Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια μέρα τον χρόνο...

Χριστουγεννιάτικες Θεωρίες


Απογοητευμένος. Η μόνη λέξη που του ταίριαζε τόσο κι όμως κανείς δεν τολμούσε να του την αποδώσει. Ούτε ο καν ο μονογενής του, η βασική αιτία της απογοήτευσής του. Τόσες και τόσες φορές δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε μα κάτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει κι' ας νόμιζαν όλοι ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Κάποιο λάθος κάθε χρόνο επαναλαμβανότανε, άρχισε να σκέπτεται μήπως οφειλότανε στο ντι-εν-εϊ του που αναπόφευκτα μεταδιδότανε. Η μήπως έπρεπε να δοκιμάσει μ' άλλο λουλούδι ;
Σ' αυτά τα χώματα είχε αναγκασθεί να βάλει πολύ νερό στο κρασί του, πολύ ξεροκέφαλοι εκεί οι άνθρωποι βρε παιδάκι μου. Αναγκάσθηκε να μιμηθεί τις συνήθειές τους, όχι βέβαια σαν χρυσή βροχή, ούτε σαν ταύρος ή κύκνος αλλά σαν δαίμονας - μετά το αλλάξανε το όνομα άλλα τους θύμιζε, τον είπανε άγγελο. Αλλά από κηπουρική δεν είχε ιδέα. Εκεί στα ψηλά βουνά, στου Σινά τα μέρη, τίποτε δεν φύτρωνε, σαν ήρθε εδώ το πρώτο λουλούδι που είδε και του άρεσε έτυχε νάναι κρίνος. Δεν ήξερε πως κάθε χρόνο απ' το βολβό θα πεταγότανε ξανά και ξανά το άνθος του κρίνου, νόμιζε ότι άμα το κόψει μιά φορά πάει, τελείωσε. Η φυλετική μνήμη του φυτού όμως-κάτι απ΄αυτά τα χώματα θάχε πάρει - πανίσχυρη κι' ενισχυμένη με καινούργιες εμπειρίες έψαχνε τον αγγελό της, απαιτούσε και τον έβρισκε να ξαναδημιουργήσει δι' αυτού το ίδιο αποτέλεσμα, τη γένεση. Γιά τον κρίνο ήταν ένα παιχνιδάκι, πολύ πιό απλό σε σχέση με τη μαγική δύναμη που τον έκανε να φύεται. Και φυσικά δεν λάμβανε καθόλου υπ' όψιν του τις "παραγγελιές". Στερεότυπα κάθε χρόνο έδινε ίδιο προγραμματισμό κι' είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ασχετο αν αι βουλαί του υψίστου- έτσι τον έλεγε ήταν πολύ πιό ψηλός απ' τον κρίνο- ποθούσαν κάτι διαφορετικό. Δεν τον πολυχώνευε τον ξενόφερτο γιά να του κάνει τα χατήρια. Νόμιζε πως η γένεση ήταν κάτι σπουδαίο, η φύση όμως ήταν πολύ πιό ισχυρή -του τόδειχνε κάθε χρόνο.

Οπως η μύγα προσπαθεί μάταια να περάσει μέσα απ’ το τζάμι έτσι και το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν ερχότανε παρά τις δυό χιλιάδες και βάλε επαναλήψεις. Ούτε καν στο φύλο, κόντρα στις στατιστικές. Αυτός επέμενε, άρχισε να σκέφτεται την ολοκληρωτική σύγκρουση, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. Χρειαζόταν κάτι οπωσδήποτε να βγει απ’ το αδιέξοδο.
Ο κρίνος σκεπτότανε πολύ αργά γιά τα δικά μας δεδομένα. Μόνο τυχαία όμως δεν έλαβε το όνομά του, τόσο κοντά στο κρίνω. Δεν ήταν πολεμοχαρής για να του κάνει την χάρη, βρήκε μιά λύση να ησυχάσει. Τούδωσε μιά μέρα το χρόνο να γιορτάζει τη γένεση. Ολες τις άλλες γιόρταζε η Φύση.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο.τι φοβάμαι περισσότερο

                                                          

Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Αρχές του τέταρτου μήνα...

  •  

<object width="560" height="315"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/RiZg0pQPcfE?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/RiZg0pQPcfE?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="560" height="315" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object>

 

Πλησιάζοντας την επίτευξη του στόχου είπε να κάνει μια μικρή ανασκόπηση. Η επανάληψη ενός πειράματος, 40 χρόνια μετά, δεν μπορεί να διεξαχθεί πάνω στις ίδιες συνθήκες, εδώ οι τόποι αλλάζουν σε 40 χρόνια, πόσο μάλλον οι άνθρωποι, υπάρχουν όμως παράλληλες καταστάσεις.
Η βασική ιδέα ήταν πως μόνο μετά από τέσσερις μήνες συνεχών διακοπών μπορεί κάποιος να δει τις πραγματικές ανάγκες του και τι πραγματικά θέλει στην ζωή του, το είχε ξανακάνει σαν φοιτητής με μόνο τίμημα μια κάποια καθυστέρηση στο πτυχίο του μια που ποτέ δεν έδωσε εξετάσεις τον Σεπτέμβρη. Σαράντα περίπου χρόνια μετά, είχε την ευκαιρία να ξαναπλησιάσει τον εαυτό του απαλλαγμένος από κοινωνικές, επαγγελματικές και οικογενειακές επιρροές, στο μέτρο του δυνατού, βέβαια. Οι αναμνήσεις από τα μακριά φοιτητικά καλοκαίρια ήταν πολύ γλυκιές.
Μερικοί όροι παρέμεναν αναλλοίωτοι, απλά προσαρμοσμένοι στην νέα εποχή, άλλοι καινούργιοι προέκυπταν κυρίως από την διαφορά στην ηλικία του, όπως η καθημερινή πρόσληψη των φαρμάκων,  αλλά μπορούσαν εύκολα να ελεγχθούν ώστε να μην επηρεάζουν πολύ την καθημερινότητα.
Τότε υπήρχε η αποφυγή του ραδιοφώνου και της εφημερίδας ώστε να λείπει ο καθημερινός βομβαρδισμός με ανούσιες κατά το πλείστον ειδήσεις, τα μεγάλα νέα τα μάθαινε στόμα με στόμα και μπορούσε από αυτά να ξεδιαλέξει τα ενδιαφέροντα. Οι βαρυσήμαντες δηλώσεις των υπουργών της εποχής διεπίστωνε πως δεν άγγιζαν ούτε στο ελάχιστο την πραγματική ζωή του και του φάνταζαν σαν μεγαλόστομες μαλακίες. Και όντως ήταν, απλά οι άλλοι το καταλάβαιναν χρόνια, δεκαετίες μετά, τότε η παντοτεινή  "κρισιμότητα των ημερών που ζούμε" όπως έλεγε ο εκαστοτε πολιτικός έπειθε όσους τρέφονταν με ειδήσεις.
Θυμήθηκε τις συγκεντρώσεις για το μακεδονικό θέμα, την στάση του Σαμαρά και την κυνικότητα της δήλωσης Μητσοτάκη  "σε λίγα χρόνια θα τόχουμε ξεχάσει". Αραγε ο σημερινός πρωθυπουργός που τότε έσκιζε τα ιμάτιά του για το όνομα, το θυμάται ;
Σήμερα πλέον η εφημερίδα αποτελεί μακρινό παρελθόν γι αυτόν, την είχε σταματήσει πριν δέκα χρόνια περίπου και είχαν καθαρίσει τα χέρια του από τα κακής ποιότητας μελάνια που χρησιμοποιούσαν και το μυαλό του από τα κακής ποιότητας άρθρα που φιλοξενούσαν. Κάπου τότε πέθαναν και οι τελευταίοι μορφωμένοι δημοσιογράφοι, απέμειναν οι ενημερωμένοι με το λαπτοπ που πίσω από την παντογνωσία τους φαινότανε η έλλειψη φιλοσοφίας και η κενότητα των γνώσεων τους, κυρίως από τις άσχημες αντιδράσεις όταν κάποιος τάραζε τα λιμνάζοντα νερά του μονολόγου τους.
Η ενημέρωση του είχε περιοριστεί στις επικεφαλίδες του πόρταλ με το οποίο άνοιγε το κομπιούτερ του. Σπάνια έβρισκε κάποια πραγματικά ενδιαφέρουσα είδηση, κάτι που θα τον βοηθούσε στην ζωή του, π.χ. έναν καινούργιο τρόπο να πιάνει καλαμάρια, είχε βαρεθεί να ακούει για νόμους και διατάξεις που χρόνια ψηφίζονταν, σπάνια εφαρμόζονταν και ποτέ δεν βελτίωσαν τίποτε εκτός ίσως από την οικονομική κατάσταση του προτείνοντος και των ψηφισάντων αλλά και των καταψηφισάντων βουλευτών.
Το ραδιόφωνο ήταν μονίμως κλειστό όπως και η τηλεόραση, άνοιγαν μόνο για κανένα ενδιαφέρον ματς ή μουσική εκπομπή για ελληνικό τραγούδι και όπερα. Δεν είχε κολλήσει το μικρόβιο της τζαζ κι ήθελε η μουσική του να έχει κατεύθυνση και όχι αυτοσχεδιασμούς γιατί την θεωρούσε πνευματική τροφή και το φαγητό μας το διαλέγουμε, το μαγειρεύουμε με τέχνη, δεν τρώμε ό,τι βρούμε μπροστά μας.
Στο φαγητό είχε επανέλθει στις συνήθειες της νιότης του, τότε προσπαθούσε να τρέφει τον εαυτό του με ότι έπιανε ο ίδιος και του μαγείρευε η καλή θεία του : ψάρια, χταπόδια, οστρακοειδή. Είχε ήδη ξεπεράσει το ρεκόρ των σαράντα ημερών καθημερινής διατροφής με ψητό ψάρι, η αποτοξίνωση του οργανισμού του ήταν παραπάνω από εμφανής στις πρώην καθημερινές μικροενοχλήσεις. Η εμπειρία του όμως είχε πλέον εμπλουτίσει το καθημερινό σιτηρέσιο με ζυμωτό στα χέρια ψωμί, ελιές φτιαγμένες από τον ίδιο, φρούτα από τον κήπο του και κρασί, καθαρό κρασί,  από τις κληματαριές χωρίς τίποτε αρωματικό, συντηρητικό ή βελτιωτικό μέσα . Με δυο γουλιές ξέχναγε τα πάντα. Μέχρι και αυγοτάραχο από τα γκαστρωμένα λεθρίνια του καλοκαιριού είχε φτιάξει.
Οι επικοινωνίες είχαν περιοριστεί στον απολύτως αναγκαίο ελάχιστο βαθμό και αυτό μόνο με πρόσωπα που πραγματικά επικοινωνούσε ή τουλάχιστον το προσπαθούσε. Δεν είχε αντιληφθεί κανένα κενό από την έλλειψη καθημερινότητας στον τόπο και τον τρόπο που αποσύρθηκε, περισσότερο τον γέμιζαν τα χρώματα της ανατολής και της δύσης όσο ο καιρός παρέμενε ευλογημένα καλοκαιρινός.
Με αυτά και μ' αυτά προσπαθούσε να λύσει το καινούργιο πρόβλημα που του προέκυψε : ζει το όνειρό του ή ονειρεύεται την ζωή του...



<object width="420" height="315"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/NFTcClUxFnA?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/NFTcClUxFnA?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="420" height="315" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object>

Η τελευταία ενδιαφέρουσα είδηση που βρήκα στο διαδίκυο ήταν πως να γυαλίσετε τα μπρούτζινα χωρίς τρίψιμο με αλεύρι και ξύδι. Η διαφορά είναι εμφανής στην φωτογραφία :



Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Τρία ζευγάρια παπούτσια

Τα παλιά χρόνια οι φωτογράφοι είχαν κάποια κουστούμια να εξυπηρετούν τους πελάτες τους που ήθελαν επίσημη φωτογράφηση. Δεν είχαν όμως παπούτσια, ίσως ήταν ακριβά εκείνη την εποχή. Αν δεν είχε και ο πελάτης, ο φωτογράφος "έκοβε" τα πόδια στην φωτογράφηση

.



Παρατηρούσε τα παπούτσια. Ισως ήταν το πιό ενδιαφέρον στην μικρή συγκέντρωση. Καμμιά δεκαπενταριά αποκομμένοι από την πραγματικότητα αριστεροί, όλοι πάνω από τα –ηντα, ένας δυό συνομήλικοι λογοτεχνίζοντες, δυό τρεις ξέμπαρκοι φίλοι των ομιλούντων. Οσοι νεαροί υπήρχανε στον χώρο είχαν τραβηχθεί επιδεικτικά μακριά μέσα την μεγάλη αίθουσα λες και φοβότουσαν μη μολυνθούν. Ηταν αρκετά νεαροί γιά να δηλώσουν από τώρα «αριστεροί» προτιμούσαν την ταμπέλλα του «ανένταχτου» όπως υποτίθεται πως ήταν το τιμώμενο πρόσωπο- το πιό ακριβό από τα τρία ζευγάρια παπούτσια. Ηταν στο χρώμα του κάστανου από ακριβό δέρμα- έκανε μπαμ-και μιά κάτασπρη πολύ χοντρή τρακτερωτή σόλα. Ηταν σαν ένα μικρό φρούριο, ένα άρμα μάχης έτοιμο να προστατέψει το πόδι που ήταν μέσα από κρύο, νερό, λακκούβα, κακοτεχνία και στραβοπάτημα. Σίγουρα είχε πάνω από 500 ευρώ το ζευγάρι, μεγάλη αξία, έτσι κι’ αλλιώς «εξαφάνιζε» την όποια αντίστοιχη του κατόχου, όπου μόνο τ’ ακούρευτα άσπρα μαλλιά του ήταν αξιοπρόσεκτα και αυτά μάλλον με αρνητικό τρόπο. Ισως να έφαιγε το όνομά του, συγκεκομμένο ξενικά προφερόμενο το μικρό του, όχι πρωτότυπο τόχε κι’ ο εραστής διάσημης γαλλίδας τραγουδίστριας, ίσως κι’ αυτός στα νιάτα του να τάφιαξε με καμμιά γαλλίδα τουρίστρια και το καθιέρωσε ή του το επέβαλε η γαλλίς προσπαθώντας να τον «ανεβάσει» κοινωνικά και λογοτεχνικά. Μετά βρέθηκε και ένα επίθετο σκέτο γεωμετρικό σχήμα όπως θα λέγαμε Τραπέζιος ή Ορθογώνιος. Κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν το δικό του ή τον κάλυπτε λογοτεχνικά, στην πραγματκότητα κανένας δεν ενδιαφερότανε. Βρέθηκε κάποτε στην μόδα όταν η πολυσυλλεκτικότητα κάποιων κομμάτων έδωσε στέγη σε διάφορους ανένταχτους σοβαρούς και μη, μερικοί το εξαργύρωσαν με ψήγματα δημοσιότητας και γνωριμιών χρήσιμων γιά τα μετέπειτα σκληρά χρόνια όταν η μπογιά έχει πιά ξεθωριάσει και μόνο τα παπούτσια εντυπωσίαζαν όσους δεν θέλανε ντε και καλά να εντυπωσιασθούν. Εδώ βέβαια δεν είχαμε τέτοια περίπτωση όλο το ακροατήριο άκουγε βαρυεστημένα έναν ανούσιο διάλογο μεταξύ δυό μεθυσμένων «προσωπικοτήτων» διανθισμένο με φιλοφρονήσεις που έφερναν αμήχανα χαμόγελα στα στόματα των «κομματικώς» παρευρισκομένων. Μόνο ένας από το ακροατήριο συμμετείχε που και που στην-ο θεός να την κάνει- κουβέντα, προφανώς μεθυσμένος και αυτός αλλά και φίλος τους. Δεν ξεχώριζε όμως από τα παπούτσια του δεν φόραγε τα πανάκριβα μαλακά γκρίζα μοκασίνια που αγκάλιαζαν τρυφερά τα ακριβοκαλτσωμένα πόδια του παρουσιαστή, βουλευτή πλέον της αριστεράς- σημείον των καιρών και του εκλογικού νόμου. Πολλές πιά οι έδρες κι’ άντε να βρεις στελέχη επώνυμα. Ξεπέσανε στους δημοσιογράφους όπως έκαναν και τα μεγάλα κόμματα, τουλάχιστον αυτοί έκαναν τους ηλικιωμένους να μην έχουν και πολύ μέλλον – κάτι κι’ αυτό. Η ιδιότητα του βουλευτή προσθέτει χαίτη λευκή στον τράχηλο και φαβορίτα α λα σταμάτη κόκκοτα -σαράντα χρόνια μετά- στις παρειές. Δερμάτινο σακάκι- το δέρμα αντιλόπη- και αντίστοιχο μαλακό παπούτσι, τρυφερό όπως τρυφερά φερότανε στους ψηφοφόρους μέχρι να του ζητήσουν κάτι. Εδώ φαινότανε η βουλευτική απειρία του : δεν υποσχότανε λαγούς με πετραχείλια όπως οι επαγγελματίες του είδους αλλά δήλωνε αναρμόδιος και έστριβε εντέχνως να συνεχίσει το πιοτό του.
Το τρίτο άξιο λόγου και χρημάτων ζευγάρι παπούτσια ανήκε σε ακραιφνή ακροδεξιό παγιδευμένο εδώ και χρόνια στο Πασόκ από τότε που τούδωσε ψωμί. Εχοντας κάποιο φιλότιμο θεωρούσε υποχρέωσή του να ψηφίζει τους διαδόχους του σωτήρα του, Αντρέα και να κάνει παρέα με αριστερούς κατά το πρότυπο των στελεχών του κινήματος. Από την άλλη βέβαια είχε βαρεθεί την στενοκεφαλιά των ομοϊδεατών του και του άρεσε να χαζεύει τις πιό όμορφες γκόμενες του χώρου και τις ατέλειωτες θεωρίες των αριστερών. Επειδή δεν καταλάβαινε τίποτε του φαινότανε ότι λέγανε σπουδαία πράγματα κι’ έκλεβε δυό τρεις φράσεις να τις πει αλλού και να εντυπωσιάσει. Γιατί όποτε μίλαγε και ειδικά σε γυναίκες, πάντα μίλαγε γιά τον πιό καταπληκτικό άνθρωπο που είχε γνωρίσει, το πιό καταπληκτικό έργο που είχε δει, το πιό καταπλητικό βιβλίο που είχε διαβάσει. Οταν δεν τούβγαινε τίποτε ήταν ικανός να αναφέρει τον πιό καταπληκτικό νεροχύτη που έπλυνε τα χέρια του. Βέβαια το μόνο καταπληκτικό που είχε επάνω του ήταν οι πανάκριβες μπότες που φτάνανε μέχρι τα μισα στο καλάμι του, τράβαγε όπως καθότανε ψηλά το παντελόνι του γιά να φαίνονται.
Αυτά τα τρία ζευγάρια παπούτσια αξιζαν περισσότερο από τα περίπου είκοσι που φόραγαν οι ακροατές, το διαισθανότανε, δεν ήταν θέμα υπολογισμών. Οταν αφηρημένοι, μ’ ένα χαζό χαμόγελο ευτυχίας ακούνε δυό επώνυμους μεθυσμένους να σιγανοπαραληρούν πως είναι δυνατόν ακριβό παπούτσι να σταθεί στα πόδια τους ;

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Ρόδα είναι και γυρίζει...

Η εκ νέου υφυπουργοποίηση του "ξανθού" Ιωαννίδη επαληθεύει την φήμη ότι έψαχναν σε καφενεία και λέσχες "πολιτικούς" για να αναλάβουν υπουργεία και δείχνει το χάλι της ελληνικής κοινωνίας, εξ άλλου οι πολιτικοί είναι η βιτρίνα της. Νομίζω ότι ξανάγινε επίκαιρο ένα παλιό μου άρθρο.

 Μέρες που'ρχονται, χρόνια να θυμόμαστε

Οι νεότεροι ίσως δυσκολευτούν να αναγνωρίσουν κάποια σημεία και τέρατα...


Λες και ήταν χθες,
λες και ήταν χθες,
που φιλάκια σούδινα
στα χείλη τα βελούδινα...

Λες και ήταν χθές που το κουδούνι χτύπησε πρωΐ-πρωΐ και δεν ήταν ο γαλατάς...
Που πήγες στον ιππόδρομο όχι να παίξεις, μα σαν κρατούμενος- πολιτικά επικίνδυνος (το "ορθώς" και πιθανόν το "υπτίως" δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη)
Που βολεύτηκες μετά από την μεγαλοψυχία των συνταγματαρχών- δεν ήσουνα χαρακτηρισμένος, απλώς συνοδοιπόρος ήσουνα- έβαλες τα όνειρα σου στο σεντούκι κι' είπες ας δοκιμάσουμε κι' αυτούς- ποτέ δεν ξέρεις...
Το μεροκάματο σε απορρόφησε και η "δόξα" του ΠΑΟ στο Γουέμπλεϊ.
Αλλαξες κι' έρωτα, ήθελες σερμαγιά ν' ανοίξεις μαγαζάκι τώρα που αποχαρακτηρίσθηκες, η Ελευθερία βλέπεις, δεν είχε προίκα, η Κασσιανή είχε.

Ψήφισες "ΝΑΙ" στο σύνταγμα, "πιστεύω" σου να γίνει, έγινες και σύμβουλος δημοτικός "αριστήνδην", καμάρωνε η μαμά κι' έβριζε τους "φαλακροκόρακες του Στρασβούργου" που θέλαν να αποβάλλουν την Ελλάδα απ'την Ευρώπη - τα ζώα.

Μετά σαν γέμισε η τσέπη θυμήθηκες τις ευαισθησίες σου, ίσως έφταιγε και το γκομενάκι- απαραίτητο συμπλήρωμα της επιτυχίας- έβραζε το αίμα του από λαχτάρα γιά δωράκια και κοινωνική ισότητα. Σταμάτησες να βρίζεις τα τσογλάνια στο Πολυτεχνείο, ας δοκιμάσουμε και λίγο δημοκρατία είπες, ποτέ δεν ξέρεις.
Σου πήρε κάποιους μήνες μέχρι τον Ιούλιο που βγήκες με σημαίες "δικαιωμένος" να υποδεχθείς τον "Εθνάρχη"...οι σημαίες ήταν πιά πλαστικές.
Θυμήθηκες τις αντιστασιακές σου πράξεις- μιά φορά έκλεισες την τηλεόραση την ώρα που μιλούσε ο Πρόεδρος-Αντιβασιλεύς, παρέλειψες βέβαια να πείς το γιατί, δεν πειράζει και η δημοκρατία μεγαλόψυχη είναι.

Και πρίν και τότε τους ίδιους πελάτες είχες στην δουλειά σου κι' η μάνα σου η ίδια ήτανε- βάρυνε λίγο από τα χρόνια. Τους ίδιους είχες και μετά όταν την έχασες.
Μόνο γκομενάκια περήφανος άλλαζες- η γυναίκα είναι ιερό πράγμα δεν την αλλάζουμε, θρησκεία, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ και πάνω απ' όλα Ελλάδα, η χούντα έφυγε, τα συνθήματα όμως είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα στο μυαλό σου.
Μέχρι που κάποια μικρή σου είπε πως τα χιλιάρικά σου είναι ίδια με του γείτονα και σου γκρέμισε την αυτοπεποίθηση του εραστή, ναι μεν είχες περάσει στο "σοσιαλισμό" πλέον αλλά τέτοια ισοπέδωση δεν την άντεχες, ήρθε και ο προστάτης και "έκλεισες" σαν άντρας.
Ευτυχώς η γυναίκα σου εκεί, σαν την Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.
Κι' άρχισες να κοιτάς απ' το παράθυρο, έξω στον κήπο...

Κι' άκουγε η μηλιά
κι' η κληματαριά
τις κουβέντες τις γλυκές
λες και ήταν χθες

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Η πρώτη γνωριμία

Van Gogh, Still Life with Absinthe (1887)


Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι' όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι' η κοινωνία...
όπως λέει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο. 
Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που - ίσως - δεν θα σκεφτόμαστε τιποτε άλλο από τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :

(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)


- Κι' ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο
- Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
- Κι' όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
- Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
- Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
- Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
- Οσοι αιώνες κι' αν περάσουνε
- Η "λογική" κι η "τρέλλα"

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες, σε όλους τους αιώνες, όπως στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή...



Ηταν κάτι πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι' αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς. Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι' άλλοτε φωτισμένο μα πάντα το ίδιο...

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Οφις και ελέφας


 Από το βιβλίο του gpoint "Ιστορίες από το κοίλον ημισφαίριο"
 

28. Ο διάλογος

- Τι ξεχωριστό έχει ο ελέφαντας ;
- Διαφορετική μεταχείριση του χρόνου. Σ’ αυτόν δεν κυλάει, αθροίζεται.
- Δηλαδή ;
- Ζει μαζί το παρελθόν και το παρόν του, ίσως και το μέλλον του.
- Και τι αλλάζει ;
- Ο θάνατος. Αναγνωρίζει το πτώμα του συντρόφου του και μετά το θάνατό του. Συναντά ένα κόκκαλο προγόνου του και περνά στο χρόνο που ζούσανε μαζί, δεν αποκόβεται απ’ αυτό όπως όλα τα άλλα πλάσματα. Είναι  καλύτερη μορφή της υλικής πραγματικότητας.
- Και ποιος αντιστέκεται ;
- Η πνευματική πραγματικότητα. Παλεύει σαν φίδι να καταπιεί τον ελέφαντα, αιώνες τώρα πίσω, αλλά και μπροστά.
-Υπάρχει πνευματική πραγματικότητα χωρίς την υλική ; Η το ανάποδο ;
- Θα φανεί όταν τελειώσει η μάχη. Οι χαυλιόδοντες είναι γερό όπλο, το φίδι έχει κι’ αυτό τα τρωτά του. Η επιθετικότητα του φιδιού κερδίζει την πρώτη εντύπωση αλλά ο ελέφαντας έχει σύμμαχο το χρόνο.
- Πως το κατάφερε ;
- Κάποια μελωδία θα ξέρει που δεν φτάνει σ’ αυτιά άλλων πλασμάτων. Ισως μια μέρα εσύ να την ακούσεις.


Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Τα ιερά και τα όσια

.


προτεινόμενο τραγούδι :  Ενα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη... (Ξαρχάκος-Κόκοτας)


Εχω αρκετά πράματα που είναι ιερά και άλλα τόσα που είναι όσια, δηλαδή ιερά μεν αλλά βήτα κατηγορίας ή αλλιώς άγουρα ακόμη άγια, μια που ο όσιος αγιάζει μετά από 20, 30, 40 χρόνια δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, κάποιος θα το ξέρει - εγώ βαριέμαι να ψάχνω ή να ρωτάω την Ιερά Σύνοδο, την αρμόδια επί των αγιοποιήσεων.
Οχι άγια δεν έχω, όλα κι' όλα !
Πολύ δύσκολο όμως είναι να πετύχεις κάτι που να είναι συγχρόνως ιερό και όσιο. Το μόνο πράγμα που ήξερα έως τώρα ιερό και όσιο συγχρόνως ήταν μια γκόμενα την οποία παράτησα ή με παράτησε εδώ και πολλά χρόνια- που να θυμάμαι πότε, ούτε το όνομά της δεν θυμάμαι πια. Από τότε όλοι μου λένε ότι δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο και είναι πλέον θέμα γραμματικής να τους εξηγώ ότι έχω και ιερά (όπως παραδείγματος χάριν ο ΠΑΟΚ ) και όσια όπως ο φίλος μου ο Λουκάς, από ένα χωριό της Βοιωτίας που μου διαφεύγει το όνομα του αλλά έχει μια ξακουστή (βυζαντινή) μονή, μόνο που κανένα ιερό από αυτά δεν είναι ταυτόχρονα όσιο και τούμπαλιν.

Οπως εκείνη η γκομενίτσα που σας έλεγα, θα το θυμηθώ το όνομά της, που θα μου πάει !
Τώρα θα μου πείτε πως και μούρθε να τα γράψω όλα αυτά ... να ... για ιερά και όσια συγχρόνως έψαχνα και ο ιερός ο βράχος της Ακρόπολης πρέπει να είναι η αιτία. Βέβαια δεν έχω ακούσει κανένα να τον αποκαλεί όσιο αλλά να, όπως τον κοιτάζω μου θυμίζει κείνη την γκομενίτσα που λέγαμε, την παλιά και ξεχασμένη ιστορία που δεν θυμάμαι ούτε το όνομά της. Κάπως έτσι στον χώρο της Ακρόπολης τα μνημεία έχουνε χάσει τα ονόματά τους, τους βάλανε αυθαίρετα άλλα ονόματα -πιασσάρικα, τουριστικά μερικές φορές- ίσως γι' αυτό ποτέ κανείς δεν είπε άγιο τον βράχο της Ακρόπολης. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με τις ξεχασμένες γκόμενες ; Η τάδε, η έτσι την λέγαμε στην αρχή, η αλλιώς στην συνέχεια και καταλήγουμε στο η γλυκοτέτοια ή η γλυκοαλλιώτικη, συμπληρώνουμε ανάλογως προσόντων και αν τελικά θυμηθούμε το όνομά της ανακαλύπτουμε και πόσο ταιριαστό ήταν με κάποιο σημείο του σώματος της ή κάποιο εσώρουχό της αν τύχει και είμαστε φετιχιστές. 

Αλλά μη μου πείτε πως ο βράχος δεν είναι συγχρόνως και όσιος με τόσα που έχει τραβήξει. Κάθε πικραμένος βλέπει εκεί ότι θέλει, άλλος το σύμβολο της ανθρωπότητας, άλλος γεωμετρία, άλλος αρμονία, άλλος εγκατάλειψη από ανθρώπους, άλλος την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Σαν το παλιό το γκομενάκι που δεν θυμόμαστε αν μας άφησε ή το σουτάραμε εκεί στην άκρη του γκρεμού της Μαίρης και του Μιμίκου ή μήπως πέσαμε μαζί του και δεν το θυμόμαστε ; 
Βρε πως την λέγανε, πως την λέγανε, θα το θυμηθώ, που θα μου πάει...
Στον βράχο της Ακρόπολης άλλος βλέπει τους σύγχρονους, τουρίστες και ντόπιους, αλλος οραματίζεται τους Αθηναίους της χρυσής του Περικλέους εποχής κι' άλλος τον Μοροζίνη να την καταστρέφει, γεγονός που πλέον αμφισβητείται έντονα από τους ιστορικούς, πάλι ίδια κι' απαράλλακτα με το γκομενάκι, ειδικά  όταν βυθιζόμασταν στα μάτια του. Πότε το βλέπαμε σαν ορεκτικό, πότε σκαλί για την επόμενη γκόμενα και πότε αρνιόμαστε να πάρουμε την ευθύνη σαν στράβωναν τα πράγματα. Δεν είχε γίνει ακόμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ούτε είχαν νομιμοποιηθεί οι εκτρώσεις, υπήρχε πολιτισμός αλλά δεν είχε "εκσυγχρονισθεί" ακόμη, όπως σήμερα. Είναι και κείνο το κτίριο που στέκει πάντα πιο δίπλα από τον Παρθενώνα, σαν βεσπασιανή έγραψε ο μακαρίτης ο Πετρόπουλος και έφυγε στο Παρίσι. 

Το γκομενάκι δεν μάθαμε ποτέ μας που πήγε, ξέραμε όμως τα ονόματα από τα τοπ μοντέλλα που φωτογραφιζότουσαν στον βράχο τον ιερό, μόνο εμείς -οι γνώστες- τον βλέπαμε και όσιο συγχρόνως, ήταν το πλεονέκτημά μας και μαζί η αιτία της συμφοράς μας, η αιτία της διαφορετικότητας μας.

Νοιώσαμε μέσα μας ένα κενό κι' υστερα όλα χάθηκαν σαν το άγαλμα της Αθηνάς μέσα απ' το ναό.
Αθηνά...όχι δεν το λέγανε έτσι το γκομενάκι...Θα το θυμηθώ...ίσως...σαν τα κενά της μνήμης μας χάθηκε τ' άγαλμα...ίσως...Ισις...

προτεινόμενο τραγούδι : I married Isis on the fifth day of May... (Bob Dylan)

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η εποχή της ωριμότητας

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )


Mia madre mi disse - Non devi giocare   Μου είπε η μάνα μου -Δεν πρέπει να παίζεις
con gli zingari nel bosco                           με τους αθίγγανους στο δάσος                                           


Οταν γεννήθηκα μόλις είχαν ανακαλυφθεί οι πέτρες και τα γειτονικά δέντρα τα είπανε άλσος γιατί τους θύμιζαν την θάλασσα. Η θάλασσα είχε αποτραβηχτεί στην στέρνα του Δευκαλίωνα αφήνοντας χώρο για περισσότερα στεριανά πλάσματα και μερικά εναέρια ίσως. Θυμάμαι μερικά ζουζούνια σαν ήμουνα λίγων χιλιάδων ετών αλλά μετά δεν τα ξανάδα. Μερικοί είπανε ότι ο Γιλγαμές ανακάλυψε στα ταξίδια του το πρώτο εντομοκτόνο αλλά δεν το βρήκα στην βικυπέντια οπότε το μεταφέρω με επιφύλαξη.
Στα πρώτα μου νιάτα φύλαγα τα κοπάδια του πατέρα μου, τώρα τι πατέρας ήταν αυτός αφού ποτέ δεν τον είδα, δεν ξέρω. Εμαθα να παίζω σουραύλι και να συνομιλώ με τα ερπετά, αυτά μου μάθανε ότι είχα πατέρα. Η μητέρα ανακαλύφθηκε αργότερα, μαζί με την Γένεση.
Μην σας παραξενεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός μου γεννήθηκε μετά από μένα, ούτε ότι ήταν δίδυμος με την πρώτη γυναίκα που εμφανίστηκε στη Γη, αυτή δεν ήταν αδερφή μου καθόλου. Ούτε η μάνα του που ήταν η δεύτερη γυναίκα πάνω στην Γη, μετά την κόρη της, ούτε αυτή ήταν αδερφή μου. Από ενα καπρίτσιο, μάλλον μουσικό, ο χρόνος σταμάτησε τα πισωγυρίσματα μόλις φανήκαν οι πρωτόλειοι θεοί. Οι επόμενοι, παρ' όλο το παντοδύναμό τους, δεν κατάφεραν να τον πείσουν να πισωγυρίσει. Κάτι ακούγεται για έναν πλαστικό χειρουργό στο απώτερο μέλλον, δεν είναι σίγουρο όμως, δεν το είπανε στις ειδήσεις στην τιβί.

Στα δεύτερα μου νιάτα τα γειτονικά δέντρα τα είπανε δάσος, τα αρχικά γράμματα τα πήρανε από την φράση "ΔενΑπαντώ" αφού τα δέντρα είχανε χάσει πια την μιλιά τους από αυτά που βλέπανε. Το τέλος της λέξης το αφήσανε το ίδιο. 

Οι κουκουβάγιες στα κλαδιά τους εξακολουθούσαν να δίνουν λάθος συμβουλές στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τον ζωτικό χώρο τους, τα ποντίκια επίσης. Τα ιερά φίδια κρύφτηκαν να περιμένουν καλύτερες συνθήκες, τ' αρπακτικά πτηνά κόντεψαν να τα αφανίσουν, κάποιοι τα χαρακτήρισαν σοφά αυτά τα πτηνά.
Οι ανεμώνες άρχισαν να ανθίζουν κάθε άνοιξη ανοίγοντας τον χορό των εποχών. Μόνο το κυκλάμινο μου έμεινε πιστό. Και το επικουρικό ταμείο μου.

Στα τρίτα μου νιάτα από μια σεξουαλική υπερδιέγερση άρχισα να σπέρνω παιδιά. Χρυσή βροχή. Ανακάλυψα το θέατρο κι' ήμουνα ο πρώτος θεατής που πρωταγωνίστησε σαν υποβολέας. Τα γειτονικά δέντρα πλέον τα λέγανε "μπόσκο" σε κάποια χαλκιδαίικη διάλεκτο. Οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχωρίζουν τα χρώματα, η πράσινη φυλή των δεσμοφυλάκων ήρθε νομοτελειακά, το ίδιο και το τέλος της Καρχηδόνας. Από τον Σκιπίωνα προέκυψε η λέξη σκίφο (*)
στα ιταλικά και σκύβω στα ελληνικά, το ύψιλον ήταν πάντα το ελληνικό "ι". Η κατασκευή αρωμάτων ήταν ακόμα στα σπάργανα, το ίδιο και οι πανεπιστημιακές έδρες. Ο ήλιος όμως και το φεγγάρι εξακολουθούσαν να βγαίνουν από την ανατολή και να σέρνονται στον ορίζοντα προς την δύση.

Στα τελευταία μου νιάτα ανακάλυψα όσα δεν είχα ανακαλύψει στα προηγούμενα, τα υπόλοιπα θα μείνουνε για πάντα στο σκοτάδι. Τα γειτονικά δέντρα πλέον δεν υπήρχανε, μόνο κάτι πουλιά, όρνεα μάλλον, που τα λέγανε φοίνικες. Την πρασινάδα πλέον την λέγανε γκαζόν και το πλέον, πλοίον. Η θάλασσα το σκεφτότανε να ξαναγυρίσει, να δώσει το αλς για ένα νέο ξεκίνημα στο άλσος που είχε γίνει πια δάσος κι ένα χάδι στους σκληρούς σπόρους των κουκουναριών. Η ίδια περίμενε από την στέρνα να χαμηλώσει τα χείλη της για να μπορέσει να βγει. Οι γυναίκες συμπυκνώθηκαν, έγιναν μόνο μία, δυσκολευόμουνα να βρώ τον στόχο. Οι άγγελοι άρχισαν να επισκέπτονται την γη με το παλιό τους όνομα και χωρίς κρίνα. Οι πέτρες τραβάγανε ξανά πίσω στα ηφαίστεια, τα απολιθωμένα κυπαρίσια διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην ζωή. Το σημείο βρασμού περιορίστηκε σε θερμοκρασία δωματίου, τα καινούργια υγρά ήταν ανταγωνιστικά προς την θάλάσσα και ο Νηρέας, τόσο απασχολημένος.


Ετσι αποφάσισα να περάσω από την νιότη στην ωριμότητα.


 (*) schifo = αηδής

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )

Ma il bosco era scuro l'erba già verde     Αλλά το δάσος είναι σκοτεινό, η χλόη πρασίνισε
lì venne Sally con un tamburello               κι έρχεται η Σάλλυ με το ταμπουρίνο της
ma il bosco era scuro l'erba già alta         μα
το δάσος είναι σκοτεινό κι η χλόη έχει  πια ψηλώσει
dite a mia madre che non tornerò.           πείτε στην μάνα μου πως δεν θα γυρίσω πίσω

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Σε ήχο πλάγιο, τρία δεύτερα




Ενάμιση.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα το ενάμιση, το έβλεπε παντού στην κάθε μέρα του, στην δική του πραγματικότητα. Το ενάμιση είχε αντικαταστήσει την μονάδα  στην ζωή του, αφού σε κάθε πράγμα έβλεπε κι ένα μισό να το ακολουθεί, σαν ξωτικό που βλέπουν μόνο οι αλλοπαρμένοι ή οι νουνεχείς ενορατικοί.
Στην πραγματικότητα ίσως ήταν μια χρονική αντανάκλαση μετρημένη σε γήινα χρόνια. Πράγματι έναμισης χρόνος είχε περάσει από τότε που πέθανε ή από τότε που γεννήθηκε, ήταν ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα από την μεριά που το έβλεπες αλλά ήταν μιάμιση ζωή όταν την ζούσες, τουλάχιστον απ' την σκοπιά των ζωντανών.
Στο κρεβάτι του, ημίδιπλο, έπιανε χώρο μόνο για έναν αλλά σε σκέτο μονό κρεβάτι δεν βολευότανε για να κοιμηθεί, είχε την αίσθηση ότι κρεμιότανε στο κενό ενώ στο διπλό δεν κοιμότανε αγωνιώντας να βρει τα όριά του. Στο φαγητό του, αφού τελείωνε την μερίδα του ανακάλυπτε πως πείναγε κι άλλο, ήθελε μισή μερίδα ακόμα για να χορτάσει. Μιάμιση οδοντοστοιχία στο στόμα να μασάει, μ' ενάμιση μάτι έβλεπε, τ' άλλο μισό ο καταρράκτης θόλωνε, ενάμιση χέρι τούχε αφήσει η τενοντίτιδα κι ενάμιση πόδι τ' αρθριτικά. Ενάμισης όροφος το ρημαγμένο σπιτικό του και μιάμιση γυναίκα στην ζωή του μέτραγε, σαν έκανε τον λογαριασμό με τιμιότητα. Την είχε μάθει για τα καλά αυτήν την τιμιότητα στο μέτρημα, τις στιγμές που έτρεχαν οι ήχοι μα η εικόνα είχε παγώσει και δεν ήταν σινεμά ή τηλεόραση, ήταν η ίδια η ζωή του που τούκανε παιχνίδι, να συνεχίσει να την ζει σαν από θαύμα, μα και να κουβαλάει δεμένη αναπόσπαστα μιάν άλλη ακόμα, την μισή του που γενήθηκε σ' αυτή την συγκυρία.
Πάντα πίστευε πως υπήρχε και μια άλλη παράλληλη ζωή σε άλλο κόσμο, που θα την συναντούσε σαν άλλαζε ευθεία, με τον θάνατο. Στην περίπτωσή του, από ένα μπλέξιμο της μοίρας, το πέρασμα του δεν ολοκληρώθηκε, ήταν σαν να απέκτησε έναν καινούργιο εαυτό, μισό αυτή την φορά, που έβλεπε τα πάντα από την άλλη πλευρά του νομίσματος αλλά δεν μπορούσε να τα αξιοποιήσει, ως γνωστόν οι παράλληλες ευθείες δεν συναντώνται παρά σ' ελάχιστες πτυχές του χωροχρόνου.
Το πρόβλημά του δεν ήταν ότι έβλεπε με ενάμιση μάτι από τον καταρράκτη αλλά ότι και η ψυχή του "έβλεπε" κι  αυτή μ' ενάμιση μάτι, σε κάθε συναίσθημα αυτό το μισό τον ενοχλούσε είτε έλειπε, είτε περίσσευε. Στα νιάτα του είχε ζήσει αυτό που λέμε διπλή ζωή, όπως οι περισσότεροι των ανθρώπων -συνειδητά ή όχι- αλλά η κούραση και η απόλαυση τον γύρισε -όπως όλους ή σχεδόν όλους- σε μονές επιλογές. Τούτο το πράγμα όμως με τον ενάμιση βίο ήταν απίστευτα κουραστικό αλλά και φορτικό μιας και δεν του έδινε το περιθώριο της επιλογής, μόνο την υποψία, την βεβαιότητα θα μπορούσε να ισχυρισθεί, πως έμαθε τον τρόπο της παραγωγής των φαντασμάτων. Μέχρι τότε πίστευε ότι τα φαντάσματα ήταν γυναίκες άπιστες, τυλιγμένες μ' ένα σεντόνι που πήγαιναν τις άγριες τις ώρες να βρουν τον παράνομο εραστή τους, τώρα ο κόσμος των σκιών του είχε γίνει πιο οικείος.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει το ίδιο ήταν ότι ήθελε, αισθανότανε, χρειαζότανε την γυναίκα σαν το άλλο του μισό μα όχι πια για να γίνουν οι δύο "εις σάρκαν μία" αλλά για να ολοκληρώσει την διπλή του οντότητα. Φυσικά όμως καμια φυσιολογική γυναίκα δεν ήθελε ενάμισυ άντρα για συμπλήρωμα και οι πιθανότητες να βρεί γυναίκα με ενάμιση εαυτό σαν τον ίδιον ήταν απειροελάχιστες.
Παρατηρώντας την γάτα του σκέφτηκε πως για πρώτη φορά δεν είχε βρει να δώσει το μικρό της και μεγάλωνε μαζί με την μάνα του, είχε γίνει ήδη μισό γατάκι αλλά σίγουρα δεν θα έμενε εκεί, οι γάτες -λένε- έχουν επτά ψυχές και όχι μιάμιση ...

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Επί πώλου όνου

 .



Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν  μια περηφάνεια απ' τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί "γάϊδαρος του νησιού" τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις...
Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι' απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε  μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του.
Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε " εξ αδιαιρέτου " σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν' αποφεύγουν  πειρατές κι' Εγγλέζους.  Τ' αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν' ανασταίνουν, τ' άλλο τ' αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα  κληρονομικά στρέμματα  φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ' αγώγια.
Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ' αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ' άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν' αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ' αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα
Κι' ήρθε κι' έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ' άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ'αγώγια, μ' ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ' αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι' άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ' άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του.
Ο κυρ Μέντιος τ' αγαπούσε και τα δυό τ' αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ' στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του.
Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν "δεδομένο", μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη.
Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

 

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Από τα "Διαφυσικά"


Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο "Transphysics" του gpoint.
Η συνταγή σαφώς και μπορεί να εκτελεσθεί, το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία !



 45 (μια συνταγή)
_____________________________________________________________________
  
    Η Φατιμά εκάστην πρωΐαν τα απαραίτητα ενήργει διά της οικίας την ευπρέπειαν. Είτα επέλυεν το καθημερινόν πρόβλημα των οικοκυρών « Τι θα μαγειρέψω σήμερα»,  συνοδεία μουσικής, εκ τινος ραδιοφωνικού σταθμού ή μαγνητοταινιών της συλλογής της. Η μεγίστη Φεϊρούζ ήτο πρώτη εις τας προτιμήσεις της. Εν τη καλή χαρά ευρισκομένη, διαφυσικήν μαγειρικήν  έμπνευσιν είχεν.
     Λαβούσα  τρία τέταρτα  του χιλιογράμμου πολτοποιημένου απάχου κρέατος κατά το ήμισυ χοιρείου και το υπόλοιπον εκ  μοσχαρίου, έθεσεν τούτο εις τηγάνιον μετ’ ελαιολάδου ολίγου και τινών κοχλιαρίων ύδατος. Προσέθεσεν δύο σκελίδας σκορόδου λεπτοτεμαχισμένας  και εράντισεν δι’ άλατος και πιπερίου, χορηγούσα άμα τον πολτόν εκ πέντε τοματών. Φλόγαν ήναψεν επί δώδεκα περίπου λεπτά. Εις ετέραν εστίαν εντός κοχλάζοντος ύδατος έθεσεν ήμισυ  του χιλιογράμμου επίπεδον ζυμαρικόν, το αποκαλούμενον lingue di passero υπό των Ιταλών, καί έβρασεν τούτο επί έξη λεπτά. Προηγουμένως  έθεσεν εις τον κλίβανον τρία λυκοπερσικά (μελιτζάνες) σχήματος φλάσκης τεμαχισμένα εις λωρίδας πάχους  ενός και ημίσεως εκατοστομέτρου και δι’ ελαιολάδου επιχρισμένα, επί έν εικοσάλεπτον. Είτα έλαβεν σφυρηλατημένον αβαθές στρόγγυλον μαγειρικόν σκεύος και έθεσεν το πρώτον το ζυμαρικόν  ραντίσασα τούτο μετά ρινισμάτων τυρού τύπου κεφαλογραβιέρας, περί τα διακόσια γραμμάρια. Κατόπιν τα λυκοπερσικά και επ’ αυτών το κρέας ετοποθέτησεν. Εν συνέχεία εν χιλιόγραμμον γάλακτος μετά δύο ωών, αλατοπιπερίου και τεσσάρων μεγάλων κοχλιαρίων σιταλεύρου θερμαινόμενον, συνεχώς ανεκίνει. Οτε το ιξώδες εις επιθυμητόν σημείον ήλθεν, ανάλογον του χυλού, δι’αυτού περιέχυσεν την  κατασκευήν και έθεσεν αύτην εν κλιβάνω δι’ ημίσειαν ώραν εις τους διακοσίους και είκοσι και πέντε βαθμούς της συνήθους κλίμακος.
     Ο Σωτήριος και η μήτηρ του εθαύμασαν την μαγειρικήν δεινότητά της. Ο ιατρός παρατηρών την λεπτήν ισορροπίαν μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, μεταξύ της βαρείας γεύσεως του μουσακά και της ελαφράς του pasticcio, διαφυσικώς ονόμασεν το έδεσμα μουστίτσιο.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>><<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<< <

Το συγκεκριμμένο, συλλεκτικό βιβλίο διατίθεται μόνο υπό του δημιουργού του, αφιερωμένο  στον αναγνώστη κατόπιν συνέντευξης, όπου εκτιμάται  το ανοικτό μυαλό, η γνώση της γλώσσας,, η ηλικία (πνευματική) και η μουσική παιδεία του (υποψήφιου) αναγνώστη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από μουσικό c.d. γιά την καλύτερη κατανόηση κάποιων κεφαλαίων και μία έμμετρη μετάφραση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον συγγραφέα.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η πρώτη γνωριμία

Η πρώτη γνωριμία

.

Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι' όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι' η κοινωνία ... άρα έτσι θάναι !
Οπως η κοινωνία λέει και επιμένει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται, ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο. 
Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε για πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος, αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε και σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που - ίσως - δεν θα σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα, ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την χρονική αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :
(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)

- Κι' ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο

- Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
- Κι' όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
- Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
- Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
- Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
- Οσοι αιώνες κι' αν περάσουνε
- Η "λογική" κι η "τρέλλα"

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες και σε όλους τους αιώνες, όπως έκανε στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς κάπου και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή...


Ηταν κάτι το πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι, ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής, ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με αυτόν τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι' αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς. 

Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι' άλλοτε φωτισμένο, μα πάντοτε το ίδιο στραμμένο προς την γη των ζωντανών...

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

TRANSPHYSICS

Από το βιβλίο του gpoint, τα Διαφυσικά

Πολλά μυθιστορήματα εγράφησαν εις τον χώρον του φυσικού, του παραφυσικού και εσχάτως εις τον χώρον του μεταφυσικού. Το παρόν διήγημα είναι το πρώτον εις τον χώρον του  δ ι α φ υ σ ι κ ο ύ . Τι είναι το διαφυσικόν ;
Μόνον μία προσεκτική ανάγνωση του διηγήματος θα σας λύσει την απορία.
Εάν δε το διαβάσετε μουνονυχί, δηλαδή σε μία μόνο νύκτα, περισσότερα θα καταλάβετε,


TRANSPHYSICS – τα Διαφυσικά

 1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον «Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο :Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.

2 ( Εις Βηρυττόν)
___________________________________________________________________________
  
    Εις την πολυκατοικίαν-χαρέμιον της Βηρυττού αναβρασμός επεκράτει.
Η ημέρα της κρίσεως ήγγικεν.
Ο ευνούχος εξήταζεν με κριτικόν βλέμμα τας χορευτρίας. Επρεπε να προτείνει το εσπέρας καινουργή οδαλίσκην. Μετ’ εμβριθείας εμελέτα τας χορευτικάς των κινήσεις, προσπαθών να μαντεύσει της ψυχής των την φλόγα .Το υλικόν δεν ήτο ανωτέρας ποιότητος. Η σωματική χάρις των χορευτριών επεσκιάζετο από την ραθυμίαν της ψυχής. Δεν ηδύνατο να οδηγήσει τον Σουλτάνον εις σφαίρας υλικού παραδείσου. Το μη χείρον, βέλτιστον, εσκέφθη ο φιλότιμος ευνούχος. Το βλέμμα του έφθασεν εις μίαν υπερβολικώς αδύνατον χορεύτριαν, προφανώς  ελληνοαθιγγανικής καταγωγής.
     Κάποιαν σπίθαν συνέλαβεν εκ της κόρης των οφθαλμών της προερχομένην, ο έμπειρος ευνούχος.
«Πως δεν την πρόσεξα νωρίτερα», εσκέφθη, «Φταίει η σωματική της διάπλαση, αλλά με τέτοιο μαλλί και μιά καλή κίνηση πολλά μπορει να κάνει».
    Ευθύς την διεχώρησεν του πλήθους και ήρξατο ιδιαιτέρων μαθημάτων της χορευτικής τέχνης. Η νεαρά ως σπόγγος  απερρόφησε τας συμβουλάς του ευνούχου, βελτιουμένη ταχέως.  Τας ασκήσεις μετ’ επιτάσεως επανελάμβανεν, φιλοτιμίαν ποιούσα. Εισελθούσα εν τω πνεύματι του ανατολικού χορού,  τα αθιγγανικά γονίδιά της εκμεταλλευομένη, νέας φιγούρας ανεκάλυπτεν και νέας ατραπούς διήνοιγεν εις την χορευτικήν τέχνην. Ο ευνούχος έκπληκτος από την ανακάλυψίν του, σφόδρα συνεπάθησεν την νεαράν.Υπερωριακώς εργαζόμενος εβελτίωνεν συνεχώς το αριστούργημά του, υποδεικνύων δρόμους προς την τελειότητα. Ολίγαι ώραι απέμενον μέχρι την στιγμήν της κρίσεως και η νεαρά αενάως προσπαθούσα μετά του ευνούχου τον στόχον προσήγγιζεν. Τον τίτλον της οδαλίσκης έλαβεν. Η κρίσις του Σουλτάνου μόνον απέμεινεν. Ελπίς μήτηρ πάντων.

3 ( Ο Σουλτάνος)
___________________________________________________________________________
    Ο Σουλτάνος αρχηγός μικρού κρατιδίου εις τα βάθη του Βελουχιστάν ήτο. Ανθρωπος των παραδόσεων και στενής αντιλήψεως ησκει την εξουσίαν του κατά τρόπον παλαιολιθικόν. Είχεν απαγορεύσει την εισαγωγήν ειδών νέας τεχνολογίας. Ως και η φρουρά του μόνον με ευμεγέθη σπαθία, τας κοινώς λεγομένας χατζάρας, ήτο οπλισμένη . Μοιραίως, όταν ομάς νεαρών εμφορουμένων υπό σοσιαλιστικών και κορανιακών ιδεών, άμα υποκινουμένη εκ του εξωτερικού, επανεστάτησεν, ευρέθη εις δυσχερή θέσιν, της φρουράς του μη δυναμένης να αντισταθεί εις την υπεροχήν των συγχρόνων τυφεκίων. Είχεν όμως βαθύ λαϊκόν έρεισμα. Προ του κινδύνου εμφυλίου συρράξεως η επαναστατική ομάς  προέτεινεν την εις το εξωτερικόν αναχώρησιν του Σουλτάνου, μετά τμήματος της περιουσίας του και του χαρεμίου του, καθώς και την διατήρησιν του τίτλου του. Η Βηρυττός ήτο μία καλή λύσις. Η ηρεμία επανήλθεν εις το κρατίδιον του Βελουχιστάν.


4 ( Ατιμη ζωή)


    Ω ! πόσον σκληρά και άτεγκτος υπήρξεν η ζωή έναντι της χαλεπώς, πλην τιμίως εργαζομένης διά να βγάλει το ψωμίον της, οδαλίσκης. Ο απεχθής και παχύς Σουλτάνος μετά δυσκολίας έφερεν το βλέμμα προς αυτήν. Δεν ήταν του γούστου του, άρα εις δυσμένειαν και πείναν θα περιήρχετο, τελεία και παύλα. Πάσα ελπίς απέστη.Το λιποβαρές σαρκίον της θα υφίστατο περαιτέρω μείωσιν. Οσον δια της ψυχής το έλλειμμα θα ηυξάνετο κατά τι πλέον, εγγίζον τα όρια της κενότητος. Διότι η οδαλίσκη ήτo ελαφρώς «τσιμπιμένη» μετά του Σουλτάνου, εξ υπολανθάνοντος πονηρού σκοπού, της ζωής τα χρειώδη να εξασφαλίσει. Ο των χορών επικεφαλής, ορεγόμενος, αν και ευνούχος, την νοστιμοτάτην οδαλίσκην, προσεποιείτο ότι δεν υπέπεσεν εις την αντιληψίν του η του Σουλτάνου δυσαρέσκεια και παρώτρυνεν δια ρυθμικών κρούσεων των χειρών την οδαλίσκην να συνεχίσει τον (κακώς ονομαζόμενον) χορόν της κοιλιάς (αφού όλα τα μέρη του σώματος ελικνίζοντο πλήν αυτής ταύτης της κοιλίας). Xρώματα ζήλειας εκάλυπτον τας παρειάς των προσώπων των λοιπών χορευτριών διά την άνομον μεροληψίαν του ευνούχου, ενώ η δυστυχής οδαλίσκη μετά βίας, εκ της απελπισίας εχόρευεν, ο δε Σουλτάνος ερεύετο. Η όλη σκηνή είχεν τι το μεταϋπαρξιακόν.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Επιτομή

  


Κάποια χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι βασικοί πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν έντονη την ανάγκη της επιστροφής και οι κομπάρσοι το ίδιο. Αρχικά ήταν «τοπική» επιστροφή μα πολύ σύντομα απέκτησε την «χρονική» διάστασή της. Τα κατεστραμμένα σπίτια, τα καμένα ιερά, τα κομμένα δένδρα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την αρχική τους μορφή, μέχρι και ο αποξηραμένος Σιμμόεις ξαναβρήκε νερό. Ολο το σκηνικό είχε στηθεί περιμένοντας πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το έργο «έπρεπε» να ξαναπαιχθεί, ίσως λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά, με περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και την απόφαση της μοίρας να μη βαραίνει τόσο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ανάγκη της επανάληψης ήταν περισσότερο από επιτακτική, είχε γεννηθεί από την αποτυχία του σπόρου να φυτρώσει, ζήταγε την δεύτερη ευκαιρία της και δεν λογάριαζε τόπους, χρόνους και ανθρώπους.
Το ζητούμενο ήταν το «άοιδε θεά», η μήνις του Αχιλλέα ήταν περίπου αδιάφορη. Κανονίστηκε όπως ρυθμίζονται οι κυριακάτικες εκδρομές για μπάνιο με το πούλμαν, έτσι βρέθηκαν όλοι εκεί.
Ηταν μια ιδέα γενικά αποδεκτή χωρίς κανένας να θυμάται ποιος την πρωτοείπε. Ηταν σαν να υπήρχε πάντοτε όπως υπάρχουν τα βουνά, τα δάση και οι θάλασσες, μια ιδέα που έγινε από όλους δεκτή, χωρίς καμία εξαίρεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή εκδηλώσεις χαράς αλλά σαν κάτι φυσικό και αυταπόδεικτο, κάτι που το περιμένανε και το δέχονταν χωρίς αντιρρήσεις, σαν το τέλος του καλοκαιριού ή του χειμώνα.
Ηταν όλοι τους ηθοποιοί. Πολύ καλοί ηθοποιοί, από αυτούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και τους ζούνε. Και ήταν συγχρόνως σκηνοθέτες μα και δημιουργοί του σεναρίου μια που οι αυτοσχεδιασμοί τους ήταν αυτοί που έδιναν υλικό στον τυφλό συγγραφέα-ποιητή-παραγωγό. Αυτή τη φορά βέβαια - αυτή ήταν η ιδέα- θα ξαναπηγαίνανε την ίδια εκδρομή, θα χρησιμοποιούσανε τα ίδια σκηνικά, θα είχανε τους ίδιους ρόλους αλλά δεν θα είχανε σεναριογράφο, τον γέρο-Ομηρο τον είχαν αποκλείσει παμψηφεί και κοινή συναινέσει.
Οι αρχικές διαφορές ελάχιστες ήταν. Η καραφλίτσα του Αχιλλέα και το διαφαινόμενο στομαχάκι του Εκτορα ήταν οι πιο κτυπητές. Κάνανε πάλι τρεις φορές τον γύρο στα τείχη της πόλης όχι τρέχοντας και κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, αλλά αυτή την φορά περπατώντας δίπλα-δίπλα και σιγοκουβεντιάζοντας σαν παλιόφιλοι. Οι άλλες - οι πιο μικρές διαφορές – στα μάτια και στην έκφρασή τους υπήρχαν.
Πού ήταν η αποφασιστικότητα του Διομήδη, το θάρρος του Ιδομενέα, η θεϊκή περηφάνεια του Σαρπηδόνα ; Ο Μενέλαος είχε αντικαταστήσει το θλιμμένο ύφος του μ’ ένα ανυπόμονο βλέμμα- λες και περίμενε την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Η Θέτις φαινόταν πιο ξανανιωμένη και η Εκάβη κάπως ατημέλητη. Ο Αρης πάντα ίδιος και ανίκητος σαν την βλακεία που αντιπροσώπευε, στην δεύτερη τούτη παράσταση θεά του πολέμου ήταν η Αθηνά, κι’ ο πόλεμος σοφία είναι, το νοιώθεις αν ζήσεις δεύτερη φορά. Ο Δίας δεν φαινότανε, είχε κρυφθεί πίσω απ’ τα σύννεφα με την κυρά του και θεά του, την Ηρα. Τούτη την φορά είχε παρατήσει τον ζυγό που έγερνε στην νίκη των Ελλήνων, του ήταν αδιάφορο ποιος θα κέρδιζε. Αυτός, νικώντας τον Υπνο, είχε κερδίσει για δεύτερη φορά την Ηρα στην καριέρα του και απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της.
Η Κασσάνδρα, απαλλαγμένη από τις διαταγές του σκηνοθέτη-συγγραφέα-ποιητή δοκίμαζε τις ικανότητές της στην μουσική. Πολλοί την θαύμαζαν, ο Αίας πρώτος-πρώτος. Η Ελένη –δεν θα το πιστέψετε αλλά – έπλενε τα πιάτα να κερδίσει τον χαμένο καιρό, η Αφροδίτη τα σκούπιζε και τα τοποθετούσε στα ράφια. Είχαν αναλάβει το βραδινό γεύμα στην αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, εκεί στην ακτή, εκεί που είχαν τραβήξει τα πλοία έξω στην στεριά. Ο Νέστορας είχε πάρει κιόλας θέση και περίμενε το βράδυ παίζοντας πεσσούς με τον Τειρεσία Με το σούρουπο όλοι μαζεύτηκαν πίσω απ’ την τάφρο, στην λουρίδα της άμμου μπροστά στα πλοία. Εντύπωση έκανε η παρουσία του Εκτορα αλλά και του πτώματός του ταυτόχρονα που το ζητούσε ο πατέρας του, τα ίδια συνέβαιναν και με τον Πάτροκλο.
Τα μόνα - ίσως – πρόσωπα που έλειπαν ήταν η Κλυταιμνήστρα και η Πηνελόπη, θα χωράγανε και στην καινούργια εκδοχή που ξετυλιγότανε αυθόρμητα. Η μοναξιά του Αγαμέμνονα ήταν δεδομένη και η κοιλίτσα του Οδυσσέα ίσως είχε αιτία την αιώνια πίστη του στην Πηνελόπη.
Το Ιλιον χρύσιζε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που είχε μισοδύσει κάπου στα νότια και κινιότανε παράλληλα με τον ορίζοντα να πάρει την σωστή του θέση. Οταν μοιράστηκε το φαγητό. όλοι χαμογελάσανε και ο Σιμμόεις ο ποταμός ενώθηκε επιτέλους με τον Ωκεανό.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά η εκδρομή έγραφε την ιστορία της και η Ιστορία κατέγραφε την εκδρομή σαν μια ακόμη εκδοχή της. Οι πρωταγωνιστές- πέρα από αυτή την διαδικασία – μάλλον το απολάμβαναν, τα προσωπικά προβλήματα ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στο αέναο Γίγνεσθαι.
Μακριά, πολύ μακριά, παλιά, πολύ παλιά και κατά μία έννοια ταυτόχρονα σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν, καθένας είχε την δεύτερη ευκαιρία του. Αλλος την κέρδισε, άλλος την έχασε, άλλος την αγνόησε, τι σημασία έχει ; Τα παράλληλα Σύμπαντα δεν ξανασμίγουν παρά μόνο με κοινή συναίνεση και μόνο αν συγκατατεθούν ο ποιητής κι’ ο Χρόνος.