Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιουμοριστικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιουμοριστικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Κερατώ



Ενα κεφάλαιο από ένα διήγημα...


Η Κερατώ βλαστημούσε τη τύχη της. Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο δεν λειτουργούσε και το οδήγημα της φαινότανε κουραστικό. Μη μπορώντας μόνη της να φτιάξει κάποιο σενάριο αναλογιζότανε πως έμπλεξε σε τούτη την ιστορία. Ολα ξεκίνησαν απ’ το ότι βαριότανε να κάνει μόνο μια δουλειά αλλά δεν ήταν ικανή να κάνει δυο ταυτόχρονα. Συνήθιζε την ώρα της μηχανικής της δουλειάς να μιλάει με τις ώρες στο τηλέφωνο. Αρχικά με φίλες, έπειτα με γνωστούς κι’ αγνώστους, αυτοί ήταν καλύτεροι πελάτες, όταν βαριότουσαν τη συζήτηση η Κερατώ άρχιζε τα νάζια και τις αόρατες υποσχέσεις και η κουβέντα ξανάναβε, ενώ οι φίλες της δεν τσιμπάγανε, την ξέρανε καλά και δεν είχαν τίποτε να περιμένουν απ’ αυτή. Μόνο ο λογαριασμός του τηλεφώνου την τρόμαζε που ανέβαινε συνέχεια. Ανακάλυψε την επικοινωνία μέσω κομπιούτερ. Εχασε βέβαια το πλεονέκτημα της γλυκειάς φωνής της, αλλά ο λογαριασμός της μειώθηκε αισθητά και τρελλαινόταν να βλέπει στην οθόνη τα λόγια της. Σιγά-σιγά νόμισε πως έχει λογοτεχνική φλέβα. Της άρεσε ακόμη που μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο, να μη ξέρει ο άλλος καθόλου πως είναι, ούτε το φύλο της και το κυριότερο μπορούσε να μιλά με πολλούς ταυτόχρονα. Γρήγορα βέβαια όλοι κατάλαβαν ότι πρόκειται για γυναίκα, ο θηλυκός χαρακτήρας της ξεχείλιζε παντού. Δεν ενοχλήθηκε καθόλου, ίσα- ίσα το επεδίωκε και χρησιμοποίησε μερικά από τα παλιά κόλπα του τηλεφώνου. Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως μιλάει με άντρες, αλλά η γυναικεία αυτοπεποίθηση της χρειαζότανε μια τόνωση, όπως και το στήθος της που είχε πέσει, άλλο πρόβλημα αυτό. Και εντάξει μ’ ένα καλό σουτιέν βολευότανε η κατάσταση αλλά την ώρα της αλήθειας, όταν στεκότανε γυμνή μπροστά στον καθρέπτη της να λατρέψει το είδωλό της, οι ρόγες της βλέπαν το πάτωμα. Ετρεμε στην ιδέα ότι κάποιος πιθανός εραστής θα την απέρριπτε γι’ αυτό. Πιθανός εραστής...μόνο για τον Πόντιο ήτανε σίγουρη ότι ήτανε άνδρας, γιά όλους τους άλλους διατηρούσε μια επιφύλαξη. Αχ, το διαδίκτυο...προσφέρει πολλά αλλά και το μυστήριο της προσωπικότητας. Τώρα καταλάβαινε ότι το παιχνίδι είναι αμφίδρομο, δεν ήταν κυρίαρχη όπως στο τηλέφωνο.
Μια Πόρσε τη προσπέρασε μουγκρίζοντας. Ενοιωσε μια ανατριχίλα στο υπογάστριο ενώ ασυναίσθητα το δεξί της χέρι χούφτωσε το λεβιέ. Πάντα η Πόρσε της έφερνε στο νου τον ιδανικό άντρα. «Με τέτοια βυζιά, μωρή ;» θύμωσε με τον εαυτό της. Στο βάθος του μυαλού της έψαχνε τρόπο για να βρει τα χρήματα της αποκατάστασης. «Γιατί η άλλη, η Μιμή, καλύτερη είναι ;» αναρωτήθηκε. « Ολο το κόλπο είναι να τυλίξω πρώτα ένα λεφτά να μου τα πληρώσει αυτός, κι’ αν δεν μπορώ με το σώμα μου, μπορώ με τη πέννα μου» έριξε ενέσεις ηθικού στον εαυτό της. Η απομάκρυνση της Πόρσε την επανέφερε στα λογοτεχνικά της αφήνοντας ένα στεναγμό ερωτικής απογοήτευσης. Εξ άλλου τα λογοτεχνικά της ήταν η αιτία ή το πρόσχημα που ταξίδευε. Θα περνάγανε μαζί με τον Πόντιο μια ίσως και δυο –αν της άρεσε μέρες στην Πάτρα, είχανε ραντεβού στα τυφλά.


Αν βέβαια τον γνώριζε από τις -ποιος ξέρει αν ήτανε αληθινές- περιγραφές στο κομπιούτερ. Της είχε πει πως ήταν κοντούλης και θα φόραγε μπότες  με ψηλά τακούνια για να αισθάνεται καλύτερα «κι’εγώ θα φοράω το ενισχυμένο σουτιέν» σκέφτηκε, πισωγυρίζοντας ελαφρά. « Ε, κάτι το λογοτεχνικό θα υπάρχει στη περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είπε φωναχτά κι’ ύστερα θαύμασε το ταλέντο της στις ωραίες εκφράσεις. «Δεν μπορεί, ο Πόντιος με τις ευαίσθητες κεραίες του θα πιάσει στον αέρα μια τέτοια φράση, ίσως…κάποιος άλλος» ταξίδευε στις φαντασιώσεις της. Η σκέψη του Πόντιου της έφερε πίσω στο μυαλό τον ανταγωνισμό. Επρεπε να φτάσει πριν απ’ αυτόν, να μάθει το έδαφος πρώτη, να πιάσει τα καλά περάσματα.
Οταν την προσπέρασε ένα κατσαριδάκι κατάλαβε πως η ενασχόληση του νου δεν συμβιβάζεται με γρήγορη οδήγηση, ειδικά όταν τα θέματα καίνε. Γιατί όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει ήταν σε υπερδιέγερση. Το ένστικτό της, της έλεγε ότι κάτι σπουδαίο θα προκύψει στο Καρναβάλι. Φτάνει να φερθεί έξυπνα για να μη το χάσει. Χαμογέλασε. Της φάνηκε πως το στήθος της ανέβηκε δυο πόντους. Κόλλημα κι’ αυτό. Από τότε που διάβασε σ’ ένα βιβλίο πως ο Ντ’ Αννούτσιο, ο μεγάλος ποιητής έδιωξε την ερωμένη του δηλώνοντας σαν δικαιολογία επίσημα «πέσαν τα βυζιά της» της εγινε μόνιμος μπελάς. Γιατί σαν λογοτεχνική ψυχή πλέον, ονειρεύοτανε τον εαυτό της δίπλα σ΄ένα μεγάλο, καταξιωμένο ποιητή. Στο μεταξύ βέβαια την έδερνε η ερωτική πείνα, κολλημένη στο κομπιούτερ όλη μέρα. Βελτιωνόταν όμως λογοτεχνικά, από μια άποψη ετοίμαζε τον εαυτό της γι’ αυτά που νόμιζε ότι της άξιζαν, τόσος καιρός δεν θα πήγαινε χαμένος. . Ταξίδευε για τη γη της επαγγελίας ήταν σίγουρη .
Αποφάσισε να κάνει μια στάση για καφέ στο Κιάτο

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Περί ποτών εν τη Σκωτία

O σοφός Σκωτσέζος


                                                                 
(tee, hee, heee)
.

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε με περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η αλήθεια για την Εύα

 οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ' ευθύνη τους


Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε. 
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ' αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος. 
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.  
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως 
 και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.
Εδώ αρχίσανε τα δύσκολα γιατί πρωτόπλαστοι ήτανε, δεν ξέρανε πολλά πράγματα, όταν βγάζανε τα φύλλα τους, του Αδάμ του φαινότανε, της Εύας έπρεπε να σκύψεις (ή να σκύψει) για να το δεις, συμφωνήσανε πως του Αδάμ είναι το πιο σπουδαίο μια που άλλαζε σχήμα και μέγεθος. Είδε όμως η ακόρεστη Εύα πως αυτό δεν δούλευε πάντα, κουραζότανε και την έπιασε το δήθεν φιλότιμο " Αδαμούλη, άσε τις οικιακές δουλειές, θα τις κάνω εγώ, εσύ να μην κουράζεσαι". 
Του καλάρεσε αυτό του τύπου και σε λίγο  της ανέθεσε και την συλλογή των φρούτων " Ευάκι, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα να διαλέγεις τα ώριμα"  και τόριξε  στην τηλεόραση και το ανατοληλίκι, ξάπλα, μάσα και διαταγές, δόστου "Ευάκι αυτό" και δόστου "Ευάκι το άλλο". Κι από εκείνο που της άρεσε, όποτε του έκανε κέφι, αλλιώς "νοιώθω κουρασμένος αγάπη μου, θα μου λείπουν βιταμίνες, άσε, μιαν άλλη φορά"
Το Ευάκι ξινίστηκε. Εκανε τόσες θυσίες τσάμπα και βερεσέ, καλύτερα πέρναγε πριν του αποκαλύψει ποιά ηταν η πηγή της ευτυχίας της. Αρχισε να χάνει το κέφι της, να παραμελεί τις δουλειές της και μια μέρα που βαριότανε να σιδερώσει καλά το φύλλο συκής του Αδάμ, πέρασε ο θεός μια βόλτα από εκεί κι ειδε τα καμπανέλια του Αδάμ να κρέμονται από κάτω. Αυτός δεν είχε τέτοια και θύμωσε. Την κατσάδιασε την Ευούλα σαν ακαμάτα και τους έριξε από δέκα μέρες νηστεία. Εριξε κι ένα συρματόπλεγμα στον κήπο με τα φρούτα νάναι σίγουρος, από φαΐ τουλάχιστον, γιατί  όταν λέμε νηστεία εννοούμε από την παλιά, όχι μονάχα στο φαγητό...
Το Ευάκι έκανε σκέρτσα " Ελα ρε Αδάμ και ποιός μας βλέπει ;" χέστης όμως ο Αδάμ έτρεμε να παραβιάσει τον λόγο του θεού.
Αυτό ήταν βαρύ για την Εύα. Κανείς να μην της αναγνωρίζει τίποτε απ όσα έκανε και να μένει κι απότιστη από πάνω, παραπάει.
Αρχισε να το σκέπτεται κι από εκεί ξεκίνησαν όλα.
Το θηλυκό μυαλό της γένησε τον όφι, μακρύ και παιχνιδιάρη -κάτι να της θυμίζει- κι ο όφις σαν καλό παιδί λεπτό κι ευέλικτο πέρναγε μέσα από το συρματόπλεγμα για το μάζεμα των φρούτων, να ταΐζει την μανούλα του αγνοώντας την απαγόρευση κι άφηνε τον Αδάμ στην δίαιτα. Μόνο που σαν μικρός και άβγαλτος έκανε φασαρία μια φορά που της πήγε κάτι μήλα, τους είδε ο θεός, τσαντίστηκε που παραβίασε την νηστεία και την έδιωξε από τον παράδεισο. Του όφι του την χάρισε γιατί ήτανε μικρός, από τότε έχει φίδια στον παράδεισο, αν πάτε θα τα δείτε ! Είχε την πρωτοκαθεδρία από την Φύση και την εξουσία γι αυτό. Ζήλευε λίγο τις χαρές των ανθρώπων αλλά έστειλε και τον Αδάμ μαζί της γιατί μόνο του και μαγκούφη δεν ήθελε ουτε να τον βλέπει, ειδικά με ασιδέρωτο το φύλλο-εσώρρουχό του. Το Ευάκι του άρεσε να το βλέπει, είχε ωραίο μουτράκι και μπάνικο κορμάκι, μόνο τι τούβρισκε του Αδάμ δεν μπορούσε να καταλάβει. Το χάρισμα της γένεσης το αφαίρεσε από το μυαλό της και το περιόρισε στην διαιώνιση του είδους με τον γνωστό τρόπο και με ωδίνες για τιμωρία.
Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δεν θα γενιόμαστε εμείς αλλά πέστε μου είσαστε σίγουροι πως έφταιγε η Εύα γι αυτό ;






 

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η καταλυτική παρουσία της Μέρκελ στην Αθήνα




Είχε ένα κόμπο στον λαιμό, στο μάτι μια θολούρα κι έναν περίεργο βόμβο στ' αυτιά,  σαν κάποιος να του ψιθύριζε  "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ".
Δεν ήταν πως φοβότανε μην τάχα τον συλλάβουν, είχε φάει με το κουτάλι συλλήψεις επί χούντας, μέχρι ανοσίας. Πάντοτε τον αφήνανε, τόχε πλέον απωθημένο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνος. Απλά σαν νέος είχε από φυσικού του μια μάπα που εξιτάριζε την φαντασία των μπάτσων κι ένα ένοχο, χωρίς λόγο, ύφος. Τον άφηναν μετά από την εξακρίβωση των στοιχείων του, απογοητευμένοι κι αυτοί κι αυτός με το φτωχό ιστορικό του, ούτε καν μια αντίσταση κατά της αρχής δεν είχε στο ενεργητικό του. Μεγαλώνοντας όμως, μετά τη χούντα άλλαξε η όψη του και δεν τον τραβάγανε για αναγνώριση πια.

Από νέος στο μυαλό του έπλαθε σενάρια επαναστατικά για ένα κόσμο δίκαιο, με ίσες ευκαιρίες, με αξιοκρατία αλλά πάνω που ήταν έτοιμος να παλέψει για τον καινούργιο γενναίο κόσμο σκεφτότανε τα προσόντα του που θα τον καταδίκαζαν σε μια αιώνια μετριότητα και το άφηνε γι' αργότερα, όταν θα ήταν έτοιμος και πιο βελτιωμένος για την καινούργια, ιδανική κοινωνία.
Ετσι τα χρόνια πέρναγαν με αναβλητικότητα κι εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας στη κυβέρνηση, ήταν κι αυτό μέσα στο παιχνίδι του πολιτεύματος, να δημιουργεί ψευδαισθήσεις και να μην προχωράει η αποφασισμένη επανάσταση πριν μελετήσει καλά τις διαμορφωμένες από την ψήφο των μελλοντικών επαναστατών συνθήκες. 
Επειδή ο επαναστάτης μόνο στην επανάσταση δείχνει τον πραγματικό του εαυτό, συμμετείχε στο πολιτικό αλισβερίσι πολεμώντας το από μέσα. Η κομματική του ταυτότητα άλλαζε ανάλογα με την επαναστατικότητα των συνθημάτων που χρησιμοποιούσε κάθε κόμμα, το "Βυθίσατε το Χόρα" ήταν αυτό που τον είχε εμπνεύσει περισσότερο. Φανταζότανε τον εαυτό του μυστικό πράκτορα να υπηρετεί σαν ναύκληρος  στο Χόρα και την ώρα που όλο το πλήρωμα κοιμότανε αυτός να έβγαζε τον πίρο του πλοίου καταδικάζοντας το σε αργή αλλά σίγουρη βύθιση. 
Ωσπου να εκπαιδευθεί σαν μυστικός πράκτορας  είχε πάρει ένα δάνειο με το οποίο αγόρασε ένα σπίτι, να έχει κάποιο χώρο για να προπονείται κατάλληλα, μακριά από αδιάκριτα μάτια. Η επόμενη εναλλαγή στην εξουσία ξύπνησε το κοιμώμενο τέρας του χρηματιστηρίου και η μεθεπόμενη το γιγάντωσε. Τι πιο επαναστατικό από το να κερδίσεις λεφτά από το άντρο του καπιταλισμού και μ' αυτά να χρηματοδοτήσεις την επανάσταση ; Νέο δάνειο, μετοχοδάνειο το λέγανε τώρα κι εκεί που η επανάσταση ήταν έτοιμη να πάρει σάρκα και οστά ήρθε το κραχ της Σοφοκλέους. Οι μετοχές από θησαυρός ξανάγιναν χαρτιά, η επανάσταση αναβλήθηκε, ήταν κι οι Ολυμπιακοί αγώνες στη μέση που δεν ευνοούσαν τέτοιες κινήσεις λογω υπερβολικής αστυνόμευσης. Οι αγώνες πέρασαν, το χρηματιστήριο δεν συνήλθε αλλά ευτυχώς υπήρχαν ακόμη τα καταναλωτικά δάνεια και η επανάσταση δεν έμεινε άφραγκη. Βέβαια το καινούργιο δάνειο έφτανε μόνο για να εξυπηρετεί τα παλιά, αλλά κι αυτό ήταν στο πνεύμα της επαναστατικής τακτικής να πολεμά το σύστημα από μέσα.

Μια μέρα σηκώθηκε βαρύς από το κρεβάτι και διαπίστωσε πως είχε χάσει πολύ από την νεανική αγωνιστικότητά του και μαζί τις φυσικές του δυνάμεις λόγω ηλικίας. Ο χρόνος δεν καταλαβαίνει από επαναστάσεις και πολιτικές. Η κρίση εκμηδένιζε κάθε είδους μισθούς και συντάξεις, το κόστος ζωής ανέβαινε συνεχώς και η μόνη επαναστατική διέξοδος ήταν να μη πληρώνει εφορία και τις δόσεις του δανείου. Τον στενοχωρούσε λίγο που ακολουθούσε την ίδια τακτική με τους μεγαλοκαρχαρίες που σκόπευε να εξοντώσει με την επανάστασή του αλλά  στον πόλεμο όλα επιτρέπονται, πόσο μάλλον να πολεμάς τον εχθρό με τα ίδια του τα όπλα.
Κι ο καιρός πέρναγε μέχρι που μια άλλη επανάσταση πρόλαβε την δικιά του όπως κάποτε η χούντα των συνταγματαρχών πρόλαβε την χούντα των στρατηγών. Η εφορία μηχανοργανώθηκε κι άρχισε να απειλεί τους οφειλέτες με φυλακή και κατασχέσεις. Τρελλάθηκε. Πως ήταν δυνατόν το ελληνικό κράτος να κάνει μια τέτοια επανάσταση ; Αδύνατον. Κάποιος ξένος δάκτυλος  των εχθρών της αιωνίας Ελλάδος το σκέφτηκε. Τότε το μάτι του έπεσε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που μονοπωλούσαν την επίσκεψη της Μέρκελ. Αυτή έφταιγε. Μόνο αυτή θα μπορούσε να αναγκάσει το κράτος να  ζητήσει τα καθυστερούμενα. Κατάστρωσε γρήγορα ένα επαναστατικό σχέδιο για την εξόντωσή της αλλά διαπίστωσε πως το κέντρο θα ήταν κλειστό καθιστώντας αδύνατη κάθε προσέγγιση της γερμανίδας καγκελάριας.
Νικημένος, ντροπιασμένος και απελπισμένος αισθάνθηκε να χάνει όλη την επαναστατικότητά του. Προσπάθησε να φάει κάτι να συνέλθει αλλά είχε ένα κόμπο στον λαιμό, τίποτε δεν πήγαινε κάτω. Προσπάθησε να περάσει την ώρα του στο κομπιούτερ αλλά το βλέμμα του άρχισε να θολώνει. Ξάπλωσε κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Αδύνατο να ξεχωρίσει ήχους, μόνο ένας βόμβος σαν κάποιος να του ψιθύριζε συνέχεια "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ" ήταν το μόνο που άκουγε.
Φαντάστηκε την Μέρκελ σαν άγγελο να πετά πάνω από τα κεφάλια του Στουρνάρα και του Σαμαρά και να τους βάζει φωτοστέφανα, ο Τσίπρας τους κοίταζε μ' ένα παραπονεμένο βλέμμα. Φούσκωσε από επαναστατική περηφάνεια.
Τον πήρε ο ύπνος. 
Το πρωΐ ήρθε ένας αστυφύλακας να τον συλλάβει, επί τέλους.


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Τα ιερά και τα όσια


Προτεινόμενο τραγούδι το Ενα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη... (Ξαρχάκος)



Εχω αρκετά πράματα που είναι ιερά και άλλα τόσα που είναι όσια δηλαδή ιερά βήτα κατηγορίας ή άγουρα άγια αφού ο όσιος αγιάζει μετά από 20, 30, 40 χρόνια δεν θυμάμαι ακριβώς, κάποιος θα το ξέρει - βαριέμαι να ψάχνω ή να ρωτάω την Ιερά Σύνοδο, αρμόδια επί των αγιοποιήσεων.
Οχι άγια δεν έχω, όλα κι' όλα !
Δύσκολο όμως είναι να πετύχεις κάτι που να είναι συγχρόνως ιερό και όσιο. Το μόνο πράγμα που ήξερα έως τώρα ιερό και όσιο συγχρόνως ήταν μια γκόμενα την οποία παράτησα ή με παράτησε εδώ και πολλά χρόνια- που να θυμάμαι πότε, ούτε το όνομά της δεν θυμάμαι. Από τότε όλοι μου λένε ότι δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο και είναι πλέον θέμα γραμματικής να τους εξηγώ ότι έχω ιερά (όπως παραδείγματος χάριν ο ΠΑΟΚ ) και όσια όπως ο φίλος μου ο Λουκάς, από ένα χωριό της Βοιωτίας που μου διαφεύγει το όνομα του αλλά έχει μια ξακουστή (βυζαντινή) μονή, μόνο που κανένα ιερό δεν είναι ταυτόχρονα όσιο και τούμπαλιν όπως εκείνη η γκομενίτσα που σας έλεγα, θα το θυμηθώ το όνομά της, που θα μου πάει !
Τώρα θα μου πείτε πως και μούρθε να τα γράψω όλα αυτά...να...για ιερά και όσια συγχρόνως έψαχνα και ο ιερός ο βράχος της Ακρόπολης πρέπει να είναι η αιτία. Οπως τον κοιτάζω μου θυμίζει κείνη την γκομενίτσα που λέγαμε, την παλιά και ξεχασμένη ιστορία που δεν θυμάμαι ούτε το όνομά της. Κάπως έτσι στον χώρο της Ακρόπολης τα μνημεία έχουνε χάσει τα ονόματά τους, τους βάλανε αυθαίρετα άλλα ονόματα -πιασσάρικα, τουριστικά μερικές φορές- ίσως γι' αυτό ποτέ κανείς δεν είπε άγιο τον βράχο της Ακρόπολης. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με τις ξεχασμένες γκόμενες ; Η τάδε η έτσι την λέγαμε στην αρχή, η αλλιώς στην συνέχεια και καταλήγουμε στο η γλυκο... συμπληρώνουμε ανάλογως προσόντων και αν θυμηθούμε το όνομά της ανακαλύπτουμε πόσο ταιριαστό ήταν με κάποιο σημείο του σώματος της ή κάποιο εσώρουχό της αν τυγχάνουμε φετιχιστές. Αλλά μη μου πείτε πως ο βράχος δεν είναι συγχρόνως και όσιος με τόσα που έχει τραβήξει. Κάθε πικραμένος βλέπει εκεί ότι θέλει, άλλος το σύμβολο της ανθρωπότητας, άλλος γεωμετρία, άλλος αρμονία, άλλος εγκατάλειψη από ανθρώπους, άλλος την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Σαν το παλιό το γκομενάκι που δεν θυμόμαστε αν μας άφησε ή το σουτάραμε εκεί στην άκρη του γκρεμού της Μαίρης και του Μιμίκου ή μήπως πέσαμε μαζί ; Βρε πως την λέγανε, πως την λέγανε, θα το θυμηθώ, που θα μου πάει...
Στον βράχο της Ακρόπολης άλλος βλέπει τους σύγχρονους, τουρίστες και ντόπιους, αλλος οραματίζεται τους Αθηναίους της χρυσής του Περικλέους εποχής κι' άλλος τον Μοροζίνη να την καταστρέφει, γεγονός που πλέον αμφισσβητείται έντονα από τους ιστορικούς, πάλι ίδια κι' απαράλλακτα με το γκομενάκι σαν βυθιζόμασταν στα μάτια του. Πότε το βλέπαμε σαν ορεκτικό, πότε σκαλί για την επόμενη γκόμενα και πότε αρνιόμαστε να πάρουμε την ευθύνη σαν στράβωναν τα πράγματα. Δεν είχε γίνει ακόμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ούτε είχαν νομιμοποιηθεί οι εκτρώσεις, υπήρχε πολιτισμός αλλά δεν είχε "εκσυγχρονισθεί" ακόμη όπως σήμερα. Είναι και κείνο το κτίριο πιο δίπλα από τον Παρθενώνα, σαν βεσπασιανή έγραψε ο μακαρίτης ο Πετρόπουλος και έφυγε στο Παρίσι. Το γκομενάκι δεν μάθαμε ποτέ μας που πήγε, ξέραμε όμως τα ονόματα από τα τοπ μοντέλλα που φωτογραφιζότουσαν στον βράχο τον ιερό, μόνο εμείς -οι γνώστες- τον βλέπαμε και όσιο συγχρόνως, ήταν το πλεονέκτημά μας και μαζί η αιτία της συμφοράς μας, η αιτία της διαφορετικότητας μας.

Νοιώσαμε μέσα μας ένα κενό κι' υστερα όλα χάθηκαν σαν το άγαλμα της Αθηνάς μέσα απ' το ναό.
Αθηνά...όχι δεν το λέγανε έτσι το γκομενάκι...Θα το θυμηθώ...ίσως...σαν τα κενά της μνήμης μας χάθηκε τ' άγαλμα...ίσως...Ισις...



Προτεινόμενο τραγούδι τοI married Isis on the fifth day of May ... (Dylan)

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Ο σοφός Σκωτσέζος

Mark Chagall, The Drunkard, 1911-2

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε μα περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλκα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. 
Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Τα ιερά και τα όσια

.


προτεινόμενο τραγούδι :  Ενα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη... (Ξαρχάκος-Κόκοτας)


Εχω αρκετά πράματα που είναι ιερά και άλλα τόσα που είναι όσια, δηλαδή ιερά μεν αλλά βήτα κατηγορίας ή αλλιώς άγουρα ακόμη άγια, μια που ο όσιος αγιάζει μετά από 20, 30, 40 χρόνια δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, κάποιος θα το ξέρει - εγώ βαριέμαι να ψάχνω ή να ρωτάω την Ιερά Σύνοδο, την αρμόδια επί των αγιοποιήσεων.
Οχι άγια δεν έχω, όλα κι' όλα !
Πολύ δύσκολο όμως είναι να πετύχεις κάτι που να είναι συγχρόνως ιερό και όσιο. Το μόνο πράγμα που ήξερα έως τώρα ιερό και όσιο συγχρόνως ήταν μια γκόμενα την οποία παράτησα ή με παράτησε εδώ και πολλά χρόνια- που να θυμάμαι πότε, ούτε το όνομά της δεν θυμάμαι πια. Από τότε όλοι μου λένε ότι δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο και είναι πλέον θέμα γραμματικής να τους εξηγώ ότι έχω και ιερά (όπως παραδείγματος χάριν ο ΠΑΟΚ ) και όσια όπως ο φίλος μου ο Λουκάς, από ένα χωριό της Βοιωτίας που μου διαφεύγει το όνομα του αλλά έχει μια ξακουστή (βυζαντινή) μονή, μόνο που κανένα ιερό από αυτά δεν είναι ταυτόχρονα όσιο και τούμπαλιν.

Οπως εκείνη η γκομενίτσα που σας έλεγα, θα το θυμηθώ το όνομά της, που θα μου πάει !
Τώρα θα μου πείτε πως και μούρθε να τα γράψω όλα αυτά ... να ... για ιερά και όσια συγχρόνως έψαχνα και ο ιερός ο βράχος της Ακρόπολης πρέπει να είναι η αιτία. Βέβαια δεν έχω ακούσει κανένα να τον αποκαλεί όσιο αλλά να, όπως τον κοιτάζω μου θυμίζει κείνη την γκομενίτσα που λέγαμε, την παλιά και ξεχασμένη ιστορία που δεν θυμάμαι ούτε το όνομά της. Κάπως έτσι στον χώρο της Ακρόπολης τα μνημεία έχουνε χάσει τα ονόματά τους, τους βάλανε αυθαίρετα άλλα ονόματα -πιασσάρικα, τουριστικά μερικές φορές- ίσως γι' αυτό ποτέ κανείς δεν είπε άγιο τον βράχο της Ακρόπολης. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με τις ξεχασμένες γκόμενες ; Η τάδε, η έτσι την λέγαμε στην αρχή, η αλλιώς στην συνέχεια και καταλήγουμε στο η γλυκοτέτοια ή η γλυκοαλλιώτικη, συμπληρώνουμε ανάλογως προσόντων και αν τελικά θυμηθούμε το όνομά της ανακαλύπτουμε και πόσο ταιριαστό ήταν με κάποιο σημείο του σώματος της ή κάποιο εσώρουχό της αν τύχει και είμαστε φετιχιστές. 

Αλλά μη μου πείτε πως ο βράχος δεν είναι συγχρόνως και όσιος με τόσα που έχει τραβήξει. Κάθε πικραμένος βλέπει εκεί ότι θέλει, άλλος το σύμβολο της ανθρωπότητας, άλλος γεωμετρία, άλλος αρμονία, άλλος εγκατάλειψη από ανθρώπους, άλλος την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Σαν το παλιό το γκομενάκι που δεν θυμόμαστε αν μας άφησε ή το σουτάραμε εκεί στην άκρη του γκρεμού της Μαίρης και του Μιμίκου ή μήπως πέσαμε μαζί του και δεν το θυμόμαστε ; 
Βρε πως την λέγανε, πως την λέγανε, θα το θυμηθώ, που θα μου πάει...
Στον βράχο της Ακρόπολης άλλος βλέπει τους σύγχρονους, τουρίστες και ντόπιους, αλλος οραματίζεται τους Αθηναίους της χρυσής του Περικλέους εποχής κι' άλλος τον Μοροζίνη να την καταστρέφει, γεγονός που πλέον αμφισβητείται έντονα από τους ιστορικούς, πάλι ίδια κι' απαράλλακτα με το γκομενάκι, ειδικά  όταν βυθιζόμασταν στα μάτια του. Πότε το βλέπαμε σαν ορεκτικό, πότε σκαλί για την επόμενη γκόμενα και πότε αρνιόμαστε να πάρουμε την ευθύνη σαν στράβωναν τα πράγματα. Δεν είχε γίνει ακόμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ούτε είχαν νομιμοποιηθεί οι εκτρώσεις, υπήρχε πολιτισμός αλλά δεν είχε "εκσυγχρονισθεί" ακόμη, όπως σήμερα. Είναι και κείνο το κτίριο που στέκει πάντα πιο δίπλα από τον Παρθενώνα, σαν βεσπασιανή έγραψε ο μακαρίτης ο Πετρόπουλος και έφυγε στο Παρίσι. 

Το γκομενάκι δεν μάθαμε ποτέ μας που πήγε, ξέραμε όμως τα ονόματα από τα τοπ μοντέλλα που φωτογραφιζότουσαν στον βράχο τον ιερό, μόνο εμείς -οι γνώστες- τον βλέπαμε και όσιο συγχρόνως, ήταν το πλεονέκτημά μας και μαζί η αιτία της συμφοράς μας, η αιτία της διαφορετικότητας μας.

Νοιώσαμε μέσα μας ένα κενό κι' υστερα όλα χάθηκαν σαν το άγαλμα της Αθηνάς μέσα απ' το ναό.
Αθηνά...όχι δεν το λέγανε έτσι το γκομενάκι...Θα το θυμηθώ...ίσως...σαν τα κενά της μνήμης μας χάθηκε τ' άγαλμα...ίσως...Ισις...

προτεινόμενο τραγούδι : I married Isis on the fifth day of May... (Bob Dylan)

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Συμβαίνει ( μόνο ; ) στην Ελλάδα...

.


Πάρτε κυράδες μια carte postale
un souvenir d' Athenes...

Ωραίες μου κυράδες
πουλάω πανεράδες...





Η Miss Otta Thiafimissis (προφέρεται όττα διαφιμίσις) ήταν μια κρεολή εκπληκτικής ομορφιάς, μίγμα σκουρόχρωμης ιθαγενούς μητέρας και «εξευγενισμένου» λευκού πατέρα, προϊόντα αμφότερα πολύχρονων γονιδιακών επιλογών με σκοπό την επιβίωση και την βελτίωση του είδους.
Στους λευκούς που κατέκτησαν τις εύφορες πεδιάδες και τα καλά βοσκοτόπια και αργότερα ίδρυσαν βιομηχανικά κέντρα, η «φυσική» επιλογή πέρασε στα χέρια των γυναικών σαν αποτέλεσμα του οικογενειακού «περισσεύματος» που αποθηκευόταν σπίτι και έδωσε περισσότερη εξουσία στις διαχειρίστριες παρά στους δημιουργούς του. Ουσιαστικά οι γυναίκες επέλεγαν και πέρα από τις λίγες αναπόφευκτες εξαιρέσεις οι άσχημοι άντρες δεν μπορούσαν να μεταδώσουν εύκολα τα γονίδιά τους, η αντρική λευκή φυλή βελτιώθηκε σωματικά και φυσιογνωμικά, νομοτελειακά.
Αντίθετα στα πολύπαθα νησιά των ωκεανών οι τυφώνες δεν ευνοούσαν την συσσώρευση αγαθών ούτε η ζέστη την συντήρησή τους. Καθημερινός αγώνας το φαΐ παλεύοντας τα κύματα και την ζούγκλα έδωσαν εξουσία και επιλογή στο δυνατότερο αρσενικό. Οι στερούμενες φυσικής ομορφιάς δεν βρήκαν άλλα πεδία να αναπτύξουν τα προσόντα τους, γονιδιακά καταδικάστηκαν σε αφανισμό, τα λουλουδένια στεφάνια ταιριάζουνε στις όμορφες και τα λουλούδια αφθονούν στα νησιά αυτά.
Η Miss Otta συγκέντρωνε τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο πόλους καταγωγής της και πούλαγε αυτό που είχε, την εμφάνιση της. Ο χώρος δράσης της ήταν αυτός που λέμε καλλιτεχνικός, κοντά στο βοτανικός, αν συσχετίσουμε τον βασιλικό με την γλάστρα Εμφανιζότανε σε παρουσιάσεις, πρεμιέρες, θεατρικά δρώμενα, δημοπρασίες και συναφή ανθρωπομαζώματα, μέχρι και σε γιορτή της δημοκρατίας είπανε ότι την είδανε- αλλά αυτό δεν είναι εξακριβωμένο. Εκμεταλλευόμενη την παγκοσμιοποίηση έκανε διεθνή καριέρα στην Ευρώπη όπου ο μάναντζέρ της έβρισκε πρόσφορο έδαφος - το ημιεξωτικό πουλάει, το σκέτο εξωτικό τρομάζει – ήταν ένα από τα σλόγκαν του. Βέβαια ο ίδιος προτιμούσε να συστήνεται σαν καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος, το μάναντζερ του έκανε κάπως συγκεχυμένο αλλά η μις Οττα δεν ήξερε καλά ελληνικά ακόμη- ίσως και να μη μάθαινε ποτέ.
Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήλκε την καταγωγή εξ ενός ορεινού, μα πάρα πολύ ορεινού χωρίου, ίσαμε πέντε όρη κατ’ άλλους πέντε όρια, η αλήθεια στην βυζαντινή της εκδοχή ήταν πέντε όρνια. Τα κριτήρια επιλογής εις τους ορεσίβιους διαφέρουν των πεδινών και νησιωτών, η αντοχή στις κακουχίες είναι το κυριότερον και η εμφάνιση το τελευταίο. Με την πάροδο των ετών, την έλευση του ηλεκτρικού ρεύματος και του δορυφορικού πιάτου οι ορεσίβιοι διαπίστωσαν ότι υστερούσαν εμφανισιακώς πλην όμως υπερτερούσαν σαφώς σε ταχύτητα σκέψης, κρυψίνοιαν, πονηρίαν και άλλα σχετικά εφόδια γιά πετυχημένη καριέρα, τα μικρά και γουρουνίσια μάτια τους –προσόν στην χιονοθύελλα- δεν ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Ξεχύθηκαν στις πόλεις και θριάμβευσαν, ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήταν ένας από αυτούς.
Ενα άλλο σλόγκαν, ίσως η αιτία της επιτυχίας του ήταν περίπου ομόηχο με το «πουλαίν» του : Μη εις ώτα διαφημίσεις, αλλ’ εις όμματα. Δεν πίστευε στις ηχητικές διαφημίσεις, ήταν της εικόνας και ακόμη καλύτερα της ζωντανής παρουσίας, με αυτήν έκτισε την καριέρα του και τώρα με την κρεολή σκόπευε να την απογειώσει.
Η μις Οττα έπινε τον καφέ της στην καφετέριά του, έτρωγε το φαΐ της στο εστιατόριό του και έπινε το ποτό της στο μπαρ του. Η παρουσία της ήταν αρκετή γιά να διαφημίσει τα μαγαζιά του σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Κάποτε σ’ ένα μαγαζί του διάφοροι γνωστοί του έλεγαν να τυπώσει φέιγ-βολάν ή να διαφημισθεί στους τοπικούς ραδιοσταθμούς όπως όλοι. Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος και πετυχημένος μαγαζάτορας τους κοίταξε σταθερά και επίμονα στα μάτια. Υστερα είπε :
«Μισώ τας διαφημίσεις. Προσπαθούνε να σε πείσουνε ότι θα είσαι ο πρώτος που θα κερδίσει κάτι, ο πρώτος που θα καταφέρει το ακατόρθωτο, ο πρώτος που θα σκεφθεί ότι δεν σκέφθηκε κανένας έως τώρα. Μισώ τας διαφημίσεις»
Η μις Οττα Διαφιμίσις νομίζοντας πως την φώναξε έκανε την εμφάνισή της από την πόρτα της κουζίνας..

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Ο Αντρίκος ο μπάμιας (εκτενές απόσπασμα)


  Ενα λουλούδι μπάμιας

Ο Αντρίκος ο Μπάμιας νόμιζε πως ήταν μονάρχιδος ενώ ήταν κρύψορχις δηλαδή ο ένας όρχις του δεν είχε κατέβει όταν ήταν μωρό αλλά παρέμεινε στην κοιλιά του, ήταν κάτι που θα το μάθαινε συμπτωματικά στα πενήντα του, όταν θα έκανε κάποιες άσχετες ιατρικές εξετάσεις. Μέχρι τότε δεν είχε προβληματισθεί ιδιαίτερα, τα κατάφερνε μια χαρά και με το ένα. Η φράση «ένα αρχίδι λιγότερο» είχε από πολλές μεριές σχέση με την πραγματικότητα στην περίπτωσή του.
Σ’ αυτή την γενετική ανωμαλία χρωστούσε και το παρατσούκλι του αν και οι απόψεις των στενών συγγενών του διαφέρουν. Ο πρώτος ξαδερφός του ο Γιωργάκης υποστήριζε πως το παρατσούκλι του αιτία είχε το μικρό μέγεθος του πουλιού του, "σαν μπάμια ήτανε" τόνιζε χαιρέκακα. Γεγονός ήταν πως ο Αντρίκος ήταν ο μικρότερος στη γειτονιά, το αμέσως μικρότερο αγόρι τον πέρναγε τέσσερα χρόνια και σ’ αυτές τις ηλικίες οι διαφορές υπερτονίζονται, κάτι που ισχύει και στα σεξουαλικά όργανα και τις συγκρίσεις τους που τις προκαλούσε η παιδική περιέργεια.
Αντίθετα ο δεύτερος ξάδερφός του ο Νίκος πίστευε πως το παρατσούκλι είχε άλλη προέλευση. Ρωτάγανε τα μεγαλύτερα παιδιά τον Αντρίκο :
-Πόσες μπαλλίτσες έχεις στο σακκουλάκι σου, Αντρίκο ; Δύο ;
Ο μικρός ψαχουλεύοντας το όσχεό του απαντούσε με ειλικρίνεια :
- Μπα, μια.
Η μεγαλοξαδέρφη του η Σοφία, μισώντας τον διέδιδε παντού πως
«Πάντα μπάμιας ήτανε σ’ όλα του, θέλει τώρα να ανακατευτεί και στην πολιτική των οπωροκηπευτικών, δεν τούφτανε το συγγραφιλίκι, τρομάρα του».
Φοβότανε πως ο Αντρίκος θα έπαιρνε το σκήπτρο στην διαδοχή της οικογενειακής επιχείρησης και πως ο σύζυγος της δεν θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Τον Γιωργάκη που τώρα έκανε κουμάντο τον θεωρούσε ήδη καμμένο χαρτί, η διαδοχή του ήταν θέμα χρόνου. Πριν κάποια χρόνια ο θεωρούμενος ως χαρισματικός σύζυγός της, ο αποκαλούμενος Θόδωρος ως φέρων του θεού τα δώρα, είχε αναρριχηθεί σε πολύ ψηλά σκαλοπάτια της οικογενειακής επιχείρησης όταν ο ιδρυτής της υπέκυψε στα παρακάλια του μοναδικού θηλυκού εκπροσώπου της φαμίλιας. Τα αποτελέσματα υπήρξαν τραγικά και εξεδιώχθη κλωτσηδόν. Η Σοφία στο δίλλημα σύζυγος ή οικογένεια δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις επιδόσεις του Θόδωρα το κρεβάτι. Απομακρύνθηκε από την οικογένεια αυθωρεί και επανήλθε μόνον όταν ο ηγέτης της πήγε στα θυμαράκια και ο Γιωργάκης παρ’ όλα τα ιδιαίτερα μαθήματα -επί οκταετίαν- απεδείχθη απολύτως ανίκανος να κατανοήσει πως διοικείται μια τέτοια επιχείρηση και να πάρει τα δέοντα μέτρα. Κάποιος τεχνοκράτης, το μόνο υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης με την αξία του και όχι λόγω καταγωγής, κατέχων την θέση του γενικού γραμματέως της εταιρίας, προσπάθησε να θέσει θέμα διαδοχής στο διοικητικό συμβούλιο αλλά τότε λειτούργησε το οικογενειακό ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το στέλεχος πολύ έξυπνα ανέκρουσε πρύμναν περιμένοντας εν καιρώ το μήλο να πέσει κάτω από την μηλιά, δεδομένου ότι ποτέ δεν γίνεται νερό το αίμα. ΟΙ επόμενες κινήσεις του ήταν να αλλάξει επίθετο, το καινούργιο του συνειρμικά έφερνε προς τον τόπο καταγωγής της οικογένειας, και να υπονομεύει εσωτερικά τον πρόεδρο. Ηταν μια σωστή απόφαση αλλά απαιτούσε τον χρόνο της για να αποδώσει, βοήθησε όμως με την ανακατοσούρα που δημιούργησε στην αθόρυβη επιστροφή της Σοφίας και του συζύγου της .
Ο Αντρίκος ο μπάμιας όλα αυτά τα είχε υπ’ όψιν του, τα παρακολουθούσε χωρίς να επεμβαίνει, περισσότερο του έμοιαζαν με υλικό για μια από τις νουβέλλες που έγραφε. Οσον αφορά το παρατσούκλι του είχε απόλυτα ξεκαθαρισμένη άποψη, από μικρός του άρεσαν οι μπάμιες και τώρα που είχε μεγαλώσει καλλιεργούσε μπάμιες στον κήπο του και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία. Οι μπάμιες, υψηλόσωμες πόες, θέλουνε καθημερινή φροντίδα και παρακολούθηση για κόψιμο των καρπών στην δεύτερη, το πολύ την τρίτη τους μέρα γιατί αν ξεφύγουν μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και κάνουν μόνο για σπόρο. Το κακό όμως είναι ότι στο φυτό που μεγαλώνει για σπόρο μια μπάμια δεν δένουν άλλοι καρποί και το φυτό δεν φημίζεται για την παραγωγικότητα του. Το δεύτερο κακό είναι η τρομερή ομοιότητα του μπουμπουκιού με τον δυο ημερών καρπό. Η γυναίκα του Αντρίκου έκανε συχνά αυτό το σφάλμα και έκοβε κατά λάθος μπουμπούκια, ίσως ήταν η κυριότερη αιτία στο διαζύγιό τους μετά τις διακλαδώσεις των κεράτων τους, φυσικά. 



 
Ενας καρπός μπάμιας


  
Ενα μπουμπούκι μπάμιας




Μπουμπούκι και καρπός μπάμιας μαζί !

Από την άλλη μεριά η οικογενειακή επιχείρηση με ζαρζαβατικά ασχολιότανε, οι μπάμιες μπορεί να αντιστοιχούσαν μόνο στο 2% του συνολικού τζίρου της αλλά για τον Αντρίκο ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι της επιχείρησης, όπως σημαντικός ήταν και ο μοναδικός από τους…δίδυμους αδένες του. Βέβαια ήταν αρκετά υπερεκτιμημένος από τον ιδιοκτήτη του ο οποίος νόμιζε ότι κάνει δουλειά για δύο. Η ανακάλυψη ή μάλλον η γνωστοποίηση της ύπαρξης του δεύτερου αδένα επέφερε μια σταδιακή αλλαγή στον υπολογισμό της αξίας του, ίσως η ηλικία του δεν επέτρεπε τις απότομες μεταβολές. Ετσι σιγά-σιγά συνειδητοποίησε ότι το «μοναδικό» του αρχίδι δεν δούλευε υπερωριακά και υπεράνθρωπα αλλά έκανε την ίδια ακριβώς δουλειά με τον κρυφό «αδελφό» του, ήταν δηλαδή ένας καθ’ όλα φυσιολογικός αδένας και όχι το καμάρι του Αντρίκου.
Μια τέτοια σκέψη πολλές προεκτάσεις είχε, η πρώτη που τούρθε στον νου ήταν η διοίκηση της οικογενειακής επιχείρησης. Κατάλαβε πως ο Γιωργάκης ήταν ο μόνος που φαινότανε και έπαιρνε όλη την «δόξα», σαν το εξωτερικό αρχίδι, ενώ οι συγγενείς του έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά σαν κρυμμένα στην κοιλιά αρχίδια, δηλαδή στα έγκατα της εταιρίας και έμεναν στην αφάνεια.
«Αυτός προεδριλίκια και γω τις μπάμιες μου» σκέφτηκε με αγανάκτηση το πρωΐ που έκανε την καθημερινή συλλογή των καρπών. Μάζευε μια χούφτα μπάμιες από την αυλή του, τις έβαζε σ’ ένα πλαστικό σακουλάκι στο ψυγείο και κάθε βδομάδα, όταν μαζεύονταν αρκετές τις μαγείρευε. Ηταν ειδικές μπάμιες, διαφορετικές από αυτές του εμπορίου, μια ράτσα εντελώς αντιπαραγωγική με χοντρό καρπό που δεν σάλιωνε στο βράσιμο και εκπληκτικά νόστιμες. Ακόμα και αν είχαν «ξεφύγει» λίγο σε μέγεθος, ακόμα κι αν είχαν μεγαλώσει τα σποράκια στον καρπό δεν άλλαζε η γεύση τους. Τις μαγείρευε με γνήσιο ελαιόλαδο και φρέσκια ντομάτα, ελαφρά αλατοπιπερωμένες και τις συνόδευε με μαλακή ορεινή φέτα, ζεστό ψωμί και παγωμένη ρετσίνα. Ηταν το γκουρμέ του και τώρα που με πίκρα απομυθοποιούσε το αρχίδι του, η μεγαλύτερη επιτυχία του. «Ευτυχώς ταιριάζουν με το παρατσούκλι μου» σκέφτηκε κάπως γαληνεμένος. Το μυαλό του άρχισε να ταξιδεύει προς τα πίσω, προσπαθούσε να φέρει τα πράγματα στις σωστές διαστάσεις, να εκτιμήσει σωστά τις πράξεις και τις συμπεριφορές σαν φυσιολογικός άνθρωπος κι όχι σαν κάτοχος ενός υπερφυσικού και τόσο μοναδικού αδένα.
Θυμήθηκε την πρώτη του φορά. Στο «κάστρο» που μεγάλωσε και φιλοξενούσε κάθε μέλος της οικογένειας όλα είχαν προβλεφθεί. Δεν υπήρχε γενικό υπηρετικό προσωπικό αλλά εξειδικευμένο σε όλους τους τομείς ακριβώς όπως προσφέρουν υπηρεσίες στην κοινωνία και έξω από το κάστρο. Ετσι στο προσωπικό υπήρχε πάντοτε και μία πόρνη επιφορτισμένη με την περιποίηση των φιλοξενουμένων συνεργατών και εποχιακά με την εισαγωγή στον κόσμο των ερωτικών εμπειριών των νεαρών βλαστών της οικογένειας. Η οικογένεια ήξερε καλά την σπουδαιότητα των σεξουαλικών επιδόσεων στους χώρους εξουσίας και χρήματος καθώς και τους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Σε αντίθεση με την κυρίως ανταγωνιστική στις επιχειρήσεις οικογένεια όπου το ετερόφυλλο σεξ χρησιμοποιότανε μόνο για αναπαραγωγικούς λόγους και επικρατούσε ο αρσενοκοιτισμός, εδώ ο ιδρυτής έδινε πρώτος το παράδειγμα ανανεώνοντας τακτικά το έτερον του ήμισυ αλλά και το αντίστοιχο υπηρετικό προσωπικό ώστε να υπάρχει πάντοτε «κίνητρο». Την πρώτη φορά που η ονείρωξη του Αντρίκου λέρωσε τα σεντόνια του εδόθη εντολή στην πόρνη «υπηρεσίας» να αναλάβει καθήκοντα αφού της έγινε λεπτομερής ενημέρωση περί μοναρχιδίας και «μπάμιας». Η κοπέλλα, σαν καλή επαγγελματίας, αγαπούσε και ευχαριστιόταν την δουλειά της οπότε μια «ειδική» περίπτωση την εξιτάριζε. Διαπίστωσε αμέσως ότι τα περί μπάμιας δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα και έμεινε έκπληκτη από την ποσότητα του σπέρματος- υπολογίζοντας στο μισό του συνηθισμένου λόγω μοναρχιδίας. Με το απλοϊκό μυαλό της απέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες στον μοναδικό αδένα και η φυσικότητα της μαζί με την ειλικρίνειά της ανέβασαν στα ύψη την αυτοπεποίθηση του Αντρίκου η δε «μπάμια» περίπου εθεοποιήθει. Τώρα ο «μπάμιας» διεπίστωνε ότι άθελά του είχε αποσπάσει διθυράμβους που ίσως δεν τους άξιζε και αισθάνθηκε τις προερωτικές ανασφάλειες να επιστρέφουν αντί να αναλογισθεί και να κατηγορήσει την ηλικία του, τα «ήντα» δεν είναι εύκολα χρόνια στο κρεβάτι. Η υποτονικότητα στην ερωτική ζωή έκανε την βούλησή του για εξουσία εντονότερη κι’ αυτό ήταν κάτι που το μύρισαν στον αέρα αμέσως τα ανταγωνιστικά συγγενικά του πρόσωπα. Το παιχνίδι θα γινόταν πιο χοντρό.
Η πολιτική της επαράτου στον τομέα των οπωροκηπευτικών ήταν για κλάμματα. Η απαγόρευση της εισαγωγής της μπανάνας με σκοπό την στήριξη της κρητικής παραγωγής και την απορρόφηση των μήλων μόνο στρεβλώσεις επέφερε και οικονομική καταστροφή των μεγαλεμπόρων που δεν μπορούσαν να διακινήσουν φρούτα και λαχανικά σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς αλλά μόνο σύμφωνα με τις διεστραμμένες αντιλήψεις κάποιου καραβανά που ήθελε να προσαρμόσει το γούστο ενός ολόκληρου λαού στις ζαρζαβατικές του προτιμήσεις. Δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στον χώρο της παραγωγής και εμπορίας φρούτων και λαχανικών. Με την πτώση της χούντας δύο διορατικοί μεγαλέμποροι οπωροκηπευτικών αφίχθησαν εκ της Ευρώπης και ίδρυσαν δυο ανταγωνιστικές αυτοκρατορίες. Στις παρυφές τους ανεπτύχθηκαν κάτι μικρές «φάρμες» κατά το ρώσικο μοντέλο λιανομαναβικής ή το συγγενές του, της Κίνας. Η μια αυτοκρατορία, η ανταγωνιστική της οικογένειας του Αντρίκου, έχουσα κάποιες εμπειρίες από την ευρωπαϊκή αγορά γρήγορα έγινε κυρίαρχη του χώρου και ίσως να έφτανε σε συνθήκες μονοπωλίου αν δεν έπεφτε πάνω στην εφευρετικότητα του επικεφαλής της άλλης οικογένειας. Αντιλαμβανόμενος αυτός ότι η βοτανολογική καταστροφή που προκάλεσε η επταετία χρειαζότανε δραστικά λιπάσματα έκανε εισαγωγή του «σοσιαλίξ» ενός λιπάσματος με καλά αποτελέσματα εφ’ όσον εφαρμοσθεί σε σωστές δόσεις. Παράλληλα στράφηκε σε άγνωστες αγορές, χαράσσοντας νέους και τρίτους δρόμους και εισάγοντας προϊόντα που κέντριζαν το αγοραστικό ενδιαφέρον της ελληνικής πελατείας. Με τον καιρό η διαφορά από την ανταγωνιστική αυτοκρατορία όχι μόνο καλύφθηκε αλλά η δική του επιχείρηση έγινε το μπραντνέιμ της αγοράς και θα έθετε τον αντίπαλο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας αν δεν έκανε ένα σφάλμα όσον αφορούσε την πολιτική των δημητριακών. Είχε προβεί σε εισαγωγή μεγάλης ποσότητας μεταλλαγμένων δημητριακών –οι κακές γλώσσες λένε ότι χρησιμοποιούσαν την ίδια ορμόνη που παίρνουν οι γυναίκες για να μεγαλώσουν το στήθος τους- χωρίς την απαιτούμενη έγκριση και οι προηγούμενοι προμηθευτές του, καλλιεργητές σίτου της ποικιλίας «μαργκερίτα» τον «έδωσαν». Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις κυρίως από λάθος εισηγήσεις κομπλεξικών στελεχών της αντίπαλης επιχείρησης προς τον ηγέτη της. Ο τελευταίος, ελαφρά κουρασμένος από τα πολλά χρόνια στην ηγεσία της εταιρίας του, υπέκυψε στην πίεση των μελών του συμβουλίου του παρ’ ότι η δική του άποψη ήταν ξεκαθαρισμένη: « Τον αντίπαλο επιχειρηματία τον αναγκάζεις σε πτώχευση, του κλέβεις τα μυστικά, του παίρνεις τα καλύτερα στελέχη αλλά δεν τον καταγγέλλεις στην δικαιοσύνη, αυτό εύκολα μπορεί να γυρίσει σε βάρος σου». Ακολούθησε μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας που έβλαψε και τις δυο αυτοκρατορίες χωρίς τελικό νικητή, τα μεταλλαγμένα μπήκαν για τα καλά σε όλα τα είδη στις αγορές οπότε και το αποτέλεσμα της δίκης κανένα δεν ενδιέφερε. Το μεγαλύτερο όμως πλήγμα για την οικογενειακή επιχείρηση του Αντρίκου ήταν εσωτερικό καθώς τα περισσότερα συγγενικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πήραν κρυφά και ύπουλα θέση ενάντια στον ιδρυτή της αυτοκρατορίας ίσως από την προσήλωση τους στην ποικιλία «μαργκερίτα» για συναισθηματικούς λόγους. Ο διορατικός ηγέτης πολύ πικράθηκε. Αδιαφόρησε για όλα τα προίόντα της αυτοκρατορίας πλην των μεταλλαγμένων δημητριακών και απεσύρθη της διοίκησης αναθέτοντας την προεδρία της επιχείρησης, για μια οκταετία, στον τεχνοκράτη διευθύνοντα σύμβουλο. Αυτό ήταν κάτι το πρωτόγνωρο σε οικογενειακές επιχειρήσεις που έδειχνε την πικρία του ιδρυτή της καθώς και την χαμηλή εκτίμηση στις ικανότητες των συγγενικών του μελών του διοικητικού συμβουλίου. Όπως σωστά είχε προβλέψει πέθανε πριν την λήξη της θητείας του τεχνοκράτη ώστε να μην δει την αναπόφευκτη συνέχεια της αυτοκρατορίας που ίδρυσε. Ο Γιωργάκης ο μεγαλύτερος ξάδερφος του Αντρίκου ανέλαβε εθιμοτυπικά τα ηνία της αυτοκρατορίας μετά την λήξη της οκταετίας αλλά το παιχνίδι της εξουσίας ουσιαστικά μόλις τώρα άρχιζε. Ο τεχνοκράτης διευθύνων σύμβουλος απεπέμφθη της εταιρίας κακείν κακώς.
Ο Αντρίκος τις ώρες της ονειροπόλησης φανταζότανε τον εαυτό του στο τιμόνι της επιχείρησης. Όπως όλοι οι ηγέτες έπρεπε κι αυτός ν’ αφήσει το στίγμα του, επεξεργαζότανε ένα σχέδιο γι’ αυτό, το είχε ονομάσει «μπαμιοποίηση» και αναφερότανε στην ριζική αύξηση της παραγωγής της μπάμιας. Ηταν ριψοκίνδυνο σχέδιο αφού προέβλεπε την καλλιέργεια της ξερικής μπάμιας σε ποτιστικά χωράφια και της ποτιστικής ποικιλίας στα ξερικά χωράφια της εταιρίας και των συνεργαζόμενων καλλιεργητών. Το σκεπτικό ήταν να αυξήσει την παραγωγή της νόστιμης ξερικής ποικιλίας για φαγητό και κονσερβοποίηση και να νοστιμέψει την αποδοτική ποικιλία της ποτιστικής με την οποία σκόπευε να παράγει μπαμιάλευρο και να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και στον χώρο της αρτοβιομηχανίας. Την εναλλαγή των ποικιλιών είχε εμπνευσθεί από ένα γραφικό γεράκο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανταγωνιστικής εταιρίας ο οποίος επί χρόνια πρότεινε στις επιτροπές αγροτοκαλλιεργειών την αλλαγή κοίτης κάθε ποταμού, χειμάρρου και ρυακίου. Ο Αντρίκος υπολόγιζε πως μέχρι να ανέλθει στην κεφαλή της επιχείρησης μπορεί να είχε υλοποιηθεί το σχέδιο του γραφικού και να του έρθει κουτί στα είδη που καλλιεργούσε η επιχείρησή του. «Όταν οι κινήσεις του αντιπάλου σου ευνοούν τις στρατηγικές σου είσαι γεννημένος μεγάλος ηγέτης» αυτοθαυμαζότανε στις ονειροπολήσεις του.

Από τη άλλη μεριά και ο ξαδερφόςτου ο Νικολάκης προβληματιζότανε. Αγνωστο πως, ίσως από θεία έμπνευση, ίσως και από κρίση ευφυΐας (χωρίς λιποθυμία), είχε αντιληφθεί τις σκοτεινές προθέσεις του μπάμια και προβληματιζότανε. Προσπαθούσε να μετρήσει τα υπέρ και τα κατά, να βρει ποιανού την μεριά να πάρει όταν θα έπεφτε το συγγενικό προσωπείο του Αντρίκου και ο πόλεμος γιά την προεδρία της οικογενειακής επιχείρησης ξεκινούσε αμείλικτος. Ηθελε να βρεθεί με το πλευρό του νικημένου, ήξερε πως ήταν νωρίς γι' αυτόν να έχει αρχηγικές βλέψεις.
Ο Νικολάκης σε διάφορες διεθνείς εκθέσεις αγροτικών  παραγωγών και προϊόντων είχε αναπτύξει σχέσεις με έναν συνονόματό του, αρκετά υψηλόβαθμο στέλεχος μιας ιδιότυπης αγγλοαμερικανικής επιχείρησης. Η τελευταία δεν παρήγαγε η ίδια αλλά μεταπωλούσε κυρίως ανταγωνιστικά των ελληνικών προϊόντα σαν αποκλειστικός προμηθευτής διαφόρων βασιλικών οίκων.
 Ο Νικολάκης πρόσεχε αυτές τις σχέσεις του σαν κόρη  οφθαλμού, μιά μεταπήδηση σ' αυτή την εταιρία ίσως του προσέφερε περισσότερα από την παραμονή του στην αντίστοιχη οικογενειακή, πίσω από τα μεγαλύτερα ξαδέρφια του.


 Ουσιαστικά αυτό που τον κρατούσε μακριά από τον Αντρίκο ήταν η έμφυτη ζήλεια του για κάθε άνθρωπο που δημοσίευε λογοτεχνικό έργο. Θεωρούσε τον εαυτό του πολύ ανώτερο στο γράψιμο από τον μπάμια, τον υποτιμούσε τόσο που θα δυσκολευότανε να βρεί κάποιον κατώτερό του, ακόμα και στην ιεραρχία της οικογενειακής επιχείρησης. Επίσης η πολύ δυναμική απόφαση του Γιωργάκη να διώξει από την επιχείρηση - και μάλιστα χωρίς αποζημίωση - τον κάποτε διευθύνοντα σύμβουλο, τεχνοκράτη και επιλογή του αείμνηστου ιδρυτή της επιχείρησης, τον είχαν κάνει να έχει ζωηρές αμφιβολίες για τις θρυλούμενες αδυναμίες του Γιωργάκη. Οι απουσίες της μεγαλοξαδέρφης Σοφίας από τις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας, φαινότανε απασχολημένη με το "θείο δώρο" της, όπου έβγαζε το αντιπολιτευτικό μένος της είχαν εξασθενήσει την αρνητική εικόνα του Γιωργάκη στο μυαλό του Νικολάκη και ήταν σχεδόν έτοιμος να τεθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο από αυτό του Αντρίκου.
Στην πραγματικότητα η μεγαλοξαδέρφη, η μόνη που αντιλήφθηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή η οικογένεια να αποκτήσει το πάνω χέρι στην αγορά των ζαρζαβατικών από την αντίπαλη οικογένεια, θεώρησε προτεραιότητα το ξεκαθάρισμα των ανταγωνιστικών σχέσεων. Οι ενδοοικογενειακές μπορούσαν να περιμένουν λίγο. Εδωσε κρυφά την υποστήριξη της στον Γιωργάκη, τα αρσενικά ξαδέλφια της - και ο σύζυγός της- δεν το καταλάβανε.Το δράμα συμπλήρωνε το γεγονός ότι ούτε ο Γιωργάκης πήρε χαμπάρι τι συνέβη...
Βέβαια αποφασιστική κίνηση για την επιλογή της Σοφίας ήταν η προσχώρηση στο στρατόπεδο του Γιωργάκη του ευτραφούς γενικού γραμματέα της εταιρίας, γνωστού και με το παρατσούκλι "Μπένυ" λόγω της ομοιότητάς του με τον άγγλο κωμικό Benny Hill αλλά και για την ταχύτητα του λόγου του, χαρακτηριστικό όλων των κωμικών παρουσιαστών. Η μεγαλοξαδέρφη θεωρούσα μόνο κριτήριο για τις διοικητικές ικανότητες την γρήγορη και συνεχή εκφορά του λόγου, σαν φυσικό συμπλήρωμα της αδυναμίας του συζύγου της, τον υπολόγιζε σαν μελλοντικό της σύμμαχο όταν με τον καιρό θα επεδίωκε την αλλαγή στην ηγεσία της εταιρίας.
Ο Μπέννυ έχοντας κατανοήσει ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ο φανερός ηγέτης της οικογενειακής επιχείρησης αλλά θα μπορούσε να ασκεί ουσιαστική διοίκηση αν είχε συμβάλλει αποφασιστικά στην αλλαγή φρουράς, δεν είχε ιδιαίτερες αντιρρήσεις στις συνεννοήσεις του με την Σοφία, διατηρούσε όμως ένα κανάλι επικοινωνίας με την Ντούρα της ανταγωνιστικής εταιρίας. Θεωρούσε τον εαυτόν του σκέτο τεχνοκράτη, άρα μια μεταπήδηση στην αντίπαλη οικογενειακή επιχείρηση δεν ήταν έξω από την εργασιακή ηθική του.
Φύλλα κοντά στις ρίζες του φυτού της μπάμιας


Ο Αντρίκος ο Μπάμιας θεωρούσε πως τα πάντα σχετίζονται με την ανάπτυξη ενός φυτού και κυρίως της μπάμιας. Ετσι και την οικογενειακή επιχείρηση την έβλεπε σαν ένα εύρωστο φυτό μπάμιας με πολύ μεγάλα φύλλα και πλατειά σαν πιάτα στην βάση του ενώ κατέληγαν πολύ λεπτά στην κορφή του. Κρίνοντας κατά το δυνατόν αντικειμενικά αντιστοιχούσε τα κάτω στις ικανότητες του ιδρυτή της ενώ τα πάνω αντικατόπριζαν τις δυνατότητες της γενιάς των ξαδερφιών, δεν είχε παραισθήσεις επί του προκειμένου, μόνο με τα ξαδέρφια του έκανε συγκρίσεις. Από την άλλη μεριά απέδιδε την λεπτότητα των φύλλων στην παράλληλη ανάπτυξη των μπουμπουκιών, κάτι που δεν συνέβαινε όταν αναπτύσσονταν τα πρώτα φύλλα, δηλαδή απέδιδε το δικό του μικρότερο ειδικό βάρος στην πολύπλευρη ανάπτυξη της εταιρίας που δύσκολα μπορούσε να διοικείται σε αντίθεση με την απλοϊκότητα της επιχείρησης τα πρώτα της στάδια.

Εβλεπε στο φυτό πως από κάποιο σημείο και μετά δεν έβγαιναν πλέον φύλλα αλλά μόνο μπουμπούκια και καταλάβαινε πως η ώρα είχε φτάσει, ένας μόνος καρπός θα μεγάλωνε και θα έδινε σπόρους και αυτός θα έπρεπε να είναι ο δικός του, ακριβώς όπως στην οικογενειακή επιχείρηση το παιχνίδι της εξουσίας θα είχε ένα νικητή και ευνουχισμένα τα υπόλοιπα αδέρφια. Το γεγονός ότι ο καρπός της μπάμιας όταν άρχιζε να ξεραίνεται δημιουργούσε ασπρόμαυρες ρίγες θυμίζοντας ελαφρώς τιγρη επέτεινε τα φιλοπόλεμα αισθήματά του.

Φύλλα στην κορφή του φυτού της μπάμιας

Στην ανταγωνιστική εταιρία υπήρχαν επίσης προβλήματα εξουσίας. Βασικότερη αιτία ήταν το γεγονός ότι υπήρχε μεν η οικογενειακή παράδοση και δομή στο διοικητικο συμβούλιο αλλα αντίθετα από την οικογενειακή επιχείρηση του Αντρίκου του Μπάμια, εδώ η πλειοψηφία των μετοχών είχε περάσει σε εξωοικογενειακούς κύκλους, όπου το συμφέρον δεν λογάριαζε δεσμούς αίματος. Οι εξωοικογεν
ειακοί πίεζαν συνεχώς για αλλαγή τουλάχιστον διευθύνοντος συμβούλου διότι η αλλαγή του επικεφαλής της αυτοκρατορίας μπορεί να δημιουργούσε προβλήματα στην εταιρία, πρόσκαιρα πιθανότατα, αλλά δεν τα επέτρεπαν οι επικρατούσες συνθήκες της αγοράς. Βασική αιτία ήταν ο αναπροσανατολισμός του εμπορικού στόχου από την οπωροκηπευτική σε τυποποιημένα λαχανικά προϊόντα, ένα "ζαρζαβατικό" σνακ για όλες τις ώρες που είχε προτείνει ένα θηλυκό μεγαλοστέλεχος της εταιρίας. Είχε βρει ακόμα και την ονομασία του νέου προϊόντος θα το έβγαζαν "Δρακουμελίνια" ώστε να θυμίζει παλιότερο μπραντνέϊμ στα σνακ συν τον συνειρμό πως περιέχει μέλι. Οι αιωνόβιες γριές του Κολωνακίου που είχαν πλέον στην κατοχή τους το "χαρτί" της εταιρίας είχαν ενθουσιασθεί με την ιδέα και ροκάνιζαν σιγά-σιγά την καρέκλα του αντιτιθέμενου στην ιδέα προέδρου, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Η αλήθεια είναι ότι είχαν δοκιμάσει να τον αποπέμψουν και πριν λίγο καιρό όταν κυκλοφόρησαν τα δρακουμελίνια δοκιμαστικά στην αγορά- παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου- αλλά ο ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός των τροφικών δηλητηριάσεων που προέκυψαν ανέβαλαν το επίσημο πλασσάρισμα του προϊόντος. Το θηλυκό στέλεχος, με το μόνιμα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη και το υποκοριστικό "Ντούρα" να την συνοδεύει, τα μπάλωσε όπως όπως στις γριές και τις έπεισε να ξαναδοκιμάσουν αργότερα όταν ο πρόεδρος θα έχει στραπατσαρισθεί από τον συναγωνισμό με την εταιρία του Αντρίκου του Μπάμια. Ηταν η εποχή του πολέμου των διαφημίσεων και ο πρόεδρος από οικογενειακή εσωστρέφεια είχε αναθέσει την καμπάνια της εταιρίας σε δικά του έμπιστα μεν αλλά ανίκανα στελέχη. Η δε επαναφορά στην μαχόμενη διαφήμιση κάποιου γηραλέου θείου του - συνομήλικου του...Αχιλλέα - ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, τα γραΐδια του Κολωνακίου απεφάσισαν να τον "κάψουν" ακόμα και με ζημιά της επιχείρησης, αρκετά είχαν πληρώσει την οικογενειοκρατία. Τα δρακουμελίνια άρχισαν να διαφημίζονται ανοικτά, φυσικά με καινούργια σύνθεση για τον φόβο των Ιουδαίων και καινούργια πράσινη συσκευασία, κόντρα στην πολιτική και τα πατροπαράδοτα γαλάζια χρώματα της εταιρίας. Ο Αντρίκος αρχικά εξεπλάγη με την συμπεριφορά της Ντούρας, μετά χαμογελώντας είδε πως πλησίαζε και η δική του στιγμή. Πολλές φορές η αλλαγή εξουσίας σε μια εταιρία προκαλεί αλλαγή και στην ανταγωνιστική της, δεν θυμότανε που το είχε διαβάσει αυτό αλλά τον βόλευε να το πιστεύει, έτσι υπερνικούσε την φυσική του δειλία και τα τελευταία απομεινάρια της οικογενειακής αλληλεγγύης. Εξ άλλου ο Αντρίκος κατά βάθος δεν θα απέκλειε μια εμπορική συνεργασία με την Ντούρα αρκεί να έπαιρνε την προεδρία στην καινούργια εταιρία, αυτό ήταν το απωθημένο του.
" Μπορεί να είμαστε αδέρφια με τον πρόεδρο" είπε στον εαυτό του "αλλά μας χωρίζουν τόσα" .
" Ποιά ;" τον ρώτησε ο εαυτός του.
Ο Αντρίκος το καλοσκέφθηκε κοιτώντας τον καθρέπτη.
"Αυτός έχει μουστάκι γιατί θέλει να κάνει τον έλληνα" φώναξε, "εγώ είμαι το σωστό αμερικάνικο πρότυπο, αυτός μόνο πρωτότοκος είναι! "
Χαμογέλασε στην εικόνα του ικανοποιημένος.
" Ούτε ο Ομπάμα έχει μουστάκι", πρόσθεσε θιαμβευτικά.
Το είδωλό του στο καθρέπτη χαμογέλασε κι' αυτό. Ο Αντρίκος ενθουσιασμένος και σιγοψιθυρίζοντας την παλιά ιταλική επιτυχία " Io di notte sonno qui " αποφάσισε να μαγειρέψει. Σαν άσκηση θάρρους θα έφιαχνε τις μπάμιες του διαφορετικά από κάθε άλλη φορά. Του είχε περισσέψει μισό κιλό κοκάρι από την τελευταία φορά που έκανε στιφάδο και σκέφτηκε να το συνδυάσει με μπάμιες. Επλυνε μισό κιλό από την παραγωγή του και τις στέγνωξε καλά. Μετά τις αλάτισε και τις σωτάρησε λίγα λεπτά. Τις έβγαλε από το λάδι και τις έρριξε σε μιά κατσαρόλα. Σωτάρησε τα κρεμμυδάκια μέχρι να ξανθύνουνε και τα έρριξε κι' αυτά στην κατσαρόλα. Πρόσθεσε δυό μεγάλες ντομάτες περασμένες στον τρίφτη και τον χυμό από δυο μεγάλα λεμόνια, τέσσερις σκελίδες σκόρδο λειωμένο, άνιθο, αλατοπιπέρωσε και έρριξε ένα φλυτζάνι ζεστό νερό. Το άφησε να σιγοβράζει μέχρι να μαλακώσουν, να φύγει το νερό και να μείνει το λάδι από τα σωταρισμένα. Δοκίμασε το πιάτο του ζεστό με κρασί chianti, φυσικά chambr`e. Ηταν καλύτερο απ' ό,τι περίμενε "σαν την καινούργια διακυβέρνηση της εταιρίας" ευχήθηκε στον εαυτό του. Μιά λεπτή φέτα από ώριμο μάνγκο ήταν η τέλεια επίγευση. Αισθάνθηκε μια ωραία επιθυμία και το μυαλό του παραδόξως πήγε στην Ντούρα. Από διαβολική σύμπτωση το ραδιόφωνο έπαιζε εκείνη τη στιγμή το Pazza idea (τρελλή ιδέα) με την Patty Bravo.
Την ίδια στιγμή η Ντούρα ήταν έντονα προβληματισμένη. Τριγυρνώντας τόσο καιρό στα εξωτερικά για δουλειές της εταιρίας είχε χάσει ερείσματα ενώ η ώρα της διαδοχής πλησίαζε. Κάποιο ασήμαντο στέλεχος Αντωνάκης, με επίθετο που θύμιζε γαϊδούρι είχε καταφέρει με μαλαγανιές να κερδίσει την υποστήριξη πολλών που είχαν απελπιστεί από την απουσία της Ντούρας όταν την είχανε ανάγκη. Η Ντούρα δεν μιλούσε ποτέ με τον Αντωνάκη, ήταν παλιοί εραστές και είχαν χωρίσει άσχημα όταν η Ντούρα τον έκανε τσακωτό με μια γκόμενα από τα Σκόπια. Μπορεί η ίδια να μην είχε ερωτικές αναστολές αλλά απαιτούσε πίστη από τα αρσενικά της για όσο καιρό τα χρησιμοποιούσε. Ο Αντωνάκης, γνώστης παλιών και δη γονίμων αμαρτιών της Ντούρας με κάποιον κρητικό τραγουδιστή, δεν έσκυψε το κεφάλι. Ο τσακωμός ήταν βίαιος, δεν ξαναμιλήσαν από τότε, βέβαια τον Αντωνάκη δεν τον έπαιρνε να δημοσιοποιήσει τις ατασθαλίες της Ντούρας, απλά της έπαιρνε σιγανά και ύπουλα τους δικούς της υποστηρικτές εν όψει της διαδικασίας του χρίσματος. 

Η Ντούρα χρειαζότανε φίλους, υποστηρικτές, συμμάχους, ακόμα κι με τον διάβολο θα συμμαχούσε προκειμένου να εξουδετερώσει τον Αντωνάκη. 
Σκέφτηκε τον Αντρίκο. Κάποτε είχε διαγνώσει σ' αυτόν μια ερωτική επιθυμία όταν συνέλαβε το βλέμμα του να περιεργάζεται απαιτητικά τις καμπύλες της, το πρόσωπό της είχε πάντοτε κάτι το απωθητικό, το ήξερε καλά. Του είχε αφήσει μια υποψία αποδοχής εντελώς απροσδιόριστης χρονικά, κάτι σαν μια μετοχή στο σεντούκι. Χαμογέλασε και σήκωσε το ακουστικό.
Το τηλέφωνο κτύπησε και ο Αντρίκος έκπληκτος διαπίστωσε πως ήταν η Ντούρα από την αντίπαλη επιχείρηση.
"Τι κάνεις, γλυκέ μου" του είπε με παθιάρικη φωνή.
Ο Αντρίκος ανησύχησε. Σκέπασε το ακουστικό να μην ακούγεται.
"Να μη μπλέκουμε τα αισθηματικά με τα επιχειρηματικά" είπε πνιχτά.
" Η μήπως να τα μπλέξουμε ;" αντιγύρισε τις σκέψεις του.
Το ελεύθερο χέρι του χώθηκε στην τσέπη του παντελονιού του.
Η Ντούρα του μίλαγε γρήγορα αλλά με μια έντονη ερωτική απόχρωση. Το αίμα κτύπαγε στα μηνίγκια του Αντρίκου και τον εμπόδιζε να βγάζει νόημα από τα λόγια της, μόνο την επιθυμία του μεγάλωναν ενώ επέτειναν την σύγχυσή του.
Καρποί μπάμιας σε πλήρη ανάπτυξη

Ο Αντρίκος ψιλοζαλισμένος από το κρασί και την επιθυμία προσπαθούσε να βγάλει νόημα από όσα του έλεγε σε γρήγορο τέμπο η Ντούρα. Του ήταν αδύνατον να καταλάβει αν το τηλεφώνημα ήταν επαγγελματικό ή αισθηματικό. Από την άλλη πλευρά η Ντούρα δεν είχε πολύ χρόνο για τέτοια τηλεφωνήματα, έπαιζε την καριέρα της κορώνα γράμματα, ειδικά αν την άκουγε κάποιος από την εταιρία της. Προσπάθησε να του εξηγήσει ότι θα χρειαζόταν την βοήθειά του αμέσως μετά τον μεγάλο πόλεμο των διαφημίσεων όπου θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να τον χάσει η δική της εταιρία. Θα έπρεπε όμως και αυτός να μην υπονομεύει τον ξάδεφό του μέχρι να λήξει ο πόλεμος. Μετά θα ζητούσε ανάδειξη καινούργιου διοικητικού συμβουλίου στην δική της εταιρία και θα αναλάμβανε την διεύθυνση της βοηθώντας τον Αντρίκο να υπονομεύσει την δική του οικογενειακή επιχείρηση ώστε να χρειασθεί και εκεί καινούργιο διοικητικό συμβούλιο για να αντιμετωπίσει το δικό της. Τότε του υποσχότανε την αμέριστη υποστήριξή του αφού μπορούσε να του εξασφαλίσει μερικές ψήφους στην δική του εταιρία.
Εκπληκτος ο Αντρίκος ξέχασε τα αισθηματικά του και την ρώτησε ποιά μέλη του διοικητικού συμβουλίου εννοούσε.
- Δεν μπορώ να σου τα πω όλα ακόμη. Πρέπει να με εμπιστευθείς. Μόνο τον Μίμη μπορώ να σου πω αυτή την στιγμή. Ξέρεις όμως πότε μια γυναίκα εμπιστεύεται ένα άνδρα.
- Πότε; ρώτησε σαν χαζός ο Αντρίκος.
- Οταν τον κάνει δικό της, του είπε με φωνή γεμάτη υποσχέσεις.
- Πρέπει να τα πούμε από κοντά, της απάντησε με λαχτάρα
- Θα σε ειδοποιήσω αμέσως μόλις βρώ ελεύθερο χρόνο. Μη ξεχνάς πως είμαι παντρεμένη γυναίκα.
Η Ντούρα ανάπνευσε με ανακούφιση. Προτιμούσε να συζητά για τα αισθηματικά παρά επιχειρηματικά μαζί του. Δεν είχε σοβαρό πρόβλημα να την ακούσουν να μιλά ερωτικά, με τα επιχειρηματικά φοβότανε. Με τον σύζυγό της βρισκότανε μαζί μόνο στις κοσμικές γιορτές, για τις ανάγκες της είχε άλλους άντρες. Ηταν σχετικά αποδεκτό από μέρους του, εξ άλλου κι' αυτός τα ίδια έκανε. Μόνο κουδούνια δεν θέλανε να τους κρεμάσουνε και φτάσει τίποτε στ' αυτιά των γηραιών κυριών που χρηματοδοτούσαν την επιχείρηση, τα υπόλοιπα βολεύονταν.
- Και εγώ παντρεμένος είμαι απάντησε ο μπάμιας.
"Θεέ μου τι βλάκας" σκέφτηκε η Ντούρα "ας ελπίζω να είναι καλός στο κρεβάτι τουλάχιστον"
- Η δική μας σχέση θα είναι πάνω από τυπικότητες όπως ο γάμος, τον παραμύθιασε, αλλά πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας, έχουμε μια καριέρα μπροστά μας.
Ο Αντρίκος ο μπάμιας έκλεισε το τηλέφωνο πανευτυχής. Ολα γύρω του φαινότουσαν ρόδινα.
Μόλις όμως ξανάπαιξε στο μυαλό του τον διάλογο που είχε μαζί της στα επιχειρηματικά σκάλωσε στον Μίμη. "Βρε την σιγανοπαπαδιά" σκέφτηκε.
Ο Μίμης ήταν ένα ανθρωπάκι, τελευταίος τροχός της αμάξης που λένε, από αυτούς που συμπλήρωναν τα απαραίτητα σε αριθμό μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Ούτε καν αχυράνθρωπος μετοχών δεν ήταν, δεν τον εμπιστευότουσαν ιδιαίτερα παρ' ότι ο ίδιος διέδιδε το αντίθετο. Τον είχανε πάρει λόγω της θητείας του σε μικρότερες επιχειρήσεις που είχαν παρτίδες με ανατολικές χώρες. "Καμμιά φορά και οι μικρότερες επιχειρήσεις γιγαντώνονται ", είχε πει ο ιδρυτής, "καλό είναι να έχουμε έναν άνθρωπο να ξέρει τα εσωτερικά τους". Βέβαια μετά είχε μετανοιώσει βλέποντας πόσο φελλός είναι. Στην κυριολεξία δεν είχε γνώμη για τίποτε, είχε όμως αναπτύξει μια τεχνική να "ψαρεύει" τον συνομιλητή του και να ασπάζεται την γνώμη του, μερικές φορές μάλιστα - σε αγαθούς, φυσικά - την παρουσίαζε για δική του. Ο ιδρυτής βέβαια ήταν πολύ γατόνι για να φάει κάτι τέτοιο και ήθελε να τον σουτάρει αλλά τελικά τον έφτυσε και τον άφησε αποδυναμωμένο στην ουρά του συμβουλίου. Επί προεδρίας του τεχνοκράτη έκανε πολύ φασαρία για ένα συμβόλαιο με αμφιλεγόμενο ισπανό επιχειρηματία. Ο τεχνοκράτης υποχώρησε απρόθυμα κυρίως λόγω πίεσης χρόνου. Ο ισπανός απεδείχθη για τα πανηγύρια. Ο τεχνοκράτης τα μπάλωσε με πολλή τέχνη μειώνοντας στα όρια του δυνατού την ζημιά αλλά ξέχεσε στο διοικητικό συμβούλιο τον Μίμη ζητώντας την αποπομπή του. Η λήξη της θητείας του τεχνοκράτη και τα πολλά προβλήματα του νέου αρχηγού έθεσαν τον Μίμη στο περιθώριο του ενδιαφέροντος και το θέμα ξεχάστηκε. Αυτός αφού λούφαξε για κάμποσα χρόνια μόλις πήρε χαμπάρι τις διασπαστικές τάσεις στους κόλπους της οικογένειας προσπάθησε να τονίσει την σπουδαιότητα της θέσης του μήπως και αποκτήσει αξία. Κανένας όμως δεν του έδινε περισσότερη σημασία απ' όση άξιζε. Οταν τον πλησίασε η Ντούρα έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Ούτως ή άλλως δεν είχε τον παραμικρό ηθικό φραγμό και το δώρο της Ντούρας ήταν απρόσμενα γλυκό...

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Από τα "Διαφυσικά"


Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο "Transphysics" του gpoint.
Η συνταγή σαφώς και μπορεί να εκτελεσθεί, το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία !



 45 (μια συνταγή)
_____________________________________________________________________
  
    Η Φατιμά εκάστην πρωΐαν τα απαραίτητα ενήργει διά της οικίας την ευπρέπειαν. Είτα επέλυεν το καθημερινόν πρόβλημα των οικοκυρών « Τι θα μαγειρέψω σήμερα»,  συνοδεία μουσικής, εκ τινος ραδιοφωνικού σταθμού ή μαγνητοταινιών της συλλογής της. Η μεγίστη Φεϊρούζ ήτο πρώτη εις τας προτιμήσεις της. Εν τη καλή χαρά ευρισκομένη, διαφυσικήν μαγειρικήν  έμπνευσιν είχεν.
     Λαβούσα  τρία τέταρτα  του χιλιογράμμου πολτοποιημένου απάχου κρέατος κατά το ήμισυ χοιρείου και το υπόλοιπον εκ  μοσχαρίου, έθεσεν τούτο εις τηγάνιον μετ’ ελαιολάδου ολίγου και τινών κοχλιαρίων ύδατος. Προσέθεσεν δύο σκελίδας σκορόδου λεπτοτεμαχισμένας  και εράντισεν δι’ άλατος και πιπερίου, χορηγούσα άμα τον πολτόν εκ πέντε τοματών. Φλόγαν ήναψεν επί δώδεκα περίπου λεπτά. Εις ετέραν εστίαν εντός κοχλάζοντος ύδατος έθεσεν ήμισυ  του χιλιογράμμου επίπεδον ζυμαρικόν, το αποκαλούμενον lingue di passero υπό των Ιταλών, καί έβρασεν τούτο επί έξη λεπτά. Προηγουμένως  έθεσεν εις τον κλίβανον τρία λυκοπερσικά (μελιτζάνες) σχήματος φλάσκης τεμαχισμένα εις λωρίδας πάχους  ενός και ημίσεως εκατοστομέτρου και δι’ ελαιολάδου επιχρισμένα, επί έν εικοσάλεπτον. Είτα έλαβεν σφυρηλατημένον αβαθές στρόγγυλον μαγειρικόν σκεύος και έθεσεν το πρώτον το ζυμαρικόν  ραντίσασα τούτο μετά ρινισμάτων τυρού τύπου κεφαλογραβιέρας, περί τα διακόσια γραμμάρια. Κατόπιν τα λυκοπερσικά και επ’ αυτών το κρέας ετοποθέτησεν. Εν συνέχεία εν χιλιόγραμμον γάλακτος μετά δύο ωών, αλατοπιπερίου και τεσσάρων μεγάλων κοχλιαρίων σιταλεύρου θερμαινόμενον, συνεχώς ανεκίνει. Οτε το ιξώδες εις επιθυμητόν σημείον ήλθεν, ανάλογον του χυλού, δι’αυτού περιέχυσεν την  κατασκευήν και έθεσεν αύτην εν κλιβάνω δι’ ημίσειαν ώραν εις τους διακοσίους και είκοσι και πέντε βαθμούς της συνήθους κλίμακος.
     Ο Σωτήριος και η μήτηρ του εθαύμασαν την μαγειρικήν δεινότητά της. Ο ιατρός παρατηρών την λεπτήν ισορροπίαν μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, μεταξύ της βαρείας γεύσεως του μουσακά και της ελαφράς του pasticcio, διαφυσικώς ονόμασεν το έδεσμα μουστίτσιο.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>><<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<< <

Το συγκεκριμμένο, συλλεκτικό βιβλίο διατίθεται μόνο υπό του δημιουργού του, αφιερωμένο  στον αναγνώστη κατόπιν συνέντευξης, όπου εκτιμάται  το ανοικτό μυαλό, η γνώση της γλώσσας,, η ηλικία (πνευματική) και η μουσική παιδεία του (υποψήφιου) αναγνώστη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από μουσικό c.d. γιά την καλύτερη κατανόηση κάποιων κεφαλαίων και μία έμμετρη μετάφραση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον συγγραφέα.