Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Το θαύμα

πρώτη δημοσίευση, Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009


Του φαινόταν σαν θαύμα. Τόχε διαβάσει παλιά αλλά δεν το πίστευε ή επειδή ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο δεν πίστευε ότι θα το δει ποτέ. Και τώρα ήταν μπροστά του αναμφισβήτητο, όσο αναμφισβήτητο είναι κάτι που βλέπουμε με τα μάτια μας. Αλλοι το ψάχνανε δεκαετίες σε μέρη πιό ζεστά κι' αυτός το βρήκε στην Αθήνα δυό δρόμους πάνω απ' το σπίτι του κάνοντας βόλτα. Εβγαλε αμέσως το κινητό του και αποθανάτισε την στιγμή. Ηξερε ότι η όλη διαδικασία δεν βαστούσε πάνω από μία ώρα και δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε αρχίσει. Εκεί στα τρία με τέσσερα μέτρα πάνω από τον πεζόδρομο εκτυλισσόταν ένα δράμα, με την πρωταρχική σημασία της λέξης, αυτό που θα λέγαμε σήμερα ένα δρώμενο αλλά επειδή η κατάληξη ήταν πάντα η ίδια, η λέξη συνυφάνθηκε με ό,τι μας προκαλεί λύπη. Κι' εδώ το ίδιο δίλημμα υπήρχε. Ηταν μιά έκρηξη χαράς, ίσως ο τρόπος με τον οποίον κάνουνε έρωτα τα φυτά, ήταν ένα πελώριο λουλούδι. Αλλά δεν ήταν το αποτέλεσμα μιάς προσπάθειας διαιώνισης του είδους, δεν είχε σχέση με αναπαραγωγή. Μ' άλλα λουλούδια πιό μικρά και καθόλου εντυπωσιακά γίνονται οι χουρμάδες. Αυτό, το πελώριο ροζ, απαιτούσε ελάχιστη ύλη- ήταν μιά φούσκα σαν μπαλόνι- έβγαινε χωρίς μίσχο μεταξύ των φύλλων του φοίνικα μεγάλωνε μέχρι να σκάσει και διαλυότανε σε χρόνο λιγότερο από μιά ώρα.
Ισως πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια να είχε άλλες λειτουργίες και σκοπιμότητες που σήμερα είχαν χαθεί. Ισως να ήταν το ίδιο αναπαραγωγικό εργαλείο και μετά οι συνθήκες να μην το ευνόησαν και να παρέδωσε την σκυτάλη για αναπαραγωγή σε πιό κοινές μορφές όπως ήταν τα κουκούτσια από τους χουρμάδες. Ισως ακόμα να ήταν ένα ισχυρό οπτικό σήμα γιά τα έντομα ή τα πουλιά της εποχής να βοηθήσουν την διαδικασία της γονιμοποίησης ή της διάδοσης των σπόρων. Μπορεί ακόμα -τότε- να μύριζε, σήμερα πάντως δεν είχε τέτοια ιδιότητα. Η χρησιμότητά του ήταν ένα μυστήριο. Αλλά τι στο επίσημο όνομα της χουρμαδιάς-ο φοίνιξ- δεν ήταν μυστήριο ;
Φοίνιξ είναι τό χρώμα απ΄την πορφύρα, το όστρακο, που την λέγανε φοίνικα κι' αυτήν και Φοίνικες τον λαό που την εμπορευόταν. Μα άν τον τόπο στα παράλια της Ασίας που τον λέμε σήμερα Λίβανο τον λέγανε τότε Φοινίκη και τους κάτοικους της Καρχηδόνας, απ' την μεριά της Αφρικής, στην Λιβύη, κι' αυτούς Φοίνικες τους έλεγαν. Στη μέση τους η Αίγυπτος κι΄η λέξη η αιγυπτιακή Φ' ενακιμ, ίσως η ρίζα του ονόματος. Και στα δυό μέρη άφθονες οι χουρμαδιές, πήραν κι' αυτές το ίδιο όνομα σαν δένδρο της Φοινίκων, της Ασίας ή της Αφρικής, ποιός ξέρει ; Κι' ίσως αυτό το μυστήριο λουλούδι που στατιστικά εμφανίζεται μιά φορά στην πολυετή ζωή κάθε φοίνικα γέννησε τον μυστηριώδη μύθο γιά τον άλλο φοίνικα, το πουλί που αυτοαναφλέγεται γιά να εκκολάψει τα αυγά του. Ισως, κι' αυτό να συμβαίνει τόσο συχνά, όσο εμφανίζεται το ροζ πελώριο λουλούδι της χουρμαδιάς.
Μήπως κι' αυτός ο Φοίνικας, ο αδελφός του Κάδμου δεν ήτανε λίγο μυστήριος ; Πως γίνεται να τον στείλει ο πατέρας του ο Αγήνορας να βρει την αδελφούλα τους, την Ευρώπη κι' αυτός να βρεθεί στην Αφρική ;
Ολες οι απορίες, όλα τα μυστήρια του ήρθαν στο κεφάλι την ώρα που αποσβολωμένος παρατηρούσε όσο καλύτερα μπορούσε το τεράστιο ροζ λουλούδι που έβγαινε από την καρδιά των φύλλων της χουρμαδιάς. Πυκνά τα φύλλα της, δεν επέτρεπαν την παρατήρηση από κάτω, έπρεπε να απομακρυνθεί λιγάκι γιά να το θαυμάσει. Ενα γλυκό αεράκι λικνιζε ελαφρά το σπάνιο λουλούδι. Στην πρώτη δυνατή ριπή του ανέμου η ροζ πλαστική σακκούλα στροβιλίστηκε και ξέφυγε απο τ' αγκαθάκια της χουρμαδιάς.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ο λουστράκος



Ο γεράκος έστηνε το «μαγαζί» του στη πλατεία Λαυρίου. Ενα κασελάκι με πολύχρωμα μπουκαλάκια, κάποιες βούρτσες και το σκαμνάκι του.
Εκανε τη δουλειά του αμίλητος, με τα χέρια να συναγωνίζονται έμβολα από ατμομηχανή. Πρώτα λίγο πολτό σε κάθε παπούτσι, άπλωμα, χτυπηματάκι με τη βούρτσα στο πελάτη ν’αλλάξει πόδι, τρίψιμο, φινίρισμα στο τέλος με πανί.
Εριχνε το δίφραγκο στο συρταράκι, και καρφωνόταν στα παπούτσια των περαστικών, περιμένοντας τον επόμενο πελάτη. Οταν έβλεπε παπούτσι απεριποίητο ασυναίσθητα το μάτι κινιόταν προς το κατάλληλο μπουκαλάκι ενώ κτύπαγε ρυθμικά τις βούρτσες στο κασελάκι. Δεν μίλαγε ποτέ, όλοι τον νόμιζαν μουγγό. 

Αρχές του εβδομήντα. Η κοπέλλα με τις μπόττες μέχρι το μέσον του μηρού και το μίνι ήταν στη μόδα της εποχής. Ο λουστράκος έκανε καινούργιες κινήσεις ανεβαίνοντας στη δερματοφορεμένη γάμπα. Οι περαστικοί απολάμβαναν το θέαμα. Πρώτη φορά το μάτι του έφευγε από το επίπεδο του αστράγαλου, μαζί και τα λόγια σαν έφτασε πάνω απ' το γόνατο, στις παρυφές του μηρού : 
- Αχ κόρη μου, εσύ νάθελες και γω να μπορούσα...

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο άλλος λουστράκος

 επαναδημοσίευση

Εχω γράψει γιά το γέρο λούστρο στη πλατεία Λαυρίου. Δίπλα του ήταν κι' ένας άλλος, πιό νέος, αμίλητος κι' αυτός. Ας γράψω και γι' αυτόν, μέρες πούρχονται...




Ητανε πιάτσα. Παλιά ήτανε πιό πολλοί μα λίγο-λίγο κυκλοφορούσανε τα αθλητικά (ελβιέλες τα λέγανε τότε) και η αδιαφορία γιά το καλογιαλισμένο παπούτσι. Οι μη πιστοί, οι ευκαιριακοί του επαγγέλματος, αποχωρήσανε γι' άλλα μεροκάματα. Μερικοί όμως ήτανε γεννημένοι λούστροι, δεν θάκαναν ποτέ άλλη δουλειά. Τούτος εδώ. με τα μαλιά μεταξύ ξανθού και γκρίζου και τη μπλέ φόρμα, δίπλα στο γεράκο, με μάτια αετού και χείλια σφιγμένα, έβλεπε το κόσμο να περνά βιαστικός. Ολοι τρέχανε να προλάβουνε. Τί ; τί ;

Το βλέμμα του μόνο με τα πλαϊνά του έψαχνε τον πελάτη, ευθεία ήτανε καρφωμένο στο περίπτερο που πούλαγε λαθραία αμερικάνικα τσιγάρα. Και πριν, επί χούντας και μετά. Πελάτης κανένας. Προεκλογική περίοδος κι' ο θοδωράκης έλεγε ή καραμανλής ή τανκς, ο μαύρος πάλευε την ένωση κέντρου κι ο αντρέας προβάριζε το ζιβάγκο γι' αργότερα. Φρέσκος στη πολιτική ο λαός, (επτά χρόνια στο γύψο) χωρίς τίποτε να καταλαβαίνει, στο βάθος ψαχνόταν από κάπου ν' αρπαχτεί:
Ζιβάγκο ; πα-πα-πα (δεν είχε έρθει ακόμα στη μόδα).
Ο μαύρος ; αυτόν δεν τον είχε ο ελεύθερος κόσμος-εφημερίδα της χούντας- σαν εγκληματία κατά της πατρίδος τόσα χρόνια ;
Νωρίς γι' αριστερά, βάστα και καμμιά πισινή- ποτέ δεν ξέρεις.
Καλά λέει ο θοδωράκης, καραμανλής, φρέσκος-φρέσκος απ' το Παρίσι, εξαγνισμένος στην αυτοεξορία, είναι και φίλος με τον ζισκάρ ντ'εσταίν.
Στα τανκς την δώσαμε την ευκαιρία, έ αφού έγινε το Πολυτεχνείο -δεν το κατάλαβαν;- πρέπει να φύγουν, είμαστε πιά αντιστασιακοί.

Πελάτης κανένας, οι λίγοι προτιμούσαν τον γεράκο, φαινόταν πιό προσηλωμένος στη δουλειά του. Αυτό, το κολλημένο στο περίπτερο βλέμμα του, τρόμαζε όποιον ήθελε να βάψει τα παπούτσια του. Μόνο βιαστικός, που δεν θα περίμενε στην ουρά τον γεράκο, θάβαζε το πόδι του στο κασελάκι του. Οταν αυτό γινότανε, ο λουστράκος αφού έβαζε το δίφραγκο στο συρταράκι, έριχνε μιά κλεφτή ματιά προς Ομόνοια. Εβλεπε το κόσμο βιαστικό κι' ονειροπαρμένο απ΄το αίσθημα της ελευθερίας να κατηφορίζει το πεζοδρόμιο της τρίτης σεπτεμβρίου και τότε φώναζε:
Α ρε νούμερα Ελληνες...
Μετά ξανακαρφωνότανε στο περίπτερο.
Τον είχαν γιά τρελλό.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Γλύφα-Λευκαντί




  

- Πάμε Γλύφα ;
Και τι δεν θάδινε να ξανακούσει την φράση-σύμβολο. την φράση που συμβόλιζε τις ωραιότερες πέντε μέρες της ζωής της, έτσι του είχε πει. Χρόνια μετά κατάλαβε πως δεν ήταν όμως και οι δικές του πέντε καλύτερες μέρες όπως νόμιζε. Οσο οι αναμνήσεις ξεθώριαζαν, όσο οι συχνές επαναλήψεις στο μυαλό του ανέλυαν και την τελευταία λεπτομέρεια, τόσο η μια μέρα στο Λευκαντί του φαινότανε πιο γεμάτη, κι ας ήταν πιο λίγες οι ώρες, ας ήταν πιο λίγες οι πλάκες, ας ήταν κι η θάλασσα πιο κρύα.
Στην Γλύφα είχε τσιγγλίσει την φιλόλογο του χωριού που νοίκιαζε δωμάτια να του βρει ένα πουλί που το όνομά του ν' αρχίζει από ρο κι αυτή εξαφανίσθηκε στα λεξικά της και γύρισε την άλλη μέρα  άπρακτη.
¨Ράλλος, της είπε, η φίλυδρος. Κοινώς ραλλού, θα το βρείτε στις εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη ! Θέλω κι άλλα δύο και το στοίχημα ισχύει.

Ηταν Σεπτέμβριος, στο τέλος της σεζόν. Του είχε ζητήσει επτά χιλιάρικα την μέρα, καταλάβαινε πως θα μπορούσε να το πιάσει με πέντε αλλά δεν τον ένοιαζε και αποφάσισε να την "παίξει" όταν του είπε πως ήταν φιλόλογος :
-Θα σου δίνω κάθε μέρα έξη χιλιάρικα  κι ένα χιλιάρικο πουρμπουάρ !
-Οχι, επτά ακατέβατα του είπε, καθόλου πειστικά.
Γύρισε στην δικιά του :
-Εσύ τι λες ;
-Αν σε βοηθάει στην δουλειά σου, δώστα,  είπε η γάτα.
-Θα στα δώσω αλλά δεν θα σου δείξω ταυτότητα εκτός και μου βρεις τρία πουλιά που τ' όνομά τους ν΄αρχίζει από ρο, μου χρειάζονται για το σενάριο.
Ετσι μπήκε το στοίχημα κι η περιέργεια στη ζωή της σπιτονοικοκυράς

Δεν ξαναγύρισε κι έχασε την ευκαιρία να μάθει ποιός ήταν ο μυστηριώδης κινηματογραφικός παραγωγός που είχε έρθει στα ενοικιαζόμενά της να περάσει ένα αμαρτωλό πενταήμερο με την γραμματέα του ή μήπως ήταν καμιά εκκολαπτόμενη στάρλετ ; Φυσικά δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, απλά της είχε φουντώσει την επαρχιώτικη περιέργεια μονολογώντας τόσο σιγανά ώστε να τον ακούσει "Πωπώ τι έχει να γίνει αν με βρει η γυναίκα μου!". Της υποσχέθηκε ξανά πως θα της έδινε μαζί με τα στοιχεία του κι ένα μικρό ρόλο στην επόμενη ταινία του-θα γύριζε κάποιες σκηνές στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά της- αν του έβρισκε έστω ένα άλλο πουλί που να αρχίζει από ρο "για τις ανάγκες που βγάζει το σενάριο" της φώναξε καθώς έφευγε.
Η δικιά του, άψογη, συγκρατούσε τα γέλια της και τον κοίταζε μ' εκείνο το βλέμμα που έχουν οι ερωτευμένες γυναίκες και που τις κάνει δέκα φορές πιο όμορφες απ' όλα τα μακιγιάζ μαζί. Φόραγε ένα περίπου φόρεμα που άφηνε να φαίνεται το βρακάκι της όταν κάλυπτε το στήθος της ή το ανάποδο αν το έστρωνε λιγάκι προς τα κάτω.
Το χωριό τους φαινότανε αποκομμένο από την πραγματικότητα, ήταν εκτός τόπου αλλά όχι εκτός χρόνου, οι πέντε μέρες πέρασαν νωρίτερα απ' ότι περίμεναν αν και λίγες ώρες σπαταλήθηκαν στον ύπνο.
Η θαλασσα τόσο ζεστή, ακόμα και στα νυχτερινά μπάνια τους
Το έντονο πλησίασμά τους τις μέρες αυτές έκανε την ανύπαρκτη ως τότε πιθανότητα να τελειώσει η σχέση τους, υπαρκτή. Παρά τις υποσχέσεις και τις εκατέρωθεν προσπάθειες η φράση "Πάμε Γλύφα ;" δεν ξαναπήρε σάρκα και οστά.
Ετσι, με το πέρασμα του χρόνου, η ανάμνηση για τις καλύτερες μέρες σκεπάστηκε από την πρώτη ρωγμή που δημιουργήθηκε αναπόφευκτα στην τέλεια επιφάνεια. Το λάθος ήταν στην τέλεια επιφάνεια, δεν ήταν δικό τους, Ηταν σαν να βλέπεις ένα ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο...



Στο Λευκαντί, περίεργο, δεν θυμότανε ούτε τα μάτια της, ούτε το κορμί της. Η πλάκα που κάνανε αφορούσε τους δυό τους, δεν είχαν την ανάγκη από κάποιους άλλους για να γίνει. Θυμήθηκε αμέσως πόσα παντρεμένα ζευγάρια δεν άντεχαν μόνα τους, θέλαν κι άλλους για να καυγαδίσουν μπροστά τους και νάχει ενδιαφέρον το σεξ στην επιστροφή, ο καθένας φανταζόταν στο κρεβάτι τον παρτενέρ του άλλου ζευγαριού μα όταν τελείωναν ήταν ευτυχείς που είχαν το ταίρι τους δίπλα.
Απ' το μυαλό του πέρασε κι ο "θρύλος" του χωριού, ο Ρωχάμης:
- Παντρεύτηκα μια φορά με παπά και δύο με το στόμα, τότε ένιωθα πιο δεσμευμένος να βαστήξω τον λόγο μου, είχε πει σε μια συνέντευξή του.
Οχι, δεν έδιναν καμμία σημασία στους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου όπου έπαιζαν το τάβλι τους πίνοντας χαμομήλι. Οι χωρικοί δεν ξέραν τι να πρωτοσχολιάσουν, το κορίτσι πράμα σε καφενείο ή που πίναν ζεστό καλοκαιριάτικα;
Το ενδιαφέρον  του ζευγαριού εστιαζόταν στο αποτέλεσμα, το σκορ ήταν 4-0 και υπήρχε ο άγραφος νόμος πως όποιος κερδίσει με μηδέν παίρνει και το σώβρακο του αντιπάλου. Στο τέλος της παρτίδας έβαλε τα χέρια της ατάραχη κάτω από το τραπέζι και τα έβγαλε μαζί με μια μικρή άσπρη κυλόττα που την άφησε δίπλα στο τάβλι. Πρέπει να την αγάπησε, τώρα το καταλάβαινε, όταν κρέμασε το λάφυρό του σαν σημαία την κεραία του αυτοκινήτου μέχρι το βράδυ.
Ηταν αρκετό καιρό μαζί αλλά όχι τόσο όσο να θεωρεί ο ένας κτήμα του τον άλλο και η συμπεριφορά της τον εντυπωσίασε. Είχε κερδίσει αρκετά κοντά του αλλά του απεδειξε, πως είχε την γενναιότητα, πως ήξερε και να χάνει. Δεν κλαψούρισε ούτε μια στιγμή και του χάιδευε τα μαλλιά όσο βαστούσε το ταξίδι της επιστροφής. Οταν φτάσανε, την κατέβασε από την κεραία, την φόρεσε με απλές κινήσεις, τον φίλησε γλυκά και τον κάλεσε στο δωμάτιό της να της την ξαναβγάλει.

Κι όμως ποτέ δεν σκέφτηκαν να πούνε να ξαναπάνε Λευκαντί...

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

4 επταετίες, 28 χρόνια



Οχι, οχι !
Επηρεασμένος από την επέτειο του εικοστου όγδοου έτους του γάμου τους σκεπτότανε να αντιμετωπίσει μονόκραυγα την απαίτηση της να κατακτήσει κάθε σημείο του κορμιού του και συμβολικά της ψυχής του αφού την σωματική παράδοση θα ακολουθούσε η πνευματική, το πνεύμα πίσω απ’την σάρκα σέρνεται όσο η σάρκα το αξίζει, μετά αναδεικνύεται ο «πλούσιος εσωτερικός κόσμος» με τις ηθικές και τις αναστολές του.
Ελαφρώς περίεργο αλλά το αρσενικο σώμα ήταν το μήλο της έριδας σ’ αυτήν την ελληνοιταλική σχέση. Ισως ήταν η κρυφή αρμονία που είχε σμιλευθεί σ’ αυτό με τα χρόνια ...αλλά... αυτή δεν θα έπρεπε να ήταν κοινό κτήμα και των δύο ; Χωρίς την συμβολή του θηλυκού δεν θα είχε φθάσει σ’ αυτό το επίπεδο αισθητικής τελειότητας, δεν ήταν αποτέλεσμα υγιεινής διατροφής και γυμναστικής, αλλά η επίδραση της ιταλικής σχολής όπερας στην αισθησιακή ανάπτυξη της κοιλίτσας, στο προγούλι που θα μπορούσε να δώσει τις κατάλληλες αρμονικές γιά ηχητική τελειότητα και στην ακτινοβολία της πληρότητας του ολοκληρωμένου δρώμενου. Nαι, το αρσενικό ελληνικό του σώμα είχε γίνει η ενσάρκωση ενός μουσικού αριστουργήματος, ενός θησαυρού του οποίου την πατρότητα διεκδικούσαν τόσο ο κάτοχός του, όσο και η γυναίκα που το απολάμβανε.
Εικοσιοκτώ χρόνια μέχρι αυτόν τον Οκτώβρη όπου ο κόμπος έφτασε στο κτένι, η Ιταλίδα αισθάνθηκε εγκλωβισμένη στη σχέση της με το κατά κάποιο τρόπο δημιούργημά της, ήθελε να δοκιμάσει την τέχνη της και σε άλλα ανδρικά κορμιά, όπως τα καλογυμνασμένα από την Βουλγαρία, μερικοί λέγανε ότι απώτατος στόχος ήταν ένας Ρουμάνος ιδιοκτήτης πετραιολοπηγών. Οι έως τότε εξωσυζυγικές εμπειρίες της ήταν κάποιος Αιθίοπας και ένας Αλβανός μετανάστης, δεν θα μπορούσανε όμως να μετρήσουν σαν απιστίες, είχαν τελείως διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις ενώ η καθεστωτική ταυτότητα με τον Ελληνα ήταν το στήριγμα του μέχρι τότε έγγαμου βίου τους.
Στα εικοσιοκτώ χρόνια που μέτραγε μαζί της, οι μικρές προσπάθειες του αρσενικού να ανεξαρτοποιηθεί χαρακτηρίσθηκαν «οπερεττικές» και είχε πλέον αποδεχθει την μοίρα του, δεν πέρναγε άσχημα εξ άλλου μέχρι να λάβει το τελεσίγραφο της περί πλήρους παράδοσης. Και τώρα, ίσως να ήταν η ιδέα περισσότερο που τον ενοχλούσε παρά η ουσία, ποιό σημείο του κορμιού του άραγε να είχε μείνει ανεξερεύνητο ; Μήπως αυτό που συνωμοτικά αποκαλούσαν και οι δύο «ο βαπτιστικός» ; αποφεύγανε όμως να το χρησιμοποιούν συχνά αντίθετα με δικά της σημεία όπως «ο τροβατόρε» ή «η τραβιάτα» που είχαν πάντοτε τον πρώτο λόγο στις ερωτικές πρωτοβουλίες της.
Μπροστά στο φάσμα του χωρισμού, στην κατάρρευση μιάς μακροχρόνιας σχέσης, σαν φιλμ μιά ολόκληρη ζωή άρχισε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του παγιδευμένου αρσενικού. Στο εσωτερικό βούρκωμα που του προκαλούσε η απαίτηση της στέρησης μιάς κάποιας αμφιβόλου αξίας ελευθερίας άρχισε να ξαναβλέπει την αρχή της σχέσης τους, τις πρώτες νύχτες τους και τις πρώτες νότες, τα πρώτα κρυφοαγγίγματα της, αυτά που τον έκαναν πιό όμορφο, τόσο όμορφο ώστε να αξίζει την αγάπη της, ναι το παραδεχότανε ήτανε και δημιούργημα της ιταλίδας του. Ακριβώς όπως ιταλική ήταν η μελωδία που έντυσε μ’ ελληνικά λόγια ο Γιώργος Οικονομίδης και βγήκε το «κορόϊδο Μουσσολίνι», το πιό πετυχημένο τραγούδι ενός άλλου ελληνοϊταλικού πόλεμου, σε κάποιο πολύ πεζό και πρακτικό επίπεδο.
Μετά «έπαιξαν» στα μάτια του η ωριμότητα και η αρμονία της γνώσης του «αντίπαλου δέους και πόθου» που έκαναν τον καιρό να κυλάει τόσο γλυκά και να λαξεύει ομορφιές στα σώματά τους, κυρίως στο δικό του μέχρι να προκαλέσει τις έντονες διεκδικησεις κυριότητας εκ μέρους της.
Απέναντί του, σαν εχθρός η ωραιότατη Ιταλίδα, απαιτητική σαν ιδιοκτήτρια και αποφασισμένη όσο ένας χαρτοπαίκτης που τζογάρει την τελευταία του μάρκα. Αισθάνθηκε ένα πόνο γι’ αυτό που χάθηκε. Ητανε βέβαιος, είτε δεχότανε τους όρους της, είτε όχι ποτέ τίποτε δεν θα ήταν ξανά όπως πρώτα, το γιαλί είχε ραγίσει οριστικά.
Το «οχι» του φάνηκε σαν κραυγή λαού, ίσως και όχλου.
Την κοίταξε κατάματα :
- Alors, c’ est la guerre (*), είπε, είναι ιστορικά εξακριβωμένο...


(*) στα γαλλικά : τότε, έχουμε πόλεμο

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Περιμένοντας στην ουρά




Συνήθως απέφευγε να στήνεται στις ουρές αλλά αυτή την φορά η ανάγκη του ήταν μεγαλύτερη από την απέχθειά του. Η ουρά σχημάτιζε σπείρα μέσα στην αίθουσα υποδοχής της τράπεζας, η απεργία είχε στεγνώσει τις τσέπες πολλών και μια καινούργια ήταν στα σκαριά από τις επόμενες μέρες. Οπλίστηκε με υπομονή κι' έψαχνε με το βλέμμα του για καθρέπτη, η ώρα περνάει ευκολότερα αν κοιτάζεις τον καθρέπτη γι αυτό και είναι απαραίτητο αξεσουάρ στα ασανσέρ αλλά στις τράπεζες δεν είχαν μαντέψει πως μπορούσε κάποιος να περιμένει τόσο πολύ στην ουρά.
Αρχισε να επεξεργάζεται τους ανθρώπους που περίμεναν στωικά την σειρά τους, να πλάθει ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι απαντήσεις σε υποθετικές ερωτήσεις όπως το πόσο χρονών είναι-τσεκάροντας το προγούλι κάτω από το πηγούνι ή αν βάφουν τα μαλλιά τους μελετώτας τις ακτίνες του ήλιου πάνω τους. Με τους πιο ενδιαφέροντες, μάλλον με τις πιο ενδιαφέρουσες έπλαθε ιστορίες και σενάρια προχωρώντας σε βάθος χρόνου αμέτρητο όταν αισθάνθηκε ένα σκούντημα από την μπροστινή του στο υπογάστριο. Το βλέμμα του μαζεύτηκε από μακριά και συγκεντρώθηκε στα οπίσθιά της που ήταν το λιγότερο αξιοσημείωτα. Η έκπληξή του μεγάλωσε όταν η κοπέλλα σταύρωσε τα χέρια της πίσω σαν νάθελε να τα προστατεύσει αλλά τεντώνοντας τα δάκτυλα ψαχούλευε μέχρι να βρουν τον στόχο τους στην βουβωνική του χώρα.
Τρελλάθηκε. Είχε παρατηρήσει σχεδόν όλους όσους περίμεναν στην σειρά αλλά από αυτήν το μόνο που είχε δεί ήταν η καλοσχηματισμένη πλάτη της και τα πλούσια σκούρα μαλιά της. Προσπάθησε διακριτικά να δει το προφίλ της γέρνοντας αριστερά και δεξιά χωρίς επιτυχία. Υπέθεσε πως θα ήταν κάποια άσχημη ανέραστη κι απελπισμένη ώστε να κάνει μια τέτοια κίνηση όταν η κοπέλλα άφησε το ψάξιμο και γύρισε στιγμιαία αντικρύζοντας τον και χαμογελώντας του. Θα πρέπει να είχε την έκφραση του τέλειου βλάκα. αποσβολωμένος από αυτό που είδε, τόσο διαφορετικό από αυτό που περίμενε : η κοπελλιά ήταν όμορφη και με τα αυστηρότερα κριτήρια.
Δεν του άρεσε η γαλήνη που ακολούθησε μετά την θύελλα αλλά μάταια περίμενε μια νέα κίνηση από την κοπελλιά. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από την αδυναμία και την ατολμία του όταν πλησιάζοντας προς το ταμείο η σειρά πύκνωσε και μπόρεσε να κολλήσει πίσω της χωρίς να γίνεται προκλητικά αντιληπτός. Η κοπελλιά δεν αντέδρασε αλλά ούτε και τον ενθάρρυνε, όταν όμως έβαλε το χέρι του μπροστά της πιάνοντας το κολωνάκι έτριψε για λίγο το στήθος της επάνω του και πλέον βεβαιώθηκε πως "τα ήθελε".
Αποφάσισε να της μιλήσει και ανταποκρίθηκε αμέσως. Αρχισε να λέει γενικόλογα για τις απεργίες, τις ουρές, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά ο κόσμος. Η κοπελλιά τον κοίταζε μ' ένα νυσταγμένο λάγνο βλέμμα σαν να μετρούσε πόσο χώρο πιάνει στο κρεβάτι και που και που μούγκριζε κανένα "ναι" ή "φυσικά",  Την ώρα που της μιλούσε σκεπτότανε που θα την πάει, σπίτι του δεν μπορούσε, στο αυτοκίνητο ήταν μέρα, έπρεπε να διαλέξει ξενοδοχείο.
Οταν πλησίασαν στο ταμείο η κοπέλλα του είπε πως δεν αντέχει να περιμένει άλλο και έφυγε παραχωρώντας του την σειρά της. Απόρησε αλλά δεν ήθελε να χάσει τη σειρά του για να πάει μαζί της, "θα την προλάβω τρέχοντας" σκέφθηκε. Για κακή του τύχη όμως ο μπροστινός του αργούσε χαρακτηριστικά στο ταμείο. Μετά από δέκα λεφτά που του φάνηκαν αιώνες έφτασε η δική του η σειρά. Σήκωσε ένα σεβαστό ποσό που αφορούσε και την μισθοδοσία αρκετών συναδέλφων του και το ζεστό χρήμα έδιωξε τις άλλες σκέψεις από το μυαλό του, είχε ξεχάσει εντελώς την κοπέλλα όταν την ξαναείδε να τον περιμένει έξω από την πόρτα της τράπεζας.
-  Μα να χάσεις την σειρά σου μετά από τόση ώρα που περίμενες, της είπε προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξη και την νευρικότητά του.
-  Ετσι είμαι εγώ, άμα μου τη δώσει δεν καταλαβαίνω τίποτε. Αρκετά περίμενα σήμερα, αύριο πάλι.
Κοίταζε τα χείλια της, τα σαρκώδη χείλια της που τόσο έμοιαζαν μ' αυτά που είχε φιλήσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Κοίταζε το κορμάκι της, λυγερό και λαχταριστό και κατάλαβε πόσο το ήθελε. Δεν βρήκε όμως τίποτε να πεί, ούτε η κοπελλιά μίλησε ξανά.
- Θα πρέπει να πάω να πληρώσω τους συναδέλφους της είπε στο τέλος.

Δεν κατάλαβε πως και πότε έφυγε από δίπλα του. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως είχε εξαφανισθεί από το οπτικό του πεδίο και φοβήθηκε πως θα αναζητά την εικόνα της, την εικόνα της χαμένης ευκαιρίας για πάντα. Πίεσε τον εαυτό του ν' αποτυπώσει όσα περισσότερα χαρακτηριστικά της μπορούσε, εκτός βέβαια από τα σαρκώδη χείλη της.
Τελικά η τύχη του χαμογέλασε μερικές μέρες αργότερα. Είδε την φωτογραφία της στην εφημερίδα, την είχαν συλλάβει επειδή ξεμυάλιζε κάποιους αφελείς και τους σούφρωνε τα πορτοφόλια.


Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Αρχές του τέταρτου μήνα...

  •  

<object width="560" height="315"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/RiZg0pQPcfE?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/RiZg0pQPcfE?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="560" height="315" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object>

 

Πλησιάζοντας την επίτευξη του στόχου είπε να κάνει μια μικρή ανασκόπηση. Η επανάληψη ενός πειράματος, 40 χρόνια μετά, δεν μπορεί να διεξαχθεί πάνω στις ίδιες συνθήκες, εδώ οι τόποι αλλάζουν σε 40 χρόνια, πόσο μάλλον οι άνθρωποι, υπάρχουν όμως παράλληλες καταστάσεις.
Η βασική ιδέα ήταν πως μόνο μετά από τέσσερις μήνες συνεχών διακοπών μπορεί κάποιος να δει τις πραγματικές ανάγκες του και τι πραγματικά θέλει στην ζωή του, το είχε ξανακάνει σαν φοιτητής με μόνο τίμημα μια κάποια καθυστέρηση στο πτυχίο του μια που ποτέ δεν έδωσε εξετάσεις τον Σεπτέμβρη. Σαράντα περίπου χρόνια μετά, είχε την ευκαιρία να ξαναπλησιάσει τον εαυτό του απαλλαγμένος από κοινωνικές, επαγγελματικές και οικογενειακές επιρροές, στο μέτρο του δυνατού, βέβαια. Οι αναμνήσεις από τα μακριά φοιτητικά καλοκαίρια ήταν πολύ γλυκιές.
Μερικοί όροι παρέμεναν αναλλοίωτοι, απλά προσαρμοσμένοι στην νέα εποχή, άλλοι καινούργιοι προέκυπταν κυρίως από την διαφορά στην ηλικία του, όπως η καθημερινή πρόσληψη των φαρμάκων,  αλλά μπορούσαν εύκολα να ελεγχθούν ώστε να μην επηρεάζουν πολύ την καθημερινότητα.
Τότε υπήρχε η αποφυγή του ραδιοφώνου και της εφημερίδας ώστε να λείπει ο καθημερινός βομβαρδισμός με ανούσιες κατά το πλείστον ειδήσεις, τα μεγάλα νέα τα μάθαινε στόμα με στόμα και μπορούσε από αυτά να ξεδιαλέξει τα ενδιαφέροντα. Οι βαρυσήμαντες δηλώσεις των υπουργών της εποχής διεπίστωνε πως δεν άγγιζαν ούτε στο ελάχιστο την πραγματική ζωή του και του φάνταζαν σαν μεγαλόστομες μαλακίες. Και όντως ήταν, απλά οι άλλοι το καταλάβαιναν χρόνια, δεκαετίες μετά, τότε η παντοτεινή  "κρισιμότητα των ημερών που ζούμε" όπως έλεγε ο εκαστοτε πολιτικός έπειθε όσους τρέφονταν με ειδήσεις.
Θυμήθηκε τις συγκεντρώσεις για το μακεδονικό θέμα, την στάση του Σαμαρά και την κυνικότητα της δήλωσης Μητσοτάκη  "σε λίγα χρόνια θα τόχουμε ξεχάσει". Αραγε ο σημερινός πρωθυπουργός που τότε έσκιζε τα ιμάτιά του για το όνομα, το θυμάται ;
Σήμερα πλέον η εφημερίδα αποτελεί μακρινό παρελθόν γι αυτόν, την είχε σταματήσει πριν δέκα χρόνια περίπου και είχαν καθαρίσει τα χέρια του από τα κακής ποιότητας μελάνια που χρησιμοποιούσαν και το μυαλό του από τα κακής ποιότητας άρθρα που φιλοξενούσαν. Κάπου τότε πέθαναν και οι τελευταίοι μορφωμένοι δημοσιογράφοι, απέμειναν οι ενημερωμένοι με το λαπτοπ που πίσω από την παντογνωσία τους φαινότανε η έλλειψη φιλοσοφίας και η κενότητα των γνώσεων τους, κυρίως από τις άσχημες αντιδράσεις όταν κάποιος τάραζε τα λιμνάζοντα νερά του μονολόγου τους.
Η ενημέρωση του είχε περιοριστεί στις επικεφαλίδες του πόρταλ με το οποίο άνοιγε το κομπιούτερ του. Σπάνια έβρισκε κάποια πραγματικά ενδιαφέρουσα είδηση, κάτι που θα τον βοηθούσε στην ζωή του, π.χ. έναν καινούργιο τρόπο να πιάνει καλαμάρια, είχε βαρεθεί να ακούει για νόμους και διατάξεις που χρόνια ψηφίζονταν, σπάνια εφαρμόζονταν και ποτέ δεν βελτίωσαν τίποτε εκτός ίσως από την οικονομική κατάσταση του προτείνοντος και των ψηφισάντων αλλά και των καταψηφισάντων βουλευτών.
Το ραδιόφωνο ήταν μονίμως κλειστό όπως και η τηλεόραση, άνοιγαν μόνο για κανένα ενδιαφέρον ματς ή μουσική εκπομπή για ελληνικό τραγούδι και όπερα. Δεν είχε κολλήσει το μικρόβιο της τζαζ κι ήθελε η μουσική του να έχει κατεύθυνση και όχι αυτοσχεδιασμούς γιατί την θεωρούσε πνευματική τροφή και το φαγητό μας το διαλέγουμε, το μαγειρεύουμε με τέχνη, δεν τρώμε ό,τι βρούμε μπροστά μας.
Στο φαγητό είχε επανέλθει στις συνήθειες της νιότης του, τότε προσπαθούσε να τρέφει τον εαυτό του με ότι έπιανε ο ίδιος και του μαγείρευε η καλή θεία του : ψάρια, χταπόδια, οστρακοειδή. Είχε ήδη ξεπεράσει το ρεκόρ των σαράντα ημερών καθημερινής διατροφής με ψητό ψάρι, η αποτοξίνωση του οργανισμού του ήταν παραπάνω από εμφανής στις πρώην καθημερινές μικροενοχλήσεις. Η εμπειρία του όμως είχε πλέον εμπλουτίσει το καθημερινό σιτηρέσιο με ζυμωτό στα χέρια ψωμί, ελιές φτιαγμένες από τον ίδιο, φρούτα από τον κήπο του και κρασί, καθαρό κρασί,  από τις κληματαριές χωρίς τίποτε αρωματικό, συντηρητικό ή βελτιωτικό μέσα . Με δυο γουλιές ξέχναγε τα πάντα. Μέχρι και αυγοτάραχο από τα γκαστρωμένα λεθρίνια του καλοκαιριού είχε φτιάξει.
Οι επικοινωνίες είχαν περιοριστεί στον απολύτως αναγκαίο ελάχιστο βαθμό και αυτό μόνο με πρόσωπα που πραγματικά επικοινωνούσε ή τουλάχιστον το προσπαθούσε. Δεν είχε αντιληφθεί κανένα κενό από την έλλειψη καθημερινότητας στον τόπο και τον τρόπο που αποσύρθηκε, περισσότερο τον γέμιζαν τα χρώματα της ανατολής και της δύσης όσο ο καιρός παρέμενε ευλογημένα καλοκαιρινός.
Με αυτά και μ' αυτά προσπαθούσε να λύσει το καινούργιο πρόβλημα που του προέκυψε : ζει το όνειρό του ή ονειρεύεται την ζωή του...



<object width="420" height="315"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/NFTcClUxFnA?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/NFTcClUxFnA?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="420" height="315" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object>

Η τελευταία ενδιαφέρουσα είδηση που βρήκα στο διαδίκυο ήταν πως να γυαλίσετε τα μπρούτζινα χωρίς τρίψιμο με αλεύρι και ξύδι. Η διαφορά είναι εμφανής στην φωτογραφία :



Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Ατιμο αιρκοντίσιον

Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους υπόλοιπους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο όταν τα φώτα ξανάσβυσαν. Μετά τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Ηδύοπα βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κορϊδευτικά...

Ατιμη κοινωνία !

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Κωλοπετσωμένη

.

Κωλοπετσωμένη

Φοβερή λέξη. Απ’ αυτές που ο λαός βάζει όλη την σοφία του γιά να αποδώσει αυτό που θέλει. Μιά σύνθετη λέξη σοφή γράμμα προς γράμμα ή κομμάτι προς κομμάτι αν αντέχεις τις μυρουδιές.
Δεν έχει πέτσα λέει ο λαός γιά τον αναίσθητο άνθρωπο, αλλιώς χοντρόπετσο, διότι η λέξη πέτσα παραπέμπει σε λεπτή άρα και ευαίσθητη επιφάνεια, μεταφορικά λεπτή ψυχή.
Η λέξη κώλος σαν πρώτο συνθετικό έχει την έννοια του ευτελούς, παραδείγματος χάριν κωλόχαρτο λέμε το πτυχίο ανώτατης σχολής εφ’ όσον δεν μας εξασφαλίζει τα προς το ζειν ή την έννοια του κακού όπως φαίνεται στην λέξη κωλόπαιδο,
Αρα η κωλοπετσωμένη είναι ευαίσθητη, αντιλαμβάνεται τα πάντα, αλλά αντιδρά προς ίδιον όφελος και όχι γιά το κοινό καλό

Παύση γιά να ανακαλέσετε στην μνήμη σας κωλοπετσωμένες γυναίκες από το περιβάλλον σας

- Την βρήκες έεε;
- Τι ; κι’ άλλη ;
- Τόσες πολλές ;
- Μην κοιτάς στον καθρέπτη, σου είπα !!

Τέλος της παύσης

Βασικά έχουμε δύο βασικές κατηγορίες κωλοπετσωμένων γυναικών, είναι οι χαρούμενες και οι τεθλιμμένες.
Οι χαρούμενες είναι πάντα μέσα στην καλή χαρά, μοιράζουν φιλιά και φιλοφρονήσεις παντού, υπόσχονται τα πάντα στους πάντες και συγχρόνως κοιτάζουν υπόγεια ποιόν μπορούν να «αρμέξουν». Υποκρίνονται τους άνετους και ανοικτούς χαρακτήρες ώστε να εισχωρήσουν σε μιά παρέα και να εντοπίσουν τα αδύνατα σημεία του στόχου. Χαρακτηριστικό τους η (ανοίκεια) οικειότητα με ανθρώπους που καλά-καλά δεν γνωρίζουν.
Υποχρεωτικά αλλάζουν κάθε τόσο περιβάλλον, άμα αρμέξεις μιά γελάδα πρέπει να περάσουν κάποιες ώρες για να ξανακατεβάσει γάλα.

Οι τεθλιμμένες αντίθετα προβάλλουν συνεχώς ανύπαρκτα προβλήματα και έχουν μάλλον σταθερό κύκλο. Προσφέρουν φύκια για μεταξωτές κορδέλλες στα θύματά τους τα οποία είναι συνήθως άτομα μικρότερης σωματικής ή πνευματικής ηλικίας. Οι περισσότεροι που υποστηρίζουν τον θεσμό της βασιλείας ήθελαν να είναι βασιλιάδες αλλά λόγω αντικειμενικων δυσκολιών δεν μπορούν. Επιλέγουν τότε ένα άλλο άτομο να είναι στον θρόνο τους, πολλές φορές μια τεθλιμμένη κωλοπετσωμένη, το προτιμούν από το να μην υπάρχει θρόνος,
Τέτοιες κωλοπετσωμένες περιβάλλουν με μύθους το πρόσωπό τους, το θεωρούν κέντρο του κόσμου, αδικημένο από τους «σκοτεινούς κύκλους» και δημιουργούνε γύρω τους μιά «αυλή» από ψωνισμένα άτομα που προσπαθούν να λύσουν τα ανύπαρκτα προβλήματα της κωλοπετσωμένης. Ενδιαμέσως την εξυπηρετούν στις επιδιώξεις της.
Τα προβλήματα πρέπει να είναι ανύπαρκτα γιατί τα υπαρκτά μπορεί και να λυθούν οπότε χαλάει το όλο σκηνικό, αυτή είναι η τέχνη της τεθλιμμένης κωλοπετσωμένης

Τέλος υπάρχει και μιά τρίτη κατηγορία, απόρροια της μόδας της εποχής μας. Ισως έχετε προσέξει την μανία να σκίζονται τα παντελόνια σε διάφορα σημεία γιά λόγους μόδας. Σε μερικές περιπτώσεις λείπουν ολόκληρα κομμάτια και καλύπτονται εσωτερικά από άλλο κομμάτι υφάσματος ή και δέρματος.
Ενα τέτοιο κομμάτι δέρματος σε επίμαχο οπίσθιο σημείο θα μπορούσε άνετα να προσάψει τον χαρακτηρισμό της κωλοπετσωμένης στην κάτοχο.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Ο σοφός Σκωτσέζος

Mark Chagall, The Drunkard, 1911-2

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε μα περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλκα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. 
Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Ο ουρανός και τα σύννεφα της νύχτας

.




Είναι κάποιες βραδιές, τριγύρω στην πανσέληνο, που ο ουρανός δεν μαυρίζει μα παίρνει στο μεσουράνημα το χρώμα το μπλέ το σκούρο, των πολύ βαθειών νερών. Τα μικρά κι' αδύνατα αστέρια χάνονται μέσα στο φέγγος, μόνο τα πρωτοκλασσάτα φαίνονται, μάλιστα σα να λάμπουνε πιότερο απ' το συνηθισμένο. Σύννεφα άσπρα, που δεν φέρνουνε βροχή, καλύπτουν τον μισό ουρανό ξεσέρνοντας καθώς ο άνεμος προστάζει, φιάχνοντας σχήματα που ο κάθε νους αλλιώς τα ερμηνεύει.
Κοιτάζει να δει τον Ποσειδώνα στ' άρμα του με τα λευκά τα άτια να το σέρνουν, παρασυρμένος απ΄το χρώμα τ' ουρανού ο ποιητής αλλά κι η μάνα του που ψάχνει τον δικό της θεό, με την ίδια την γενειάδα τον φαντάζεται. Κοιτάζει κι' ο πιτσιρικάς να δει τα σύννεφα να σχηματίζουν τον άγγελο τον φύλακά του με την ρομφαία, να, κάπως έτσι τον φαντάζεται. Πιο πεζή η γάτα κοιτάζει στα κλαδιά του δέντρου για κανένα κοιμισμένο πετινό τ' ουρανού.
Ο ερωτευμένος βλέπει την μορφή της να σκιαγραφείται απ' τα σύννεφα, μετά κοιτάζει τον αποσπερίτη και κάνει τις συγκρίσεις του, σκοτώνοντας την αμεροληψία στ' όνομα της ανάγκης του. Συνήθως η ανάγκη του τέτοια ώρα κοιμάται.
Ο ετοιμοθάνατος ψάχνει τον θάνατο να δει με το δρεπάνι του, έτσι το διάβασε κι' έτσι το περιμένει.
Τα σύννεφα κάνουν σε όλους το χατήρι, ακούν κάθε παραγγελιά και παίρνουνε το σχήμα. Μετά χάνονται στην άκρη του ορίζοντα. Το φεγγάρι περνάει το μεσουράνημα, το φως του λιγοστεύει κι' ο ουρανός μαυρίζει, δεν θυμίζει ωκεανό πια.
Στα καινούργια σύννεφα που ήρθανε οι άνθρωποι δεν ψάχνουν τίποτε πια στα σχήματά τους, φταίει το μαύρο φόντο, δεν τους εμπνέει όπως το μπλε των νερών.

Απογοητευμένα τα καινούργια σύννεφα φέρνουν την αυγή.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Ενα σκούρο μακρύ παλτό, μπορεί και μαύρο



"Οταν τον βλέπεις να γυρίζει σκεπασμένος με την κουβέρτα, να το ξέρεις, κρύβει μαχαίρι. Αλλά μην φοβηθείς, δεν έχει την δύναμη να το καρφώσει"
Ηταν η απάντηση στην απορία του πως και "φόραγε" την κουβέρτα αντί το συνηθισμένο σκούρο του μακρύ παλτό, γιατί στα άλλα πράγματα η απάντηση ήταν προφανής. Ενα ανθρώπινο ταλαιπωρημένο ερείπιο που τριγύρναγε στο λιμάνι ψάχνοντας ένα χαρτζιλίκι, μια μπύρα που το μεθύσι της να καλύπτει το άλλο μεθύσι, την μόνιμη θολούρα του μυαλού. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι' αυτόν και ποτέ του δεν κατάλαβε αν ήταν αλήθεια ή ψέμματα, προϊόντα του εγγενούς φόβου που πάντοτε επιφέρει η προκλητική διαφορετικότητα. Γιατί η προσωπική του εμπειρία ήταν κάπως διαφορετική, ναι μεν θεωρούσε την συμπεριφορά του παραβατική αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει ένα ιδιότυπο χιούμορ που αθώωνε στα μάτια τις πράξεις του.
Πρωΐ-πρωΐ καθισμένος σ' ένα παγκάκι παρακολουθούσε τους ερασιτέχνες ψαράδες που ετοιμάζονταν να φύγουν, οι επαγγελματίες είχαν ήδη ξεκινήσει την μέρα τους. Μπροστά του δυο μεσήλικες μετέφεραν τα συμπράγκαλά τους μέσα στην βάρκα όταν ο ιδιοκτήτης λίγο πριν δώσει τα τελευταία πράγματα στον άλλον που ήταν μέσα στην βάρκα αισθάνθηκε την "ανάγκη" του και κίνησε για το σπίτι του. Ο σύντροφός του κάθησε στο πλάϊ της βάρκας να τον περιμένει. Τότε φάνηκε, αμέριμνος και χωρίς κουβέρτα, μόνο με το μακρύ σκούρο παλτό του, να πλησιάζει χωρίς βιασύνη, χαιρέτησε ευγενικά τον ψαρά μέσα στην βάρκα, έσκυψε πήρε το ντεπόζιτο της βενζίνας και απομακρύνθηκε ήσυχα. Οταν επέτρεψε ο ιδιοκτήτης ρώτησε που έβαλε το μπιτόνι ο φίλος του γιατί δεν το έβλεπε. "Πέρασε ένας ευγενικός κύριος, με καλημέρισε και το πήρε να το γεμίσει " άκουσε την απάντησή του και μετά έχασε την ψυχραιμία του " Βρε μαλάκα, γεμάτο ήτανε, το πήρε να το πουλήσει και εσύ κοιμόσουνα ! "

Σκεπτότανε πως δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα, μάλλον το αντίθετο, αλλά αν ήταν δικαστής θα τον αθώωνε γι' αυτήν την πράξη του, ήταν σχεδιασμένη και εκτελεσμένη από ένα μυαλό που έδειχνε κάτι.
Είχε ακούσει από αρκετούς πως παλιά δεν ήταν έτσι, πως ήταν έξυπνος και μορφωμένος πριν εθισθεί στην παραβατική ζωή αλλά δεν τα πολυπίστευε, πολλές φορές σε τέτοια πράγματα η κοινωνία υπερβάλλει και μια στοιχειώδη μόρφωση ενός παραβατικού την προβιβάζει σε ανώτερα επίπεδα.


Πότε μέσα, πότε έξω, κουβάλαγε μια ποινή για αντίσταση κατά της αρχής και κάτι άλλα για κλοπές και απόπειρες, τελευταία ήταν σχεδόν μόνιμα έξω, μπορεί να έπαιζε ρόλο και η κλονισμένη υγεία του. Που και που δούλευε βοηθητικός σε καμιά βάρκα αλλά όχι παραπάνω από τρεις μέρες, κάπου εκεί τα σκάτωνε είτε με μεθύσι , είτε κλέβοντας τα ψάρια. Την επόμενη μέρα απ' αυτήν που τον είχε δει με την κουβέρτα μαθεύτηκε πως οι Καλύμνιοι κιουρτάδες που έρχονταν σ' αυτά τα μέρη κάθε καλοκαίρι και τους φιλοξενούσε ο παραβατικός, έφυγαν τρομαγμένοι γιατί τους απειλούσε με το μαχαίρι να του πουν το μυστικό, τι έβαζαν για δόλωμα στους κιούρτους. Πραγματικά οι Καλύμνιοι με τους κιούρτους τους βγάζανε γερό μεροκάματο πουλώντας ψάρια που οι άλλοι ψαράδες δεν μπορούσαν να πιάσουν, αυτή ήταν η τέχνη τους και την χρωστάγανε σ' αυτό που δολώνανε τους κιούρτους. Δουλευτάδες της θάλασσας ποτέ δεν εξαντλούσαν ένα τόπο, ρίχναν τα εργαλεία του λίγες μέρες και μετά τραβάγανε γι' αλλού, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να του πουν το μυστικό τους. Δεν ξαναφάνηκαν  απ' αυτά τα μέρη μετά το συμβάν.

Πλησίαζε το χωριό όταν τον είδε να κάνει ωτοστοπ και το χειρότερο κατάλαβε πως και ο παραβατικός είδε πως τον είδε. Δεν ήθελε να τον πάρει αλλά και δεν ήθελε να του το δείξει, φρέναρε πολύ σιγά και σταμάτησε καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά ελπίζοντας πως θα βαριότανε να τρέξει. Απελπίστηκε όταν τον είδε να πλησιάζει βρώμικος και ελεεινός, "θα πάει τ' αμάξι κατ' ευθείαν για πλύσιμο" σκέφτηκε. Ο παραβατικός, τυλιγμένος σ΄ενα σκούρο μακρύ παλτό που έζεχνε, κάθησε στην θέση του συνοδηγού με το χαζοχαμόγελο του μεθυσμένου στο στόμα του:
 " βάλε ν' ακούσουμε καμιά πενιά" , πρότεινε.
Για να του την σπάσει ο οδηγός έβαλε μια κασέττα μ' ένα "εξειδικευμένο" τραγούδι του Ντύλαν, μόνο οι φανατικοί του θαυμαστές το ξέρανε. Στις πρώτες νότες μαζί με ήχους από γρύλους ο παραβατικός αναφώνησε " Αμάν, το τραγούδι μου !" "Θα το μπερδεύει με κανένα σκυλάδικο σκέφτηκε ο οδηγός για να μείνει κάγκελο όταν τον άκουσε να τραγουδά μαζί με τον Ντύλαν τους στίχους :

Crickets are chirpin’, the water is high
There’s a soft cotton dress on the line hangin’ dry
Window wide open, African trees
Bent over backwards from a hurricane breeze
Not a word of goodbye, not even a note
She gone with the man
In the long black coat
Somebody seen him hanging around
At the old dance hall on the outskirts of town
He looked into her eyes when she stopped him to ask
If he wanted to dance, he had a face like a mask
Somebody said from the Bible he’d quote
There was dust on the man
In the long black coat
Preacher was a talkin’, there’s a sermon he gave
He said every man’s conscience is vile and depraved
You cannot depend on it to be your guide
When it’s you who must keep it satisfied
It ain’t easy to swallow, it sticks in the throat
She gave her heart to the man
In the long black coat
There are no mistakes in life some people say
It is true sometimes you can see it that way
But people don't live or die, people just float
She went with the man
In the long black coat
There’s smoke on the water, it’s been there since June
Tree trunks uprooted, 'neath the high crescent moon
Feel the pulse and vibration and the rumbling force
Somebody is out there beating a dead horse
She never said nothing, there was nothing she wrote
She gone with the man
In the long black coat

Το ήξερε ολόκληρο και χωρίς λάθος !!!

Χρόνια μετά ο οδηγός τον θυμότανε κάθε φορά που το μυαλό του γύριζε στην πρώην γυναίκα του. Τον εγκατέλειψε για πάντα ένα πρωΐ και κάποιοι του είπανε πως την είδαν να φεύγει μαζί μ' έναν που φόραγε ένα μακρύ σκούρο παλτό, μπορεί και μαύρο...

μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι εδώ





Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Χηρόλακας


Ο Χηρόλακας ήταν το μέρος που κλαίγανε οι χήρες κι οι μανάδες των ναυτικών που ναυάγησαν, μια χωμάτινη πλατεία εντελώς επίπεδη που χρησίμευε και σαν γήπεδο για ποδοσφαιρικούς αγώνες, η μια γραμμή του αράουτ ήταν η θάλασσα.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που το Γαλαξίδι έχασε την αίγλη του με την επικράτηση του ατμού, οι Γαλαξιδιώτες επέμεναν στα πανιά-την τέχνη τους, ησύχασε όμως ο τόπος από τους θρήνους των χαροκαμένων γυναικών. Ο Χηρόλακας εξελίχθηκε σε μιά ήρεμη γειτονιά, χωρίς μαγαζιά και φασαρία, όλα αυτά επικράτησαν στο άλλο λιμάνι, την αγορά. Οι Χηρολακιώτες όμως διατήρησαν τα σπίτια τους ενώ στην αγορά όλα τα παραλιακά αλλά και αρκετά σπίτια στα ενδότερα υπέκυψαν στον αδυσώπητο νόμο της...αγοράς και κατέληξαν μαγαζιά.
Ο Χηρόλακας σαν λιμάνι είναι αβαθής, μόνο βάρκες μπορούν να δέσουν. Πριν κάποια χρόνια υπήρχαν διχτυάρηδες και οκταποδολόγοι που είχαν εκεί το στέκι τους. Τα ψάρια τα πήγαιναν κατ' ευθείαν στα σπίτια των αγοραστών, δεν υπήρχε η έννοια της αγοράς με τα συνεπακόλουθά της όπως στο κεντρικό λιμάνι. Στις μέρες μας, δυο τρεις παραγαδιάρηδες και λίγοι ερασιτέχνες αράζουν τα βαρκάκια τους στα νερά του Χηρόλακα.
Η πλατεία έχει σήμερα στρωθεί με πλάκες και είναι η χαρά των μικρών παιδιών με τα ποδήλατα τους. Τα παγκάκια είναι στραμμένα προς την θάλασσα, ο όγκος του Παρνασσού με τους Δελφούς και το Χρισό λίγα μίλια μακριά δεσπόζει στο τοπίο. Πιο κάτω, το αποτελείωμα της Ιτέας, η Κίρρα, Ξηροπήγαδο για τους παλιούς που δεν μάθανε τα ονόματα από ταμπέλες, οριοθετεί με τα φώτα την νύχτα το χώρισμα της θάλασσας απ' την στεριά. Σε κάθε παγκάκι κάθε καλοκαιρινό βράδυ η ίδια παρέα σχολιάζει χαμηλόφωνα πολιτική και γειτόνους. Κάποιοι φέρνουν μαζί τους τις πλαστικές κατέκλρες τους, δεν τους χωράει όλους το παγκάκι. Ολα είναι γλυκά και ήρεμα στο Χηρόλακα, οι χήρες δεν κλαίνε πλέον, μόνο κανένα παιδάκι κλαίει σαν τύχει να πέσει από το ποδήλατό του.



Λατρεύω το ξημέρωμα στον Χηρόλακα με τα χρώματά του, ειδικά όπως φαίνεται μέσα απ' την θάλασσα, είναι η σχεδόν καθημερινή μου απόλαυση, χρόνος που κυλάει νοσταλγικά...


Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Εισαγωγή από το "Ιστορίες από το κοίλο ημισφαίριο

.


1. Πρόλογος

Κει που τελειώνει ο ωκεανός στο άλλο ημισφαίριο –λένε- υπάρχει μιά ομαλή ακτή γιά τους ναυαγούς. Την προτιμάνε από τα απόκρημνα βράχια και καθώς εκεί η αμμουδιά και το νερό λειώνουν το ένα μέσα στ’ άλλο, μπορείς να βγείς ακόμα και περπατώντας. Λίγο πιό πέρα όμως, στα πέντε μέτρα μπροστά, απλώνεται ένας μαντρότοιχος ψηλός, σ’ όλο το μήκος της ακτής, διαφυγή καμιά, πρέπει να τον περάσεις ή να γυρίσεις πίσω στην θάλασσα. Κανένας ναυαγός δεν ήξερε τι είναι πίσω από τον τοίχο, ο καθένας φανταζότανε ό,τι του έλειπε εκείνη τη στιγμή : άλλος φαΐ, άλλος κρασί, άλλος γυναίκες. Μερικοί από τους ναυαγούς νομίζανε ότι ήταν στο νησί των θησαυρών, διαμάντια και πολύτιμους λίθους φέρνανε στην φαντασία τους, τον τοίχο δεν τον υπολόγιζαν. Τρώγανε λίγες αχιβάδες και καβούρια, να πάρουνε δυνάμεις, ξαπλώνανε στον ήλιο κι’ ετοιμαζότουσαν γιά το μεγάλο σάλτο. Κι ‘ ο τοίχος όμως ετοιμαζότανε. Χρόνια τώρα και καιρούς έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του πως κανείς ανάξιος δεν θα περάσει. Και έβαζε όλη του τη τέχνη. Αλλού γινόταν γλιστερός αλλού αγκάθια έβγαζε, αλλού υποχωρούσαν τα στηρίγματα του μέχρι οι υποψήφιοι κατακτητές να πέσουν κάτω. Γιατί έτσι τους έβλεπε, σαν άγριους εποικιστές, νηστικούς να φάνε το φαΐ του, διψασμένους να πιούν το κρασί του, στερημένους να χαρούν τις γυναίκες του και πάντα άρπαγες, ν’ αρπάξουν το θησαυρό του. Και τότε αυτός ψήλωνε κατά βούληση για να μην τους αφήσει.  Στους πιό επίμονους διεκδικητές έκανε το μεγάλο κόλπο: έπαιρνε τα χρώματα και την υφή του ωκεανού, τους τρόμαζε, τους θύμιζε το χτες -θάλασσα σκούρα κι’ ουρανός μονάχα- σα ναυαγοί χάνανε τον προσανατολισμό τους κι αντί γιά πάνω, προς τα κάτω ή τα πλάγια σκαρφαλώνανε απελπισμένα. Στο τέλος τη λουρίδα της άμμου λατρεύανε κι’ εγκαταλείπανε τη προσπάθεια.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Τρία ζευγάρια παπούτσια

Τα παλιά χρόνια οι φωτογράφοι είχαν κάποια κουστούμια να εξυπηρετούν τους πελάτες τους που ήθελαν επίσημη φωτογράφηση. Δεν είχαν όμως παπούτσια, ίσως ήταν ακριβά εκείνη την εποχή. Αν δεν είχε και ο πελάτης, ο φωτογράφος "έκοβε" τα πόδια στην φωτογράφηση

.



Παρατηρούσε τα παπούτσια. Ισως ήταν το πιό ενδιαφέρον στην μικρή συγκέντρωση. Καμμιά δεκαπενταριά αποκομμένοι από την πραγματικότητα αριστεροί, όλοι πάνω από τα –ηντα, ένας δυό συνομήλικοι λογοτεχνίζοντες, δυό τρεις ξέμπαρκοι φίλοι των ομιλούντων. Οσοι νεαροί υπήρχανε στον χώρο είχαν τραβηχθεί επιδεικτικά μακριά μέσα την μεγάλη αίθουσα λες και φοβότουσαν μη μολυνθούν. Ηταν αρκετά νεαροί γιά να δηλώσουν από τώρα «αριστεροί» προτιμούσαν την ταμπέλλα του «ανένταχτου» όπως υποτίθεται πως ήταν το τιμώμενο πρόσωπο- το πιό ακριβό από τα τρία ζευγάρια παπούτσια. Ηταν στο χρώμα του κάστανου από ακριβό δέρμα- έκανε μπαμ-και μιά κάτασπρη πολύ χοντρή τρακτερωτή σόλα. Ηταν σαν ένα μικρό φρούριο, ένα άρμα μάχης έτοιμο να προστατέψει το πόδι που ήταν μέσα από κρύο, νερό, λακκούβα, κακοτεχνία και στραβοπάτημα. Σίγουρα είχε πάνω από 500 ευρώ το ζευγάρι, μεγάλη αξία, έτσι κι’ αλλιώς «εξαφάνιζε» την όποια αντίστοιχη του κατόχου, όπου μόνο τ’ ακούρευτα άσπρα μαλλιά του ήταν αξιοπρόσεκτα και αυτά μάλλον με αρνητικό τρόπο. Ισως να έφαιγε το όνομά του, συγκεκομμένο ξενικά προφερόμενο το μικρό του, όχι πρωτότυπο τόχε κι’ ο εραστής διάσημης γαλλίδας τραγουδίστριας, ίσως κι’ αυτός στα νιάτα του να τάφιαξε με καμμιά γαλλίδα τουρίστρια και το καθιέρωσε ή του το επέβαλε η γαλλίς προσπαθώντας να τον «ανεβάσει» κοινωνικά και λογοτεχνικά. Μετά βρέθηκε και ένα επίθετο σκέτο γεωμετρικό σχήμα όπως θα λέγαμε Τραπέζιος ή Ορθογώνιος. Κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν το δικό του ή τον κάλυπτε λογοτεχνικά, στην πραγματκότητα κανένας δεν ενδιαφερότανε. Βρέθηκε κάποτε στην μόδα όταν η πολυσυλλεκτικότητα κάποιων κομμάτων έδωσε στέγη σε διάφορους ανένταχτους σοβαρούς και μη, μερικοί το εξαργύρωσαν με ψήγματα δημοσιότητας και γνωριμιών χρήσιμων γιά τα μετέπειτα σκληρά χρόνια όταν η μπογιά έχει πιά ξεθωριάσει και μόνο τα παπούτσια εντυπωσίαζαν όσους δεν θέλανε ντε και καλά να εντυπωσιασθούν. Εδώ βέβαια δεν είχαμε τέτοια περίπτωση όλο το ακροατήριο άκουγε βαρυεστημένα έναν ανούσιο διάλογο μεταξύ δυό μεθυσμένων «προσωπικοτήτων» διανθισμένο με φιλοφρονήσεις που έφερναν αμήχανα χαμόγελα στα στόματα των «κομματικώς» παρευρισκομένων. Μόνο ένας από το ακροατήριο συμμετείχε που και που στην-ο θεός να την κάνει- κουβέντα, προφανώς μεθυσμένος και αυτός αλλά και φίλος τους. Δεν ξεχώριζε όμως από τα παπούτσια του δεν φόραγε τα πανάκριβα μαλακά γκρίζα μοκασίνια που αγκάλιαζαν τρυφερά τα ακριβοκαλτσωμένα πόδια του παρουσιαστή, βουλευτή πλέον της αριστεράς- σημείον των καιρών και του εκλογικού νόμου. Πολλές πιά οι έδρες κι’ άντε να βρεις στελέχη επώνυμα. Ξεπέσανε στους δημοσιογράφους όπως έκαναν και τα μεγάλα κόμματα, τουλάχιστον αυτοί έκαναν τους ηλικιωμένους να μην έχουν και πολύ μέλλον – κάτι κι’ αυτό. Η ιδιότητα του βουλευτή προσθέτει χαίτη λευκή στον τράχηλο και φαβορίτα α λα σταμάτη κόκκοτα -σαράντα χρόνια μετά- στις παρειές. Δερμάτινο σακάκι- το δέρμα αντιλόπη- και αντίστοιχο μαλακό παπούτσι, τρυφερό όπως τρυφερά φερότανε στους ψηφοφόρους μέχρι να του ζητήσουν κάτι. Εδώ φαινότανε η βουλευτική απειρία του : δεν υποσχότανε λαγούς με πετραχείλια όπως οι επαγγελματίες του είδους αλλά δήλωνε αναρμόδιος και έστριβε εντέχνως να συνεχίσει το πιοτό του.
Το τρίτο άξιο λόγου και χρημάτων ζευγάρι παπούτσια ανήκε σε ακραιφνή ακροδεξιό παγιδευμένο εδώ και χρόνια στο Πασόκ από τότε που τούδωσε ψωμί. Εχοντας κάποιο φιλότιμο θεωρούσε υποχρέωσή του να ψηφίζει τους διαδόχους του σωτήρα του, Αντρέα και να κάνει παρέα με αριστερούς κατά το πρότυπο των στελεχών του κινήματος. Από την άλλη βέβαια είχε βαρεθεί την στενοκεφαλιά των ομοϊδεατών του και του άρεσε να χαζεύει τις πιό όμορφες γκόμενες του χώρου και τις ατέλειωτες θεωρίες των αριστερών. Επειδή δεν καταλάβαινε τίποτε του φαινότανε ότι λέγανε σπουδαία πράγματα κι’ έκλεβε δυό τρεις φράσεις να τις πει αλλού και να εντυπωσιάσει. Γιατί όποτε μίλαγε και ειδικά σε γυναίκες, πάντα μίλαγε γιά τον πιό καταπληκτικό άνθρωπο που είχε γνωρίσει, το πιό καταπληκτικό έργο που είχε δει, το πιό καταπλητικό βιβλίο που είχε διαβάσει. Οταν δεν τούβγαινε τίποτε ήταν ικανός να αναφέρει τον πιό καταπληκτικό νεροχύτη που έπλυνε τα χέρια του. Βέβαια το μόνο καταπληκτικό που είχε επάνω του ήταν οι πανάκριβες μπότες που φτάνανε μέχρι τα μισα στο καλάμι του, τράβαγε όπως καθότανε ψηλά το παντελόνι του γιά να φαίνονται.
Αυτά τα τρία ζευγάρια παπούτσια αξιζαν περισσότερο από τα περίπου είκοσι που φόραγαν οι ακροατές, το διαισθανότανε, δεν ήταν θέμα υπολογισμών. Οταν αφηρημένοι, μ’ ένα χαζό χαμόγελο ευτυχίας ακούνε δυό επώνυμους μεθυσμένους να σιγανοπαραληρούν πως είναι δυνατόν ακριβό παπούτσι να σταθεί στα πόδια τους ;

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Φονική συνταγή





«Ελα μωρέ, φάε και συ λίγο να μη πάει χαμένο, εμένα μου πέρασε η όρεξη».
Δεν ήθελα και πολύ. Λιγούρης στο φαΐ και όχι μόνο, άμα το έχω μπροστά μου του δίνω και καταλαβαίνει. Υποκύπτω στους πειρασμούς είναι η ιδεολογία μου και η αποφυγή των πειρασμών η άμυνά μου.
Μαζί της. Διακοπή στις διακοπές μου. Εξ άλλου το μαζί της πάντα σαν διάλειμα είναι. Συμφωνία, όταν μπορούμε βγαίνουμε «να περάσουμε καλά» και τέλος. Πλήρης αδιαφορία - ούτε τηλέφωνο – στο νεκρό διάστημα, καμμιά υποχρέωση, καμμία δέσμευση, όταν κι’ αν μπορούμε κι’ οι δυό, χτες βράδυ μπορούσαμε. Μπορούσαμε ;
Αλλαι αι βουλαί του θεού (καθένας μας κι’ ένας μικρός θεός) και άλλα η μοίρα προστάζει (ίσως γι’ αυτό αποκαλούνε τις γυναίκες μοιραίες). Το μέλλον θα αποφασίσει γιά τη συνέχεια ή μη της σχέσης, το μέλλον είναι ουδέτερο στην ελληνική γλώσσα.
Ανδρας, γυναίκα, μέλλον, πιό ταιριαστή τριάδα μου φαίνεται από την πατήρ, υιός και (άγιο) πνεύμα που ακολουθώ στην οικογενειακή μου ζωή, ταυτίζοντας την κόρη μου με «εν είδει περιστεράς» ώστε να «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»
Αποφεύγω το βραδυνό φαγητό και το ξενύχτι μιά που σηκώνομαι από (ψαράδικη) συνήθεια τα χαράματα και δεν με πιάνει ύπνος το μεσημέρι. Χρόνια γνωστοί, το ξέρει και προσπαθεί να το σέβεται, όπως και εγώ προσπαθώ να σέβομαι τις δικές της συνήθειες, αλλά λόγω καύσωνα χθες βρεθήκαμε στις έντεκα μου μου. «Πεινάω σαν λύκαινα» μου είπε και ψιλοχάρηκα παρεξηγώντας το «φαΐ» με τα μεζεδάκια. Στίς τρεις τέσσερις μπουκιές χόρτασε. Συμβαίνει. Το μητρικό ένστικτο που γεννάω στις γυναίκες την οδήγησε να με μπουκώσει, υποχώρησα ελπίζοντας σε μιά (σύντομα) καλύτερη συνέχεια. Τελείωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ότι υπήρχε στα πιάτα.
- Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, είπε και τόπιασα το υπονοούμενο μιά που ξέρει πως δεν χορεύω παρά μόνο μεθυσμένος.
- Πάμε να ρίξουμε μιά ματιά στις βιτρίνες της Πατησίων ; Πως να χαλάσεις τέτοιο χατήρι, άσε που η βόλτα βοηθάει και στην χώνεψη. Μεγάλος δρόμος η Πατησίων και παντού βιτρίνες. Δεν ψωνίζω ποτέ μου ρούχα. Το αναθέτω σε κοντινά μου πρόσωπα μιά που είμαι δυσλεκτικός στις εικόνες, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι επάνω μου και σιχαίνομαι να προβάρω ρούχα και παπούτσια. Περισσότερο ενδιαφέρον γιά μένα έχουν οι βιτρίνες με τα ψυγεία και τα πλυντήρια αλλά σπανίζουν σε περπατιάρικους δρόμους, οι μπουτικ κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να περιγράψω τα σχόλια επί των ρούχων της συνοδού μου γιατί δεν τα άκουγα «έπαιζα» μέσα μου την ενάτη του Σούμπερτ, να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου και να καλμάρω. Συγχρόνως σκεπτόμουνα την σοφή παρατήρηση του Ντύλαν άμα σε πιάσει αγκαζέ μιά γυναίκα κάτι κακό γιά σένα έχει στο νού της. Με είχε πιάσει όντως αγκαζέ, πέρα από τις μέχρι τώρα συνήθειές της.
Η ώρα πλησιάζε την «τρίτην πρωϊνήν» «οι μικρές ώρες περνάνε γρήγορα, γι’ αυτό τις λεν μικρές» μου είχε πει κάποτε μιά νυκτερινή μου περιπέτεια, σοφή κουβέντα. Είχαμε εξαντλήσει τα δύο πεζοδρόμια της Πατησίων, στο αναπόφευκτο της στιγμής μου εξήγησε ότι ενδιαφερότανε πολύ γιά μένα, την υγεία μου και την ζωή μου αλλά απόψε δεν ήταν διαθέσιμη γιά περαιτέρω. Το πασπάλισε και με ολίγες φράσεις περί σύσφιγξης των σχέσεων μας, «μεγαλώνουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον», εκνευρίζομαι όταν οι γυναίκες χρησιμοποιούν αρσενικό γένος γιά να περιγράψουν τον εαυτόν τους, δεν το θεωρώ ισότητα αλλά άρνηση ταυτότητας.
Πήραμε την άγουσα προς άγραν ταξίου. Σκεπτόμουνα τον χαμένο μου ύπνο, όχι ιδιαίτερα προβληματισμένος, στα πενήντα τόσα μου ξέρω πως τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις διαρκούν όσο και η έκλειψη ηλίου. Και τότε τον είδα. Μάλλον τον είδαμε. Τον Νικόλα, κοινό μας γνωστό, οκτώ χρόνια μικρότερο απο μένα, αλλά να δείχνει εβδομηντάρης και βάλε. Θύμα του κόμμματος και του μυαλού του ο Νικόλας, χρυσό και άκακο παιδί, ψάχνει το μεροφάϊ – κυριολεκτικά- με το φανάρι. Κάποιο έντυπο υλικό πέταγε κάτω απ’ τις πόρτες με κομματική συνείδηση, ένα σε κάθε πόρτα και όχι καμμιά δεκαριά μαζί να τελειώνουνε πιό γρήγορα. Εξ άλλου άμα τελείωνε τη δουλειά του, τι θα έκανε, που θα πήγαινε ; Αστεγος χρόνια ξέρει ότι είναι βάρος σ’ όσους τον φιλοξενούνε, φροντίζει να τους ξαλαφρώσει από την παρουσία του όσο περισσότερο μπορεί..
Τον χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα της κεφαλής. Η συνοδός μου ήταν περισσότερο διαχυτική :
- Τι γίνεται Νικόλα, πως τα περνάς ;
Ο Νικόλας άνοιξε το χωρίς δόντια στόμα του:
- Τρώω πολύ- όταν έχω-, κοιμάμαι ελάχιστα, συνουσιάζομαι σπάνια,
-Φονικός συνδυασμός,είπε η δικιά μου, και τι κάνεις γι’ αυτό ;
"Και συ τι έκανες γι αυτό ;" σκέφτηκα και την  κοίταξα σαν να την έβλεπα πρώτη φορά. Ισως ήτανε αυτό το φωτοστέφανο γύρω απ’ το κεφάλι της που δεν είχα ποτέ μου προσέξει...

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Ρόδα είναι και γυρίζει...

Η εκ νέου υφυπουργοποίηση του "ξανθού" Ιωαννίδη επαληθεύει την φήμη ότι έψαχναν σε καφενεία και λέσχες "πολιτικούς" για να αναλάβουν υπουργεία και δείχνει το χάλι της ελληνικής κοινωνίας, εξ άλλου οι πολιτικοί είναι η βιτρίνα της. Νομίζω ότι ξανάγινε επίκαιρο ένα παλιό μου άρθρο.

 Μέρες που'ρχονται, χρόνια να θυμόμαστε

Οι νεότεροι ίσως δυσκολευτούν να αναγνωρίσουν κάποια σημεία και τέρατα...


Λες και ήταν χθες,
λες και ήταν χθες,
που φιλάκια σούδινα
στα χείλη τα βελούδινα...

Λες και ήταν χθές που το κουδούνι χτύπησε πρωΐ-πρωΐ και δεν ήταν ο γαλατάς...
Που πήγες στον ιππόδρομο όχι να παίξεις, μα σαν κρατούμενος- πολιτικά επικίνδυνος (το "ορθώς" και πιθανόν το "υπτίως" δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη)
Που βολεύτηκες μετά από την μεγαλοψυχία των συνταγματαρχών- δεν ήσουνα χαρακτηρισμένος, απλώς συνοδοιπόρος ήσουνα- έβαλες τα όνειρα σου στο σεντούκι κι' είπες ας δοκιμάσουμε κι' αυτούς- ποτέ δεν ξέρεις...
Το μεροκάματο σε απορρόφησε και η "δόξα" του ΠΑΟ στο Γουέμπλεϊ.
Αλλαξες κι' έρωτα, ήθελες σερμαγιά ν' ανοίξεις μαγαζάκι τώρα που αποχαρακτηρίσθηκες, η Ελευθερία βλέπεις, δεν είχε προίκα, η Κασσιανή είχε.

Ψήφισες "ΝΑΙ" στο σύνταγμα, "πιστεύω" σου να γίνει, έγινες και σύμβουλος δημοτικός "αριστήνδην", καμάρωνε η μαμά κι' έβριζε τους "φαλακροκόρακες του Στρασβούργου" που θέλαν να αποβάλλουν την Ελλάδα απ'την Ευρώπη - τα ζώα.

Μετά σαν γέμισε η τσέπη θυμήθηκες τις ευαισθησίες σου, ίσως έφταιγε και το γκομενάκι- απαραίτητο συμπλήρωμα της επιτυχίας- έβραζε το αίμα του από λαχτάρα γιά δωράκια και κοινωνική ισότητα. Σταμάτησες να βρίζεις τα τσογλάνια στο Πολυτεχνείο, ας δοκιμάσουμε και λίγο δημοκρατία είπες, ποτέ δεν ξέρεις.
Σου πήρε κάποιους μήνες μέχρι τον Ιούλιο που βγήκες με σημαίες "δικαιωμένος" να υποδεχθείς τον "Εθνάρχη"...οι σημαίες ήταν πιά πλαστικές.
Θυμήθηκες τις αντιστασιακές σου πράξεις- μιά φορά έκλεισες την τηλεόραση την ώρα που μιλούσε ο Πρόεδρος-Αντιβασιλεύς, παρέλειψες βέβαια να πείς το γιατί, δεν πειράζει και η δημοκρατία μεγαλόψυχη είναι.

Και πρίν και τότε τους ίδιους πελάτες είχες στην δουλειά σου κι' η μάνα σου η ίδια ήτανε- βάρυνε λίγο από τα χρόνια. Τους ίδιους είχες και μετά όταν την έχασες.
Μόνο γκομενάκια περήφανος άλλαζες- η γυναίκα είναι ιερό πράγμα δεν την αλλάζουμε, θρησκεία, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ και πάνω απ' όλα Ελλάδα, η χούντα έφυγε, τα συνθήματα όμως είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα στο μυαλό σου.
Μέχρι που κάποια μικρή σου είπε πως τα χιλιάρικά σου είναι ίδια με του γείτονα και σου γκρέμισε την αυτοπεποίθηση του εραστή, ναι μεν είχες περάσει στο "σοσιαλισμό" πλέον αλλά τέτοια ισοπέδωση δεν την άντεχες, ήρθε και ο προστάτης και "έκλεισες" σαν άντρας.
Ευτυχώς η γυναίκα σου εκεί, σαν την Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.
Κι' άρχισες να κοιτάς απ' το παράθυρο, έξω στον κήπο...

Κι' άκουγε η μηλιά
κι' η κληματαριά
τις κουβέντες τις γλυκές
λες και ήταν χθες

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Don Giovanni di Aragona



Εντελώς...άγνωστος με το κανονικό του όνομα, πασίγνωστος με το ψευδώνυμο Ερνάνι, ήρωας του Βίκτορα Ουγκό στο ομώνυμο βιβλίο του το οποίο μετατράπηκε σε λιμπρέττο από τον Πιάβε και την 9η Μαρτίου 1844, στο θέατρο"Λα Φενίτσε" στην Βενετία, πέρασε στην αιωνιότητα μελοποιημένος -και όχι μόνο - από τον "θεϊκό" Βέρντι.

Μια καταπληκτική εκτέλεση, στην περιβόητη Σκάλλα του Μιλάνου το 1984  υπό την μαγική διεύθυνση του Ρικάρντο Μούτι παρουσίασε κάποιο βράδυ το κανάλι της Βουλής.


Ισως δεν είναι τυχαίο ότι το 1904 ήταν η πρώτη όπερα που ηχογραφήθηκε ολόκληρη, ο Ερνάνι μπορεί να μην είναι η δημοφιλέστερη όπερα - κάτι που θα πετύχαινε λίγα χρόνια αργότερα ο Βέρντι με την "θηλυκή" του έκδοση, την Τραβιάτα, στηριγμένη στην "Κυρία με τας καμελίας" του Αλεξάνδρου Δουμά-, μπορεί να μην είναι η πιο αναγνωρίσιμη - την τιμή αυτήν την έχει ο Τροβατόρε-, μπορεί να μην είναι η ποιοτική επιλογή του δημιουργού της - εδώ ένα άλλο έργο του Ουγκό, το "Ο Βασιλιάς διασκεδάζει" είναι η βάση για τον αξεπέραστο στους αιώνες Ριγκολέττο, αλλά επιτρέψτε μου να καταθέσω την άποψή μου, ο Ερνάνι είναι η όπερα που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη τον δημιουργό της στην παραγωγικότερη περίοδο της ζωής του, πριν η σοφία της ωριμότητάς του τον οδηγήσουν στον Σέξπηρ και τις αριστουργηματικές μελοποιήσεις των "Οτέλλο" και "Φάλσταφφ".



Οσοι έχουν ακούσει προσεκτικά την πρώτη όπερα του Βέρντι," Ομπέρτο" ,  μπορούν να δικαιολογήσουν την θέση μου. Στον Ομπέρτο ο νεαρός και άπειρος Βέρντι "ανακατεύει" όσες μελωδίες έχει στο μυαλό του σε μια θεωρητικώς άτεχνη και "κακή" όπερα που όμως ξεχειλίζει από ακατέργαστο ταλέντο. Πολλά κομμάτια από αυτήν,  ελαφρά παραλλαγμένα είναι αναγνωρίσιμα στις επόμενες όπερές του αφού πλέον είχε τύχει της γενικής επιδοκιμασίας, το 1842 με τον περιβόητο Ναμπούκο. Ακολουθεί η όπερα "Οι Λομβαρδοί" το 1843 και την επόμενη χρονιά -πρώτη φορά μακριά από το Μιλάνο- ο Βέρντι πατώντας γερά πλέον στα πόδια του, αναγνωρισμένος αλλά και έμπειρος ξαναφέρνει τις μελωδίες της πρώτης του όπερας στην Βενετία με τον "Ερνάνι" και στην Ρώμη με τους "Οι δύο Φόσκαροι".




Λίγα χρόνια αργότερα, το 1859, ο "γεμάτος "πλέον Βέρντι ξανακτυπά με μια όπερα χωρίς εισαγωγή αλλά με "εύρυθμη" αναρχία στην πλοκή της, ο χορός των μεταμφιεσμένων έχει κι' αυτός τις ρίζες του στον Ομπέρτο.



Ηταν μια καταπληκτική εκτέλεση-και ποια εκτέλεση στην Σκάλλα δεν είναι - με τον Πλάσιντο Ντομίνγκο να δίνει, όπως πάντοτε με την εμπειρία του, περισσότερα στοιχεία από την φωνή του και την σκηνική παρουσία του και την Μιρέλλα Φρένι να αποδίδει περισσότερο από υπέροχα την Ελβίρα.
Και αποκτά περισσότερη αξία η ερμηνεία της αν κάποιος γνωρίζει ότι η Μαρία Κάλλας έγραψε ιστορία σαν Ελβίρα. Μου έχει τύχει να ακούσω από το γιουτιούμπ στον ρόλο της Ελβίρας την Μαρία Κάλλας παρέα-καθε φορά και με άλλη- με δύο τραγουδίστριες  που και οι δύο στο ίδιο σημείο περίπου στο 5.10 με αγαθή ζήλεια έχουν αναφωνήσει "Μα τι κάνει η π..."
Και των υπολοίπων συντελεστών η ερμηνεία ήταν πάρα πολύ καλή, τώρα αν στον ρόλο του βαρύτονου μου έλειψε ο..."Δημήτρης" , ε αυτό είναι προσωπικό γούστο δεν ειναι αντικειμενική κριτική.
Ως συνήθως, ο μεγάλος αδικημένος είναι ο συγγραφέας μια που η απόλαυση της μελωδίας και η έκφραση των αισθημάτων με μουσική- η σπεσιαλιτέ του Βέρντι - λίγες σκέψεις αφηνει για την πλοκή του έργου

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Η πρώτη γνωριμία

Van Gogh, Still Life with Absinthe (1887)


Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι' όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι' η κοινωνία...
όπως λέει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο. 
Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που - ίσως - δεν θα σκεφτόμαστε τιποτε άλλο από τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :

(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)


- Κι' ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο
- Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
- Κι' όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
- Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
- Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
- Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
- Οσοι αιώνες κι' αν περάσουνε
- Η "λογική" κι η "τρέλλα"

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες, σε όλους τους αιώνες, όπως στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή...



Ηταν κάτι πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι' αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς. Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι' άλλοτε φωτισμένο μα πάντα το ίδιο...

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Ο ουρανός και τα σύννεφα της νύχτας


 




Είναι κάποιες βραδιές, τριγύρω στην πανσέληνο, που ο ουρανός δεν μαυρίζει μα παίρνει στο μεσουράνημα το χρώμα το μπλέ το σκούρο, των πολύ βαθειών νερών. Τα μικρά κι' αδύνατα αστέρια χάνονται μέσα στο φέγγος, μόνο τα πρωτοκλασσάτα φαίνονται, μάλιστα σα να λάμπουνε πιότερο απ' το συνηθισμένο. Σύννεφα άσπρα, που δεν φέρνουνε βροχή, καλύπτουν τον μισό ουρανό ξεσέρνοντας καθώς ο άνεμος προστάζει, φιάχνοντας σχήματα που ο κάθε νους αλλιώς τα ερμηνεύει.
Κοιτάζει να δει τον Ποσειδώνα στ' άρμα του με τα λευκά τα άτια να το σέρνουν, παρασυρμένος απ΄το χρώμα τ' ουρανού ο ποιητής αλλά κι η μάνα του που ψάχνει τον δικό της θεό, με την ίδια την γενειάδα τον φαντάζεται. Κοιτάζει κι' ο πιτσιρικάς να δει τα σύννεφα να σχηματίζουν τον άγγελο τον φύλακά του με την ρομφαία, να, κάπως έτσι τον φαντάζεται. Πιο πεζή η γάτα κοιτάζει στα κλαδιά του δέντρου για κανένα κοιμισμένο πετινό τ' ουρανού.
Ο ερωτευμένος βλέπει την μορφή της να σκιαγραφείται απ' τα σύννεφα, μετά κοιτάζει τον αποσπερίτη και κάνει τις συγκρίσεις του, σκοτώνοντας την αμεροληψία στ' όνομα της ανάγκης του. Συνήθως η ανάγκη του τέτοια ώρα κοιμάται.
Ο ετοιμοθάνατος ψάχνει τον θάνατο να δει με το δρεπάνι του, έτσι το διάβασε κι' έτσι το περιμένει.
Τα σύννεφα κάνουν σε όλους το χατήρι, ακούν κάθε παραγγελιά και παίρνουνε το σχήμα. Μετά χάνονται στην άκρη του ορίζοντα. Το φεγγάρι περνάει το μεσουράνημα, το φως του λιγοστεύει κι' ο ουρανός μαυρίζει, δεν θυμίζει ωκεανό πια.
Στα καινούργια σύννεφα που ήρθανε οι άνθρωποι δεν ψάχνουν τίποτε πια στα σχήματά τους, φταίει το μαύρο φόντο, δεν τους εμπνέει όπως το μπλε των νερών.

Απογοητευμένα τα καινούργια σύννεφα φέρνουν την αυγή.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Κοράλι (νέκταρ)



Κι' έφιαξε ο Θεός ή η Φύση τα πάντα εν σοφία. Και έδωσε τις τροφές, έδωσε και τα γλυκά. Αμβροσία και νέκταρ. Μα δεν τα μοίρασε καλά. Το νέκταρ τόβαλε στα λουλούδια κι' οι άνθρωποι δεν μπορούσανε να το γευτούν, μόνο τα έντομα κυρίως οι μέλισσες. Και ψιθύρισε το μυστικό στον Βούτη κι' αυτός σαν πρόβατα με κίτρινες και μαύρες ζώνες τις είδε. Οπως τα πρόβατα χρειάζονται τσοπάνη, έτσι ο Βούτης φρόντιζε τις μέλισσες. Κι' έμαθε ο άνθρωπος το μέλι από το νέκταρ των φυτών.

Μετά το ξανασκέφτηκε. Κι' έκανε ένα λουλούδι να μη μπορούν οι μέλισσες να πιούν το νέκταρ ώστε να πίνουν τα παιδιά. Τόβαψε κόκκινο, κατακόκκινο στο χρώμα που αποφεύγουν οι μέλισσες. Κι' ύστερα τόφιαξε μακρύ σαν σωλήνα και στενό να μη χωράνε να μπούνε μέσα να τρυγήσουν. Φυτό που αγαπάει τη σκιά, να κρύβεται απ' τον ήλιο και να μη φωνάζει τις μέλισσες, με φύλλα σα πευκοβελόνες αλλά πιό μαλακιές. Μόνο που ξέχασε να του δώσει όνομα. Και τότε η γιαγιά το είπε "κοράλι" είτε απ' το χρώμα του είτε από το πόσο πολύτιμο ήταν.

Καθισμένος στα πέτρινα σκαλάκια, τριών-τεσσάρων ετών μπόμπιρας, στη σκιά του απογεύματος περίμενα τη γιαγιά να μου δώσει τη πρώτη μου κουταλιά απ' τον γλυκό καφέ της. Μούχε τάξει να μου μάθει τις γεύσεις. Μου φάνηκε πικρός. Κι' η γιαγιά έβγαλε από τη βαση του ένα μικρό σωληνωτό λουλουδάκι και μούπε να ρουφήξω το πίσω μέρος του.

Νέκταρ !

-Πως το λένε γιαγιά;

-Ξέρω' γώ παιδάκιμ' ; Κοράλι το λένε... αχ παληκάριμ'...αάααχ, του παιδιού μου το παιδί, τόχω δυό φορές παιδί!