Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Επί πώλου όνου

 .



Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν  μια περηφάνεια απ' τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί "γάϊδαρος του νησιού" τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις...
Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι' απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε  μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του.
Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε " εξ αδιαιρέτου " σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν' αποφεύγουν  πειρατές κι' Εγγλέζους.  Τ' αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν' ανασταίνουν, τ' άλλο τ' αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα  κληρονομικά στρέμματα  φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ' αγώγια.
Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ' αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ' άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν' αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ' αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα
Κι' ήρθε κι' έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ' άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ'αγώγια, μ' ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ' αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι' άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ' άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του.
Ο κυρ Μέντιος τ' αγαπούσε και τα δυό τ' αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ' στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του.
Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν "δεδομένο", μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη.
Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Κάργιες και γλάροι


Ενώ στην ζωή τα πουλιά έχουν δύο γένη, δεν έχω ακούσει ακόμα τίποτε για ομοφυλόφιλα πουλιά, στην ελληνική γλώσσα  έχουν τρία. Ο μηχανισμός με τον οποίον παίρνουν το γένος τους μου είναι άγνωστος, ίσως να πηγάζει από την λεγόμενη λαϊκή σοφία, ίσως και να είναι τυχαίος. Πάντως ο γλάρος ακούγεται πάντα "αρσενικός", η κάργια "θηλυκιά" ενώ το σπουργίτι  ουδέτερο. Περιέργως το γεράκι "δίνει" την γερακίνα ενώ το κοράκι τον κόρακα και ναι μεν λέμε "ο γέρακας" αλλά "η κορακίνα" είναι μάλλον αδόκιμος όρος, άκρη δεν βρίσκεται.


Στο μέρος που πέρασα το καλοκαίρι μου παρατηρούσα από την βάρκα μου το σούρουπο και την αυγή την συμπεριφορά των δύο εκπροσώπων των πτηνών που επικρατούσαν στην περιοχή, τους γλάρους και τις κάργιες. Κακόφωνα πουλιά και τα δύο διεκδικούσαν τις δυο βραχονησίδες, σκάρτο μισό μίλι απ' την στεριά, για να περάσουν τις νύχτες τους. Αμερόληπτος στην σύγκριση δεν θα μπορούσα να είμαι μια που έχω αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις φιλίας με έναν γλάρο, τον ονομάζω -κλασσικά-Ιωνάθαν εδώ και χρόνια. Τον ξεχωρίζω από τους άλλους από ένα σημάδι στο ράμφος του και πλησιάζει την βάρκα μου μόλις αγκυροβολήσω, περιμένοντας τον μεζέ του. Μάλιστα φέτος πλησίαζε την βάρκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά και με εντυπωσίασε όταν ήρθε σχεδόν δίπλα μου μόλις είδε ότι είχα πιάσει κάποιον σπάρο ενω ήταν αδιάφορος όταν ανέβαζα λιθρινάκια. Είχε ήδη μάθει ποιά ψαράκια προορίζονταν γι' αυτόν. Μάλιστα πέρισυ μου έκανε μια επίδειξη της σοφίας του όταν μια μέρα δεν με πλησίασε καθόλου. Ηταν η μέρα που για μυστήριους λόγους, ιερά μυστικά της θάλασσας, τα ψάρια δεν έτρωγαν καθόλου.
Πιθανόν και οι κάργιες να είναι το ίδιο ή και περισσότερο έξυπνες αλλά να μην είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω, αυτό συνέβαινε και με τις γυναίκες τα παλιά χρόνια όταν δεν βγαίνανε από το σπίτι τους ενώ οι άντρες κρίνονταν κάθε μέρα στον στίβο της βιοπάλης. Οι εμπειρίες μου από τις κάργιες περιορίζονταν στην άφιξή τους το σούρουπο στις βραχονησίδες και την αναχώρησή τους από εκεί το πρωϊνό. Οι εμπειρίες μου από τις γυναίκες που δεν έβγαιναν από το σπίτι τους είναι ακόμα λιγότερες αλλά περιέργως τις ταυτίζω στο μυαλό μου με τις κάργιες, έτσι τις αποκαλούσανε και οι ντόπιοι χωρικοί. Αντίθετα τις γυναίκες που συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού τις λέγανε κουρούνες, μια λέξη που στην τοπική διάλεκτο αντικαθιστούσε νοηματικά το "καϋμένες". Υπάρχει και ο αντίστοιχος αντρικός όρος, "κουρούνης" αποκαλείται ο βασανισμένος από τις ατυχίες της ζωής.


Η κάργια δίνει την εντύπωση μαύρου πουλιού ενώ στην πραγματκότητα είναι γκρίζα σκούρα. Και ο γλάρος δίνει την εντύπωση άσπρου πουλιού ενώ έχει αρκετά γκρίζα ανοικτά φτερά. Εκτός από το χρώμα, άσπρο-μαύρο, υπάρχει μεγάλη διαφορά και στο πέταγμα των δύο πτηνών. Ο γλάρος γλιστράει περήφανα τον αέρα,. πλανάρει εύκολα και έχει μια αρμονία στις κινήσεις του. Αντίθετα η κάργια σχεδόν δεν μπορεί να πετάξει σε ευθεία γραμμή, κτυπάει άτσαλα και άρρυθμα τα φτερά της και δίνει την εντύπωση πως υποφέρει για να κάνει μια μικρή διαδρομή.
Το σούρουπο οι κάργιες καταφθάνουν κράζοντας στα νησάκια σε μεγάλες ομάδες ακολουθούμενες από κάποια   μεμονωμένα άτομα που προσπαθούν απεγνωσμένα να προφτάσουν το κοπάδι.Είναι απίστευτη η φασαρία που κάνουν λες και θέλουν να ξορκίσουν την νύχτα που έρχεται.  Συνήθως διαλέγουν την βραχονησίδα που βρίσκονται οι γλάροι τους οποίους διώχνουν με ταχύτατες διαδικασίες παρ' ότι είναι αισθητά πιο μικρόσωμες από αυτούς. Κάνουν όμως πολύ περισσότερο θόρυβο από αυτούς καθώς τσακώνονται μεταξύ τους για τις καλύτερες θέσεις. Ισως αυτή η φασαρία και η εριστικότητα να είναι η αιτία της επικράτησης τους στον αγώνα για το νυκτερινό κατάλυμα με τους αντίζηλους γλάρους. Μετά, μόλις μια κάργια ξεκινήσει για το άλλο νησάκι που κατέφυγαν οι γλάροι, όλο το κοπάδι ακολουθεί διώχνοντας ξανά τα γλαρόνια. Αυτό γίνεται αρκετές φορές μέχρι να σουρουπώσει για τα καλά. Τις ημέρες που έχει κακοκαιρία οι κάργιες κουρνιάζουν στα ψηλά κλαριά των ευκάλυπτων της στεριάς.ενώ οι γλάροι προστατεύονται σε βραχοσπηλιές.
Με το χάραμα της μέρας πρώτοι οι γλάροι διασκορπίζονται πλησιάζοντας τις ψαρόβαρκες που βρίσκονται στους τόπους τους από τα μαύρα σκοτάδια. Κάθε γλάρος υπερασπίζεται την επικράτειά του από τους αντιζήλους του χαμηλώνοντας το κεφάλι σε μια επιθετική στάση και αφήνοντας μια μακρόσυρτη κραυγή. Μετά, όταν οι ψαράδες τελειώσουν με το νετάρισμα στα παραγάδια και στα δίχτυα, οι γλάροι αρχίζουν τις περιπολίες της μέρας από ψηλά, ψάχνοντας για τροφή.

Σαν φέξει για τα καλά οι κάργιες ξεκινάνε κοπαδιαστά την επιστροφή τους στην στεριά. Τώρα πετάνε  χωρίς πολλή φασαρία, αλλά πάλι άτσαλα κι' άγαρμπα. Πλησιάζοντας στην στεριά η κάθε μια πηγαίνει ειρηνικά στον ζωτικό της χώρο, που τον έχουν ορίσει από μόνες τους ,με τους άγραφιυς νόμους του κοπαδιού, χωρίς συμβόλαια και τίτλους ιδιοκτησίας, χωρίς δικηγόρους και τοπογράφους μηχανικούς...

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Εντός...εισαγωγικών

.

.

Οι απανταχού Ζαρκάδες, ένα σύνολο εισαγωγών

Μια φανταστική ιστορία των φανταστικών κατοίκων μιας φανταστικής περιοχής


Ιστορική εισαγωγή
Οι αποκαλούμενοι Ζαρκάδες ήταν οι κάτοικοι μιας  καθυστερημένης περιοχής της Ελλάδας, ένα είδος που τροφοδότησε σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική μετανάστευση και το γιγάντωμα της Αθήνας. Εφεραν όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, αλβανικής και σλαβικής καταγωγής των, κατάλληλα αναμεμειγμένα. Τα ίχνη των πιο παλιών επιμειξιών, νορμανδικών, ενετικών και σαρακήνικων  είχαν χαθεί ή επικαλυφθεί κατάλληλα στο πέρασμα της ιστορίας. Οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί τους σφυρηλατήθηκαν περισσότερο από το σκληροτράχηλον του χαρακτήρα τους, αντίστοιχο των πάτριων εδαφών. Σε κάθε συνοικία της Αθήνας υπάρχουν δύο σύλλογοι απανταχού Ζαρκάδων, καθένας προσαρμοσμένος σε μια πλευρά του δικομματισμού. Τα μέλη των αντίθετων συλλόγων δεν έχουν πρόβλημα μεταξύ τους, ούτως ή άλλως οι σύλλογοι ενεργοποιούνται μόνο σε προεκλογικές περιόδους ή όταν κάποιος πρόεδρος θέλει να προωθήσει κάποιο βιβλίο, κάποιο σιντί ή ντιβιντί, με το αζημίωτο φυσικά. Οι Ζαρκάδες συμπλήρωσαν τα πληθυσμιακά κενά  που δημιούργησαν όσοι μετανάστευσαν στην Ευρώπη τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι αριστεροί Ζαρκάδες υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλη ήπειρο.


Φιλοσοφική εισαγωγή


Ο άνθρωπος ζει πάνω στην γη, τρέφεται από τους καρπούς της και ξεδιψά από τα ρυάκια της. Ο άνθρωπος επί χρόνια σαν ανταπόδοση προσέφερε στην γη τα κόπρανα και τα ούρα του. Με την πρόοδο του πολιτισμού τα συστήματα αποχέτευσης κατευθύνουν πλέον τα ανθρώπινα απόβλητα στην θάλασσα.

Συγχρωτιστική εισαγωγή


Ο καφές ήταν πανάκριβος και άθλιας ποιότητας. Ηταν όμως καπουτσίνο- έδινε κάποιον αέρα ευρωπαϊκό- και η γωνιά όπου τον σερβίρανε προσπαθούσε με πολύ κόπο να διατηρήσει κάτι από την αίγλη του παρελθόντος.
Τα καθίσματα, φθαρμένα όσο και οι άνθρωποι, στοιχισμένα μέσα σε σιδεριές προσπαθούσαν να λύσουν το πρόβλημα του μέγιστου αριθμού στον ελάχιστο δυνατό χώρο. Οι καινούργιοι, τεχνοκράτες ιδιοκτήτες, στο πάλαι ποτέ ένδοξο στέκι, δεν κατανόησαν ποτέ ότι η φήμη του μαγαζιού προήλθε από μια μόνο σειρά καθισμάτων, παράλληλα τοποθετημένων κατά μήκος του μαγαζιού που έδιναν "αέρα" στο πεζοδρόμιο, μια προσομοίωση με πασαρέλα σε συνδυασμό με την αντίστοιχη σειρά του απέναντι πεζοδρομίου. Τώρα όλα αυτά ήταν παρελθόν. Τα καινούργια μοντέλα έκαναν αλλού την πασαρέλα τους, το μέρος υποβαθμίστηκε πολιτιστικά και μόνο οι απανταχού Ζαρκάδες δεν είχαν χορτάσει το μακρυνό απωθημένο τους να πίνουν τον καφέ τους στον διάσημο δρόμο. Εξακολουθούσαν να συνευρίσκονται εκεί τις ώρες της σχόλης για να διαβάσουν την εφημερίδα τους, οι κουβέντες πέρα από τα τυπικά ήταν σπάνιες, η επαρχιώτικη επιφυλακτικότητα δεν είχε ακόμα μεταλλαχθεί.

Οικογενειακή εισαγωγή.

 Η δομή της ζαρκαδικής οικογένειας ήταν η δομή ενός μικρού κοπαδιού από πρόβατα. Το μεγαλύτερο "παιδί" είχε την περιποίηση του μόσχου του σιτευτού από γονείς, τ' άλλα "παιδιά" και τα κορίτσια. Η δόξα του επέφερε δόξα σ' ολόκληρο το σόϊ, δεν ήταν λίγο να είσαι αδερφός ή αδερφή του δάσκαλου ή του παπά, το λέγανε και φούσκωνε το στήθος τους από περηφάνεια. Κατά τα κοπαδικά πρότυπα τα μικρότερα αγόρια έμεναν ανύπαντρα ταγμένα πάντα να υπηρετούν τον "μεγάλο". Οταν αυτός γινότανε με το καλό δάσκαλος ή παπάς θα φρόντιζε να ανταποδώσει μέσω των γνωριμιών του μ' ένα καλό διορισμό. Τότε, αν αβγάτιζαν γρήγορα περιουσία καμμιά φορά, προλάβαιναν και τα μικρότερα αδέρφια να φιάξουν δικιά τους οικογένεια. Οπως και στα κοπάδια, η παροδική ή η διαρκής  αιμομειξία ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός λόγω της "στενότητας" του χώρου.

Επαγγελματική εισαγωγή


Με την πάροδο των ετών, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δια της επιμηκύνσεως της υποχρεωτικής παιδείας και στο γυμνασιακό επίπεδο, επέφερε διαρθρωτικές αλλάγές στην επαγγελματικήν αξιολόγηση των απανταχού Ζαρκάδων. Ο δάσκαλος έχασε μεγάλο μέρος του κύρους του αφού τα παιδιά πλέον εγνώριζαν και τον καθηγητή. Οι απανταχού Ζαρκάδες αμέσως ανέβασαν στον θρόνο του έκπτωτου δάσκαλου τον φυσικομαθηματικό, τα προσοδοφόρα ιδαίτερα έπαιξαν τον ρόλο τους ώστε να παραγκωνισθεί ο -πρώτος τη τάξει- θεολόγος. Η δουλειά του φιλολόγου ήταν ακόμα δύσκολη για τους Ζαρκάδες λόγω της ιδιωματικής προφοράς τους.

Τοπογραφική εισαγωγή

Ο τόπος τους ήταν στενός, γεμάτος κακοτράχαλα βουνά και δύσκολες συγκοινωνίες. Ολοι οι γειτονικοί συγγενείς τους, έχοντας πρόσβαση στην θάλασσα ακολούθησαν τα αντίστοιχα ρεύματα της εποχής αφήνοντας τους πίσω. Κάθε νέο επίτευγμα του πολιτισμού έφτανε σ' αυτόν τον τόπο μονάχα μέσω νέων κατακτητών. Αλλά η έλλειψη υποδομών σύντομα κατέστησε ασύμφορη την κάθε προσπάθεια για νέα κατάκτηση της χώρας τους. Σε δυό-τρεις γενιές ο καθε κατακτητής είχε πλήρως αφομοιωθεί  από τον τοπικό πληθυσμό.

Θρησκευτική... εισαγωγή
  Η τοπογραφική απομόνωση είχε σαν αποτέλεσμα και την θρησκευτική.. Ενώ όλοι οι γείτονες είχαν εκχριστιανισθεί, αυτοί παρέμεναν παγανιστές για πεντακόσια ακόμα χρόνια. Αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα πολιτισμού λόγω του σκοταδισμού που απαιτούσε η καθιέρωση της καινούργιας θρησκείας αλλά στους Ζαρκάδες λειτούργησε ανάστροφα. Οταν η νέα θρησκεία άρχισε να συμβιβάζεται με την Τέχνη και την Επιστήμη, τότε οι Ζαρκάδες, σαν νεόκοποι χριστιανοί, απέρριπταν μετά βδελυγμίας κάθε ίχνος προόδου.

Κοινωνική εισαγωγή


Η ζαρκαδική οικογένεια λειτουργούσε στα πρότυπα μιας μονής έχοντας όμως κατανοήσει καλά ότι αν όλοι πάνε σε μοναστήρια το γένος τους θα εκφυλισθεί. Κατά τα άλλα η λειτουργία κάθε οικογένειας ήταν ταυτόσημη με του μοναστηριού, του πρώτου παδιού έχοντος τον ρόλο του ηγούμενου. Οταν με τα χρόνια αναγκάσθηκαν να μετοικίσουν στην  Αθήνα ή αλλού αναπτύχθηκε ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ των οικογενειών λόγω κοινής γλώσσας και -κυρίως- συμπεριφοράς. Οι σύλλογοι των απανταχού Ζαρκάδων είχαν εξασφαλισμένη την μακροημέρευσή τους, καμμιά κοινωνία δεν ήταν σε θέση να τους απορροφήσει αρκετά, το "ζαρκαδικό" ήτανε χαραγμένο στο ντι-εν-έϊ τους.

Ετυμολογική εισαγωγή 


Η προέλευση της λέξης είναι μυστηριώδης, μάλλον πρόκειται περί νεοελληνισμού πονηρού γλωσσοπλάστη. Η λέξη ζάρκος = γυμνός ταιριάζει βέβαια σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των απανταχού Ζαρκάδων αλλά σαν ερμηνεία δεν είναι πειστική. Η λέξη βρίσκεται κοντά στους Αρκάδες -αλλά τίποτε δεν δικαιολογεί το αρχικό ζήτα- και στην λέξη της δημοτικής ζαρκάδι. Το ζαρκάδι βέβαια προέρχεται από τους ιωνικούς τύπους ζορξ ή ζορκός, θηλυκό ζορκάς, κατ' αντιστοιχίαν των επικρατεστέρων βοιωτικών τύπων δορξ και δορκάς με την γνωστή και από αλλού ανταλλαγή των δύο συμφώνων σε αυτές τις διαλλέκτους, αλλά ο τύπος Ζορκάδες δεν απαντάται σε παλαιότερα κείμενα σαν όνομα λαού.

Εννοιολογική εισαγωγή


Αντίθετα, εννοιολογικά οι απανταχού Ζαρκάδες με την ιστορική διαδρομή τους έχουν αποδείξει την στενή σχέση που έχουν με τα ζαρκάδια είτε σε μορφολογικά χαρακτηριστικά όπως λόγου χάριν τα κέρατα,  ή η χαρακτηριστική οσμή των βοοειδών, είτε σε ψυχικά χαρακτηριστικά όπως η φυσική δειλία, η αποχώρηση με ελαφρά πηδηματάκια κ.λ.π.

Σεξιστική εισαγωγή


Ο διαχωρισμός των φύλων ήταν δεδομένος στους απανταχού Ζαρκάδες συνέπεια και της οικογενειακής  ανατροφής. Τα θήλεα μέλη μικράς εμπειρίας είχον, στο πλαίσιο των συζυγικής και  αιμομεικτικής μορφής επαφών. Οι τελευταίες ήταν πατρικές συνέπειες όταν η μητέρα πέθαινε νωρίς ή αδελφικές όταν ο μικρός αδερφός αργούσε να παντρευτεί για οικονομικούς λόγους κυρίως. Τα θήλεα μέλη της κοινωνίας μικρής εκτίμησης έχαιραν. Τα άρρενα μέλη όμως, σε στενότατους κύκλους κυριών των πόλεων, αποτελούσαν σκοτεινό αντικείμενο πόθου λόγω της φήμης που τους ακολουθούσε. Ελέγετο ότι είχαν αποκτήσει την πολλαπλότητα του πετεινού, την αμεσότητα του τράγου και την υπομονή (και κάτι άλλο) του γαϊδουριού από τις κτηνοβατικές σχέσεις με τα αντίστοιχα θηλυκά ζώα κατά την διάρκεια της εφηβείας των. Η αστυφιλία και η εσωτερική μετανάστευση μεγάλο πλήγμα έφερε στας παραδόσεις των απανταχού Ζαρκάδων, της φήμης εξασθενησάσης, τελικώς.

Οικονομική εισαγωγή


Από τις τέσσερις αρχές του ρωμαϊκού δικαίου που διέπουν τις συναλλαγές, δίνω ίνα δώσεις, δίνω ίνα κάνεις, κάνω ίνα κάνεις και κάνω ίνα δώσεις, οι απανταχού Ζαρκάδες αρχικά περιορίζοντο  στην πρώτη που κυριαρχούσε στις συναλλαγές στα χωριά τους. Οι τιμές καθοριζότουσαν από τις ανάγκες με βασική μονάδα συναλλαγής το αυγό. Η εσωτερική μετανάστευση τους έμαθε και το κάνω ίνα δώσεις, το οποίο η έμφυτη πονηράδα τους μετέτρεψε σε κάνω λίγα για να δώσεις πολλά. Δεδομένης της αφέλειας των κατοίκων των πόλεων και της παροιμιώδους λιτότητας των απανταχού Ζαρκάδων γρήγορα οι τελευταίοι απέκτησαν κομπόδεμα και ευχέρεια στο να πίνουν το καφέ τους σε κεντρικούς ιστορικούς δρόμους αποτελώντας την πλειοψηφία μάλιστα των θαμώνων.

Αλλά αυτό είναι κάτι που θα εξετάσωμεν εις το κύριον μέρος των θεμάτων.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Ιστορίες από τον Καναδά-Νικολάκης ο Ελληνας


Εκδοση νεώτερη, βελτιωμένη και επηυξημένη

 Η σημαία του Καναδά, γνωστή και σαν Φύλλο Σφενδάμνου πρωτοεμφανίσθηκε το 1965, δηλαδή είναι πολύ "φρέσκια". Ομως, όπως ίσως ξέρετε, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ο Καναδάς έχει μεγάλη και σπουδαία ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μάλιστα στο Καναδά μιλούσανε παλιά μια ελληνική διάλεκτο, η οποία μετά την άφιξη μερικών Νορμανδών εξελίχθηκε στην διάλεκτο που μιλάνε ακόμα και σήμερα στο "Λιμπρ Κεμπέκ", περιοχή που είχε οριοθετήσει ένας γαλλοϊνδιάνος ιροκουά φύλαρχος τον οποίον ανέτρεψε από τον θρόνο του ο Νικολάκης ο Ελληνας, με την βοήθεια της γυναίκας του. Τώρα που υπάρχουν τα κομπιούτερς όλα αυτά αποδεικνύονται, πολλές φορές με την αλάνθαστη μέθοδο να ανεβάζει κάτι, κάποιος, στην βικιπέντια και εν συνεχεία να το επικαλείται σαν πηγή. Οι πλέον αξιόπιστοι δεν το ανεβάζουν μόνοι τους αλλά βάζουν τα κολλητάρια τους ή τον δεύτερο - σε σπάνιες περιπτώσεις τον τρίτο - διαδικτυακό εαυτό τους, ξέρετε αυτόν που στέλνει τις κατάλληλες επιστολές ώστε να φανεί "φυσιολογική" η ανάπτυξη ενός θέματος σαν απάντηση στο γράμμα, ή που κάνει αυτά τα χαριτωμένα σχόλια του στυλ " προσκυνώ ", " ρισπέκτ " και δεν συμμαζεύεται, απαραίτητα για την προώθηση του προϊόντος. Ο Νικολάκης δεν είχε επιλέξει τυχαία αυτόν τον τύπο του ονόματός του. Ηταν αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης και περισυλλογής. Κατ' αρχάς είχε απορρίψει το Νικόλαος καθότι ο πατήρ και ο υιός του (Σπαρτιάτη) Νικολάου ελέγετο Βούλις, δηλαδή με την σημερινή προφορά και απόδοση, Μπούλης, άσε που είχε και κακή τύχη, τον σφάξανε σαν αρνί όταν πήγε πρέσβυς στην Περσία, αντίποινα για ανάλογη μεταχείριση των δικών τους πρέσβεων. Ο Νικολάκης, που ήδη φώναζε τον γιό του "Μπούλη" και τον πατέρα του "Μπαμπούλη", δεν ήθελε με τίποτε να τον αποκαλούν "Νικόλαο", φοβόταν μήπως η ιστορία όντως επαναλαμβάνεται. Είχε επιπλέον υπ' όψιν του τα περί τσάρου Νικολάου. Εγνώριζε επίσης ότι το "Νίκο" ήταν αλβανικής προέλευσης, ενώ το "Νίκος" είχε αδελφίστικες τάσεις μιά που το νίκος ήταν η εκδοχή στο ουδέτερο της θηλυκότατης λέξης "η νίκη". Εχοντας δε υπ' όψιν του την φράση " Ου ο λόγος αυτού σοφώτερος, αυτώ δοθείσεται το νίκος" καθώς και τις πνευματικές του ικανότητες, δεν θέλησε να μετατρέψει το όνομά του σε κάτι σαν ευφημισμό. Τελευταίο επιχείρημα ήταν η συνήθεια της "κατσίκας" του (από λανθασμένη μετάφραση του τρυφερότατου γαλλιστί ma  biche = ελαφίνα μου) να τον φωνάζει επαναλαμβανόμενα  οπότε ακουγότανε ΝίκομουΝίκομουΝίκομου προκαλώντας ηχητικές παρεξηγήσεις στους λαθρακούοντες. Το "Νικ" ήταν πολύ αμερικάνικο, οι Καναδοί (ακόμα και οι ελληνοκαναδοί) απεχθάνονται τις αμερικανιές των Αμερικανών, προτιμούν τις δικές τους. Τα Νικόλας, Νίκλας, Νικολός δεν συζητιώνται ούτε και για Καναδούς που έλκουν την καταγωγή από Βίκινγκς ή Ινδιάνους των Γκραντλέϊκς. Το Νικολά, Νικολό, δεν λέει άμα δεν έχεις δίπλα σου μια Κάρλα Μπρούνι να αποσπά την προσοχή. Το Λαόνικος είναι ψευδελληνική εκκλησιαστική γλωσσοπομφόλυγα. Το καναδοπρεπέστατον Νικολάκης ήταν μονόδρομη επιλογή. Ηταν όμως γνωστός στην πιάτσα και σαν ο "άντρας της κατσίκας", η κακομοίρα η γυναίκα του όσο κι' αν τόνιζε το όνομά της, όσο κι' αν εύρισκε ψευδώνυμα στο διαδίκτυο δεν μπορούσε να ξεκολήσει το "κατσίκα" από πάνω της, είχε γίνει σαν δεύτερο δέρμα της.


 Οι δύο (χωρίς κέρατα) εκδοχές, μαλτέζα και γυναίκα
 Εξ άλλου της ταίριαζε και μορφολογικά -από τα κέρατα που της είχε βάλει ο Νικολάκης- αλλά και χρηστικά, ο Νικολάκης την άρμεγε κανονικά, ο ίδιος ήταν ακατάλληλος για κάθε δουλειά. Βέβαια η οικόσιτη αίγα της Νουβίας (μαλτέζικη) στερείται κεράτων αλλά η νικολοσύζυγος σίγουρα δεν είχε αφρικάνικη καταγωγή.
Αντίθετα, πιθανόν να είχε κρητική καταγωγή, τα κρι-κρι έχουν τα μεγαλύτερα κέρατα ανάμεσα στα κατσικοειδή.
Τα κέρατα ήταν αποτέλεσμα κάποιων ανατολίτικων επιρροών του Νικολάκη, κάποιος πρόγονός του είχε υπηρετήσει στον οθωμανικό στρατό σαν λοχίας, αυτό φαινότανε και στο επίθετό του που περιείχε την ρίζα  από την τούρκικη λέξη για τον λοχία τσαβούς < τσαούς. Οι αυθαιρεσίες αυτών των στρατιωτικών επί οθωμανικής αυτοκρατορίας έκαναν το όνομά τους συνώνυμο του θράσους.
Μπορεί ο ασπασμός της χριστιανικής θρησκείας να απέτρεπε την επίσημη πολυγαμία αλλά στο μυαλό (και στην πράξη) ο Νικολάκης τιμούσε τις πολυγαμικές συνήθειες. "Πολυγαμικός σαν τράγος", έλεγε, "φυσικά και μου επιτρέπεται αφού έχω γυναίκα κατσίκα".



 Κοπάδι "μιξντ"
Η ίδια η σύζυγός του κάπου μέσα της αποδεχότανε το προσωνύμιο  αλλά υπό προύποθέσεις :
το "κατσίκα" της έπεφτε κάπως βαρύ αλλά δεν θα είχε αντίρρηση για το "τιφτίκι", αυτό το είδος με την υπέροχη γούνα, υφής μεταξιού, όπως φανταζόταν ότι ήταν η επιδερμίδα  της.
Θα μπορούσε ακόμα να αποδεχθεί τον χαρακτηρισμό μυοτονική  κατσίκα, είτε για την βορειοαμερικανική προέλευσή της, είτε για την μοναδική ιδιότητα να "παγώνει" για κάποια δευτερόλεπτα όταν φοβηθεί πολύ, παραμένοντας ακίνητη ή βαδίζοντας με τεντωμένα-ξυλιασμένα πόδια. Το τελευταίο αυτό πολύ της ταίριαζε όταν προσπαθούσε να περπατήσει ισορροπώντας πάνω στα δεκαεξάποντα τακούνια της. Επίσης η μυοτονική κατσίκα ήταν μια ιδιαίτερη ράτσα όπως θεωρούσε και η ίδια τον εαυτόν της.



 Φλώρα με κομπινάκι

Θα μπορούσε ακόμα να δεχθεί σαν όνομα το φλώρα που αποδίδεται στις άσπρες κατσίκες ή το κανούτα που αποδίδεται στις γκρίζες. Αντίθετα ήταν πολύ επιφυλακτική για το κόμπινα που αποδίδεται στις κοκκινομάλλες κατσίκες και το κόρμπα για τις μαύρες. Ενώ όμως ήταν εντελώς αποτρεπτική για την ονομασία των μαύρων κατσικών με ανοιχτόχρωμη κοιλά, την ονομασία αυτή, γκιόσα, την είχε ακούσει ουκ ολίγες φορές στην διάρκεια των συζυγικών καυγάδων κι' αυτό την πλήγωνε πολύ. Ακόμα όμως χειρότερα ασθανόταν όταν αργότερα, κατά την διάρκεια των ερωτικών περιπτύξεων - συνηθισμένη κατάληξη των καυγάδων- την ώρα της επιβεβαίωσης του ανδρισμού του, την αποκαλούσε "τσαούσα" του τονίζοντας έτσι την κτητικότητά του λόγω του επιθέτου του. Φώναζε τότε για να τον εκδικηθεί νίκο-μουνί-κο-μουνί-κομου δήθεν από τον ενθουσιασμό της, ξέροντας πως θα του την σπάσει, μερικές φορές τα κατάφερνε, άλλες φορές είχε ήδη  μπει το νερό στο αυλάκι. Τότε του χάϊδευε απαιτητικά τα κωλομέρια και στις διαμαρτυρίες του ισχυριζότανε ότι το κωλοδάχτυλο ενίσχυε την στύση του, ενώ συγχρόνως του έκανε κι ένα τσεκάρισμα στον προστάτη για τίποτε όγκους. Ο Νικολάκης τότε απελπισμένος, σκεφτότανε να δοκιμάσει την "τέχνη" των προγόνων του επί των  αιγών, αλλά η  καναδέζικη κουλτούρα του - δεύτερης γενιάς μετανάστης -  συγκρατούσε τις  απόπειρες για προσωπικές δοκιμές πάνω στις μεσογειακές πρακτικές. Από την άλλη μεριά δεν μπορούσε εύκολα να την διώξει, όλη την διαδικτυακή δουλειά αυτή την έκανε, έψαχνε όμως μέσα στην καναδική θεματολογία να βρει ανάλογη περίσταση και αντίστοιχη λύτρωτική λύση. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Στις συχνότερες αιτίες διαζυγίου δεν βρήκε κάτι σχετικό με την δική του περίπτωση, αντίθετα θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει προ καιρού σ' ένα σάιτ από κάποιον γεροπαράξενο όταν έψαχνε να "κλέψει" καμιά ιδέα :
"Η σοφώτερη παροιμία που έχω διαβάσει είναι τούρκικη,
ανύπαντρος ; σκατά !
παντρεμένος ; δυο φορές σκατά !!
και την έχω συμπληρώσει εξ ιδίας πείρας :
χωρισμένος ; τρεις φορές σκατά !!!  "
Ο Νικολάκης  ξαναέφερε στον νού του την τσαούσα του. Μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιγε τις κονσέβες για φαΐ ; αυτή δεν έριχνε στο καυτό νερό τα σακουλάκια με τα προμαγειρεμένα λαχανικά ;
αυτή δεν μάζευε στο τέλος τα πλαστικά πιάτα και ποτήρια και αυτή δεν ήταν που έβαζε τα μαχαιροπήρουνα στο πλυντήριο ; Πως θα μπορούσε να παραβλέψει τις τόσες θυσίες της στον οικογενειακό βωμό για κάποιες ιδιοτροπίες της στο σεξ ; Ασε την ανεκτίμητη βοήθειά της στα διαδικτυακά. Κοίταξε την ελαφρώς γερασμένη σιλουέττα της. Το πεσμένο στήθος της δεν τον ενοχλούσε ιδαίτερα, αντίθετα με το νερούλιασμα των οπισθίων ημισφαιρίων, κάτι που θα μπορούσε όμως να παραβλέψει επιλέγοντας την κατάλληλη στάση. Το πρόσωπό της το είχε συνηθίσει τόσα χρόνια πια.
Της χαμογέλασε.