Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Διήγημα μου, που μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο που δημοσιεύθηκε και σχολιάσθηκε, στην διεύθυνση :

https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/

Πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Η θεια



Θα ήταν δέκα η ώρα το βράδυ όταν ένα χέρι τον τράβηξε απ' το μπράτσο.
- Πάμε !
Το ύφος του φίλου του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Παράτησε σύξυλη την κοπέλλα να συνεχίσει μόνη  της τον χορό και τον ακολούθησε. Στον δρόμο ο φίλος του εξήγησε πως μια γιαγιά βρέθηκε στην θάλασσα και την προλάβανε πριν πνιγεί αλλά είχε πιει νερό και είχανε την χρεία του. Ο φίλος του ήταν φοιτητής της ιατρικής, για τους απλοϊκούς χωρικούς ήταν ήδη γιατρός. Τον ήθελε μαζί του γιατί είχε πικρή πείρα από τους κατοίκους του χωριού, ήθελε κάποιον να μπορέσει να συνενοηθεί μαζί του, αν του τύχαινε ανάγκη από βοήθεια.
Δεν τον πολυάκουγε. Στο μυαλό του είχε ακόμα τις αναλογίες της κοπέλλας, στο μπλουζ μελετούσε το ανάγλυφό της συνοδεία μουσικής και τον διέκοψε. Αλλά η φιλία ήταν πάνω από τέτοια.

Ηταν μια παράξενη μέρα. Είχε αποφασίσει να μεθύσει για να δει πως είναι, μέχρι τότε δεν τα είχε καταφέρει. Στηριζότανε στην παρουσία του φίλου του, του φοιτητή της ιατρικής, όχι τόσο για τις γνώσεις του όσο για την αντοχή του στο ποτό. Ηθελε νάναι σίγουρος πως κάποιος θα τον φρόντιζε αν μέθαγε.  Ο φίλος του είχε έναν εκπληκτικό σωματότυπο, νόμιζες πως ήταν ο μίστερ-Ελλάς ενώ δεν γυμναζότανε καθόλου !! Είχε τέτοια δύναμη και αντοχές που θεωρούσε απίθανο το να μεθύσει ποτέ.
Είχαν ξεκινήσει το απόγευμα με μπίρες και παγωτά στο αναψυκτήριο, μετά ουζάκια με μεζέδες στο καφενείο και κρασί με μακαρονάδα στην μοναδική ταβέρνα του χωριού. Ο "γιατρός" είχε φάει διπλή μερίδα αλλά το στομάχι του ήτανε πλάκα λες κι ήταν νηστικός ! Το βράδυ, στο πάρτυ όπου τους αναζήτησαν, αυτός έπινε βότκα, ο "γιατρός" ουίσκι αλλά ακόμα ήταν κι οι δύο εντελώς νηφάλιοι.

Στο σπίτι της γιαγιάς κόσμος πολύς κι ανήσυχος υποδέχθηκε τον "γιατρό" και τον "βοηθό" του. Τους έκαναν χώρο να περάσουν στο δωμάτιο όπου είχαν ξαπλωμένη την γιαγιά με στεγνά ρούχα και βγήκαν έξω κλείνοντας την πόρτα. Η γιαγιά είχε κλειστά μάτια κι αρνιόταν να μιλήσει. Σε μια μαύρη μαντήλα είχαν τυλίξει τα μαλιά της, έξω από το σκουτί που την σκέπαζε περίσσευαν οι κάλτσες στα πόδια της, μαύρες κι αυτές . Το πρόσωπό της κέρινο, όλο ρυτίδες, τα μάτια της τα είχε σφαλιστά.
Μετά από κάποιες προσπάθειες ο "γιατρός" είδε κι απόειδε, κατάλαβε πως δεν θα του μιλήσει. Της έβαλε θερμόμετρο στο στόμα και της πήρε τον σφυγμό. Φαινότανε να είναι καλά αλλά θέλησε να μάθει περισσότερα. Της ξεκούμπωσε την πουκαμίσα κι έβαλε το αφτί του πάνω στην γυμνή σάρκα του στήθους της ν' αφουγγρασθεί την καρδιά της. Ο "βοηθός" έμεινε άναυδος. Οι ζάρες του προσώπου της αραίωναν στον λαιμό και εξαφανιζότουσαν στο στέρνο. Και πιο κάτω ολόρθα δυο μικρά στήθια κάτασπρα, πιο λαχταριστά κι από δεσποινίδας, λεία, με τέλεια συμμετρικές ρόγες. Ηταν περισσότερο από σίγουρο πως ποτέ τους ήλιος δεν τα είδε, μάλλον ούτε και άλλο αντρικό βλέμμα. Ενας κρυμμένος θησαυρος. Ο "γιατρός" ατάραχος έκανε την εξέτασή του και την ξαναέντυσε, μετά μαζί με τον "βοηθό" του πήγαν στους συγκεντρωμένους συγγενείς της για τις οδηγίες.

Από τις διηγήσεις των συγγενών της μάθανε την ιστορία της. Μικρή αρραβωνιάστηκε ναυτικό που μπάρκαρε και χάθηκε στα νερά του Ινδικού. Μια που δεν βρέθηκε το πτώμα του, πάντοτε μια ελπίδα ζωντανή υπήρχε στην γιαγιά πως θα γυρίσει - της τόχε υποσχεθεί. Δεν ξανακοίταξε άλλον για άντρα. Πέρασε μια ζωή σαν κόρη περιμένοντας τον και μετά σαν θεία που φρόντιζε τ' ανήψια της, μέχρι που με τα χρόνια έγινε θεια για τα καλά. Ετσι φώναζαν στο χωριό όλες τις γριές.
- Θα λαχτάρησε φαίνεται  η θεια να δροσίσει τα πόδια της και μπήκε στο νερό, νύχτα ήταν και κάπου θα παραπάτησε, έβγαλε το συμπέρασμα ο αρχηγός των συγγενών. Αφού λες πως είναι εντάξει, όλα καλά, γιατρέ μου, ευχαριστούμε και να πας στο καλό.

Γύρισαν πίσω στο πάρτυ και το πιοτό. Ο "βοηθός" δεν είχε κέφι να χορέψει, έπινε μόνο. Ηταν συγκλονισμένος από το απρόσμενο θέαμα που του έτυχε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί τι κρυβότανε κάτω από τα ρούχα μιας θειας. Η βότκα του ζωγράφιζε τα στήθια της όλο και πιο έντονα, περισσότερο από απορία και θαυμασμό, παρά από επιθυμία.

Αισθάνθηκε να τον τραβάνε από το μπράτσο ξανά. Αυτή την φορά τα πράγματα ήταν άσχημα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά ο "γιατρός" ήταν τύφλα στο μεθύσι. Δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Μαζί με έναν εθελοντή τον κρέμασαν από τους ώμους τους και τον πήγαν σπίτι του. Τα πόδια του σέρνονταν στο χώμα, το παντελόνι του ήταν λερωμένο. Περασμένες δύο τη νύχτα βγήκε η μάνα του να τον παραλάβει. Τράβηξε πρώτα τα μαλλιά της και μετά έκανε γροθιά το χέρι της με προτεταμένο τον διπλωμένο δείχτη, τον έβαλε μέσα στα δόντια της κι άρχισε το μοιρολόι " Αάχ, τι του κάνατε του παιδιού μου, πως τον καταντήσατε έτσι τον γιατρό μου, τον επιστήμονά μου, άι,άι, άιιι". Τα δυο παιδιά την ηρέμησαν, τον περιποιήθηκαν και τον έβαλαν για ύπνο. Μετά χώρισαν οι δρόμοι τους, ο "βοηθός" πήρε τον παραλιακό να αναπνεύσει λίγο δροσερό αέρα.

Οπως περπάταγε κουρασμένος και μισοζαλισμένος του φάνηκε πως είδε στο φεγγαρόφωτο μια σκιά να κινείται μέσα στην θάλασσα προς τα κει που βάθαιναν τα νερά. Είχε δει φευγαλέα για να κρίνει αλλά ώσπου να συγκεντρωθεί δεν φαινότανε τίποτε πια. Απ' το μυαλό του πέρασε πως μπορεί και να του φάνηκε, είχε πιεί αρκετά, μπορεί ακόμα η σκιά να έφτασε στα άπατα και να μη φαινότανε πια. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, οι ατμοί της βότκας έκαναν τον ύπνο απαιτητικό.

Το μεσημέρι που ξύπνησε άκουσε την καμπάνα της. Αυτή την φορά η θεια τα κατάφερε.

πρωτοδημοσιεύτηκε στις 11-2-2018 στον ιστότοπο  https://sarantakos.wordpress.com



Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Φίλιππος



Το Φίλιππος ήταν παρατσούκλι. Ηταν κάποιος νέος (τότε), γόνος καλής και εύπορης οικογένειας (τότε) με μιά έφεση σε τζογάρισμα κάθε είδους, από πρέφα καπίκι στο καφενείο μέχρι την ρουλέττα στο ΜονΠαρνές. Και φυσικά από το ρεπερτόριό του δεν μπορούσε να λείψει ο βασιλιάς των τυχερών παιχνιδιών, ο ιππόδρομος.
Ο Φίλιππος μετά το τότε εξατάξιο γυμνάσιο πήγε στην Αγγλία να σπουδάσει μηχανικός. Κάτι τα άλογα, κάτι τα σκυλιά κατάφερε να σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Χαβάη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα του στείλαν λεφτά και του είπαν να φέρει από το Βέλγιο μια Μερσεντές, ήταν συνηθισμένο τότε να φέρνουν αυτοκίνητα από το Βέλγιο, ήταν πιο φτηνά απ' ότι στην Ελλάδα.
Κατάφερε να επιστρέψει με ένα Χίλλμαν Ιμπ, πιθανόν να είχε  και ιππόδρομο στο Βέλγιο, καζίνο είχε σίγουρα... Παρουσιάστηκε να κάνει το στρατιωτικό του και όταν έγινε αξιωματικός ήρθε στο Πεντάγωνο οπότε οι επισκέψεις του στο Φαληρικό Δέλτα ήταν χωρίς απουσίες. Μάλιστα επειδή δεν προλάβαινε να αλλάξει, άφηνε το πηλίκιόν του στο αμάξι και  ερχόταν με την στολή του στον ιππόδρομο προκαλώντας κρυφά χαμόγελα όταν τον έβλεπαν καλοκαιριάτικα να φοράει διπλοκουμπωμένη μια καπαρντίνα για να μην φαίνεται η στολή...
Αντίθετα έβαζε το στρατιωτικό πηλίκιον όταν οδηγούσε για να μπορεί να κάνει ψιλοπαραβάσεις ερχόμενος ή φεύγοντας, χούντα είχαμε τότε...  Οπως ερχότανε, συχνά έφερνε μαζί του τον πατέρα ενός αναβάτη που δούλευε σαν πολιτικό προσωπικό στο Πεντάγωνο. Οπως ήταν φυσικό ο πατέρας του (μέτριου) αναβάτη του έλεγε τα προγνωστικά του γιού του, τα οποία απέφευγε να παίξει ο ίδιος ή τα έπαιζε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος είχε και μια αδυναμία σε ένα άλογο, τον Σάαντ Ακάρ, ένα αραβικό στέγιερ, δηλαδή το άλογο ακολουθούσε με τα τελευταία και προσπαθούσε στο τέλος να καλύψει την διαφορά. Εκτός σπανίων περιπτώσεων δεν προλάβαινε να τα καταφέρει, είχε δε μόνιμο αναβάτη τον γιο του εργαζόμενου στο Πεντάγωνο, μέτριο αναβάτη, αντικειμενικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τρέχει ο Σάαντ Ακάρ κι ο Φίλιππος να μην έχει στοιχηματίσει επάνω του. 

Μια μέρα ο πατέρας του αναβάτη είπε στον Φίλιππο πως ο γιός του θα του πει την ώρα της επίδειξης ένα άλογο στην προτελευταία κούρσα.  Του είπε να περιμένει να πάρουν τα άλογα οδηγίες στο πάντοκ- τον χώρο της επίδειξης- ώστε να είναι χίλια τοις εκατό σίγουροι αλλά να μην το παίξουνε πάρα πολλά λεφτά να μην καταλάβουν πως τους έδωσε την πληροφορία. Ο Φίλιππος ειδοποίησε έναν δικό του πιτσιρικά να τον πάρει από πίσω σ΄αυτήν την κούρσα και να παίξει γι αυτόν τα εννιά κατοστάρικα που τούδωσε σε όποιο άλογο παίξει ο ίδιος, αυτός θα  έπαιζε μόνος του άλλα τρία. Τα άλογα γυρίζανε στο πάντοκ κι ο αναβάτης έκανε σήμα στον πατέρα του πως θα κερδίσει αυτός. Ο πατέρας έκοψε εξη πενηντάρικα σύνθετα στο άλογο του γιού του, ο πιτσιρικάς πονηρός πήγε στα εικοσάρικα κι έκοψε πενήντα εικοσάρικα -τα πέντε δικά του. Δεν μπορούσανε να παίξουνε γκανιάν, δηλαδή απλή νίκη του αλόγου, γιατί θα ρίχνανε πολύ την απόδοση. Ας κέρδιζε και μετά θα ψάχνανε να βρούνε τον νικητή της τελευταίας ιπποδρομίας, έτρεχαν  μόνο έξη άλογα και ένα από αυτά ήταν ο Σάαντ Ακάρ με αναβάτη φυσικά τον γιο. 

Η κούρσα έγινε και όντως ο γιός κέρδισε με ικανοποιητικές αποδόσεις. Ο Φίλιππος και ο πατέρας έπιασαν θέση στο πάντοκ να ρωτήσουν τον γιο για την επόμενη κούρσα. Ο γιός βγήκε στο πάντοκ κι άκουσε τις οδηγίες του προπονητού του " Δεν έχουμε σπουδαία τύχη με αυτούς τους αντιπάλους. Καλύτερα αυτή την φορά να τον πας με τα πρώτα άλογα να δούμε πως αποδίδει με τέτοια διαδρομή και την άλλη φορά βλέπουμε". Ο αναβάτης ανέβηκε στον Σάαντ Ακάρ και με κουνήματα της κεφαλής τους έδειξε να μην παίξουν τον ίδιο και τους πρότεινε δυο άλλα άλογα.
Ο Φίλιππας πήρε τα σύνθετά του από τον μικρό και πήγε να παρακολουθήσει τον πατέρα  να δει που θα τα βάλει. Πραγματικά ο πατέρας άκουσε τον γιό του και τα μοίρασε στα δύο άλογα που του είπε. Ο Φίλιππος έβαλε κι αυτός εκεί τα πιο πολλά και κάτι λίγα στα άλλα τρία άλογα. Μόνο στον Σάαντ Ακάρ δεν έβαλε αφού είχε την πληροφορία.
Ο πιτσιρικάς ήθελε να πληρωθεί σίγουρα και με πεντε εικοσάρικα που είχε μπορούσε να καλύψει πέντε άλογα αλλά έτρεχαν έξη. Προτίμησε να τα πουλήσει και μόλις φώναξε "πουλάω" και πριν αρχίσουν τα παζάρια ένας του φώναξε " Πόσα έχεις ; τα αγοράζω όλα με εκατό κι ας κάνουνε ογδόντα".
Ηταν συνηθισμένο τότε να πουλάνε τα σύνθετα όταν είχε κερδίσει το άλογο στο πρώτο σκέλος, ήταν ένας τρόπος να βγάλουν κάποιο παραπάνω κέρδος από το να έπαιζαν το άλογο απλά να κερδίσει αλλά παραμόνευε κι ο κίνδυνος να μην έχουν κέρδος αν δεν έβρισκαν αγοραστή και αναγκάζονταν να ψάξουν τον νικητή της επόμενης ιπποδρομίας.
Οι άλλοι υποψήφιοι αγοραστές φύγανε κι ο πιτσιρικάς τούδωσε τέσσερα σύνθετα και τσέπιασε οκτακόσια  (οι τιμές στον ιππόδρομο  ήταν στο δεκάρικο) κι έβαλε το πέμπτο σύνθετο στο άλογο που τα έβαλε ο αγοραστής.


Με το που δόθηκε η εκκίνηση ο Σάαντ Ακάρ βρέθηκε με το βήμα του στην πρώτη θέση. Καθώς δεν πιέστηκε καθόλου στο τέλος  είχε τις δυνάμεις και κέρδισε απομακρυνόμενος σημαντικά από τα άλλα άλογα. Ο πιτσιρικάς είδε τον αγοραστή που πανηγύριζε και προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του. Ηξερε πως είχε κερδίσει πάνω από δέκα χιλιάρικα. Ο Φίλιππος κοίταζε σαν χαμένος τον πατέρα που κατέβηκε στον στίβο να υποδεχθεί τον γιό του που γύρναγε για την καθιερωμένη φωτογραφία του νικητή σαν βρεγμένη γάτα...
- Να, τον μούτζωσε, ήθελα νάξερα ποιός μαλάκας σε έκανε, είπε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ιδιοκτητών του αλόγου και των φίλων τους.
Ενας αστυφύλακας έκανε να κινηθεί προς αυτόν αλλά ο Φίλιππος που ήταν συμπονιάρης και καλό παιδί, του έδειξε την ταυτότητα του αξιωματικού και απομακρύνθηκε. Πήρε τον πατέρα στο αυτοκίνητό του, έβαλε το πηλίκιο κι άρχισαν να ανεβαίνουν την Συγγρού...

Για την ιστορία το "σίγουρο" άλογο που κέρδισε ήταν όντως σίγουρο γιατι κέρδισε ντοπαρισμένο, αποδείχθηκε μετά !

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Στο σπίτι (απόσπασμα)



Απόσπασμα από το διήγημα "Ενα πλήρες 24ωρο"



Στο σπίτι 

Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το σπίτι που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’ άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ;
 Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.
Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.
Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. 
Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; 
Ποτέ δεν έμαθες.
Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι πρωτόγονοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. 
Ηταν ; δεν ήταν ; 
Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; 
Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ;
Αμ ο καφές ; 
Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;
Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.
Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.
Μόνος.

«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Το μπλόκο της Κοκκινιάς


Η αιτιολογία των γεγονότων της παρακάτω εξιστόρησης είναι φανταστική

Το κοριτσάκι απάντησε ευγενικά στην ερώτηση του ηλικιωμένου που έσερνε τα πόδια του σε κάποιον δρόμο της Νίκαιας :
 - Δεν ξέρω που ακριβώς αλλά για τον Πειραιά θα έχει στάση σ' αυτόν τον δρόμο, περνάνε από δω το 800 και το Β14. μόνο που για να πάτε προς Πειραιά πρέπει να το πάρετε από την αριστερή πλευρά του δρόμου.
Ο ηλικιωμένος ευχαρίστησε το κοριτσάκι και συνέχισε την πορεία του παράλληλα με αυτό. Μετά από λίγο ένοιωσε ένα κύμα οδύνης να τον πνίγει, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και μακρόσυρτοι λυγμοί άρχισαν να τον ταράζουν. Το κοριτσάκι ανήσυχο έτρεξε κοντά του :
- Είστε καλά ;
- Ναι παιδί μου, απλά ήρθε στη θύμισή μου ένα παλιό γεγονός σ' αυτή την γειτονιά. Τριακόσιοι και βάλε νεκροί και κάμποσες χιλιάδες αιχμάλωτοι στο Χαϊδάρι ήταν τα θύματα.
- Α, λέτε για το μπλόκο της Κοκκινιάς, κάτι μας έχουν πει γι αυτό στο σχολείο.
- Κανένας όμως δεν ξέρει την πραγματική αιτία γι αυτό το κακό, ίσως είμαι ο τελευταίος που την ξέρω.
- Πως κι έτσι ;
- Ηξερα κάποια γερμανικά και δούλευα στο γερμανικό φρουραρχείο...
- Και ;
- Ξέρω την αιτία που ξεκίνησε αυτό το κακό
- Ποιά ήταν ;
- Η συνηθισμένη, cherchez la femme ( σερσέ λα φαμ)
- Δηλαδή ;
- Αναζητήσατε τη γυναίκα. Ολα για μια γυναίκα γίνονται, για μια γυναίκα ζούμε...
-  Πέστε μου την ιστορία σας παρακαλώ.
- Εντάξει.
Ο γεράκος κάθησε στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού και το κοριτσάκι βολεύτηκε δίπλα του.
- Ητανε μια γυναίκα όμορφη και παντρεμένη μ' έναν έλληνα. Ηξερε κι αυτή λίγα γερμανικά κι έπιασε δουλειά στο φρουραρχείο μαζί μου. Είμαστε τυχεροί όσοι δουλεύαμε εκεί γιατί εκτός από λεφτά είχαμε πρόσβαση και σε τρόφιμα που τότε τάβρισκες μόνο στην μαύρη αγορά. Οπως ήταν φυσικό ο διοικητής της έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτή το είπε στον άντρα της κι αυτός άφησε να εννοηθεί πως θα ήταν καλύτερα να μη τον απογοητεύσει γιατί που θα βρίσκανε λεφτά και τα τρόφιμα αν θύμωνε και την έδιωχνε. Εβαλε και το φαΐ των παιδιών της στην ζυγαριά του. Είχαμε γίνει φίλοι και μου τάλεγε εμένα τα παράπονά της.
Η γυναίκα δεν του είπε τίποτε αλλά σιχάθηκε τον άνδρα της βαθύτατα και μετά από λίγες μέρες ενέδωσε στις απαιτήσεις του γερμανού. Αισθανόταν πνιγμένη συναισθηματικά με τον γερμαναρά κι αναζητώντας διέξοδο, της γνώρισα και τα έφιαξε μ' έναν παντρεμένο φίλο μου, αντιστασιακό. Μ' αυτόν συναντιότουσαν στα κρυφά τα μεσημέρια, απ' όπου πέρναγε μετά την δουλειά της και πριν πάει στο σπίτι της, σ' ένα κρησφύγετο της οργάνωσής του. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα γιατί ήταν καταζητούμενος ενώ η σύζυγός του νόμιζε πως πολεμούσε στα βουνά. Η γυναίκα προσπαθώντας να βρει συναισθηματική ισορροπία δέθηκε περισσότερο απ' όσο έπρεπε με τον αντιστασιακό και ο γερμανός, που ενδιαφερόταν γι αυτήν περισσότερο από τον σύζυγό της, κάτι ψυλλιάστηκε. Εβαλε να την παρακολουθήσουν κι έμαθε όλα τα καθέκαστα με το νι και με το σίγμα.
Μυστήρια ράτσα αυτοί οι γερμανοί. Κακοί και σατανικά εκδικητικοί. Ο διοικητής μόλις έμαθε πως ο εραστής της δεν κυκλοφορούσε την μέρα κατάστρωσε ένα διεστραμμένο σχέδιο για να τον βγάλει από την μέση χωρίς να φανεί πως εκδικείται την ερωμένη του για τις απιστίες που του έκανε. Με το χάραμα της μέρας περικύκλωσε όλη την γειτονιά του κρησφύγετου και με τις ντουντούκες υποχρέωσε όλους τους άνδρες να παρουσιασθούν σε μια πλατεία. Για όσους δεν βγήκαν από το σπίτι τους η διαταγή ήταν μία : εκτέλεση επί τόπου. Ο αντιστασιακός ήταν ένα από τριακόσια τόσα θύματα εκείνου του πρωινού. Ποιός ξέρει πόσοι ακόμα χάθηκαν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι όπου πήγανε όσους  από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία έδειχναν οι κουκουλοφόροι ταγματασφαλίτες στους γερμανούς. Τόσος κόσμος χάθηκε άδικα για τα ξεπορτίσματα μιας γυναίκας.
- Και γώ...γυναίκα είμαι !
- Το βλέπω...γι αυτό να ξέρεις κόρη μου, μέχρι δυο είναι δεσμός, το πιο πάνω χαλασμός, λέει ο σοφός λαός.

 Η εξιστόρηση είχε ηρεμήσει τον γεράκο από την κρίση που πέρασε. Το κοριτσάκι τον κοίταξε κι ανασηκώνοντας τους ώμους του έστριψε στη γωνία.
Ηταν 17 τ' Αυγούστου το 94, 50 χρόνια μετά ...


Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις
Γιατί είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονών παιδί
στα σίδερα κλεισμένος
Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει
Να δεις του Χάρου το σπαθί
μανούλα πως τα φέρνει
αχ και την ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει

Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Τζίνα


(συνιστάται η παρακολούθηση του βίδδεο πριν την ανάγνωση)

Η Τζίνα βγαίνοντας από το σπίτι της είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο το αυτοκίνητό της. Δεν σκόπευε να το πάρει αλλά το μάτι της έπεσε στον καθρέπτη του συνοδηγού, δεν ήταν διπλωμένος. Η Τζίνα θυμόταν καλά πως τον είχε κλείσει όταν βγήκε από το αμάξι της. πάντοτε πρώτα τον έκλεινε και μετά κλείδωνε το αυτοκίνητό της, ήταν παλιά συνήθεια. Σκέφτηκε να τσεκάρει αν το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο για να διαπιστώσει αν ήταν δική της αφηρημάδα ή κάποιος της είχε βγάλει τον καθρέπτη από την θέση του. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και προχώρησε κάθετα στον δρόμο. Την ίδια στιγμή ο Παρασκευάς πατώντας το φρένο έπιασε εύκολα πάτωμα, κάποιο σωληνάκι είχε τρυπήσει. Κορνάρησε αλλά ήταν αργά. Το αυτοκίνητο βρήκε το σώμα της Τζίνας χωρίς να στριγγλίσουν τα φρένα, μόνο το ξερό γκουπ της πρόσκρουσης ακούστηκε. Λίγο μετά ήχος από τσαλακωμένες λαμαρίνες και σπασμένα γιαλιά ακολούθησαν την πορεία του αυτοκινήτου προς μια κολώνα, με τον Παρασκευά στην θέση του οδηγού. Η ζώνη προστατεύει σε προσκρούσεις μέχρι  κάποια χιλιόμετρα την ώρα, ο Παρασκευάς ήταν γρήγορος οδηγός.

Η Τζίνα έμενε σε κάποιο προάστειο της Μασσαλίας εδώ και κάποια χρόνια. Είχε εγκαταλείψει Ελλάδα, σύζυγο και παιδιά ακολουθώντας κάποιο περιθωριακό συγκρότημα που έπαιζε ένα μπερδεμένο είδος μέταλ μουσικής. Της είχε κλείσει το μάτι ο ντράμερ, ήπιε και κάτι χαπάκια και βρέθηκε να κάνει τουρνέ από χωριό σε στάνη στις μεσογειακές χώρες. Η Τζίνα νόμισε πως κτύπησε φλέβα και συνήλθε απότομα όταν ο ντράμερ την παράτησε σύξυλη γιατί αποφάσισε να δοθεί στον ομοφυλόφιλο έρωτα και του ήταν εμπόδιο. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη και την οικογένεια της φαινότανε πιο δύσκολη από την προσαρμογή της στο γαλλικό έδαφος, ήξερε και πέντε γαλλικά από το λύκειο. Παιδεύτηκε λίγο μέχρι που βρήκε ένα ζευγάρι ελληνοαμερικανούς  που την προσέλαβαν εσωτερική να φροντίζει το σπίτι και το καθυστερημένο παιδί τους. Είχε όμως καθημερινή έξοδο το απόγευμα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Δεν ήταν κι άσχημα, αν δεν υπήρχαν και οι σεξουαλικές απαιτήσεις του κυρίου θα ήταν εξαιρετικά. Γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να επενδύσει περισσότερο σ' αυτές από το να διατηρήσει την δουλειά της και νάχει κάποιες λογικές αυξήσεις μισθού. Στην αρχή δεν της ήταν τόσο ενοχλητικός ο κύριος αλλά τελευταία είχε φιάξει μια σχέση. Βγαίνανε μαζί στο εβδομαδιαίο ρεπό της και δεν ήθελε πια να ικανοποιεί τα γούστα του αφεντικού της, μια που με τον φίλο της την έβρισκε ιδιαίτερα στο κρεβάτι. Επρεπε να βρει έναν τρόπο να του το ξεκόψει χωρίς να χάσει την δουλειά της. Αυτό την απασχολούσε συνέχεια, τόσο που δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο του Παρασκευά καθώς διέσχιζε τον δρόμο.

Κι ο Παρασκευάς ένα πρώην ρεμάλι ήταν. Είχε καταταγεί στην Λεγεώνα των Ξένων και είχε πολεμήσει στην Αφρική για διάφορους φύλαρχους. Ηταν τόσο μπερδεμένος που δεν ήξερε για ποιόν πολεμούσε. Το μόνο που είχε μάθει ήταν να σκοτώνει πριν τον σκοτώσουνε, ήταν ο κανόνας στον εμφύλιο πόλεμο της μαύρης ηπείρου. Τελείωσε με την λεγεώνα όταν κάποτε μετά από μια φοβερή σφαγή σ' ένα χωριό που υπεράσπιζε, ψάχνοντας κρυψώνα χώθηκε σε μια μικρή αποθηκούλα μέχρι να φύγουν τα αντίπαλα στρατεύματα. Οταν έκανε να φύγει ένα μικρό χεράκι τον τράβηξε πίσω. Ενα υπερβολικά αδύνατο κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε ετών ξεφύτρωσε από το πουθενά και τον κοίταζε με τα πελώρια μάτια του. Επρεπε να διασχίσει την ζούγκλα χωρίς να γίνει αντιληπτός για να ξαναβρεί την μονάδα του, πράγμα αρκετά δύσκολο μόνος του και σχεδόν αδύνατο έχοντας ένα μικρό παιδί μαζί του, Το κοριτσάκι τον κοίταζε επίμονα σαν να του έλεγε τι θα συμβεί αν έπεφτε στα χέρια των εχθρών της φυλής του. Ηξερε και το είχε δει πολλές φορές. Πήρε την απόφαση του και σκότωσε το μικρό κοριτσάκι πριν φύγει μόνος του. Τα κατάφερε να βρει την μονάδα του και γύρισε στην Γαλλία όπου ανέλαβε την φύλαξη του ελληνικού προξενείου στην Μασσαλία. Για πολύ καιρό δεν μιλούσε σε άνθρωπο, μόνο τελευταία είχε φιάξει μια σχέση με κάποιαν που περιέργως ξέχναγε συνέχεια το όνομά της αλλά τα πήγαινε καλά μαζί της και σκόπευε να της ζητήσει να μονιμοποιήσουν την σχέση τους. Πίστευε πως το μικρό ελάττωμά του να μην θυμάται το όνομά της δεν ήταν εμπόδιο αλλά δεν ήταν σίγουρος για την απάντησή της.

Λένε πως στις τελευταίες στιγμές του ο άνθρωπος βλέπει το φιλμ της ζωής του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην Τζίνα δεν συνέβαινε αυτό. Καταλάβαινε βέβαια πως πέθαινε αλλά είχε επικεντρωθεί στην τελευταία έξοδό της σ' ένα μπιστρό με τον φίλο της. Θυμότανε πως της ζητούσε να προχωρούσαν τον δεσμό τους περισσότερο αλλά εκείνη το έβλεπε πιο ελαφρά, ήταν χαρούμενη που ήταν έτσι μαζί του και συνέχεια γέλαγε. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι για να δει το αυτοκίνητο που την κτύπησε αλλά δεν τα κατάφερε. Εσβησε μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.

Ο Παρασκευάς αντίθετα βρέθηκε σε θέση τέτοια ώστε η γυναίκα που ξεψυχούσε να είναι στο οπτικό πεδίο του. Και το δικό του φιλμ  ζωής περιορίστηκε στην τελευταία έξοδο με την φίλη του σ' ένα μπιστρό. Την φανταζότανε  να γελά χαρούμενη και δεν θυμότανε το όνομά της μα και την ίδια στιγμή την έβλεπε μέσα στα αίματα. Λίγο πριν το τέλος του συγκεντρώθηκε και μια κραυγή βγήκε από το στόμα του :
- Τζίνα !


(αυτό το βιδδεο είναι προαιρετικό)

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Το πιατάκι





Το Λελουδάς ή Λελούδας ήταν μάλλον παρατσούκλι αλλά έτσι ήταν γνωστός στα μπιλιαρδάδικα. Ψηλός, λεπτός, με σκληρά χαρακτηριστικά και μαλλί "κομοδινέ" από το βάψιμο, ζούσε από τα στοιχήματα στο μπιλιάρδο κι επειδή ήταν αρκετά γνωστός για την τέχνη του στο αμερικέν ελάχιστοι αντίπαλοι απληροφόρητοι υπήρχαν  στο γαλλικό, οπότε αναγκαζόταν να παίζει σε κατά κάποιο τρόπο μικτά παιχνίδια όπου χρειαζόταν και τύχη εκτός από ικανότητα, Ενα τέτοιο ήταν το (απαγορευμένο) πιατάκι, δηλαδή κάθε παίκτης προσπαθούσε να κάνει καραμπόλες χωρίς καμία μπάλλα να κτυπήσει ένα πιατάκι από φλιτζάνι καφέ που βρισκότανε ακριβώς στο κέντρο του μπιλιάρδου. Υπήρχε ένα αρχικό ποσό για κάθε διαγωνιζόμενο -συνήθως 10 δραχμές- και κάθε φορά που κάποια μπάλλα ακούμπαγε το πιατάκι ο υπαίτιος πρόσθετε ένα δίφραγκο στον κουμπαρά. Νικητής ήταν όποιος έκανε τρεις ή τέσσερις καραμπόλες σερί, ανάλογα με την δυναμικότητά του. Ο Λελουδάς έπαιζε για 7 σερί όπου δεν τον ξέρανε καλά και για 8 όπου τον ξέρανε.

Η Ρεγγίνα ήταν ένα ιδιόμορφο πολυεπίπεδο σφαιριστήριο, Στα υπόγεια είχε ποδοσφαιράκια και πιγκπόγκ, στο ισόγειο σουβλάκια και μπιλιάρδα για αρχάριους και στον εξώστη τα καλά μπιλιάρδα. Η διεύθυνση τα είχε βρει με τις αρχές της περιοχής και ήταν το καταφύγιο αρκετών πιτσιρικάδων που έτρεμε το φυλλοκάρδι τους στα άλλα σφαιριστήρια μη τους πιάσουν γιατί απαγορευόταν στους κάτω των 18. Υπήρχαν βέβαια κάποιες προϋποθέσεις για να άφηνε τον πιτσιρικά το κατάστημα, να μην είναι ώρα σχολείου και να είναι σε γνώση της οικογένειάς του.
Αλήτες δεν υπήρχαν στην Ρεγγίνα, με το που εμφανιζότουσαν μαυραγορίτες εισιτηρίων, λαθρέμποροι αμερικάνικων τσιγάρων  και άλλα μπουμπούκια για στοιχήματα σε ποδοσφαιράκι, το αφεντικό τους έδιωχνε αμέσως με την απειλή της αστυνομίας, Απο τη άλλη δεν αποθάρρυνε τα στοιχήματα αλλά πάντοτε στους σταθερούς πελάτες του και στα πλαίσια του καλώς αγωνίζεσθαι.

Λογικό ήταν κάποια εποχή ο Λελουδάς να ρίξει άγκυρα στην Ρεγγίνα και να βγάζει τα προς το ζην από το πιατάκι. Πολλές φορές ώσπου να μαζευτούν όλοι οι στοιχηματίες, οι πρώτοι έπαιζαν καμιά παρτίδα γαλλικό τετράδα να περάσει η ώρα, η παρουσία του Λελουδά ήταν καταλυτική βέβαια σ' αυτήν αλλά κανένας δεν έδινε σημασία γιατί το ποσό που θα πλήρωνε η χαμένη δυάδα για το μπιλιάρδο ήταν ασήμαντο μπροστά στον τζόγο που θα επακολουθούσε. Πιο πολύς κόπος ήταν η πορεία προς το ταμείο στο ισόγειο που έκαναν οι χαμένοι παρά το ποσό.

Κάποιο απογευματάκι, ώσπου να μαζευτούν όλοι ο Λελουδάς διάλεξε έναν πιτσιρικά κι ο Σάκης -ένας έμπειρος παίκτης- έναν άλλο και ξεκινήσανε μια παρτίδα στα πέντε κορδόνια (100 καραμπόλες) να περάσει η ώρα ώσπου ν' αρχίσει το πιατάκι. Οι παίκτες δεν ερχότουσαν κι ο Λελουδάς έκανε "καθυστέρηση" δηλαδή δεν τελείωνε το παιχνίδι ενώ μπορούσε μια που δεν είχε ακόμα κόσμο για τζόγο. Για την παρτίδα δεν ανησυχούσε, ήτανε καμιά σαρανταριά καραμπόλες μπροστά. Ο πιτσιρικάς της άλλης δυάδας είχε αποδεχθεί την ήττα του και τράβαγε κάποιες ανοιχτές καραμπόλες χωρίς να μετράει. Απλά σφύριζε μονότονα το "Warm", ένα τραγούδι που το είχε βαπτίσει έτσι από τις  δυο-τρεις φορές που το άκουσε στο ράδιο και δεν μπορούσε να το βρει σε δίσκο ούτε ο γείτονας του, ο Γιάννης Πετρίδης. Η ώρα πέρναγε, το σφύριγμα συνεχιζότανε μέχρι που κάποια στιγμή ο Σάκης γελώντας είπε στον πιτσιρικά " Σταμάτα πια, 42 έκανες, νικήσαμε ! " Από πείρα ήξερε πως αν έλεγε στον πιτσιρικά "άντε, κάνε δυο-τρεις ακόμα και τους φάγαμε" το πιθανότερο θα ήταν να τον έπνιγε το άγχος.


Η διαδρομή του Λελουδά προς το ταμείο ήταν μοναδική και ιστορική. Υπήρχε μια ικανοποίηση του πλήθους για την αποκαθήλωση  ενός θρύλου-ισχυριζόταν πως δεν είχε πληρώσει ποτέ το μπιλιάρδο που έπαιζε- αλλά εκείνο που τον τσάκιζε ήταν το ειρωνικό βλέμμα του μαγαζάτορα, σαν να εκδικήθηκε για τα τόσα φράγκα που είχε κερδίσει από τους πελάτες του.
Οι τζογαδόροι δεν μαζεύτηκαν,δεν παίχτηκε πιατάκι, ο θριαμβευτής πιτσιρικάς έφυγε κι ο Λελουδάς ρώτησε τον μαγαζάτορα πως λέγανε τον πιτσιρικά που του έκανε τέτοια κασκαρίκα. Ο μαγαζάτορας ήξερε αλλά είπε απλά στον Λελουδά :
- Δεν ξέρω, οι φίλοι του όμως τον φωνάζουν Τζι.





Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Η (παρα)μόρφωση του μανάβη



Η λέξη μανάβης αρχικά αναφερότανε σ' αυτόν που πούλαγε φρέσκα προϊόντα, λαχανικά ή ψάρια. Οι παλιοί ψαράδες παρέδιδαν την ψαριά τους στον μανάβη που αναλάμβανε να την διαθέσει. Δεν ήταν εύκολη δουλειά γιατί πάγος και ψυγεία δεν υπήρχαν άρα η πραμάτεια έπρεπε να φύγει γρήγορα, πριν αρχίζουν να μυρίζουν τα ψάρια. Κάπως πιο εύκολη ήταν η δουλειά του αν πούλαγε ζαρζαβατικά και φρούτα, οπότε είχε όλη την μέρα περιθώριο αντί για τις λίγες ώρες του ιχθυοπώλη.
Ο μανάβης έπρεπε να είναι αητός, να ξέρει να πουλήσει κι όχι να περιμένει τον πελάτη να αγοράσει. Ηταν η διαφορά που χαρακτήριζε μια εποχή, ο αεικίνητος και ετοιμόλογος μανάβης και ο χοντρός μπακάλης, καθισμένος με την ποδιά του στο ταμείο, ήρεμος πως αν δεν αγοράσεις ρύζι σήμερα, θα το αγοράσεις αύριο, ενώ το αύριο δεν υπήρχε για τον μανάβη αν δεν έδινε την πραμάτειά του,
Ο μανάβης ήταν και αητός στους υπολογισμούς της τιμής με το μυαλό ενώ ο μπακάλης χρησιμοποιούσε μολύβι και τεφτέρι με ύφος δασκαλίστικο.

Σήμερα με τα ψυγεία και τα κομπιουτεράκια ο καθένας μπορεί να κάνει τον μανάβη στις λαϊκιές και τον μπακάλη στα σούπερμάρκετ το μόνο προσόν που ίσως χρειάζεται στην πραγματικότητα είναι το μόνιμο χαμόγελο. Πλην όμως κάτι η οικονομική κρίση που δυσκόλεψε την πώληση ειδών που δεν είναι στα απολύτως απαραίτητα ή ανήκουν στα ακριβά ανάγκασε τους πωλητές να μπουν σε ξένα χωράφια αυτά της επιμόρφωσης, η οποία είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη εφ' όσον όμως προϋπάρχει η μόρφωση.

Στην λαϊκή που πηγαίνω σπάω πλάκα μ' έναν μανάβη που όποιο προϊόν του πρωτοβγεί στον μπάγκο το διαφημίζει σαν ... όψιμο. Και προσθέτει μετά με ύφος ειδήμονα " Πρώτης κοπής !! "
Περισσότερο όμως μου αρέσει το στυλ ενός ψαρά με παραγάδια αφρού που πιάνει τόνους και ξιφιούς. Τα ψάρια τεμαχίζονται και χωρίζονται σε φέτες ολοστρόγγυλες από την ουρά και φεγγαροειδείς από την κοιλιά που αναπαύονται μέσα σε τρίμματα από πάγο περιμένοντας τον αγοραστή. Είναι θέμα αν έχει πάρει απολυτήριο από νηπιαγωγείο.
- Εχουν ίδια τιμή από την ουρά κι από την κοιλιά ; ρωτάει η κάποιας ηλικίας πιθανή πελάτισσα
-Ναι, κυρία μου.
- Και ποιά κομάτια είναι πιο καλά ;
- Κοιτάξτε, στο φαΐ είναι καλύτερη η ουρά, στην υγεία όμως είναι καλύτερα τα κομμάτια της κοιλιάς γιατί έχουν περισσότερα ω-λιπαρά !!

Τουλάχιστον ο γύφτος που αντικατάστησε με το ντάτσουν του τον πλανόδιο με το γαϊδαράκι διατηρεί την αυθεντικότητά του.

Από την άλλη συνειδητοποιώ την οικονομική κρίση όταν βλέπω τον Μ., ιδιοκτήτη ανεμότρατας να γυρίζει το χωριό με το (πολυτελέστατο) βανάκι-ψυγείο του για να πουλήσει κάποια κιλά γάβρο Οταν άραζε η τράτα κάποτε γινότανε χαμός από παρακάλια για λίγες γαρίδες και καραβίδες ΠΡΙΝ πέσει επάνω τους το βορικό για να μη μαυρίζουν κι ο πάγος για την μεταφορά τους. Το πούλημα στην λιανική είχε τριπλάσια τιμή από την χοντρική και το μεροκάματα του Μ. ηταν τετραψήφιο.
- Αστα φίλε, δεν έχει λεφτά ο κόσμος να αγοράσει καλό πράμα, γάβρο και σαρδέλλα να βγαίνει το μεροκάματο.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η φωτογραφία


Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν...να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.
Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ' την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ' αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ' ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.
Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.
Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. 
Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.            

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η Τερψιθέα και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών


 
( αναδημοσίευση  με το τέλος του παρατεταμένου εφέτος θέρους )
Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι, οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο, όταν τα φώτα ξανάσβησαν. Μετά, τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα, και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Φιλόθεου βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κοροϊδευτικά...


Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Της Αγίας Αφροδίτης

Διήγημα μικρόν και ...υπερθρησκευτικόν (όπως λέμε υπερρεαλιστικόν, κάπως έτσι)

Χθες ήταν μια μέρα όπως όλες πλην διαφορετική όπως πάντοτε διαπιστώνουμε, γι αυτό κάθε μέρα έχει την ημερομηνία της, κι αν εξαιρέσεις κάτι ψιλομπερδέματα τα παλιά χρόνια με την αλλαγή του ημερολογίου και τους σκληροπυρηνικούς παλαιοημερολογίτες, η κάθε μια μέρα έχει την μοναδικότητά της σαν ημερομηνία.
Αυτά είναι τετριμμένες σοφίες που ενώ είναι βαθύτατα κατανοητές δεν υπολογίζονται στην σύγχρονη σκέψη...

Στο ξεκίνημα της μέρας, όπως κάθε σωστός άνθρωπος  που κάνει διακοπές βρέθηκα στο μέσον του Κρισσαίου κόλπου. Την προσοχή μου από τα λυθρίνια απέσπασαν δυο μύγες που βρέθηκαν μεσοπέλαγα, απορούσα πως. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, οι δυο μύγες ερωτοτροπούσαν συνεχώς χωρίς να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τις διώξω αλλά μετά θυμήθηκα τι έπαθε ο Πάντου στην Μαχαμπαράτα όταν σκότωσε δυο ελάφια την στιγμή της ερωτικής τους κορύφωσης και άφησα τα έντομα ήσυχα στην λατρεία της Αφροδίτης- πως αλλιώς να περιγράψω τις κολημένες τους κοιλιές. Γιατί βεβαίως η Αφροδίτη ήταν η θεά του έρωτα και της καρποφορίας, παντρεμένη μάλιστα με τον κουτσό και κακάσχημο Ηφαιστο  γιατί ο έρως χρόνια-συγγνώμην,  φάτσες δεν κοιτά...

Και μια που πιάσαμε τα περί καρποφορίας...



Αυτό, το μακρουλό και πιο χοντρό από την βάση των φύλλων της μπανανιάς πράμα, είναι το μπουμπούκι της μπανανιάς. Το ανακάλυψα γυρίζοντας από το ψάρεμα και συνειρμικά το θεώρησα σαν φυσιολογική κατάληξη του χάπενινιγκ με τις μύγες. Δεν ανθίζει εύκολα η μπανανιά στα μέρη μας, ούτε βέβαια ζευγαρώνουν οι μύγες σε βάρκες στη μέση του πουθενά.
Λογικό μου φαίνεται οι αρχαίοι ημών πρόγονοι να απέδιδαν τέτοια πράγματα σε θεότητες όπως η Αφροδίτη. Για κάθε φαινόμενο οι αρχαίοι είχαν και μια θεότητα και καθάριζαν. Σαν πολυθεϊστές δεν είχαν πρόβλημα με τους θεούς άλλων θρησκειών αντίθετα με τους μονοθεϊστές - ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού. Οι μονοθεϊστές ανέθεταν καθήκοντα αρχιστράτηγου στον θεό τους ο οποίος ώφειλε να κατατροπώσει τους αντίπαλους θεούς, αν έχανε έφταιγε ο λαός που έχασε την πίστη του ποτέ ο αρχιστράτηγος...
Μάλιστα και στις πολεμικές κραυγές τους ανακάτευαν τους θεούς τους, μερικές κατέληξαν σύγχρονα ονόματα. Αντίθετα οι πολυθεϊστές τα πολεμικά καθήκοντα τα είχαν αναθέσει στον μακράν χειρότερο εκπρόσωπό τους τον Αρη, που εκτός από θεός του πολέμου ήταν και αναμφισβήτητα ο θεός της βλακείας. Τέτοιες κασκαρίκες από θνητούς κανένας άλλος θεός δεν έπαθε - ακόμα τον δέρνει ο Διομήδης- αν εξαιρέσεις ίσως το γκάστρωμα της Αφροδίτης από κάποιον βοσκό. Ε, γι αυτό τους ζευγαρώσανε παρανόμως και τους έκανε ρεζίλι ο Ηφαιστος με το αόρατο δίκτυ του.
Επίσης οι πολυθείστές δεν μισούσαν αλλά σέβονταν τους άλλους θεούς. Στην Ιλιάδα διαβάζουμε τα παθήματα του Αχιλλέα όταν περηφανεύθηκε στον Αστεροπαίο πως ο δικός του παπούς και θεός είναι ανώτερος από τον ποταμό Αξιό, παπού του Αστεροπαίου. Τότε φούσκωσε το ποτάμι κι ο Αχιλλέας έκλαιγε σαν κοριτσάκι για να γλυτώσει από την οργή του κατώτερου θεού γιατί μπορεί να ήταν κατώτερος αλλά ήταν θεός κι όχι θνητός και οι δικοί του θεοί τον άφησαν να τυρρανισθεί μέχρι να μάθει να σέβεται και τους ξεπεσμένους θεούς.

Οι μονοθεϊστές επικράτησαν αλλά και οι πολυθεϊστές πήραν την μικρή εκδίκηση τους με τους πολυάριθμους αγίους και αγίες που χρειάσθηκαν να ανακυρηχθούν ώστε να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες, υποχρεώθηκαν οι μονοθεϊστές, πλην Εβραίων, να το κάνουν.
Μόνο που ενώ -σύμφωνα με τους ιστορικούς- έχουν αγιοποιηθεί πόρνες, δολοφόνοι, παιδοκτόνοι και λοιποί ανανήψαντες, δεν είχαν την γενναιότητα να ανακυρήξουν αγίους και τους εκθρονισμένους θεούς του Δωδεκάθεου και η καϋμένη η Αφροδίτη έμεινε αγία μόνο στη συνείδηση των ερωτευμένων.





Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Αλλαγή φρουράς

Πλησιάζει η επέτειος των "Ιουλιανών" του 74 με την εισβολή στην Κύπρο που επέφερε την πτώση των στρατιωτικών και μια αμήχανη μεταπολίτευση που μας ταλανίζει ακόμα. Ας θυμηθούμε μερικά σημαδιακά γεγονότα, τόσο παράλληλα με κοινές ερωτικές ιστορίες. Η πιο μεγάλη διαφορά είναι πως  οι ερωτικές ιστορίες τελειώνουν πιο γρήγορα

 
 

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο πετάχθηκε να προλάβει να το σηκώσει αυτός. Ηταν αυτή, όπως το περίμενε.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα.
Στο σκοτεινιασμένο βλέμμα του πάλευαν η σαρκική επιθυμία και τα απομεινάρια της ηθικής του, ήταν η γυναίκα του φίλου του. Μπερδεμένος, στο πρώτο καλοκαίρι του στο Ναυτικό, είχε άλλα δύο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό Ναυτικό, πάλευαν τώρα ν' αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα. Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα και η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα, Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία !
Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά έμπαινε και μια επεξηγηματική δήλωση " όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια" ήταν τα λόγια του "εθνάρχη", απάντηση σε όσους τον κατηγορούσαν πως δεν εφάρμοσε την δικαστική απόφαση στέλνοντας τους πρωταίτιους στο απόσπασμα. Αποδείχθηκε πάντως πως τα εννοούσε πράγματι.

Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση ο Αντώνης έκανε την θητεία του στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την τοποθέτησή του στον Πόρο. Ισα-ίσα που πρόλαβε να βρει ένα σπίτι να τακτοποιηθεί και γύρισε στην Αθήνα. Μόλις που φίλησε την μάνα του και αμέσως πήγε να δει τον φίλο του τον Σπύρο αλλά έλειπε. Ητανε μόνο η Πόπη, η γυναίκα του, και το δίχρονο κοριτσάκι τους. Η Πόπη τον κράτησε με το ζόρι να πιουν καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. αισθανότανε άβολα αλλά έχοντας μέρες να βρεθεί κοντά σε γυναίκα δεν είχε το κουράγιο να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντας της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής. Κάποια στιγμή, σ' ένα έντονο τράβηγμα της μπλούζας το ένα στήθος της αποκαλύφθηκε. Η Πόπη χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το σκεπάσει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης, ήταν ένα πολύ όμορφο στήθος, στητό, μέτριο σε μέγεθος και με την ρόγα να καταλαμβάνει σχεδόν το μισό του μέγεθος. Τρελλάθηκε, οι μέρες της απομόνωσης έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι αυτός με την μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρέθηκαν στο στήθος της. Η Πόπη αναστέναξε ελαφρά και τούπε κάτι για αργότερα, όταν θάχει αποκοιμηθεί η μικρή. Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να μένει ακάλυπτο. Η Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως του έλεγε κοιτάζοντάς τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική τη στάση μα τον Αντώνη δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.

Στο σπίτι η μάνα του τον πλησίασε καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά. Φόρεσε το μπουφάν του και την αγκάλιασε.
- Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου, του είπε σαν να τα ήξερε όλα.
Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω από την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε από την εξώπορτα, το κατάλαβε  "Σ' αυτήν πάει, στον πάνω όροφο. Δεν βαριέσαι, άντρας είναι, ας πάει" . Μετά, με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τον κατάφερνε η παστρικιά αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε. Τα έμπειρα μάτια της έβλεπαν τα σημάδια που ο γιός της δεν είχε δει μέχρι τότε.

Η Πόπη ήταν από τις γυναίκες που παντρεύτηκαν τον πρώτο τους έρωτα. Μικρή, στα δεκαοκτώ της είχε ήδη ένα παιδί και μια θητεία στην ντισκοτέκ του άντρα της. Η εγκυμοσύνη και το μωρό την κράταγαν σπίτι ενώ ο Σπύρος της ήτανε στην δουλειά, στο μαγαζί με τους τόσους θηλυκούς πειρασμούς. Γρήγορα το μυαλό της δηλητηριάστηκε από την ζήλεια. Το αν ο Σπύρος την κεράτωνε ή όχι δεν έπαιζε απολύτως κανένα ρόλο. Η Πόπη ήταν μια όμορφη κοπέλλα με καλλίγραμμο σώμα και γλυκό πρόσωπο που δεν είχε την ανάγκη του μακιγιάζ. Οι αμφιβολίες της όμως την έκαναν να βάφεται συχνά και έτσι είχε αποκτήσει στην επιδερμίδα του προσώπου αυτό το αδιαόρατο χρώμα που αφήνει η συχνή χρήση του μέικ-απ. Προσπάθησε για κάμποσο καιρό με το μπερδεμένο της μυαλό να μοιάζει μ' αυτές που σύχναζαν στην ντισκοτέκ του άντρα της. Τα πρωινά στο σπίτι της, άβαφη, ήταν πιο κοντά στα γούστα του Αντώνη που συνήθως έτσι την έβλεπε αυτός.
Είχαν εγκατασταθεί στην πολυκατοικία που έμενε ο Αντώνης πριν κάτι μήνες, έναν όροφο πιο πάνω. Ο Αντώνης δεν είχε δώσει τότε σημασία στην μικρομάνα, αντίθετα με τον Σπύρο γνωριστήκανε καλά και πήγαινε συχνά στην ντισκοτέκ του γιατί είχε καλές τιμές και δεν σέρβιρε μπόμπες. Γίνανε φιλαράκια και πηγαίνανε μαζί για ψάρεμα τις φορές που ο Σπύρος είχε καιρό.
Ηταν ο κάποτε συμφοιτητής του Αντώνη, ο Γιώργος, που τον "ξύπνησε" όταν την πρωτοείδε. Είχαν περάσει από το σπίτι του Αντώνη να πάρουν ένα βιβλίο και να πάνε του Γιώργου να μελετήσουν για το πτυχίο τους και φεύγοντας στην είσοδο ο Αντώνης κτύπησε συνθηματικά το κουδούνι του Σπύρου να του πει ένα γεια. Στο μπαλκόνι βγήκε  η Πόπη και του είπε πολύ φιλικά- όπως το συνήθιζε- πως ο Σπύρος λείπει. Ο Γιώργος έπαθε πλάκα. Στο αυτοκίνητο, καθώς τραβάγανε για το σπίτι του, του έλεγε πως αυτός στην θέση του δεν θα πήγαινε για μελέτη αλλά θα γύρναγε να περάσει κάποιες ώρες μ' αυτήν την οπτασία που σίγουρα τον προκαλούσε. Ο Αντώνης πρώτη φορά σκέφθηκε την Πόπη ερωτικά κι έφερε στην μνήμη του κάτι τυχαία αγγίγματα μιά φορά στην ντισκοτέκ του άντρα της. Μετά σκέφτηκε πως ήταν η γυναίκα του φίλου του και το μυαλό του γύρισε στο διάβασμα. Η ερωτική Πόπη στην σκέψη του  ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση.  Μέχρι σήμερα.

Οταν άνοιξε η πόρτα παραξενεύτηκε που είδε την μικρή ξύπνια.
- Μη φοβάσαι, θα κοιμηθεί σύντομα, του είπε και τον παρέσυρε στην κουζίνα να παίξουνε τάβλι. Η μικρή ανέβηκε στα γόνατά της να παρακολουθήσει το παιχνίδι μα αμέσως τα ματάκια της έκλεισαν. Η Πόπη την πήγε στην κρεββατοκάμαρα και γυρίζοντας ξανακάθισε στην θέση της. Ο Αντώνης παραμέρισε το τραπεζάκι με το τάβλι και μαζί τα προσχήματα. Την φίλησε και ανταποκρίθηκε παθιασμένα ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια όταν τα χέρια του κατηφόρησαν. Η όρεξη του Αντώνη έγινε απαιτητική, είχαν συγκεντρωθεί αθροιστικά και τα προηγούμενα προκαταρκτικά. Προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρρουχό της.
-Κι αν έρθει ο Σπύρος ;

Η δημοκρατία με την δικτατορία έμπλεκαν  τα μπούτια τους. Πόσο νόμιμη είναι μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση όταν ορκίσθηκε σ' έναν χουντικό πρόεδρο και στον ίδιο αρχιεπίσκοπο που όρκισε τους συνταγματάρχες αλλά και τον ανατροπέα τους Ιωαννίδη ;
Και συνεκδοχικά κι όλες οι επόμενες κυβερνήσεις...

Ο Αντώνης έβγαλε το όργανό του έξω απ' το παντελόνι του σαν ύστατο επιχείρημα αλλά δεν τολμούσε να προχωρήσει. Θα ακολουθούσε βέβαια με ευχαρίστηση αν η Πόπη έκανε το παραμικρό βήμα αλλά παραδεχότανε πως αυτή ήξερε καλύτερα τις συνήθειες του άντρα της, πότε έφευγε και πότε ερχότανε. Συνέχιζε να την χαϊδεύει  και να την φιλά αλλά κάθε φορά που προσπαθούσε να πετύχει την συγκατάνευσή της για την ολοκλήρωση την άκουγε να του λέει τεντώνοντας το αυτί της
- Το ασανσέρ ήταν αυτό; στον όροφό μας σταμάτησε ; Μήπως ήρθε ; και προσπαθούσε να συμμαζέψει το στήθος της μέσα στην ρόμπα της ή να διορθώσει το ύψος της κυλόττας της από τις ημιτελείς προσπάθειες του Αντώνη. Λίγα δευτερόλεπτα περνούσαν ακίνητοι και αφουγκραζόμενοι το ασανσέρ και μετά πάλι βυζί έξω, κυλόττα πιο κάτω και μια πάλη όπου κανένας δεν ήξερε αν ήθελε να κερδίσει ή να χάσει.

Τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν κοιμότανε ήσυχο, μάλιστα λένε ότι ο "εθνάρχης" κάθε βράδυ κοιμότανε και σε διαφορετική θαλαμηγό ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες σύλληψης από καινούργιους πραξικοπηματίες. Δεν αισθανότανε κυρίαρχος του λαού - τον "φωνάξανε" και ήρθε, δεν τον εκλέξανε- και κατά μείζονα λόγο στον στρατό υπήρχαν πολλοί, ακόμα γλυκαμένοι από την εξουσία, αξιωματικοί.

Η παρατεταμένη στύση είχε αρχίσει να ενοχλεί τον Αντώνη. Ηδη οι δίδυμοι αδένες του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται για την αναμονή και να τον πονάνε. Η φράση "μου έπρηξε τ' αρχίδια" ερχόταν όλο και συχνότερα στον νού του χωρίς όμως να τον γεμίζει αποφασιστικότητα. Η Πόπη σηκώθηκε και με κουρασμένο ύφος πήγε να ακουμπήσει την πλάτη της  στην πόρτα της εισόδου. "Ετσι θα εμποδίσει τον άντρα της να μπει αιφνιδιαστικά" σκέφτηκε ο Αντώνης και παίρνοντας θάρρος, την αγκάλιασε. Η Πόπη συνέχισε ν' αντιστέκεται προβληματισμένη
- Κι αν έρθει ; Αχ, δεν τον ξέρεις εσύ...Γιατί να μπλέξεις και να τα πληρώσεις εσύ ; Εσύ δεν φταις σε τίποτα...
Ο Αντώνης την πήρε από την πόρτα και την ακούμπησε σε μια κολώνα. Την φίλησε με πάθος, η γλώσσα του κόντεψε να φτάσει στις αμυγδαλές της ενω το χέρι του έκανε θαύματα πιο κάτω. Η Πόπη υποχώρησε ελαφρά. Γλίστρησε λίγο προς τα κάτω το κορμί της προβάλλοντας όσο μπορούσε περισσότερο την λεκάνη της και ανοίγοντας αρκετά τα ποδια. Ηταν μια θέση που την χαλάρωσε αφού έτσι ήταν αδύνατον να βγει το εσώρρουχό της ενώ έδινε χώρο στα δάκτυλά του που της ήταν εξαιρετικά ευχάριστα. Ξαφνικά όμως το άλλο χέρι του Αντώνη παραμέρισε την κυλλόττα αντί να την βγάλει και την επόμενη στιγμή οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες ήταν παρελθόν μπροστά στον ανοιχτό στόχο και την αποφασιιστικότητα του σαρκικού βέλους.

" Η Καραμανλής ή τανκς ! "
Ισως αυτή η φράση να καθόρισε το εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών, τον Νοέμβρη του 74. Ζαλισμένος ο λαός απ' όσα του συνέβαιναν και την νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήξερε τι να ψηφίσει. Κάτι η αποχή από τις κάλπες, κάτι η απορία για το πως είναι δυνατόν οι χθεσινοί εχθροί του έθνους, οι μισητοί κομμουνιστές να διεκδικούν με εκλογές την εξουσία, είχαν επιφέρει πλήρη σύγχυση στον απλοϊκά σκεπτόμενο λαό. Τόσα χρόνια είχε μάθει να περνάει για αλήθειες ό,τι άκουγε από το στόμα του Παπαδόπουλου στα τηλεοπτικά παραληρήματά του, το "διάλειμμα" του Ιωαννίδη  έκανε αυτήν την έλλειψη πιο απαιτητική. Τους λόγους του Καραμανλή ήταν αδύνατον να τους παρακολουθήσει ο μέσος Ελληνα και λόγω τη σύνταξης τους αλλά κυρίως λόγω της ιδιωματικής προφοράς του. Ελάχιστοι διάβαζαν τους πολιτικούς λόγους στις εφημερίδες και εκείνη την εποχή κανένας δεν είχε καιρό, όλοι τρέχανε στις συναυλίες του Θεοδωράκη. οταν λοιπόν αυτός ξεστόμισε την περιβόητη φράση, ο κύβος ερρίφθη αμετάκλητα.

Η είσοδος του μορίου ήταν λυτρωτική για τον Αντώνη. Τελείωσε σχεδόν αμέσως και εξαντλημένος ξάπλωσε στον καναπέ. Η Πόπη αφού τακτοποιήθηκε στην τουαλέττα ήρθε κοντά του και τον χάιδευε τρυφερά.
- Είχα καιρό να κάνω έρωτα και να το θέλω, του είπε. Δεν τον αντέχω αλλά είμαι υποχρεωμένη να του δίνομαι όποτε έχει καύλες, φαίνεται δεν του το δίνει συχνά η προκομένη του. Θέλω να φύγω από κοντά του, καταλαβαίνεις ;
Η πιθανότητα επιστροφής του άντρα της φαινότανε να έχει περάσει ανεπιστρεπτί από το μυαλό της, δεν την απασχολούσε καθόλου.
Την άκουγε σιωπηλός, το βυζί της δεν τον τράβαγε τόσο πια, αντίθετα τα χυτά της πόδια τον γοήτευαν τώρα. Αρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό τους θαυμάζοντας την λεία επιδερμίδα τους.
Εμεινε παγερά αδιάφορη στα χάδια του, ένας δεύτερος γύρος δεν φάνηκε να την συγκινεί, είχε άλλες προτεραιότητες τώρα.
- Κοίτα, με τον Σπύρο έχω τελειώσει, θα πάρω το παιδί και θα φύγω, θα με ψάχνει για το παιδί βέβαια αλλά εγώ θα φύγω και θα κρυφτώ να μη με βρει. Μπορώ νάρθω μαζί σου στον Πόρο για λίγες μέρες, θα περάσουμε τέλεια, θα σου μαγειρεύω...

Την επαύριον των εκλογών ο Καραμανλής έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο. Πολλοί αναρρωτήθηκαν αν έφυγε η χούντα ή όχι. Τα ανοίγματα προς τα αριστερά ξεχάστηκαν καθώς η χώρα ετοιμαζότανε για την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ, Ευρωπαίκή Οικονμική κοινότητα, φαίνεται μετά τα οικονομικά μας έγιναν πραγματικά "κοινά" και μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο λαός έπρεπε μεν να πληρώσει για την ανοχή του στην χούντα αλλά δεν έβλεπε καμιά ουσιαστική διαφορά στην αυταρχικότητα, η νομιμοποίηση του κουκουέ ήταν στάχτη στα μάτια αφού οι αστυφύλακες δεν άλλαξαν. Κοινοβουλευτική δικτατορία έχουμε, σκέπτονταν οι περισσότεροι, τουλάχιστον τούτη φεύγει με εκλογές, δεν χρειάζονται εθνικές τραγωδίες και Πολυτεχνεία.

Ο μηδενισμός της πιθανότητας να επαναληφθεί η ερωτική πράξη συν το ξαλάφρωμα των αδένων επαναπροσδιόριζαν και την στάση του Αντώνη. Τα λόγια της μάνας του "πρόσεξε μη σε μπλέξει" έρχονταν τώρα να τονίσουν την σοφία της. Αρχισε να τα μασάει.
- Ξέρεις η σπιτονοικοκυρά μου μου έθεσε όρο απαράβατο να μην φιλοξενώ κόσμο γιατί νοικιάζει δωμάτια με την μέρα και δεν την συμφέρει να έχει μόνιμο νοικάρη. Είδα κι έπαθα να την πείσω να μου δώσει το δικό μου με τον χρόνο και να μην μένω μέσα στο στρατόπεδο. Βέβαια με σένα το πράγμα αλλάζει, άσε, μόλις ανέβω θα το συζητήσω μαζί της και θα σε πάρω τηλέφωνο.
- Φοβάσαι νάρθω, ρε Αντώνη ; Κρίμα, μα δεν πειράζει. Μόνο μη μου πεις πως σκέπτεσαι τον Σπύρο σου, που πριν λίγο του κουτούπωνες την γυναίκα.
- Οχι ρε Πόπη, δεν είναι έτσι, θα κοιτάξω να το τακτοποιήσω, τώρα αμέσως. Θα δοκιμάσω να να την βρω στο τηλέφωνο, να της μιλήσω και να της εξηγήσω.
Τα χέρια του την χάιδευαν μηχανικά αλλά της ήταν εντελώς αδιάφορο. ολη η μαγεία του πόθου και του έρωτα είχε χαθεί μπροστά στα αμείλικτα διλήμματα της καθημερινότητας.
- Εκεί είναι το τηλέφωνο, του έδειξε.
Ο Αντώνης τα χρειάσθηκε.
- Δεν έχω τον αριθμό της μαζί μου, θα κατέβω στο σπίτι μου να τον βρω, είπε κι έφυγε.
Η Πόπη ήταν ήδη στο τηλέφωνο κι έψαχνε για άλλη εναλλακτική λύση, σωματικά σαν γυναίκα φτούραγε πάρα πολύ αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τότε. Τώρα που το είδε καθαρά στον Αντώνη και το νερό είχε μπει στο αυλάκι, ετοιμαζότανε ν' ανοίξει τα φτερά της, η κόρη της ήταν πολύ μικρό εμπόδιο.

Το δημοψήφισμα ήταν όντως ανφέρ.  Απλά εξέφρασε την μύχια βούληση του λαού ν' απαλλαγεί από τον βασιλιά του, άσχετα με το ότι θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής του αν ο βασιλιάς έκανε την δική του καμπάνια. Ακόμα κι έτσι όμως το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό, 31% υπέρ της βασιλείας! Πάντως κανείς δεν στενοχωρήθηκε από το αποτέλεσμα, ούτε ο ίδιος ο Κώνος- έτσι τον έλεγε ο Αντώνης από την σύντμηση του Κωνσταντίνος-. Ισως μάλιστα να ευχαριστήθηκε που γλύτωσε από την απολογία του για την στάση του επί χούντας που  θα ήταν αναγκασμένος να την κάνει, αν είχε επιστρέψει. Το οικονομικό σκέλος το είχε ήδη τακτοποιήσει, ανεξάρτητα από την έκβαση του δημοψηφίσματος.

Ο Αντώνης χαζολόγαγε με την μάνα του, φυσικά δεν είχε σκοπό να πάρει την σπιτονοικοκυρά του, δεν είχε καν το τηλέφωνό της. Απλά σκεπτότανε να κερδίσει λίγο χρόνο, να της αφήσει κάποιες ελπίδες μήπως και πετύχαινε έναν δεύτερο γύρο. Ηθελε να την απολαύσει πραγματικά, ήταν γυναίκα που σπάνια και αν θα ξανάβρισκε. Δεν αισθανόταν χορτασμένος μ' αυτό το γρήγορο στα όρθια, καταλάβαινε τώρα τι θησαυρό είχε στα χέρια του. Στην σκέψη της ερεθιζότανε, τώρα που του είχαν φύγει οι αναστολές έβλεπε πως την ήθελε σαρκικά όσο καμιά άλλη...αλλά πάλι το παιδί της ; Ηταν εντελώς ανώριμος για ευθύνες και τέτοια πράγματα, το κορμί της ήθελε να χορτάσει, όχι να την παντρευτεί.
Η μάνα του τον κοίταζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ηξερε πως από την μεριά της το καλύτερο πράγμα ήταν η σιωπή ή το πολύ-πολύ να πέταγε καμιά ξεγυρισμένη σπόντα όπως "Τι κάνει ο φίλος σου ο Σπύρος ;" Αμα τον ζόριζε στις συμβουλές μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα.

Η επιλογή του "εθνάρχη" για το στιγμιαίο ήταν συνειδητή και συνετή από μια άποψη. Μπορεί η παραπάνω πίεση που θα προκαλούσε η μη αποδοχή του στιγμιαίου να εξωθούσε τα πράγματα σε επικίνδυνο βαθμό. Κάθε στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί συνυπαίτιος της εκτροπής και η ομαδική πίεση θα δημιουργούσε επικίνδυνες καταστάσεις στο στράτευμα ενώ με το στιγμιαίο η δικαιοσύνη ασχολήθηκε μόνο με τους πρωταίτιους και τους διωκόμενους για παραβάσεις του κοινού ποινικού δικαίου. Η όλη κατάσταση αντιμετωπίσθηκε με την λογική του διοικητού σχολής εσωκλείστων όταν του είπαν πως οι έγκλειστοι τόχαν ρίξει στις αλλαξοκωλιές. Το φιλοσόφησε αρκετά και απεφάνθη " Αφού δεν γκαστρώνονται άστε τους να πηδιούνται".


Το τηλέφωνο κτύπησε και η Πόπη ζήταγε από τον Αντώνη να τσεκάρει αν είχε επιστρέψει ο Σπύρος ή όχι στο σπίτι της.
- Που είσαι ;
- Σε μια φίλη μου.
Μια αντρική φωνή ακούστηκε πίσω της επιβεβαιώνοντας τις αμφιβολίες του.
- Ανέβα και κοίταξε σε παρακαλώ.
- Περίμενε.
Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Κτύπησε. Καμιά απάντηση. Κατέβηκε πάλι τρέχοντας
- Ελα μ' ακούς ; κανείς δεν είναι επάνω.
- Σ' ευχαριστώ, Αντώνη μου. Είσαι ένας γλύκας !
- Πότε θάρθεις πίσω ; Μπορούμε να πάμε, της είπε ψιθυριστά να μην τον ακούσει η μάνα του.
- Θα σε πάρω τηλέφωνο. Κλείνω τώρα, γειά σου.

Η ευκαιρία για κάποια ουσιαστική αλλαγή χάθηκε με την αποχουντοποίηση. Περιορίστηκε σε λίγα στελέχη και σ' αυτά με το ελαφρυντικό του στιγμιαίου. Κανένας επιχειρηματίας ή δημόσιο πρόσωπο δεν στιγματίσθηκε από την συνεργασία  του με την χούντα, η ομαλή μετάβαση είχε και την σιωπηλή αποδοχή της κυβερνητικής "συνέχειας". Κανένας αστυνομικός, δικαστικός ή παπάς δεν λογοδότησε για την δράση του στην επταετία, η λήθη θεωρήθηκε το καλύτερο μέσον για να κλείσουν οι πληγές. Ο Χατζηδάκις επέστρεψε ήσυχα κι ο Θεοδωράκης με θόρυβο. Μερικοί υπηρέτες της Τέχνης και άλλοι, απλοί άνθρωποι του λαού, ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν πνευματικά στην χούντα. Kάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν την κραυγάζουσα αντιστασιακή δράση τους με θέσεις και αξιώματα.
Η άνοδος του ΠαΣοΚ στην εξουσία επιβεβαίωσε το ρητό "σβηστής λυχνίας πάσα γυνή ομοία" παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Αντρέα με την Δήμητρα. Εξ άλλου αυτή δεν ήταν γυναίκα υψηλού σωματικού επιπέδου όπως η Πόπη, είναι αμφίβολο αν γυναίκες τέτοιας κλάσεως συγκινούνται από πολιτικούς. Μάλλον από άκρα αντίθετα έλκονται, όπως άφραγκους ποιητές ή από χοντρόπετσους μεσήλικες με φουσκωμένο πορτοφόλι. Μέχρι κι ο Μητσοτάκης "εξυλεύθη" σαν " δρυός πεσούσης" την αγίαν μεταπολίτευση... Περί Μαρίκας και ερωμένης, ουδείς λόγος, φυσικά...

Η πληγή του Αντώνη δεν έκλεισε ποτέ παρ' όλες τις εντυπωσιακές εναλλαγές του πολιτικού σκηνικού. Δεν την ξανάδε και δεν του ξαναμίλησαν ποτέ γι αυτήν. Οταν απέκτησε αρκετή πείρα από γυναίκες -γιατί με την πολιτική δεν τα πήγαινε καλά- κατάλαβε τι θησαυρό είχε αφήσει να κυλίσει μέσα απ' τα χέρια του. Βέβαια δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως η Πόπη δεν τον χρησιμοποίησε παρά μόνο για να κάνει την δουλειά της, αλλά η πιθανότητα να τον ήθελε και να της την έσπασε με την δειλία του τον τρέλλαινε. Οπως τον τρέλλαινε και το σώμα της κάθε φορά που τόφερνε στον νου του ξέροντας πως πολύ δύσκολα θα ξανάβρισκε τέτοιας ποιότητας κορμί. Η ζωή του κύλησε ήρεμα με συνηθισμένες γυναίκες. Κάποτε σκεφτότανε  πως κάθε άντρας παντρεύεται την γυναίκα που του αξίζει, μέχρι να την χωρίσει. Οπως και κάθε λαός έχει τον κυβερνήτη που του αξίζει μέχρι να τον ρίξει στις επόμενες εκλογές, μια που η εποχή της χούντας πέρασε ανεπιστρεπτί.

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Λογοτεχνική δημοσίευση - Γιώργος Κοτζιούλας

Από το βιβλίο " Πικρή ζωή" 

  του  Γιώργου Κοτζιούλα

Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γύφτου
 
ΜΑΧΑΙΡΙΑ

Πούρναρος τόλεγα πως ήσουν κι απλοχέρης, ξέροντας πως φτωχαίνει ο φόβος, πως το δόσιμο αυγατίζει, μα δεν το πάντεχα να βγεις μαχαιροβγάλτης τώρα στα γεράματα,και μ' ένα ξάμωμα καθώς του δοξαριού, στις κότες να μοιράζεις τα τσιλίπουρδά σου.

Τούτες χυμήξαν πρώτες να τσιμπήσουν οι μπουφιάρες τη χυμένη σου κοιλιά και σαν τις είδαν έτσι οι σκύλες σου οι νυφάδες που γυρνούσαν από την πλύση, δέσαν τα μαύρα τους μαντήλια στο σαγόνι πιο σφιχτά και τράβηξαν ρεκάζοντας κατά τον Λούρο.

Που είστε χωριό και χριστιανοί, να ιδήτε θάμα απ' τ' αμολόγητα, π' άνθρωπος ξαπλωτός αφήνει να τον τρώνε ζωντανόν, που με καθάριο ακόμα των ματιών του το γιαλί, θιαμένεται κι αυτός τι αλλόκοτα που σμίγουν το αίμα κι η κοπριά.

Μια βρώμα ειν' όλο αυτό που κουβαλάμε επιζωής, πουν' ανοιχτό σα γούλη τομαριού από τόνα μέρος, κι απ' τ' άλλο βγάζει τη σαούρα χρονικής, κι έχει στη μέση ένα μασούρι που τινάζεται σαν καραγκιόζης, μονάχα που δεν μιλεί.

Παίρνει μια λάχνα ο νιός και σκαπετάει στη ράχη σα ζαρκάδι, ζάφτει ρακί με το παγούρι, τραγουδάει το Μενούσιαγα, παίρνει στη χούφτα κόρφο σαν το πούπουλο, τον παίζει, και χορτασμένος απ΄το καθετί θαρρεί την πλάση όλη δική του.

Μα σαν τον ήλιο που ζυγιάζεται καταμεσής στον ουρανό, κι όσο ζυγώνει στο βασίλεμά του χάνει τη λαμπράδα, κι ο άντρας ο δουλευταράς άμα τον τσακίσουνε τα χρόνια στραβογέρνει, και σέρνεται στα τέλη μπουσουλώντας καταγής.

Σαν το σαράκι μας τρυπάει η ανημπόρια, μπαίνει στο μεδούλι, ροκανάει τις κλείδωσές μας, και το κορμί κουφαλιασμένο, με τη φλούδα του όλο αυλάκια και σκασίματα, δεν καρτερεί παρά τον ξυλοκόπο, να το βγάλει σκίζες, πελεκούδια.

Πέσε λοιπόν τσεκούρι επάνω στο δεντρό, που πέταξε κλωνάρια κι ήρθανε πουλιά και στήσαν τις φωλιές τους, όπου κελάηδισαν ξεκινοπούλια κι ύστερα χαθήκαν στον αέρα, κι εκείνο απόμεινε ξεράδι να το πιλατεύουν οι αγέρηδες.

Αντίς να στέκουμε ίδια σκιάχτρα στον απάνου κόσμο, πούηταν αλώνι μια φορά και τ' αμπηδάγαμε στις τρεις, κάλλιο στο μαύρο χώμα να μας κρύψουν σα δαυλιά κακαυλιασμένα που φύτρο πια δεν δίνουν ούτε βγάζουν βλαστάρι.

Στην πλάση τούτη βγαίνει κερδισμένος όποιος του βαστάει για να παλέψει, και δεν κιοτεύει να πιαστεί απ' τη μέση με τον άλλον, μονάχα αν ξέρει βάνει και καμιά τρικλοποδιά, γιατί κανένας δεν ζητάει λογαριασμό απ' το νικητή.

Μονάχοι ερχόμαστε την ώρα που μας κόφτουν απ' το λούρο και που γυρεύουμε βυζί σαν τα κουτάβια τα γκαβά, μονάχοι απιστομιόμαστε άμα θα μας πέσουνε τα δόντια και μας φραχτούν τ' αυτιά, να μην ακούμε μήτε την καμπάνα.

Μα εγώ δε θέλω ουδέ να μου διαβάσουν ψαλμουδιές με πετραχήλια, ουδέ και να μου ρίξουν λάδι αυτοί που θυμιατίζουν, ούτε να με νεκροφιλήσουν τα παιδιά μου τα μπαστάρδικα, με από κόντά και τα δικά τους τ' αποσπόρια.

Μονάχα ας με πετάξουν σ΄ένα λάκο σα λεσίμι, δίχως να βάλουν αποπάνω μου ούτε πλάκα για σημάδι, γιατί ένας γύφτος ήμουν σ' όλη μου τη ζωή παραπεταμένος, που τον αποτελείωσαν τα γεράματα κι ανέχειες κι η αρρώστια. 

Από το γλωσσάρι του βιβλίου  
                                  
ξάμωμα     ξαμώνω, απλώνω το χέρι να κτυπήσω  
τσιλίπουρδα    σωθικά, έντερα
ρεκάζοντας   ρέκασμα, θανατική κραυγή, ούρλιασμα
θιαμένεται   απορεί, θαυμάζει
γούλη   το στόμιο του ασκού
σκαπετάει   εξαφανίζεται
ζάφτει   αρπάζει
κακαυλιασμένα    ξερά και ακανόνιστα κλαδιά
απιστομιόμαστε   πέφτουμε μπρούμητα
λεσίμι   ψοφήμι