην αναφορά, όπως κι αυτός. Βέβαια αργότερα έμαθε πως αυτός ήταν επισήμως άθεος ενώ ο ίδιος δεν πίστευε στον συμβολισμό μιας χειρονομίας και την είχε απορρίψει αφού δεν υπήρχε στα γραπτά κιτάπια. Ηξερε όμως πότε έπρεπε να κάνει κάποιος τον σταυρό του στην λειτουργία και το έλεγε στους ναυτόπαιδες " Θα κάνετε τον σταυρό σας όταν βγαίνει ο παπάς από την πύλη του ιερού και όταν αναφέρονται ο Πατήρ, ο Υιός, το Αγιον Πνεύμα, η Παναγία ή κάποιος άγιος".
Την επόμενη φορά πήγε στο γυμναστήριο με την φόρμα του και του ζήτησε οδηγίες για να γυμναστεί. Ενας επιπλέον λόγος ήταν πως του άρεσε ο Σούμπερτ και δεν είχε αλλού ευκαιρία να απολαύσει τις συνθέσεις του. Ο Μ. του είπε να σφίξει τον σάκκο του μποξ βάζοντας δύναμη σε κάθε μυ του κορμιού του για είκοσι δευτερόλεπτα.
- Μην κινηθείς, του φώναξε όταν πέρασαν τα είκοσι δευτερόλπτα. Δεν έδωσε σημασία και έκανε να κινηθεί προς το μέρος του. Τρέχοντας ο Μ. τον έπιασε πριν σκάσει κάτω σαν καρπούζι. Οι αρχές της ισοτονικής γυμναστικής ήταν γνωστές στον Μ. μα όχι στον στρατεύσιμο. Φυσικά συνήλθε αμέσως, ήταν ένα παροδικό φαινόμενο της υπερπροσπάθειας από κάποιον που δεν είχε μάθει να ελέγχει τους μύες του κορμιού του. Το γυμναστήριο ήταν πλήρως εξοπλισμένο, στο ίδιο άλλωστε έκαναν την προπονησή τους  οι κωπηλάτες της εθνικής και οι συχνές συναντήσεις τους έφεραν πιο κοντά.
Πολύ γρήγορα ο Μ αποδείχθηκε το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο που υπήρχε μέσα στο στρατόπεδο. Σαραντάρης με κορμί εφήβου, μικροκαμωμένος με σώμα λάστιχο και μια εκπληκτική δύναμη  στα χέρια. Από την άλλη μεριά φιλοσοφούσε τα μικρά και τα μεγάλα πράγματα της ζωής και έγραφε ποιήματα  που όμως δεν τα έδειχνε σε κανέναν.
- Κοίταξε τους συναδέλφους σου, του έλεγε, θεωρούν φοβερό πρόβλημα τι καριέρα θα ακολουθήσουν μετά την θητεία τους αν και όλοι τους είναι μεσάκηδες και θα φροντίσει γι αυτό ο μπαμπάς τους.
Από την άλλη τους αρέσει να συζητάνε ανούσια υπαρξιακά προβλήματα. Θες να σου πω ένα πραγματικό πρόβλημα και να μου βρεις εσύ την σωστή λύση ;
- Για λέγε  
- Είσαι στρατιώτης σε πόλεμο μεταξύ δυο φυλών στην Αφρική που αλληλομισούνται, οι αντίπαλοι σε κατατροπώνουν και υποχωρείς ψάχνοντας κάπου να κρυφτείς να περάσει η μπόρα. Μπαίνεις σε μια αποθήκη, βρίσκεις μια καλή κρυψώνα κι ανακαλύπτεις εκεί ένα κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε ετών κρυμμένο. Δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια της που σε κοιτάζουν απορημένα. Περνάει η μπόρα πρέπει να φύγεις, τι κάνεις με το κοριτσάκι ;
- Τι εννοείς ; τίποτε, το αφήνεις και φεύγεις.
- Οχι, αθώε μου. Ξέρεις τι θα πάθει αν το βρουν οι εχθροί του, της άλλης φυλής ; Χειρότερα από θάνατο. Προφανώς οι συγγενείς του έχουν σκοτωθεί και τα μάτια του σε παρακαλούν  να το πάρεις μαζί, μα δεν γίνεται, είναι θέμα μόνος σου κι αν γλυτώσεις.
- Τι έκανες ;
- Αν το αφήσεις να ζήσει θα τρέχει ξωπίσω σου όπως τα ορφανά γατάκια και θα προδώσει τις κινήσεις σου...
- ....
- Εκεί σε θέλω, μάγκα μου, με τα υπαρξιακά, όταν ακουμπάς την κάννη στο μέτωπο και δυο αθώα μάτια σε κοιτάζουν.

Δεν ήξερε πως είχε κάνει στην Λεγεώνα των Ξένων. Αυτό έγινε όταν τον αποτάξανε από το Ναυτικό γιατί σε μια γιορτή βούτηξε ένα αυτόματο κι έβαλε τον ναύαρχο να χορεύει με τις σφαίρες να σκάνε ανάμεσα στα πόδια του. Ο ναύαρχος είχε αποκαλέσει αυτόν κι έναν άλλον μαϊμούδες γιατί είχαν την συνήθεια -και τις ικανότητες- να σκαρφαλώνουν στις φοινικιές και να πετάει χουρμάδες ο ένας στον άλλο όταν θέλαν να διασκεδάσουν. Ο άλλος, ένας σωματώδης αθληταράς, κωπηλάτης με ασημένιο μετάλλιο σε παγκόσμιο πρωτάθλημα δεν ανακατεύθηκε στο επεισόδιο κι ήταν ακόμα αξιωματικός στο στρατόπεδο. Ο Μ. φυλακίσθηκε κάποιο διάστημα κι όταν βγήκε - με πολιτική παρέμβαση- πήγε στην Λεγεώνα των Ξένων.
Για πολλούς αυτό το συμβάν του στέρησε ένα σίγουρο ολυμπιακό μετάλλιο, ο Μ ήταν πρωταθλητής στην ενόργανη γυμνασική, στην ελευθέρα πάλη και στην άρση βαρών με βαλκανικές και ευρωπαϊκές διακρίσεις.
Γύρισε όταν μετά την χούντα, ο προστάτης του έγινε υπουργός, ο Μ. ήταν από τα θύματα του παιδομαζώματος στην Ηπειρο κατά τον εμφύλιο που κατάφερε μεν να γυρίσει αλλά δεν βρήκε ζώντες συγγενείς. Αρχικά σε τσούρμο με ακροβατικά γύρισε την Ελλάδα και μετά κατετάγη μόνιμος στο ναυτικό. Οι επιδόσεις του στον αθλητισμό αλλά και η ευρυμάθειά του -διάβαζε μόνος του - είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό  αλλά και την ζήλεια στρατιωτικών και πολιτικών. Ηξερε πράγματα σε ειδικότητες που αγνοούσαν οι σχετικοι πτυχιούχοι αλλά και αγνοούσε κάποια στοιχειώδη του δημοτικού που δεν τα είχε καλύψει. Φυσικά τα "κατορθώματά" του και το άθεος στην ταυτότητά του απέκλειαν το ενδεχόμενο να γίνει ποτέ αξιωματικός, όχι πως τον ένοιαζε πολύ, τα δικά του γαλόνια ήταν διαφορετικά και πιο αναγνωρίσιμα.
Στην πραγματικότητα ανώτεροι και κατώτεροι τον έτρεμαν από τον φόβο γνωρίζοντας το παρελθόν του και την τρέλλα του. Μια φορά στο εξάμηνο, όταν εμφανιζότανε καινούργια φουρνιά από ναύτες και υπήρχανε "καλά" παιδάκια ανάμεσά τους, έπαιρνε ένα δεκάρικο, αυτά με τον Δημόκριτο, το έβαζε μέσα στον αγκώνα του και το λύγιζε χωρίς μορφασμό, ούτε καν ν' ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Δεν χρειάσθηκε ποτέ να τιμωρήσει ναύτη με περιορισμό, δεν υπήρχε περίπτωση να μην υπακούσει και το σκληρότερο καρύδι μετά από αυτήν την επίδειξη.
- Μια φορά με είχε δυσκολέψει ένας βούλγαρος. Για πολλή ώρα κανείς δεν μπορούσε να κατεβάσει το χέρι του άλλου. Στο τέλος το κόκαλο στο χέρι του βούλγαρου δεν άντεξε, έσπασε.
Μιλούσε για μπρα ντε φερ. Ισχυριζόταν πως δεν είχε χάσει από κανέναν στη ζωή του. Ηταν απίστευτο να βλέπεις έναν γκριζομάλλη μικροκαμωμένο να κτυπάει σαν χταπόδι το χέρι νεαρού σωματώδους κωπηλάτη με συμμετοχή στον τελικό σε Ολυμπιακούς αγώνες, με ρυθμό "μια, δυο, τρεις τέσσερις, πέντε, φέρε το άλλο χέρι ". Αν βέβαια πρόσεχες έναν θηριώδη δικέφαλο να φουσκώνει στο πίσω μέρος, όταν βάζαν τα χέρια τους στο τραπέζι, το αποτέλεσμα φαινόταν φυσιολογικό.
Οταν άρχισαν να πηγαίνουν σε ταβερνάκια ανακάλυψε πως έπινε λίγο κρασί, χαριτολογώντας έλεγε πως δεν το νερώνει ποτέ. Υπέθετε πως η αθλητική παιδεία του δεν θα του το επέτρεπε αλλά τον διαβεβαίωσε για το αντίθετο, έπαιρνε με τα δυο ποτηράκια που έπινε κάποια ιχνοστοιχεία ποιυ δεν θα τα έβρισκε σχεδόν πουθενά αλλού. Συνήθως τρώγανε ψάρι, σαλάτα και φέτα. Ο Μ. πρότεινε στον συνδαιτήμονά του να δοκιμάσει τρεις φορές την σαλάτα χωρίς αλάτι. Από την δεύτερη φορά κιόλας είχε πεισθεί και δεν ξανάβαλε ποτέ του αλάτι, κερδίζοντας την γεύση της καλής τομάτας, του λάχανου, του μαρουλιού. Το ίδιο έγινε και με την κατάργηση της ζάχαρης στα ροφήματα. απολάμβανε πλέον το άρωμα που αναδυόταν από το στομάχι του αντισταθμίζοντας και με το παραπάνω την έλλειψη γλυκάδας όταν το έπινε. Εννοείται πως είχε κόψει το τσιγάρο, αυτό το είχε αποφασίσει όταν πήγε να γυμναστεί μαζί του. Σε λίγους μήνες ήταν σε θέση να τον ακολουθήσει στον ανώμαλο δρόμο δεκατεσσάρων χιλιομέτρων που έκαναν στον γύρο του νησιού.

Στο τέλος της θητείας του ήταν το μόνο πρόσωπο από τους μόνιμους που είχε κερδίσει την εκτίμησή και τον θαυμασμό του.
- Αντε, καλός πολίτης που λένε, τον χαιρέτησε. Εγώ θέλω ακόμα κάμποσα χρόνια μέχρι ν' απολυθώ. Τότε θα πάω ερημίτης σε μια παραλία ανεβαίνοντας από την Πρέβεζα για την Ηγουμενίτσα. Εκεί έχει κάτι συστάδες από δένδρα που χρωματίζουν περίεργα τον αέρα.  Μ' αρέσει αυτό το μέρος, με εμπνέει. Εκεί θα κάνω τις βόλτες μου και θα γράφω τα ποιήματά μου. Αμα έρθεις να με βρεις θα σου διαβάσω μερικά.
              

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Ο ξεκάλτσωτος




Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία.
Σ αυτό το κρύο περιβάλλον  παραφωνία ήτανε  κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του.
Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά  είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος.
Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του.
Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.