Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Διήγημα μου, που μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο που δημοσιεύθηκε και σχολιάσθηκε, στην διεύθυνση :

https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/

Πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Η θεια



Θα ήταν δέκα η ώρα το βράδυ όταν ένα χέρι τον τράβηξε απ' το μπράτσο.
- Πάμε !
Το ύφος του φίλου του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Παράτησε σύξυλη την κοπέλλα να συνεχίσει μόνη  της τον χορό και τον ακολούθησε. Στον δρόμο ο φίλος του εξήγησε πως μια γιαγιά βρέθηκε στην θάλασσα και την προλάβανε πριν πνιγεί αλλά είχε πιει νερό και είχανε την χρεία του. Ο φίλος του ήταν φοιτητής της ιατρικής, για τους απλοϊκούς χωρικούς ήταν ήδη γιατρός. Τον ήθελε μαζί του γιατί είχε πικρή πείρα από τους κατοίκους του χωριού, ήθελε κάποιον να μπορέσει να συνενοηθεί μαζί του, αν του τύχαινε ανάγκη από βοήθεια.
Δεν τον πολυάκουγε. Στο μυαλό του είχε ακόμα τις αναλογίες της κοπέλλας, στο μπλουζ μελετούσε το ανάγλυφό της συνοδεία μουσικής και τον διέκοψε. Αλλά η φιλία ήταν πάνω από τέτοια.

Ηταν μια παράξενη μέρα. Είχε αποφασίσει να μεθύσει για να δει πως είναι, μέχρι τότε δεν τα είχε καταφέρει. Στηριζότανε στην παρουσία του φίλου του, του φοιτητή της ιατρικής, όχι τόσο για τις γνώσεις του όσο για την αντοχή του στο ποτό. Ηθελε νάναι σίγουρος πως κάποιος θα τον φρόντιζε αν μέθαγε.  Ο φίλος του είχε έναν εκπληκτικό σωματότυπο, νόμιζες πως ήταν ο μίστερ-Ελλάς ενώ δεν γυμναζότανε καθόλου !! Είχε τέτοια δύναμη και αντοχές που θεωρούσε απίθανο το να μεθύσει ποτέ.
Είχαν ξεκινήσει το απόγευμα με μπίρες και παγωτά στο αναψυκτήριο, μετά ουζάκια με μεζέδες στο καφενείο και κρασί με μακαρονάδα στην μοναδική ταβέρνα του χωριού. Ο "γιατρός" είχε φάει διπλή μερίδα αλλά το στομάχι του ήτανε πλάκα λες κι ήταν νηστικός ! Το βράδυ, στο πάρτυ όπου τους αναζήτησαν, αυτός έπινε βότκα, ο "γιατρός" ουίσκι αλλά ακόμα ήταν κι οι δύο εντελώς νηφάλιοι.

Στο σπίτι της γιαγιάς κόσμος πολύς κι ανήσυχος υποδέχθηκε τον "γιατρό" και τον "βοηθό" του. Τους έκαναν χώρο να περάσουν στο δωμάτιο όπου είχαν ξαπλωμένη την γιαγιά με στεγνά ρούχα και βγήκαν έξω κλείνοντας την πόρτα. Η γιαγιά είχε κλειστά μάτια κι αρνιόταν να μιλήσει. Σε μια μαύρη μαντήλα είχαν τυλίξει τα μαλιά της, έξω από το σκουτί που την σκέπαζε περίσσευαν οι κάλτσες στα πόδια της, μαύρες κι αυτές . Το πρόσωπό της κέρινο, όλο ρυτίδες, τα μάτια της τα είχε σφαλιστά.
Μετά από κάποιες προσπάθειες ο "γιατρός" είδε κι απόειδε, κατάλαβε πως δεν θα του μιλήσει. Της έβαλε θερμόμετρο στο στόμα και της πήρε τον σφυγμό. Φαινότανε να είναι καλά αλλά θέλησε να μάθει περισσότερα. Της ξεκούμπωσε την πουκαμίσα κι έβαλε το αφτί του πάνω στην γυμνή σάρκα του στήθους της ν' αφουγγρασθεί την καρδιά της. Ο "βοηθός" έμεινε άναυδος. Οι ζάρες του προσώπου της αραίωναν στον λαιμό και εξαφανιζότουσαν στο στέρνο. Και πιο κάτω ολόρθα δυο μικρά στήθια κάτασπρα, πιο λαχταριστά κι από δεσποινίδας, λεία, με τέλεια συμμετρικές ρόγες. Ηταν περισσότερο από σίγουρο πως ποτέ τους ήλιος δεν τα είδε, μάλλον ούτε και άλλο αντρικό βλέμμα. Ενας κρυμμένος θησαυρος. Ο "γιατρός" ατάραχος έκανε την εξέτασή του και την ξαναέντυσε, μετά μαζί με τον "βοηθό" του πήγαν στους συγκεντρωμένους συγγενείς της για τις οδηγίες.

Από τις διηγήσεις των συγγενών της μάθανε την ιστορία της. Μικρή αρραβωνιάστηκε ναυτικό που μπάρκαρε και χάθηκε στα νερά του Ινδικού. Μια που δεν βρέθηκε το πτώμα του, πάντοτε μια ελπίδα ζωντανή υπήρχε στην γιαγιά πως θα γυρίσει - της τόχε υποσχεθεί. Δεν ξανακοίταξε άλλον για άντρα. Πέρασε μια ζωή σαν κόρη περιμένοντας τον και μετά σαν θεία που φρόντιζε τ' ανήψια της, μέχρι που με τα χρόνια έγινε θεια για τα καλά. Ετσι φώναζαν στο χωριό όλες τις γριές.
- Θα λαχτάρησε φαίνεται  η θεια να δροσίσει τα πόδια της και μπήκε στο νερό, νύχτα ήταν και κάπου θα παραπάτησε, έβγαλε το συμπέρασμα ο αρχηγός των συγγενών. Αφού λες πως είναι εντάξει, όλα καλά, γιατρέ μου, ευχαριστούμε και να πας στο καλό.

Γύρισαν πίσω στο πάρτυ και το πιοτό. Ο "βοηθός" δεν είχε κέφι να χορέψει, έπινε μόνο. Ηταν συγκλονισμένος από το απρόσμενο θέαμα που του έτυχε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί τι κρυβότανε κάτω από τα ρούχα μιας θειας. Η βότκα του ζωγράφιζε τα στήθια της όλο και πιο έντονα, περισσότερο από απορία και θαυμασμό, παρά από επιθυμία.

Αισθάνθηκε να τον τραβάνε από το μπράτσο ξανά. Αυτή την φορά τα πράγματα ήταν άσχημα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά ο "γιατρός" ήταν τύφλα στο μεθύσι. Δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Μαζί με έναν εθελοντή τον κρέμασαν από τους ώμους τους και τον πήγαν σπίτι του. Τα πόδια του σέρνονταν στο χώμα, το παντελόνι του ήταν λερωμένο. Περασμένες δύο τη νύχτα βγήκε η μάνα του να τον παραλάβει. Τράβηξε πρώτα τα μαλλιά της και μετά έκανε γροθιά το χέρι της με προτεταμένο τον διπλωμένο δείχτη, τον έβαλε μέσα στα δόντια της κι άρχισε το μοιρολόι " Αάχ, τι του κάνατε του παιδιού μου, πως τον καταντήσατε έτσι τον γιατρό μου, τον επιστήμονά μου, άι,άι, άιιι". Τα δυο παιδιά την ηρέμησαν, τον περιποιήθηκαν και τον έβαλαν για ύπνο. Μετά χώρισαν οι δρόμοι τους, ο "βοηθός" πήρε τον παραλιακό να αναπνεύσει λίγο δροσερό αέρα.

Οπως περπάταγε κουρασμένος και μισοζαλισμένος του φάνηκε πως είδε στο φεγγαρόφωτο μια σκιά να κινείται μέσα στην θάλασσα προς τα κει που βάθαιναν τα νερά. Είχε δει φευγαλέα για να κρίνει αλλά ώσπου να συγκεντρωθεί δεν φαινότανε τίποτε πια. Απ' το μυαλό του πέρασε πως μπορεί και να του φάνηκε, είχε πιεί αρκετά, μπορεί ακόμα η σκιά να έφτασε στα άπατα και να μη φαινότανε πια. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, οι ατμοί της βότκας έκαναν τον ύπνο απαιτητικό.

Το μεσημέρι που ξύπνησε άκουσε την καμπάνα της. Αυτή την φορά η θεια τα κατάφερε.

πρωτοδημοσιεύτηκε στις 11-2-2018 στον ιστότοπο  https://sarantakos.wordpress.com



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Της πετονιάς καμώματα



Εχω μια συνήθεια : δεν μπορώ να κάνω μπάνιο χωρίς μάσκα και βατραχοπέδιλα πάνω από 5 λεπτά, ενώ με τα τσαμασίρια μου ξεχνάω να βγω. Μ' αρέσει να ψάχνω για χταπόδια, για μύδια, για δολώματα αλλά γενικά, όταν ψάχνεις...βρίσκεις.  Σε προ κρίσης εποχές τα χαρτονομίσματα ήταν σε ημερήσια διάταξη- έχουν και μια ιδιότητα μέσα στο νερό, απλώνουν και γίνονται ευδιάκριτα. Ασύλληπτο ρεκόρ μου σε μια ερημική παραλία, τρία δεκαχίλιαρα απλωμένα στην άμμο σαν πετσετάκια...Με το ευρώ σφίξαν τα πράγματα, μόνο μια φορά ένα πενηντάρικο και κάτι ταλληροδεκάρικα στη χάση και τη φέξη. Πάνε οι καλές εποχές που βούταγε ο κόσμος με τα χιλιάρικα στα μαγιό. Κατά τα άλλα μαχαίρια, ταψιά (!), κινητά, βραχιόλια κ.λ.π., ήταν και είναι στην ημερησία διάταξη.
Εκεί όμως που γίνεται χαμός είναι στα βαρίδια και τις σκαλωμένες πετονιές που έχω την συνήθεια να τις μαζεύω τυλίγοντας τες στο σκουπόξυλο που βαστάω - με μια τρίαινα στην άκρη για χταπόδια και σουπιές. Τις ξετυλίγω μετά σπίτι, τις ματίζω και δένω μ' αυτές πέτρες που ρίχνω για ρεμέτζο σε τόπους που αν ρίξεις άγκυρα αποκλείεται να την σηκώσεις αλλά φυσικά κρατάνε καλά ψάρια. Εννοείται πως δεν σηκώνω πίσω την πέτρα, αν δεν έχει ρεύματα να σπάσουν την πετονιά τότε της δένω ένα φελουδάκι και την χρησιμοποιώ κι άλλη φορά. Δεν ξεκινάω για τέτοιο ψάρεμα με λιγότερο από τρεις πέτρες με τις αντίστοιχες πετονιές.
Τα βαρίδια όλο και λέω πως θα τα λιώσω να κάνω δικά μου όπως τα θέλω κι όλο εκεί βρίσκονται.

Κολύμπαγα στα ρηχά μιας βραχονησίδας την επαύριο μιας μεγάλης θαλασσοταραχής όταν είδα  στον πάτο μια πετονιά κι άρχισα να την τυλίγω στο καμάκι. Σε λίγο είδα κι έναν σαργό σε αφύσικη στάση, λογικό μια που ήταν αγκιστρωμένος στο κομμάτι από ένα παραγάδι που είχε εξωκείλει, δεν ήταν πετονιά αυτό που βρήκα. Τελικά ήταν καμμιά εικοσαριά αγκίστρια με δυο καλούς σαργούς, ένα σπαράκι  κι έναν τεράστιο τρουπολόγο. Σπίτι τύλιξα το κομμάτι από το παραγάδι σε μια πλαστική μπουκάλα του νερού, έφαγα βραστό τον τρουπολόγο  και διαολίστηκα στη σκέψη πως εκεί που κολύμπαγαν τα καπή του χωριού, μου είχε πει ο γιός μου πως είχε δει τσιπούρες να σκάβουν την άμμο μεσημεριάτικα.  Αφού το καλοσκέφτηκα, έσπασα καμιά εικοσαριά πορφύρες τις έβαλα σ' ένα σακουλάκι, πήρα το μπουκάλι με το παραγάδι και μπήκα στο νερό. Πλησιάζοντας τις γραίες βούτηξα στον πάτο κι έδεσα την άκρη σε μια πέτρα του βυθού. Υστερα απομακρυνόμενος από εκεί που κολυμπούσαν ξετύλιγα από το μπουκάλι, δόλωσα τα υπόλοιπα αγκίστρια, πήρα μια άλλη πέτρα για τέρμα και κολύμπαγα με τεντωμένο το παραγάδι προς το σημείο που ήθελα να είναι το τέρμα του. Σε δυο ώρες που ξαναβούτηξα είχε τέσσερις μισόκιλες τσιπούρες τις οποίες ξαγκίστρωνα στον πάτο κι έβαζα στην σακούλα που έχω στην μέση για τα χταπόδια. Μία μου την κοπάνησε στο ξεψάρισμα, δεν πρόλαβα να τις κόψω τα σπάραχνα. Το παραγαδάκι παρέμεινε στον πάτο όπου κάθε τόσο το δόλωνα "εν πλω" αλλά τωρα μόνο σαργουδάκια και λιγδοπούλες μου έδινε. Είχε χάσει και κάποια αγκίστρια, είχαν μείνει μόνο καμιά δεκαπενταριά κι ο καιρός άρχισε να κρυώνει δεν ήταν να βουτάς άλλη ώρα εκτός από το μεσημέρι. Το σκέφτηκα και αποφάσισα να του βάλω τσαμαδούρες και να το χειρίζομαι από την βάρκα αλλά νάναι κρυφό γιατί υπήρχε ακόμα κόσμος που έκανε μπάνιο. Πράγματι έδεσα στις πέτρες της αρχής και του τέλους από ένα σκοινί που σταμάταγε μια οργιά κάτω από την επιφάνεια του νερού και συνέχιζε με λεπτή πετονιά που τέλειωνε σ' ένα φελλό από μπουκάλα του κρασιού. Τραβούσα με προσοχή την πετονιά μέχρι να πιάσω το σκοινί , ανέβαζα την πέτρα, έπιανα την πετονιά, ξανάριχνα την πέτρα και ξεψάριζα-ξαναδόλωνα το παραγάδι  από την βάρκα. Ετσι μπορούσα να το σηκώσω το σούρουπο ή το χάραμα, ώρες που δεν ήταν κατάλληλες για μπάνιο όταν και αν κατάφερνα να βρω τον φελλό της αρχής ή του τέλους, πράγμα σχεδόν αδύνατο αν η θάλασσα δεν ήτανε λάδι. Ετσι έχασα δυο τρεις μέρες στο περίμενε μέχρι που ένα βραδάκι βρήκα τον φελλό κι άρχισα να σηκώνω το παρατημένο  παραγαδάκι. Μια περκούλα ήταν πιασμένη κι όπως την ξεψάριζα είδα κάτι να ασπρίζει δυο-τρία αγκίστρια παραπέρα. Μια δίκιλη γοργόνα βγήκε εξαντλημένη φούσκα στον αφρό. Δεν το ξανάριξα από τότε θεωρόντας πως ότι είχε να μου δώσει το παραγαδάκι, μου τόδωσε, Να μην είμαστε και πλεονέκτες !

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Ενα όνειρο

 ... I dreamed a dream that made me sad
Concerning myself and the first few friends I had...


...And many a road taken by many a first friend
And each one I've never seen again...

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας ενώ πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να πάρει συγκεκριμένη θέση. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η σταθερή παραμονή σ’ ένα σημείο  ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα τα περιττά να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει έτσι την ανηφόρα. Αντίθετα ο Αχιλλέας προσπαθόντας ν' ανέβει, μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του και κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνιος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο λίγο πιο ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα κατρακυλήσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν αυτός ο ίδιος στ' όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για πιο σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο του σπιτιού του, στο σύγχρονο σπίτι του καταμεσής αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.


Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.


Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ξανά

Εις μνήμην φίλων παλιών και καλών

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Κερατώ



Ενα κεφάλαιο από ένα διήγημα...


Η Κερατώ βλαστημούσε τη τύχη της. Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο δεν λειτουργούσε και το οδήγημα της φαινότανε κουραστικό. Μη μπορώντας μόνη της να φτιάξει κάποιο σενάριο αναλογιζότανε πως έμπλεξε σε τούτη την ιστορία. Ολα ξεκίνησαν απ’ το ότι βαριότανε να κάνει μόνο μια δουλειά αλλά δεν ήταν ικανή να κάνει δυο ταυτόχρονα. Συνήθιζε την ώρα της μηχανικής της δουλειάς να μιλάει με τις ώρες στο τηλέφωνο. Αρχικά με φίλες, έπειτα με γνωστούς κι’ αγνώστους, αυτοί ήταν καλύτεροι πελάτες, όταν βαριότουσαν τη συζήτηση η Κερατώ άρχιζε τα νάζια και τις αόρατες υποσχέσεις και η κουβέντα ξανάναβε, ενώ οι φίλες της δεν τσιμπάγανε, την ξέρανε καλά και δεν είχαν τίποτε να περιμένουν απ’ αυτή. Μόνο ο λογαριασμός του τηλεφώνου την τρόμαζε που ανέβαινε συνέχεια. Ανακάλυψε την επικοινωνία μέσω κομπιούτερ. Εχασε βέβαια το πλεονέκτημα της γλυκειάς φωνής της, αλλά ο λογαριασμός της μειώθηκε αισθητά και τρελλαινόταν να βλέπει στην οθόνη τα λόγια της. Σιγά-σιγά νόμισε πως έχει λογοτεχνική φλέβα. Της άρεσε ακόμη που μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο, να μη ξέρει ο άλλος καθόλου πως είναι, ούτε το φύλο της και το κυριότερο μπορούσε να μιλά με πολλούς ταυτόχρονα. Γρήγορα βέβαια όλοι κατάλαβαν ότι πρόκειται για γυναίκα, ο θηλυκός χαρακτήρας της ξεχείλιζε παντού. Δεν ενοχλήθηκε καθόλου, ίσα- ίσα το επεδίωκε και χρησιμοποίησε μερικά από τα παλιά κόλπα του τηλεφώνου. Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως μιλάει με άντρες, αλλά η γυναικεία αυτοπεποίθηση της χρειαζότανε μια τόνωση, όπως και το στήθος της που είχε πέσει, άλλο πρόβλημα αυτό. Και εντάξει μ’ ένα καλό σουτιέν βολευότανε η κατάσταση αλλά την ώρα της αλήθειας, όταν στεκότανε γυμνή μπροστά στον καθρέπτη της να λατρέψει το είδωλό της, οι ρόγες της βλέπαν το πάτωμα. Ετρεμε στην ιδέα ότι κάποιος πιθανός εραστής θα την απέρριπτε γι’ αυτό. Πιθανός εραστής...μόνο για τον Πόντιο ήτανε σίγουρη ότι ήτανε άνδρας, γιά όλους τους άλλους διατηρούσε μια επιφύλαξη. Αχ, το διαδίκτυο...προσφέρει πολλά αλλά και το μυστήριο της προσωπικότητας. Τώρα καταλάβαινε ότι το παιχνίδι είναι αμφίδρομο, δεν ήταν κυρίαρχη όπως στο τηλέφωνο.
Μια Πόρσε τη προσπέρασε μουγκρίζοντας. Ενοιωσε μια ανατριχίλα στο υπογάστριο ενώ ασυναίσθητα το δεξί της χέρι χούφτωσε το λεβιέ. Πάντα η Πόρσε της έφερνε στο νου τον ιδανικό άντρα. «Με τέτοια βυζιά, μωρή ;» θύμωσε με τον εαυτό της. Στο βάθος του μυαλού της έψαχνε τρόπο για να βρει τα χρήματα της αποκατάστασης. «Γιατί η άλλη, η Μιμή, καλύτερη είναι ;» αναρωτήθηκε. « Ολο το κόλπο είναι να τυλίξω πρώτα ένα λεφτά να μου τα πληρώσει αυτός, κι’ αν δεν μπορώ με το σώμα μου, μπορώ με τη πέννα μου» έριξε ενέσεις ηθικού στον εαυτό της. Η απομάκρυνση της Πόρσε την επανέφερε στα λογοτεχνικά της αφήνοντας ένα στεναγμό ερωτικής απογοήτευσης. Εξ άλλου τα λογοτεχνικά της ήταν η αιτία ή το πρόσχημα που ταξίδευε. Θα περνάγανε μαζί με τον Πόντιο μια ίσως και δυο –αν της άρεσε μέρες στην Πάτρα, είχανε ραντεβού στα τυφλά.


Αν βέβαια τον γνώριζε από τις -ποιος ξέρει αν ήτανε αληθινές- περιγραφές στο κομπιούτερ. Της είχε πει πως ήταν κοντούλης και θα φόραγε μπότες  με ψηλά τακούνια για να αισθάνεται καλύτερα «κι’εγώ θα φοράω το ενισχυμένο σουτιέν» σκέφτηκε, πισωγυρίζοντας ελαφρά. « Ε, κάτι το λογοτεχνικό θα υπάρχει στη περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είπε φωναχτά κι’ ύστερα θαύμασε το ταλέντο της στις ωραίες εκφράσεις. «Δεν μπορεί, ο Πόντιος με τις ευαίσθητες κεραίες του θα πιάσει στον αέρα μια τέτοια φράση, ίσως…κάποιος άλλος» ταξίδευε στις φαντασιώσεις της. Η σκέψη του Πόντιου της έφερε πίσω στο μυαλό τον ανταγωνισμό. Επρεπε να φτάσει πριν απ’ αυτόν, να μάθει το έδαφος πρώτη, να πιάσει τα καλά περάσματα.
Οταν την προσπέρασε ένα κατσαριδάκι κατάλαβε πως η ενασχόληση του νου δεν συμβιβάζεται με γρήγορη οδήγηση, ειδικά όταν τα θέματα καίνε. Γιατί όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει ήταν σε υπερδιέγερση. Το ένστικτό της, της έλεγε ότι κάτι σπουδαίο θα προκύψει στο Καρναβάλι. Φτάνει να φερθεί έξυπνα για να μη το χάσει. Χαμογέλασε. Της φάνηκε πως το στήθος της ανέβηκε δυο πόντους. Κόλλημα κι’ αυτό. Από τότε που διάβασε σ’ ένα βιβλίο πως ο Ντ’ Αννούτσιο, ο μεγάλος ποιητής έδιωξε την ερωμένη του δηλώνοντας σαν δικαιολογία επίσημα «πέσαν τα βυζιά της» της εγινε μόνιμος μπελάς. Γιατί σαν λογοτεχνική ψυχή πλέον, ονειρεύοτανε τον εαυτό της δίπλα σ΄ένα μεγάλο, καταξιωμένο ποιητή. Στο μεταξύ βέβαια την έδερνε η ερωτική πείνα, κολλημένη στο κομπιούτερ όλη μέρα. Βελτιωνόταν όμως λογοτεχνικά, από μια άποψη ετοίμαζε τον εαυτό της γι’ αυτά που νόμιζε ότι της άξιζαν, τόσος καιρός δεν θα πήγαινε χαμένος. . Ταξίδευε για τη γη της επαγγελίας ήταν σίγουρη .
Αποφάσισε να κάνει μια στάση για καφέ στο Κιάτο

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Φίλιππος



Το Φίλιππος ήταν παρατσούκλι. Ηταν κάποιος νέος (τότε), γόνος καλής και εύπορης οικογένειας (τότε) με μιά έφεση σε τζογάρισμα κάθε είδους, από πρέφα καπίκι στο καφενείο μέχρι την ρουλέττα στο ΜονΠαρνές. Και φυσικά από το ρεπερτόριό του δεν μπορούσε να λείψει ο βασιλιάς των τυχερών παιχνιδιών, ο ιππόδρομος.
Ο Φίλιππος μετά το τότε εξατάξιο γυμνάσιο πήγε στην Αγγλία να σπουδάσει μηχανικός. Κάτι τα άλογα, κάτι τα σκυλιά κατάφερε να σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Χαβάη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα του στείλαν λεφτά και του είπαν να φέρει από το Βέλγιο μια Μερσεντές, ήταν συνηθισμένο τότε να φέρνουν αυτοκίνητα από το Βέλγιο, ήταν πιο φτηνά απ' ότι στην Ελλάδα.
Κατάφερε να επιστρέψει με ένα Χίλλμαν Ιμπ, πιθανόν να είχε  και ιππόδρομο στο Βέλγιο, καζίνο είχε σίγουρα... Παρουσιάστηκε να κάνει το στρατιωτικό του και όταν έγινε αξιωματικός ήρθε στο Πεντάγωνο οπότε οι επισκέψεις του στο Φαληρικό Δέλτα ήταν χωρίς απουσίες. Μάλιστα επειδή δεν προλάβαινε να αλλάξει, άφηνε το πηλίκιόν του στο αμάξι και  ερχόταν με την στολή του στον ιππόδρομο προκαλώντας κρυφά χαμόγελα όταν τον έβλεπαν καλοκαιριάτικα να φοράει διπλοκουμπωμένη μια καπαρντίνα για να μην φαίνεται η στολή...
Αντίθετα έβαζε το στρατιωτικό πηλίκιον όταν οδηγούσε για να μπορεί να κάνει ψιλοπαραβάσεις ερχόμενος ή φεύγοντας, χούντα είχαμε τότε...  Οπως ερχότανε, συχνά έφερνε μαζί του τον πατέρα ενός αναβάτη που δούλευε σαν πολιτικό προσωπικό στο Πεντάγωνο. Οπως ήταν φυσικό ο πατέρας του (μέτριου) αναβάτη του έλεγε τα προγνωστικά του γιού του, τα οποία απέφευγε να παίξει ο ίδιος ή τα έπαιζε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος είχε και μια αδυναμία σε ένα άλογο, τον Σάαντ Ακάρ, ένα αραβικό στέγιερ, δηλαδή το άλογο ακολουθούσε με τα τελευταία και προσπαθούσε στο τέλος να καλύψει την διαφορά. Εκτός σπανίων περιπτώσεων δεν προλάβαινε να τα καταφέρει, είχε δε μόνιμο αναβάτη τον γιο του εργαζόμενου στο Πεντάγωνο, μέτριο αναβάτη, αντικειμενικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τρέχει ο Σάαντ Ακάρ κι ο Φίλιππος να μην έχει στοιχηματίσει επάνω του. 

Μια μέρα ο πατέρας του αναβάτη είπε στον Φίλιππο πως ο γιός του θα του πει την ώρα της επίδειξης ένα άλογο στην προτελευταία κούρσα.  Του είπε να περιμένει να πάρουν τα άλογα οδηγίες στο πάντοκ- τον χώρο της επίδειξης- ώστε να είναι χίλια τοις εκατό σίγουροι αλλά να μην το παίξουνε πάρα πολλά λεφτά να μην καταλάβουν πως τους έδωσε την πληροφορία. Ο Φίλιππος ειδοποίησε έναν δικό του πιτσιρικά να τον πάρει από πίσω σ΄αυτήν την κούρσα και να παίξει γι αυτόν τα εννιά κατοστάρικα που τούδωσε σε όποιο άλογο παίξει ο ίδιος, αυτός θα  έπαιζε μόνος του άλλα τρία. Τα άλογα γυρίζανε στο πάντοκ κι ο αναβάτης έκανε σήμα στον πατέρα του πως θα κερδίσει αυτός. Ο πατέρας έκοψε εξη πενηντάρικα σύνθετα στο άλογο του γιού του, ο πιτσιρικάς πονηρός πήγε στα εικοσάρικα κι έκοψε πενήντα εικοσάρικα -τα πέντε δικά του. Δεν μπορούσανε να παίξουνε γκανιάν, δηλαδή απλή νίκη του αλόγου, γιατί θα ρίχνανε πολύ την απόδοση. Ας κέρδιζε και μετά θα ψάχνανε να βρούνε τον νικητή της τελευταίας ιπποδρομίας, έτρεχαν  μόνο έξη άλογα και ένα από αυτά ήταν ο Σάαντ Ακάρ με αναβάτη φυσικά τον γιο. 

Η κούρσα έγινε και όντως ο γιός κέρδισε με ικανοποιητικές αποδόσεις. Ο Φίλιππος και ο πατέρας έπιασαν θέση στο πάντοκ να ρωτήσουν τον γιο για την επόμενη κούρσα. Ο γιός βγήκε στο πάντοκ κι άκουσε τις οδηγίες του προπονητού του " Δεν έχουμε σπουδαία τύχη με αυτούς τους αντιπάλους. Καλύτερα αυτή την φορά να τον πας με τα πρώτα άλογα να δούμε πως αποδίδει με τέτοια διαδρομή και την άλλη φορά βλέπουμε". Ο αναβάτης ανέβηκε στον Σάαντ Ακάρ και με κουνήματα της κεφαλής τους έδειξε να μην παίξουν τον ίδιο και τους πρότεινε δυο άλλα άλογα.
Ο Φίλιππας πήρε τα σύνθετά του από τον μικρό και πήγε να παρακολουθήσει τον πατέρα  να δει που θα τα βάλει. Πραγματικά ο πατέρας άκουσε τον γιό του και τα μοίρασε στα δύο άλογα που του είπε. Ο Φίλιππος έβαλε κι αυτός εκεί τα πιο πολλά και κάτι λίγα στα άλλα τρία άλογα. Μόνο στον Σάαντ Ακάρ δεν έβαλε αφού είχε την πληροφορία.
Ο πιτσιρικάς ήθελε να πληρωθεί σίγουρα και με πεντε εικοσάρικα που είχε μπορούσε να καλύψει πέντε άλογα αλλά έτρεχαν έξη. Προτίμησε να τα πουλήσει και μόλις φώναξε "πουλάω" και πριν αρχίσουν τα παζάρια ένας του φώναξε " Πόσα έχεις ; τα αγοράζω όλα με εκατό κι ας κάνουνε ογδόντα".
Ηταν συνηθισμένο τότε να πουλάνε τα σύνθετα όταν είχε κερδίσει το άλογο στο πρώτο σκέλος, ήταν ένας τρόπος να βγάλουν κάποιο παραπάνω κέρδος από το να έπαιζαν το άλογο απλά να κερδίσει αλλά παραμόνευε κι ο κίνδυνος να μην έχουν κέρδος αν δεν έβρισκαν αγοραστή και αναγκάζονταν να ψάξουν τον νικητή της επόμενης ιπποδρομίας.
Οι άλλοι υποψήφιοι αγοραστές φύγανε κι ο πιτσιρικάς τούδωσε τέσσερα σύνθετα και τσέπιασε οκτακόσια  (οι τιμές στον ιππόδρομο  ήταν στο δεκάρικο) κι έβαλε το πέμπτο σύνθετο στο άλογο που τα έβαλε ο αγοραστής.


Με το που δόθηκε η εκκίνηση ο Σάαντ Ακάρ βρέθηκε με το βήμα του στην πρώτη θέση. Καθώς δεν πιέστηκε καθόλου στο τέλος  είχε τις δυνάμεις και κέρδισε απομακρυνόμενος σημαντικά από τα άλλα άλογα. Ο πιτσιρικάς είδε τον αγοραστή που πανηγύριζε και προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του. Ηξερε πως είχε κερδίσει πάνω από δέκα χιλιάρικα. Ο Φίλιππος κοίταζε σαν χαμένος τον πατέρα που κατέβηκε στον στίβο να υποδεχθεί τον γιό του που γύρναγε για την καθιερωμένη φωτογραφία του νικητή σαν βρεγμένη γάτα...
- Να, τον μούτζωσε, ήθελα νάξερα ποιός μαλάκας σε έκανε, είπε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ιδιοκτητών του αλόγου και των φίλων τους.
Ενας αστυφύλακας έκανε να κινηθεί προς αυτόν αλλά ο Φίλιππος που ήταν συμπονιάρης και καλό παιδί, του έδειξε την ταυτότητα του αξιωματικού και απομακρύνθηκε. Πήρε τον πατέρα στο αυτοκίνητό του, έβαλε το πηλίκιο κι άρχισαν να ανεβαίνουν την Συγγρού...

Για την ιστορία το "σίγουρο" άλογο που κέρδισε ήταν όντως σίγουρο γιατι κέρδισε ντοπαρισμένο, αποδείχθηκε μετά !

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Στο σπίτι (απόσπασμα)



Απόσπασμα από το διήγημα "Ενα πλήρες 24ωρο"



Στο σπίτι 

Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το σπίτι που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’ άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ;
 Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.
Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.
Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. 
Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; 
Ποτέ δεν έμαθες.
Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι πρωτόγονοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. 
Ηταν ; δεν ήταν ; 
Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; 
Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ;
Αμ ο καφές ; 
Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;
Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.
Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.
Μόνος.

«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Το μπλόκο της Κοκκινιάς


Η αιτιολογία των γεγονότων της παρακάτω εξιστόρησης είναι φανταστική

Το κοριτσάκι απάντησε ευγενικά στην ερώτηση του ηλικιωμένου που έσερνε τα πόδια του σε κάποιον δρόμο της Νίκαιας :
 - Δεν ξέρω που ακριβώς αλλά για τον Πειραιά θα έχει στάση σ' αυτόν τον δρόμο, περνάνε από δω το 800 και το Β14. μόνο που για να πάτε προς Πειραιά πρέπει να το πάρετε από την αριστερή πλευρά του δρόμου.
Ο ηλικιωμένος ευχαρίστησε το κοριτσάκι και συνέχισε την πορεία του παράλληλα με αυτό. Μετά από λίγο ένοιωσε ένα κύμα οδύνης να τον πνίγει, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και μακρόσυρτοι λυγμοί άρχισαν να τον ταράζουν. Το κοριτσάκι ανήσυχο έτρεξε κοντά του :
- Είστε καλά ;
- Ναι παιδί μου, απλά ήρθε στη θύμισή μου ένα παλιό γεγονός σ' αυτή την γειτονιά. Τριακόσιοι και βάλε νεκροί και κάμποσες χιλιάδες αιχμάλωτοι στο Χαϊδάρι ήταν τα θύματα.
- Α, λέτε για το μπλόκο της Κοκκινιάς, κάτι μας έχουν πει γι αυτό στο σχολείο.
- Κανένας όμως δεν ξέρει την πραγματική αιτία γι αυτό το κακό, ίσως είμαι ο τελευταίος που την ξέρω.
- Πως κι έτσι ;
- Ηξερα κάποια γερμανικά και δούλευα στο γερμανικό φρουραρχείο...
- Και ;
- Ξέρω την αιτία που ξεκίνησε αυτό το κακό
- Ποιά ήταν ;
- Η συνηθισμένη, cherchez la femme ( σερσέ λα φαμ)
- Δηλαδή ;
- Αναζητήσατε τη γυναίκα. Ολα για μια γυναίκα γίνονται, για μια γυναίκα ζούμε...
-  Πέστε μου την ιστορία σας παρακαλώ.
- Εντάξει.
Ο γεράκος κάθησε στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού και το κοριτσάκι βολεύτηκε δίπλα του.
- Ητανε μια γυναίκα όμορφη και παντρεμένη μ' έναν έλληνα. Ηξερε κι αυτή λίγα γερμανικά κι έπιασε δουλειά στο φρουραρχείο μαζί μου. Είμαστε τυχεροί όσοι δουλεύαμε εκεί γιατί εκτός από λεφτά είχαμε πρόσβαση και σε τρόφιμα που τότε τάβρισκες μόνο στην μαύρη αγορά. Οπως ήταν φυσικό ο διοικητής της έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτή το είπε στον άντρα της κι αυτός άφησε να εννοηθεί πως θα ήταν καλύτερα να μη τον απογοητεύσει γιατί που θα βρίσκανε λεφτά και τα τρόφιμα αν θύμωνε και την έδιωχνε. Εβαλε και το φαΐ των παιδιών της στην ζυγαριά του. Είχαμε γίνει φίλοι και μου τάλεγε εμένα τα παράπονά της.
Η γυναίκα δεν του είπε τίποτε αλλά σιχάθηκε τον άνδρα της βαθύτατα και μετά από λίγες μέρες ενέδωσε στις απαιτήσεις του γερμανού. Αισθανόταν πνιγμένη συναισθηματικά με τον γερμαναρά κι αναζητώντας διέξοδο, της γνώρισα και τα έφιαξε μ' έναν παντρεμένο φίλο μου, αντιστασιακό. Μ' αυτόν συναντιότουσαν στα κρυφά τα μεσημέρια, απ' όπου πέρναγε μετά την δουλειά της και πριν πάει στο σπίτι της, σ' ένα κρησφύγετο της οργάνωσής του. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα γιατί ήταν καταζητούμενος ενώ η σύζυγός του νόμιζε πως πολεμούσε στα βουνά. Η γυναίκα προσπαθώντας να βρει συναισθηματική ισορροπία δέθηκε περισσότερο απ' όσο έπρεπε με τον αντιστασιακό και ο γερμανός, που ενδιαφερόταν γι αυτήν περισσότερο από τον σύζυγό της, κάτι ψυλλιάστηκε. Εβαλε να την παρακολουθήσουν κι έμαθε όλα τα καθέκαστα με το νι και με το σίγμα.
Μυστήρια ράτσα αυτοί οι γερμανοί. Κακοί και σατανικά εκδικητικοί. Ο διοικητής μόλις έμαθε πως ο εραστής της δεν κυκλοφορούσε την μέρα κατάστρωσε ένα διεστραμμένο σχέδιο για να τον βγάλει από την μέση χωρίς να φανεί πως εκδικείται την ερωμένη του για τις απιστίες που του έκανε. Με το χάραμα της μέρας περικύκλωσε όλη την γειτονιά του κρησφύγετου και με τις ντουντούκες υποχρέωσε όλους τους άνδρες να παρουσιασθούν σε μια πλατεία. Για όσους δεν βγήκαν από το σπίτι τους η διαταγή ήταν μία : εκτέλεση επί τόπου. Ο αντιστασιακός ήταν ένα από τριακόσια τόσα θύματα εκείνου του πρωινού. Ποιός ξέρει πόσοι ακόμα χάθηκαν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι όπου πήγανε όσους  από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία έδειχναν οι κουκουλοφόροι ταγματασφαλίτες στους γερμανούς. Τόσος κόσμος χάθηκε άδικα για τα ξεπορτίσματα μιας γυναίκας.
- Και γώ...γυναίκα είμαι !
- Το βλέπω...γι αυτό να ξέρεις κόρη μου, μέχρι δυο είναι δεσμός, το πιο πάνω χαλασμός, λέει ο σοφός λαός.

 Η εξιστόρηση είχε ηρεμήσει τον γεράκο από την κρίση που πέρασε. Το κοριτσάκι τον κοίταξε κι ανασηκώνοντας τους ώμους του έστριψε στη γωνία.
Ηταν 17 τ' Αυγούστου το 94, 50 χρόνια μετά ...


Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις
Γιατί είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονών παιδί
στα σίδερα κλεισμένος
Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει
Να δεις του Χάρου το σπαθί
μανούλα πως τα φέρνει
αχ και την ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει

Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Τζίνα


(συνιστάται η παρακολούθηση του βίδδεο πριν την ανάγνωση)

Η Τζίνα βγαίνοντας από το σπίτι της είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο το αυτοκίνητό της. Δεν σκόπευε να το πάρει αλλά το μάτι της έπεσε στον καθρέπτη του συνοδηγού, δεν ήταν διπλωμένος. Η Τζίνα θυμόταν καλά πως τον είχε κλείσει όταν βγήκε από το αμάξι της. πάντοτε πρώτα τον έκλεινε και μετά κλείδωνε το αυτοκίνητό της, ήταν παλιά συνήθεια. Σκέφτηκε να τσεκάρει αν το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο για να διαπιστώσει αν ήταν δική της αφηρημάδα ή κάποιος της είχε βγάλει τον καθρέπτη από την θέση του. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και προχώρησε κάθετα στον δρόμο. Την ίδια στιγμή ο Παρασκευάς πατώντας το φρένο έπιασε εύκολα πάτωμα, κάποιο σωληνάκι είχε τρυπήσει. Κορνάρησε αλλά ήταν αργά. Το αυτοκίνητο βρήκε το σώμα της Τζίνας χωρίς να στριγγλίσουν τα φρένα, μόνο το ξερό γκουπ της πρόσκρουσης ακούστηκε. Λίγο μετά ήχος από τσαλακωμένες λαμαρίνες και σπασμένα γιαλιά ακολούθησαν την πορεία του αυτοκινήτου προς μια κολώνα, με τον Παρασκευά στην θέση του οδηγού. Η ζώνη προστατεύει σε προσκρούσεις μέχρι  κάποια χιλιόμετρα την ώρα, ο Παρασκευάς ήταν γρήγορος οδηγός.

Η Τζίνα έμενε σε κάποιο προάστειο της Μασσαλίας εδώ και κάποια χρόνια. Είχε εγκαταλείψει Ελλάδα, σύζυγο και παιδιά ακολουθώντας κάποιο περιθωριακό συγκρότημα που έπαιζε ένα μπερδεμένο είδος μέταλ μουσικής. Της είχε κλείσει το μάτι ο ντράμερ, ήπιε και κάτι χαπάκια και βρέθηκε να κάνει τουρνέ από χωριό σε στάνη στις μεσογειακές χώρες. Η Τζίνα νόμισε πως κτύπησε φλέβα και συνήλθε απότομα όταν ο ντράμερ την παράτησε σύξυλη γιατί αποφάσισε να δοθεί στον ομοφυλόφιλο έρωτα και του ήταν εμπόδιο. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη και την οικογένεια της φαινότανε πιο δύσκολη από την προσαρμογή της στο γαλλικό έδαφος, ήξερε και πέντε γαλλικά από το λύκειο. Παιδεύτηκε λίγο μέχρι που βρήκε ένα ζευγάρι ελληνοαμερικανούς  που την προσέλαβαν εσωτερική να φροντίζει το σπίτι και το καθυστερημένο παιδί τους. Είχε όμως καθημερινή έξοδο το απόγευμα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Δεν ήταν κι άσχημα, αν δεν υπήρχαν και οι σεξουαλικές απαιτήσεις του κυρίου θα ήταν εξαιρετικά. Γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να επενδύσει περισσότερο σ' αυτές από το να διατηρήσει την δουλειά της και νάχει κάποιες λογικές αυξήσεις μισθού. Στην αρχή δεν της ήταν τόσο ενοχλητικός ο κύριος αλλά τελευταία είχε φιάξει μια σχέση. Βγαίνανε μαζί στο εβδομαδιαίο ρεπό της και δεν ήθελε πια να ικανοποιεί τα γούστα του αφεντικού της, μια που με τον φίλο της την έβρισκε ιδιαίτερα στο κρεβάτι. Επρεπε να βρει έναν τρόπο να του το ξεκόψει χωρίς να χάσει την δουλειά της. Αυτό την απασχολούσε συνέχεια, τόσο που δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο του Παρασκευά καθώς διέσχιζε τον δρόμο.

Κι ο Παρασκευάς ένα πρώην ρεμάλι ήταν. Είχε καταταγεί στην Λεγεώνα των Ξένων και είχε πολεμήσει στην Αφρική για διάφορους φύλαρχους. Ηταν τόσο μπερδεμένος που δεν ήξερε για ποιόν πολεμούσε. Το μόνο που είχε μάθει ήταν να σκοτώνει πριν τον σκοτώσουνε, ήταν ο κανόνας στον εμφύλιο πόλεμο της μαύρης ηπείρου. Τελείωσε με την λεγεώνα όταν κάποτε μετά από μια φοβερή σφαγή σ' ένα χωριό που υπεράσπιζε, ψάχνοντας κρυψώνα χώθηκε σε μια μικρή αποθηκούλα μέχρι να φύγουν τα αντίπαλα στρατεύματα. Οταν έκανε να φύγει ένα μικρό χεράκι τον τράβηξε πίσω. Ενα υπερβολικά αδύνατο κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε ετών ξεφύτρωσε από το πουθενά και τον κοίταζε με τα πελώρια μάτια του. Επρεπε να διασχίσει την ζούγκλα χωρίς να γίνει αντιληπτός για να ξαναβρεί την μονάδα του, πράγμα αρκετά δύσκολο μόνος του και σχεδόν αδύνατο έχοντας ένα μικρό παιδί μαζί του, Το κοριτσάκι τον κοίταζε επίμονα σαν να του έλεγε τι θα συμβεί αν έπεφτε στα χέρια των εχθρών της φυλής του. Ηξερε και το είχε δει πολλές φορές. Πήρε την απόφαση του και σκότωσε το μικρό κοριτσάκι πριν φύγει μόνος του. Τα κατάφερε να βρει την μονάδα του και γύρισε στην Γαλλία όπου ανέλαβε την φύλαξη του ελληνικού προξενείου στην Μασσαλία. Για πολύ καιρό δεν μιλούσε σε άνθρωπο, μόνο τελευταία είχε φιάξει μια σχέση με κάποιαν που περιέργως ξέχναγε συνέχεια το όνομά της αλλά τα πήγαινε καλά μαζί της και σκόπευε να της ζητήσει να μονιμοποιήσουν την σχέση τους. Πίστευε πως το μικρό ελάττωμά του να μην θυμάται το όνομά της δεν ήταν εμπόδιο αλλά δεν ήταν σίγουρος για την απάντησή της.

Λένε πως στις τελευταίες στιγμές του ο άνθρωπος βλέπει το φιλμ της ζωής του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην Τζίνα δεν συνέβαινε αυτό. Καταλάβαινε βέβαια πως πέθαινε αλλά είχε επικεντρωθεί στην τελευταία έξοδό της σ' ένα μπιστρό με τον φίλο της. Θυμότανε πως της ζητούσε να προχωρούσαν τον δεσμό τους περισσότερο αλλά εκείνη το έβλεπε πιο ελαφρά, ήταν χαρούμενη που ήταν έτσι μαζί του και συνέχεια γέλαγε. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι για να δει το αυτοκίνητο που την κτύπησε αλλά δεν τα κατάφερε. Εσβησε μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.

Ο Παρασκευάς αντίθετα βρέθηκε σε θέση τέτοια ώστε η γυναίκα που ξεψυχούσε να είναι στο οπτικό πεδίο του. Και το δικό του φιλμ  ζωής περιορίστηκε στην τελευταία έξοδο με την φίλη του σ' ένα μπιστρό. Την φανταζότανε  να γελά χαρούμενη και δεν θυμότανε το όνομά της μα και την ίδια στιγμή την έβλεπε μέσα στα αίματα. Λίγο πριν το τέλος του συγκεντρώθηκε και μια κραυγή βγήκε από το στόμα του :
- Τζίνα !


(αυτό το βιδδεο είναι προαιρετικό)

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Ο Αμερικάνος

από τιος εφημερίδες...

Ενας Αμερικάνος...Φαραώ μετά από 37 χρόνια κατάφερε να κατακτήσει τις τρεις πολυτιμότερες κούρσες της Αμερικής, το θρυλικό Triple Crown

American Pharoah


από τον Βενάρδο τον ερημίτη αντιγράφω...

 Αμερικάνος ήταν το παρατσούκλι που πήρε αβίαστα όταν αποφάσισε, στα 55 του, να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη από την Νέα Υόρκη όπου πήγε πιτσιρικάς, σκάρτα είκοσι παρατώντας εδώ σπουδές και οικογένεια.
Μαθημένος σε άλλον τρόπο ζωής χρησιμοποιούσε πολλές φορές την φράση "εσείς οι Ελληνες" θέλοντας να τονίσει την διαφορά νοοτροπίας και όχι την φυλετική. Εκδήλωνε αρκετές φορές αυτή την ειδοποιό διαφορά όταν έψαχνε στο τηλέφωνο ή δια ζώσης τον υπεύθυνο για κάποιες από τις συνηθισμένες τρελλές αποφάσεις των κρατούντων που φυσικά είχαν συχνά σαν αποτέλεσμα την απόσυρση ή την αδράνεια ή και ακόμα το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα όπως π.χ. το κίνητρο της εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ που επιβάρυνε σημαντικά το Δημόσιο αντί να το ελαφρύνει.
"Πρέπει να επιστρέψουν τα λεφτά αυτοί που τα πήραν αλλιώς δεν θα μπορέσετε να ορθοποδήσετε", έλεγε, "αν δεν τα πάρεις από αυτούς που ευνοήθηκαν παράλογα, δεν πρόκειται να υπάρξει αποδοχή στα μέτρα που πάρθηκαν για την κρίση, ο καθένας θα ζητάει εξαίρεση και με το δίκιο του και στο τέλος θα γίνει μια τρύπα στο νερό".
Με το ίδιο σκεπτικό αντιμετώπιζε  τα προβλήματα με τους γείτονες παραμένοντας μοναχικός αφού κανένας δεν σκεπτότανε το κοινό καλό αλλά μοναχά την πάρτη του. Σιγά-σιγά συνήθισε στην μοναξιά του αφού με ελάχιστες εξαιρέσεις πάλι μοναξιά αισθανότανε με όποιον κι αν συζήταγε. Μόνο με τους παλιούς συμμαθητές του -που ήξερε τον χαρακτήρα τους- συντηρούσε έναν διάλογο, τις περισσότερες φορές  τηλεφωνικό και στο επίπεδο της τότε ηλικίας, ήταν από τα λίγα πράγματα που τον έκαναν να χαμογελά.
Λιγόλογος ποτέ δεν εξιστορούσε τι έκανε στην Νέα Υόρκη  εκτός από το ότι παντρεύτηκε, χώρισε και δεν έκανε παιδιά, βασικός λόγος για την πρώϊμη επιστροφή του. Τα εν Ελλάδι ενδιαφέροντα του ήταν -εκτός από την πολιτική- η γατούλα του και ο τζόγος και συγκεκριμμένα ο ιππόδρομος. Συνηθισμένος στην καθημερινή ιπποδρομιακή εφημερίδα της Αμερικής με την οποίαν μπορούσε να περάσει ολόκληρη την μέρα του μελετώντας, αναζητούσε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα όπου μόνο κάτι θλιβερά περιοδικά κυκλοφορούσαν- όσο μεγαλύτερη η κυκλοφορία τους, τόσο περισσότερο παραπληροφορούν τον κόσμο, ίδια με τις πολιτικές σας εφημερίδες, έλεγε. Σαν ασκήσεις μνημονικού προσπαθούσε μέσω των γενεαλογικών στοιχείων να αναλύσει τις ελληνικές κούρσες στην αρχή, μετά παρακολουθώντας τις συστηματικά άρχισε να σχηματίζει την δική του άποψη. Δεν ήταν φιλοχρήματος για να τον ενδιαφέρει το κέρδος, αλλά έβλεπε το παιχνίδι του σαν προσωπικό στοίχημα, τρελλαινόταν όταν έχανε. Με το ίδιο σκεπτικό παρακολουθούσε τις διεθνείς μεγάλες ιπποδρομίες και φυσικά πάνω από όλα τις κούρσες του Τριπλ Κράουν. Οπως πολύς κόσμος απογοητευότανε που εδώ και τόσα χρόνια δεν βρισκότανε ένα άλογο να το κατακτήσει. 
Πολύ μικρότερο ήταν το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο, αν και έπαιζε καλή μπαλίτσα μικρός.
Ετσι πέρναγε ο καιρός μέχρι που κάποτε τα τηλεφωνήματά του αραίωσαν πολύ, κι ο ίδιος δεν σήκωνε το ακουστικό. Κάποιος από τους ελάχιστους συνομιλητές του ενημέρωσε την αστυνομία. Τον βρήκαν σπίτι του νεκρό από καρδιά.

Καλή του ώρα

++

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η φωτογραφία


Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν...να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.
Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ' την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ' αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ' ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.
Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.
Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. 
Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.            

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η Τερψιθέα και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών


 
( αναδημοσίευση  με το τέλος του παρατεταμένου εφέτος θέρους )
Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι, οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο, όταν τα φώτα ξανάσβησαν. Μετά, τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα, και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Φιλόθεου βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κοροϊδευτικά...


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Τρανός ανήφορος




Πέτρες και χώματα, δεμένα με θυμάρι κι άγρια σκίνα να συγκρατιούνται απ' την βαρύτητα και πιο κάτω, πολύ πιο κάτω, το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας γιατί κι ο βυθός συνέχιζε το ίδιο κατακόρυφος σαν το ψωμί όταν το κόβει το μαχαίρι.
Ετσι ήταν ο τόπος κι η λαϊκή σοφία τούδωσε τ' όνομα Τρανός Ανήφορος γιατί από κάτω δεν υπήρχε κάποιο πέρασμα όπως στη Χαμοπάσα ή ακτή όπου μπορούσε να πιάσει πλεούμενο όπως στην Κακιά Σκάλα, της παραλίας οι βράχοι ήταν πεντάμετροι, εξάμετροι και κατακόρυφοι, σ' ελάχιστα σημεία κατέβαιναν στα ένα δυο μέτρα και σ' αυτά πηγαίναν οι παλιοί ψαράδες των πετρόψαρων να ρίξουν τα αγκίστρια τους σ' ατρύγητα νερά. Τα πετρόψαρα δύσκολα αλλάζουν τόπο κι άμα ψαρέψεις σ' ενα μέρος πρέπει να περάσει μήνας και βάλε για να ξανάρθει ψάρι από αλλού.
Σε χρόνια δύσκολα που οι βάρκες δεν είχαν μηχανές, ο τρανός ανήφορος ήταν πολύ μακριά για να πάς με κουπί και πολύ επικίνδυνο να πας με πανί, μια που έπρεπε να ξεμακρύνεις κάβο κι ο καιρός απρόβλεπτος για την επιστροφή. Ετσι έμενε αψάρευτος από δίχτυα και παραγάδια κι ήταν τόπος ιδανικός για τους ερασιτέχνες της παραλίας. Δια ξηράς ήταν πιο εύκολα προσπελάσιμος, γύρω στη μια ώρα περπάτημα απ' το χωριό για να φτάσεις στο μέρος κι ίσως άλλη τόση το προσεκτικό κατέβασμα μέχρι τα βράχια της ακρογιαλιάς. Κι η αμοιβή ; πετρόψαρα, χανοπέρδικες και γύλια, ίσως και μερικοί νταβλιάδες. 
Τα πετρόψαρα, περιφρονημένα ψάρια από τους μανάβηδες δεν αντέχουν τον πάγο, είναι της άμεσης κατανάλωσης μα έχουν γλυκειά, πολύ γλυκειά σάρκα για τους γνώστες του είδους που συναγωνιζότουσαν τα αγριοκάτσικα στον Τρανό Ανήφορο μέχρι να βρούν το μετερίζι τους και να γυρίσουν με την λεία τους, δυο-τρία κιλά πολύχρωμα ψαράκια. Πέρα από το τηγάνι, η κακαβιά από πετρόψαρα, όπως την φιάχνανε οι τεχνίτρες μαγείρισσες του χωριού, έβαζε κάτω και την καλύτερη μπουγιαμπέσα.

Απέναντι, στα τριάντα μέτρα περίπου, βράχος θεώρατος και κατακόρυφος σχημάτιζε με τον Τρανό Ανήφορο, το Στενό και το νερό στο ανάμεσο να πιάνει τα πενήντα μέτρα βάθος, ένα σχεδόν φιορδ κάπου στον Κορινθιακό, άντρο παλιά των πειρατών από το Χάλαιον και την Οιάνθη. Τα χρόνια τα παλιά, κουρσεύανε τα πλοία που τράβαγαν για το μαντείο των Δελφών όταν ήταν ακόμα στις δόξες του. Κατάσπαρτος ναυάγια ο βυθός, ήταν για τους κουρσάρους του βυθού παράδεισος τα χρόνια του πενήντα, όταν στολές και σύνεργα κατάδυσης ελάχιστοι είχαν, κυρίως ξένοι και ... πληροφορημένοι. Η ελληνική κοινωνία- και το λιμενικό μαζί- πολλά χρόνια αργότερα έμαθε την ιστορία του τόπου, κυρίως από τις εργασίες του Lucien  Lerat. Ακόμα και σήμερα πολλοί ξέρουν λάθος τις αντιστοιχίες των αρχαίων πόλεων με τα σημερινά χωριά που φύτρωσαν στη θέση τους, δεν έκαναν τον κόπο ούτε τις περιηγήσεις του Παυσανία να κοιτάξουν.
Ηδη από την δεκαετία του 60 ο βυθός θα έπρεπε να είχε "σκουπισθεί" από τις συχνές επισκέψεις των δυτών. μερικοί από αυτούς τα βράδια που γυρίζαν στο χωριό χαρίζανε ή πουλούσαν σε εξεφτελιστικές τιμές τους ροφούς που ψάρευαν σαν μπουζουριέρα, για νάχουν την υποστήριξή τους και να θολώνουν τα νερά. Πέφτανε τέσσερις-πέντε μαζί και δένανε ψάρια και ευρήματα σε σκοινιά που κρέμονταν από τσαμαδούρες για να μην ανεβαίνουν επάνω κάθε τόσο. Οι υπόλοιποι από το σκάφος  τα μάζευαν και ξανάριχναν πίσω το σκοινί άδειο.
Μια τέτοια σκηνή παρακολουθούσαμε πιτσιρικάδες σαν τελειώσαμε το ψάρεμά μας στον Τρανό Ανήφορο, τέλη του πενήντα-αρχές του εξήντα. Ενα πλεούμενο αγκυροβολημένο στα διακόσια περίπου μέτρα έξω από το Στενό, τέσσερις τσαμαδούρες κόκκινες, ενωμένες με σκοινί και ισάριθμοι βουτηχτάδες με τις μαύρες στολές τους έβγαιναν που και που στην επιφάνεια να πάρουνε ανάσες. Είμαστε στα μισά της πλαγιάς ανεβαίνοντας δύσκολα και νοιώθοντας για τα καλά τι πάει να πει...τρανός ανήφορος. Κάποια στιγμή που σταματήσαμε για ανάσες είχαμε την φαεινή ιδέα να φωνάξουμε σ' αυτούς από το πλεούμενο. Πραγματικά κάποιοι βγήκανε από μέσα, μας είδανε, μπήκανε μέσα και όταν ξαναβγήκανε φάνηκε σαν να μας κοίταγαν. Τότε ήταν που ακούσαμε ένα ελαφρό σφύριγμα κάπου κοντά μας και είδαμε κάτι πετρούλες να αναπηδάνε ξαφνιασμένες και να παίρνουν τον κατήφορο. Με το δεύτερο ή τρίτο σφύριγμα συνειδητοποιήσαμε πως μας πυροβολούσαν με σιγαστήρα !! Οσο τρανός και νάταν ο ανήφορος μπροστά στον τρόμο μας άρχισε να φαίνεται σαν λεωφόρος, με την ψυχή στο στόμα φτάσαμε γρήγορα επάνω στην δημοσιά. Στο σκάφος επικρατούσε ησυχία, όλοι είχαν μπει ξανά μέσα.
Γυρίσαμε πίσω και δώσαμε τα ψάρια στη μάνα του φίλου μου που μας έφτιαξε κακαβιά. Την φάγαμε βουτώντας μέσα από μια φραντζόλα ψωμί ο καθένας και δεν ξαναπήγαμε ποτε στον Τρανό Ανήφορο, συνεχίσαμε να ψαρεύουμε πετρόψαρα σε μέρη όπου υπήρχαν πιο λίγα αλλά ήταν περισσότερο ήσυχα.

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Ο Φοίνικας, το δέντρο


Αυτό που βλέπεις στο μισοχορταριασμένο το παρτέρι, δεν είναι άλλο τίποτα από το ξόδι ενός φοίνικα σαν κόπηκε όντας άχρηστος ή γερασμένος. Ο ξάδερφος του, το πουλί, μπορεί να λένε πως ξαναγίνεται από τις στάχτες του, σαν νάχε μέσα του ένα αυγό που εκκολάπτεται, μα τούτη δω η μορφή, του δέντρου, στη φωτιά δεν δίνει παρά μια φλόγα, ψόφια. 
Είχε κι αυτό αναγεννήσεις κάποτε, σαν κάποιες άνοιξες παλεύανε τα φύλλα τα ξερά να του καθαρίσουν, που κρέμονταν σαν υπερήλικα βυζιά, να κόψουν παρακάτω απ' τα κοτσάνια τα υπολείματα, να φιάξουν μπακλαβάδες στον κορμό, να τόνε καλλωπίσουν. Ψηλά στην ανεμόσκαλα, με το πριόνι στο 'να χέρι και γατζωμένος γερά με τ' άλλο, παλεύει ο εργάτης να τιθασεύσει το θεριό και κάτω, στη βάση του ένα γύρο, βουνό μαζεύονται κλωστές, φύλλα κι αγκάθια σαν το αλυσσοπρίονο  με μουγκρητό δαιμόνων λειαίνει τον κορμό του.


Μα έρχεται κάποτε καιρός που γήρας ή αρρώστια τα σωθικά του τρώει και σαν καράβι που ' μπασε νερά, στο πλάϊ γέρνει. Είναι σημάδι αλάνθαστο, σωθήκαν τα ψωμιά του και τότε είναι φρόνιμο, πριν άνεμος το ρίξει, χέρι ανθρώπινο, σκληρό, το νήμα του να κόψει.
Από ψηλά ο δήμιος θ' αρχίσει να τον κόβει, κομμάτια οριζόντια,  ως τα ριζά να φτάσει κι εκεί, ανάποδο ταψί το ίχνος του θ' αφήσει. Με τον καιρό φυτρώνουνε στην επιφάνειά του βρύα και πρασινάδες και μανιτάρια σαν καιρός και υγρασία τα ευνοήσει, ίδια κι απαράλλαχτα με τους χορταριασμένους τάφους.

Ετσι τελειώνει η ζωή του φοίνικα, του δέντρου.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Κυψελιώτικες ιστορίες




Υπάρχει ένα στενό δρομάκι από την Κυψέλης μέχρι την Φωκίονος Νέγρη που λέγεται Χαιρωνείας. Πρακτικά δεν χρησιμοποιείται  από αυτοκίνητα και η έξοδος προς την Φωκίονος Νέγρη ήταν πάντοτε κλειστή. Η οδός Καλογερά, άλλο στενάκι κι αυτό μεταξύ των οδών Κυψέλης και Φωκίονος Νέγρη, τελειώνει κάθετα στην Χαιρωνείας. Απέναντι  στην Καλογερά, σ' ενα οικόπεδο ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες ήταν το γηπεδάκι του Τυφώνα, της ομάδας της Κυψέλης που είχε τμήματα μπάσκετ και βόλλεϋ. Στο γηπεδάκι παίζονταν μόνο αγώνες βόλλεϋ, καρφωμένες στους τοίχους των πολυκατοικιών ήταν δυο μπασκέτες, μόνο για προπόνηση. Φτωχική ομάδα ο Τυφώνας χρησιμοποιούσε για αθλητικές εμφανίσεις κάτι αποφόρια του Παναθηναϊκού με τον οποίον είχε καλές σχέσεις αντίθετα με τον γειτονικό και πλούσιο Πανελλήνιο  που σνομπάριζε τον φτωχό γείτονα. Στο βόλλεϋ όμως ο Τυφώνας που έπαιζε τότε στην Α κατηγορία, κέρδιζε πάντοτε τον Πανελλήνιο και τις λίγες φορές που έχανε έπαιρνε το παιχνίδι μυστηριωδώς στα χαρτιά, Ετσι οι φίλοι του Τυφώνα έπαιρναν την εκδίκησή τους για τις αρπαγές των καλών παικτών τους από το πλούσιο σωματείο της Κοδριγκτώνος και Μαυροματαίων γωνία, στάση Αγγελοπούλου.
Ηταν κάποια χρονιά στα τέλη της δεκαετίας του 50 όταν πήρα το βάπτισμα του πυρός στα αθλητικά γήπεδα. Εγώ και δυο τρεις άλλοι μπόμπιρες μπήκαμε όλοι μαζί με ένα εισιτήριο και αφού υποσχεθήκαμε στον υπεύθυνο πως θα φωνάζαμε το " ΕΣΑ-ΕΣΑ, τρομερή, Τυφωνάρα ηρωϊκή" που ήταν το βασικό σύνθημα του σωματείου. Τεράστια η συγκίνησή μας που καθίσαμε μαζί με τους "μεγάλους" και τσιρίζαμε το " Τυυυφών, Τυφών" και όποιο άλλο σύνθημα έβγαζε η κερκίδα.
Ο αγώνας ήταν με τον Μίλωνα, σίγουρο πρωταθλητή της κατηγορίας την χρονιά εκείνη και αήττητο μέχρι τότε. Τα δυο πρώτα σετ τελειώσαν πολύ γρήγορα υπέρ του Μίλωνα, η διαφορά δυναμικότητας ήταν εμφανής και στα μειράκια ακόμα.
Στο τρίτο σετ ο προπονητής του Μίλωνα θέλησε να μετρήσει την δεύτερη ομάδα του κι την έβαλε στο τερραίν. Ο Τυφώνας ισοφάρισε τα σετ σε 2-2 και όλα θα κρινότουσαν στο πέμπτο σετ. Ο Μίλωνας ξαναέβαλε την πρώτη ομάδα και το σκορ είχε φτάσει στο 14-2 όταν ξανάβαλε την δεύτερη ομάδα. Υπ' όψιν τότε πόντος μέτραγε μόνο μετά από αλλαγή και τα σετ είχαν 15 πόντους όχι όπως σήμερα που έχουν 25 πόντους και δεν υπάρχουν αλλαγές, μετράνε όλα σαν πόντοι. Ο Τυφώνας αναθάρρησε πήρε κάποιους πόντους στην σειρά, έφτασε στο 14-12  και η κερκίδα είχε πάρει φωτιά από τις φωνές. Σ' αυτό το σημείο ο προπονητής του Μίλωνα ξαναέβαλε τους καλούς που πήραν αμέσως την αλλαγή. Στην εκτέλεση του σερβίς οι παίκτες του Τυφώνα κοίταζαν ο ένας τον άλλον χωρίς να πάει κανένας στην μπάλα που έσκασε μεγαλοπρεπώς στο μέσο του χώρου που κάλυπταν οι παίκτες του Τυφώνα. Ο διαιτητής του φιλέ έδειξε πόντο στη μεριά του Μίλωνα, σφύριξε παρατεταμένα, έκανε  την χαρακτηριστική κίνηση με τα δυο χέρια πως το ματς τελείωσε κι άρχισε να κατεβαίνει την σκάλα. 
Δεν πρόλαβε. 
Σαν αστραπή αλαλάζοντες οι μεγαλύτεροι από την κερκίδα όρμησαν στους διαιτητές ζητώντας "ως μη γενόμενον", τάχα μου πως η μπάλλα κτύπησε στη γραμμή και δεν μπορούσε να κριθεί αν ήταν μέσα ή έξω. Κάποιοι πιο σκληροί ζητούσαν να δοθεί αλλαγή υπέρ του Τυφώνα γιατί η μπάλλα κτύπησε έξω !! Το κυριότερο επιχειρημά τους ήταν η απουσία αστυνομικού οργάνου και η υπενθύμιση στους διαιτητές του μεγέθους της πόρτας. " Κοίταξτε από που θα βγείτε" τους λέγανε και πραγματικά από την πόρτα δεν θα χωρούσε να περάσει ο Πάγκαλος ή ο Μαρινάκης .
Οι διαιτητές το καλοσκέφτηκαν και σφύριξαν "ως μη γενόμενον", το ίδιο το καλοσκέφτηκε και ο προπονητης του Μίλωνα που ξανάβαλε τα δεύτερα και ο Τυφώνας με μνημειώδη ανατροπή 16-14 πήρε το τρίτο σετ και την νίκη. 
Πολύ σύντομα ο Ερυθρός Σταυρός που είχε την κυριότητα του οικοπέδου όπου ήταν το γηπεδάκι, το έδωσε για αντιπαροχή και ο Τυφώνας εξορίσθηκε στην Νέα Φιλαδέλφεια, έμεινε χωρίς φιλάθλους και απορροφήθηκε από τον Ιωνικό Νέας Φιλαδέλφειας- αν δεν κάνω λάθος.
Το υπόγειο της πολυκατοικίας  που κτίστηκε στέγασε για κάποια χρόνια  στο ισόγειό του το κέντρο διασκέδασης monseigneur. Οταν κι αυτό έκλεισε μια μελαγχολική ερημιά τύλιξε το σοκάκι που κάποτε στέγαζε τα αθλητικά όνειρα της Κυψέλης.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ο ξεκάλτσωτος




Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία.
Σ αυτό το κρύο περιβάλλον  παραφωνία ήτανε  κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του.
Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά  είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος.
Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του.
Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.