Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφυσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφυσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Ενα όνειρο

 ... I dreamed a dream that made me sad
Concerning myself and the first few friends I had...


...And many a road taken by many a first friend
And each one I've never seen again...

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας ενώ πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να πάρει συγκεκριμένη θέση. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η σταθερή παραμονή σ’ ένα σημείο  ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα τα περιττά να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει έτσι την ανηφόρα. Αντίθετα ο Αχιλλέας προσπαθόντας ν' ανέβει, μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του και κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνιος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο λίγο πιο ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα κατρακυλήσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν αυτός ο ίδιος στ' όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για πιο σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο του σπιτιού του, στο σύγχρονο σπίτι του καταμεσής αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.


Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.


Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ξανά

Εις μνήμην φίλων παλιών και καλών

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια μέρα τον χρόνο...

Χριστουγεννιάτικες Θεωρίες


Απογοητευμένος. Η μόνη λέξη που του ταίριαζε τόσο κι όμως κανείς δεν τολμούσε να του την αποδώσει. Ούτε ο καν ο μονογενής του, η βασική αιτία της απογοήτευσής του. Τόσες και τόσες φορές δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε μα κάτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει κι' ας νόμιζαν όλοι ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Κάποιο λάθος κάθε χρόνο επαναλαμβανότανε, άρχισε να σκέπτεται μήπως οφειλότανε στο ντι-εν-εϊ του που αναπόφευκτα μεταδιδότανε. Η μήπως έπρεπε να δοκιμάσει μ' άλλο λουλούδι ;
Σ' αυτά τα χώματα είχε αναγκασθεί να βάλει πολύ νερό στο κρασί του, πολύ ξεροκέφαλοι εκεί οι άνθρωποι βρε παιδάκι μου. Αναγκάσθηκε να μιμηθεί τις συνήθειές τους, όχι βέβαια σαν χρυσή βροχή, ούτε σαν ταύρος ή κύκνος αλλά σαν δαίμονας - μετά το αλλάξανε το όνομα άλλα τους θύμιζε, τον είπανε άγγελο. Αλλά από κηπουρική δεν είχε ιδέα. Εκεί στα ψηλά βουνά, στου Σινά τα μέρη, τίποτε δεν φύτρωνε, σαν ήρθε εδώ το πρώτο λουλούδι που είδε και του άρεσε έτυχε νάναι κρίνος. Δεν ήξερε πως κάθε χρόνο απ' το βολβό θα πεταγότανε ξανά και ξανά το άνθος του κρίνου, νόμιζε ότι άμα το κόψει μιά φορά πάει, τελείωσε. Η φυλετική μνήμη του φυτού όμως-κάτι απ΄αυτά τα χώματα θάχε πάρει - πανίσχυρη κι' ενισχυμένη με καινούργιες εμπειρίες έψαχνε τον αγγελό της, απαιτούσε και τον έβρισκε να ξαναδημιουργήσει δι' αυτού το ίδιο αποτέλεσμα, τη γένεση. Γιά τον κρίνο ήταν ένα παιχνιδάκι, πολύ πιό απλό σε σχέση με τη μαγική δύναμη που τον έκανε να φύεται. Και φυσικά δεν λάμβανε καθόλου υπ' όψιν του τις "παραγγελιές". Στερεότυπα κάθε χρόνο έδινε ίδιο προγραμματισμό κι' είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ασχετο αν αι βουλαί του υψίστου- έτσι τον έλεγε ήταν πολύ πιό ψηλός απ' τον κρίνο- ποθούσαν κάτι διαφορετικό. Δεν τον πολυχώνευε τον ξενόφερτο γιά να του κάνει τα χατήρια. Νόμιζε πως η γένεση ήταν κάτι σπουδαίο, η φύση όμως ήταν πολύ πιό ισχυρή -του τόδειχνε κάθε χρόνο.

Οπως η μύγα προσπαθεί μάταια να περάσει μέσα απ’ το τζάμι έτσι και το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν ερχότανε παρά τις δυό χιλιάδες και βάλε επαναλήψεις. Ούτε καν στο φύλο, κόντρα στις στατιστικές. Αυτός επέμενε, άρχισε να σκέφτεται την ολοκληρωτική σύγκρουση, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. Χρειαζόταν κάτι οπωσδήποτε να βγει απ’ το αδιέξοδο.
Ο κρίνος σκεπτότανε πολύ αργά γιά τα δικά μας δεδομένα. Μόνο τυχαία όμως δεν έλαβε το όνομά του, τόσο κοντά στο κρίνω. Δεν ήταν πολεμοχαρής για να του κάνει την χάρη, βρήκε μιά λύση να ησυχάσει. Τούδωσε μιά μέρα το χρόνο να γιορτάζει τη γένεση. Ολες τις άλλες γιόρταζε η Φύση.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Το μπλόκο της Κοκκινιάς


Η αιτιολογία των γεγονότων της παρακάτω εξιστόρησης είναι φανταστική

Το κοριτσάκι απάντησε ευγενικά στην ερώτηση του ηλικιωμένου που έσερνε τα πόδια του σε κάποιον δρόμο της Νίκαιας :
 - Δεν ξέρω που ακριβώς αλλά για τον Πειραιά θα έχει στάση σ' αυτόν τον δρόμο, περνάνε από δω το 800 και το Β14. μόνο που για να πάτε προς Πειραιά πρέπει να το πάρετε από την αριστερή πλευρά του δρόμου.
Ο ηλικιωμένος ευχαρίστησε το κοριτσάκι και συνέχισε την πορεία του παράλληλα με αυτό. Μετά από λίγο ένοιωσε ένα κύμα οδύνης να τον πνίγει, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και μακρόσυρτοι λυγμοί άρχισαν να τον ταράζουν. Το κοριτσάκι ανήσυχο έτρεξε κοντά του :
- Είστε καλά ;
- Ναι παιδί μου, απλά ήρθε στη θύμισή μου ένα παλιό γεγονός σ' αυτή την γειτονιά. Τριακόσιοι και βάλε νεκροί και κάμποσες χιλιάδες αιχμάλωτοι στο Χαϊδάρι ήταν τα θύματα.
- Α, λέτε για το μπλόκο της Κοκκινιάς, κάτι μας έχουν πει γι αυτό στο σχολείο.
- Κανένας όμως δεν ξέρει την πραγματική αιτία γι αυτό το κακό, ίσως είμαι ο τελευταίος που την ξέρω.
- Πως κι έτσι ;
- Ηξερα κάποια γερμανικά και δούλευα στο γερμανικό φρουραρχείο...
- Και ;
- Ξέρω την αιτία που ξεκίνησε αυτό το κακό
- Ποιά ήταν ;
- Η συνηθισμένη, cherchez la femme ( σερσέ λα φαμ)
- Δηλαδή ;
- Αναζητήσατε τη γυναίκα. Ολα για μια γυναίκα γίνονται, για μια γυναίκα ζούμε...
-  Πέστε μου την ιστορία σας παρακαλώ.
- Εντάξει.
Ο γεράκος κάθησε στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού και το κοριτσάκι βολεύτηκε δίπλα του.
- Ητανε μια γυναίκα όμορφη και παντρεμένη μ' έναν έλληνα. Ηξερε κι αυτή λίγα γερμανικά κι έπιασε δουλειά στο φρουραρχείο μαζί μου. Είμαστε τυχεροί όσοι δουλεύαμε εκεί γιατί εκτός από λεφτά είχαμε πρόσβαση και σε τρόφιμα που τότε τάβρισκες μόνο στην μαύρη αγορά. Οπως ήταν φυσικό ο διοικητής της έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτή το είπε στον άντρα της κι αυτός άφησε να εννοηθεί πως θα ήταν καλύτερα να μη τον απογοητεύσει γιατί που θα βρίσκανε λεφτά και τα τρόφιμα αν θύμωνε και την έδιωχνε. Εβαλε και το φαΐ των παιδιών της στην ζυγαριά του. Είχαμε γίνει φίλοι και μου τάλεγε εμένα τα παράπονά της.
Η γυναίκα δεν του είπε τίποτε αλλά σιχάθηκε τον άνδρα της βαθύτατα και μετά από λίγες μέρες ενέδωσε στις απαιτήσεις του γερμανού. Αισθανόταν πνιγμένη συναισθηματικά με τον γερμαναρά κι αναζητώντας διέξοδο, της γνώρισα και τα έφιαξε μ' έναν παντρεμένο φίλο μου, αντιστασιακό. Μ' αυτόν συναντιότουσαν στα κρυφά τα μεσημέρια, απ' όπου πέρναγε μετά την δουλειά της και πριν πάει στο σπίτι της, σ' ένα κρησφύγετο της οργάνωσής του. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα γιατί ήταν καταζητούμενος ενώ η σύζυγός του νόμιζε πως πολεμούσε στα βουνά. Η γυναίκα προσπαθώντας να βρει συναισθηματική ισορροπία δέθηκε περισσότερο απ' όσο έπρεπε με τον αντιστασιακό και ο γερμανός, που ενδιαφερόταν γι αυτήν περισσότερο από τον σύζυγό της, κάτι ψυλλιάστηκε. Εβαλε να την παρακολουθήσουν κι έμαθε όλα τα καθέκαστα με το νι και με το σίγμα.
Μυστήρια ράτσα αυτοί οι γερμανοί. Κακοί και σατανικά εκδικητικοί. Ο διοικητής μόλις έμαθε πως ο εραστής της δεν κυκλοφορούσε την μέρα κατάστρωσε ένα διεστραμμένο σχέδιο για να τον βγάλει από την μέση χωρίς να φανεί πως εκδικείται την ερωμένη του για τις απιστίες που του έκανε. Με το χάραμα της μέρας περικύκλωσε όλη την γειτονιά του κρησφύγετου και με τις ντουντούκες υποχρέωσε όλους τους άνδρες να παρουσιασθούν σε μια πλατεία. Για όσους δεν βγήκαν από το σπίτι τους η διαταγή ήταν μία : εκτέλεση επί τόπου. Ο αντιστασιακός ήταν ένα από τριακόσια τόσα θύματα εκείνου του πρωινού. Ποιός ξέρει πόσοι ακόμα χάθηκαν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι όπου πήγανε όσους  από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία έδειχναν οι κουκουλοφόροι ταγματασφαλίτες στους γερμανούς. Τόσος κόσμος χάθηκε άδικα για τα ξεπορτίσματα μιας γυναίκας.
- Και γώ...γυναίκα είμαι !
- Το βλέπω...γι αυτό να ξέρεις κόρη μου, μέχρι δυο είναι δεσμός, το πιο πάνω χαλασμός, λέει ο σοφός λαός.

 Η εξιστόρηση είχε ηρεμήσει τον γεράκο από την κρίση που πέρασε. Το κοριτσάκι τον κοίταξε κι ανασηκώνοντας τους ώμους του έστριψε στη γωνία.
Ηταν 17 τ' Αυγούστου το 94, 50 χρόνια μετά ...


Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις
Γιατί είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονών παιδί
στα σίδερα κλεισμένος
Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει
Να δεις του Χάρου το σπαθί
μανούλα πως τα φέρνει
αχ και την ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει

Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η αλήθεια για την Εύα

 οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ' ευθύνη τους


Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε. 
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ' αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος. 
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.  
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως 
 και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.
Εδώ αρχίσανε τα δύσκολα γιατί πρωτόπλαστοι ήτανε, δεν ξέρανε πολλά πράγματα, όταν βγάζανε τα φύλλα τους, του Αδάμ του φαινότανε, της Εύας έπρεπε να σκύψεις (ή να σκύψει) για να το δεις, συμφωνήσανε πως του Αδάμ είναι το πιο σπουδαίο μια που άλλαζε σχήμα και μέγεθος. Είδε όμως η ακόρεστη Εύα πως αυτό δεν δούλευε πάντα, κουραζότανε και την έπιασε το δήθεν φιλότιμο " Αδαμούλη, άσε τις οικιακές δουλειές, θα τις κάνω εγώ, εσύ να μην κουράζεσαι". 
Του καλάρεσε αυτό του τύπου και σε λίγο  της ανέθεσε και την συλλογή των φρούτων " Ευάκι, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα να διαλέγεις τα ώριμα"  και τόριξε  στην τηλεόραση και το ανατοληλίκι, ξάπλα, μάσα και διαταγές, δόστου "Ευάκι αυτό" και δόστου "Ευάκι το άλλο". Κι από εκείνο που της άρεσε, όποτε του έκανε κέφι, αλλιώς "νοιώθω κουρασμένος αγάπη μου, θα μου λείπουν βιταμίνες, άσε, μιαν άλλη φορά"
Το Ευάκι ξινίστηκε. Εκανε τόσες θυσίες τσάμπα και βερεσέ, καλύτερα πέρναγε πριν του αποκαλύψει ποιά ηταν η πηγή της ευτυχίας της. Αρχισε να χάνει το κέφι της, να παραμελεί τις δουλειές της και μια μέρα που βαριότανε να σιδερώσει καλά το φύλλο συκής του Αδάμ, πέρασε ο θεός μια βόλτα από εκεί κι ειδε τα καμπανέλια του Αδάμ να κρέμονται από κάτω. Αυτός δεν είχε τέτοια και θύμωσε. Την κατσάδιασε την Ευούλα σαν ακαμάτα και τους έριξε από δέκα μέρες νηστεία. Εριξε κι ένα συρματόπλεγμα στον κήπο με τα φρούτα νάναι σίγουρος, από φαΐ τουλάχιστον, γιατί  όταν λέμε νηστεία εννοούμε από την παλιά, όχι μονάχα στο φαγητό...
Το Ευάκι έκανε σκέρτσα " Ελα ρε Αδάμ και ποιός μας βλέπει ;" χέστης όμως ο Αδάμ έτρεμε να παραβιάσει τον λόγο του θεού.
Αυτό ήταν βαρύ για την Εύα. Κανείς να μην της αναγνωρίζει τίποτε απ όσα έκανε και να μένει κι απότιστη από πάνω, παραπάει.
Αρχισε να το σκέπτεται κι από εκεί ξεκίνησαν όλα.
Το θηλυκό μυαλό της γένησε τον όφι, μακρύ και παιχνιδιάρη -κάτι να της θυμίζει- κι ο όφις σαν καλό παιδί λεπτό κι ευέλικτο πέρναγε μέσα από το συρματόπλεγμα για το μάζεμα των φρούτων, να ταΐζει την μανούλα του αγνοώντας την απαγόρευση κι άφηνε τον Αδάμ στην δίαιτα. Μόνο που σαν μικρός και άβγαλτος έκανε φασαρία μια φορά που της πήγε κάτι μήλα, τους είδε ο θεός, τσαντίστηκε που παραβίασε την νηστεία και την έδιωξε από τον παράδεισο. Του όφι του την χάρισε γιατί ήτανε μικρός, από τότε έχει φίδια στον παράδεισο, αν πάτε θα τα δείτε ! Είχε την πρωτοκαθεδρία από την Φύση και την εξουσία γι αυτό. Ζήλευε λίγο τις χαρές των ανθρώπων αλλά έστειλε και τον Αδάμ μαζί της γιατί μόνο του και μαγκούφη δεν ήθελε ουτε να τον βλέπει, ειδικά με ασιδέρωτο το φύλλο-εσώρρουχό του. Το Ευάκι του άρεσε να το βλέπει, είχε ωραίο μουτράκι και μπάνικο κορμάκι, μόνο τι τούβρισκε του Αδάμ δεν μπορούσε να καταλάβει. Το χάρισμα της γένεσης το αφαίρεσε από το μυαλό της και το περιόρισε στην διαιώνιση του είδους με τον γνωστό τρόπο και με ωδίνες για τιμωρία.
Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δεν θα γενιόμαστε εμείς αλλά πέστε μου είσαστε σίγουροι πως έφταιγε η Εύα γι αυτό ;






 

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Ενας δρόμος διαφορετικός










           




Κάθε δρόμος έχει μια αρχή κι ένα τέλος. Η αρχή είναι πάντα ένα μέρος όπου υπάρχουν άνθρωποι. Το τέλος μπορεί να είναι μια κάποια πόλη, ένας προορισμός. Μπορεί να είναι ένα ποτάμι, μια χούφτα θάλασσα, μια άκρη ενός γκρεμού με υπέροχη θέα. Μπορεί ακόμα κι ένα πλατάνι αιωνόβιο, για να χαρούν την σκιά του.
Μα κάπου υπάρχει ένας δρόμος, δρόμος εξοχικός στρωμένος με πλάκες. Που και που οι πλάκες είναι βαμμένες κόκκινες. Κανένας δεν θυμάται πότε και ποιός τον έφτιαξε. Δεν έχει ανηφόρες ούτε κατηφόρες. Στριφογυρίζει μέσα στα χωράφια και τα αραιά σπιτάκια για κάνα δυο χιλιόμετρα και σταματά κυριολεκτικά στο πουθενά. Ο,τι υπήρχε πριν, υπάρχει και μετά, ακριβώς το ίδιο τοπίο. Αλλά μετά δεν υπάρχουν πλακάκια, δεν υπάρχει δρόμος. Μερικοί λένε πως το κόκκινο χρώμα στις πλάκες είναι από αίμα, το αίμα από αυτούς που αυτοκτόνησαν γιατί ο δρόμος δεν οδηγούσε κάπου, δεν το άντεξαν. Λένε ακόμα πως τα γκράφιτυ στα σπίτια του δρόμου είναι αφιερώσεις γι αυτούς που τέλειωσαν την ζωή τους στον δρόμο. Αλλα είναι ζωγραφιές, άλλα είναι φράσεις βγαλμένες απ' την ζωή τους :
"Θυμάσαι νάκανες ποτέ, κάτι καλό για μένα ; τη μοναξιά σου λάτρευες πάντα"
Πάντα βγαίνει κάποιο παράπονο για την αυτοκτονία όπως βγαίνει μια συμπάθεια για το ατύχημα.
Υπάρχει άραγε αυτοκτονία από ατύχημα ;
Πως θα το γράφανε με σύνθημα στον τοίχο ;
Σαν ζωγραφίζεται ο νεκρός στο γκράφιτυ, φορά τα ρούχα από την καλύτερη στιγμή της ζωής του, στα μαλιά του όμως αποδίδεται το χρώμα του τελευταίου βαψίματος. Τα χαρακτηριστικά του αποδίδονται με σκληρές ευθείες, οι καμπύλες απαγορεύονται. Επειδή είναι λίγοι οι τοίχοι των σπιτιών το γκράφιτυ μιας καινούργιας αυτοκτονίας καλύπτει μια παλιότερη. Οπως πολλές εκκλησίες χριστιανικές κτίστηκαν στα ερείπια κάποιου αρχαιοελληνικού ναού.

Κάποιοι επιστήμονες, γιατροί, διατροφολόγοι, θεολόγοι και λοιποί θέλησαν κάποτε να επεκτείνουν τον δρόμο, να τον πάνε κάπου για να μην αυτοκτονούν οι άνθρωποι. Σύσσωμες οι πόρνες των γύρω πόλεων αντιτάχθηκαν στην κίνησή τους με το επιχείρημα πως οι περισσότεροι από τους αυτόχειρες ζητούσαν μια τελευταία επαφή μαζί τους, εκεί στην ερημιά, για την ψυχική τους προετοιμασία και ήταν πολύ γενναιόδωροι.  Δεν ήθελαν να χάσουν αυτά τα εξτρά. Οι επιστήμονες υποχώρησαν μπροστά στα λογικά επιχειρήματα των εκδιδομένων γυναικών, το χρήμα είχε πάντοτε τον σεβασμό τους. Πλήρωσαν κάποια χρήματα για την συντήρηση του δρόμου και αποφάνθηκαν πως έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για τους συνανθρώπους τους.

Με το που πέρασαν τα χρόνια, η μόνη ουσιαστική διαφορά που συντελέσθηκε στην περιοχή, αφορούσε τα σπίτια κι όχι τον δρόμο. Ολα σιγά-σιγά έκλεισαν τις πόρτες και τα παράθυρα που έδιναν στον δρόμο και άνοιξαν καινούργια από τις άλλες μεριές. Εφιαξαν και μονοπάτια για τις μετακινήσεις τους ώστε να αποφεύγουν τον δρόμο. "Οταν δεν βλέπουμε κάτι, είναι σαν να μην υπάρχει", αυτό το σλόγκαν κυριαρχούσε στο μυαλό τους κάθε φορά που πήγαιναν από το μονοπάτι στο σούπερμάρκετ για να ψωνίσουν ή στο εκλογικό τμήμα για να ψηφίσουν...

 
Και ρωτάς τι απ' όλα αυτά είναι δικό σου..
μην το ψάχνεις, δεν πειράζει...
                                                                                                                                                                                 

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Το πρώτο κεφάλαιο των Διαφυσικών







1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον
«Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο : Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Είχε ένα όνειρο

.

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας, πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να έχει άποψη. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η παραμονή σ’ ένα σημείο σταθερό ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει πίσω την ανηφόρα. Αντίθετα ο θεϊκός Αχιλλέας μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του, κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος  Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνια επαναλαμβανόμενος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο από ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν στο όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά, σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο στο σπίτι του, το σύγχρονο σπίτι του, στο μέσον αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.
Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Οφις και ελέφας


 Από το βιβλίο του gpoint "Ιστορίες από το κοίλον ημισφαίριο"
 

28. Ο διάλογος

- Τι ξεχωριστό έχει ο ελέφαντας ;
- Διαφορετική μεταχείριση του χρόνου. Σ’ αυτόν δεν κυλάει, αθροίζεται.
- Δηλαδή ;
- Ζει μαζί το παρελθόν και το παρόν του, ίσως και το μέλλον του.
- Και τι αλλάζει ;
- Ο θάνατος. Αναγνωρίζει το πτώμα του συντρόφου του και μετά το θάνατό του. Συναντά ένα κόκκαλο προγόνου του και περνά στο χρόνο που ζούσανε μαζί, δεν αποκόβεται απ’ αυτό όπως όλα τα άλλα πλάσματα. Είναι  καλύτερη μορφή της υλικής πραγματικότητας.
- Και ποιος αντιστέκεται ;
- Η πνευματική πραγματικότητα. Παλεύει σαν φίδι να καταπιεί τον ελέφαντα, αιώνες τώρα πίσω, αλλά και μπροστά.
-Υπάρχει πνευματική πραγματικότητα χωρίς την υλική ; Η το ανάποδο ;
- Θα φανεί όταν τελειώσει η μάχη. Οι χαυλιόδοντες είναι γερό όπλο, το φίδι έχει κι’ αυτό τα τρωτά του. Η επιθετικότητα του φιδιού κερδίζει την πρώτη εντύπωση αλλά ο ελέφαντας έχει σύμμαχο το χρόνο.
- Πως το κατάφερε ;
- Κάποια μελωδία θα ξέρει που δεν φτάνει σ’ αυτιά άλλων πλασμάτων. Ισως μια μέρα εσύ να την ακούσεις.


Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Από τα "Διαφυσικά"


Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο "Transphysics" του gpoint.
Η συνταγή σαφώς και μπορεί να εκτελεσθεί, το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία !



 45 (μια συνταγή)
_____________________________________________________________________
  
    Η Φατιμά εκάστην πρωΐαν τα απαραίτητα ενήργει διά της οικίας την ευπρέπειαν. Είτα επέλυεν το καθημερινόν πρόβλημα των οικοκυρών « Τι θα μαγειρέψω σήμερα»,  συνοδεία μουσικής, εκ τινος ραδιοφωνικού σταθμού ή μαγνητοταινιών της συλλογής της. Η μεγίστη Φεϊρούζ ήτο πρώτη εις τας προτιμήσεις της. Εν τη καλή χαρά ευρισκομένη, διαφυσικήν μαγειρικήν  έμπνευσιν είχεν.
     Λαβούσα  τρία τέταρτα  του χιλιογράμμου πολτοποιημένου απάχου κρέατος κατά το ήμισυ χοιρείου και το υπόλοιπον εκ  μοσχαρίου, έθεσεν τούτο εις τηγάνιον μετ’ ελαιολάδου ολίγου και τινών κοχλιαρίων ύδατος. Προσέθεσεν δύο σκελίδας σκορόδου λεπτοτεμαχισμένας  και εράντισεν δι’ άλατος και πιπερίου, χορηγούσα άμα τον πολτόν εκ πέντε τοματών. Φλόγαν ήναψεν επί δώδεκα περίπου λεπτά. Εις ετέραν εστίαν εντός κοχλάζοντος ύδατος έθεσεν ήμισυ  του χιλιογράμμου επίπεδον ζυμαρικόν, το αποκαλούμενον lingue di passero υπό των Ιταλών, καί έβρασεν τούτο επί έξη λεπτά. Προηγουμένως  έθεσεν εις τον κλίβανον τρία λυκοπερσικά (μελιτζάνες) σχήματος φλάσκης τεμαχισμένα εις λωρίδας πάχους  ενός και ημίσεως εκατοστομέτρου και δι’ ελαιολάδου επιχρισμένα, επί έν εικοσάλεπτον. Είτα έλαβεν σφυρηλατημένον αβαθές στρόγγυλον μαγειρικόν σκεύος και έθεσεν το πρώτον το ζυμαρικόν  ραντίσασα τούτο μετά ρινισμάτων τυρού τύπου κεφαλογραβιέρας, περί τα διακόσια γραμμάρια. Κατόπιν τα λυκοπερσικά και επ’ αυτών το κρέας ετοποθέτησεν. Εν συνέχεία εν χιλιόγραμμον γάλακτος μετά δύο ωών, αλατοπιπερίου και τεσσάρων μεγάλων κοχλιαρίων σιταλεύρου θερμαινόμενον, συνεχώς ανεκίνει. Οτε το ιξώδες εις επιθυμητόν σημείον ήλθεν, ανάλογον του χυλού, δι’αυτού περιέχυσεν την  κατασκευήν και έθεσεν αύτην εν κλιβάνω δι’ ημίσειαν ώραν εις τους διακοσίους και είκοσι και πέντε βαθμούς της συνήθους κλίμακος.
     Ο Σωτήριος και η μήτηρ του εθαύμασαν την μαγειρικήν δεινότητά της. Ο ιατρός παρατηρών την λεπτήν ισορροπίαν μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, μεταξύ της βαρείας γεύσεως του μουσακά και της ελαφράς του pasticcio, διαφυσικώς ονόμασεν το έδεσμα μουστίτσιο.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>><<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<< <

Το συγκεκριμμένο, συλλεκτικό βιβλίο διατίθεται μόνο υπό του δημιουργού του, αφιερωμένο  στον αναγνώστη κατόπιν συνέντευξης, όπου εκτιμάται  το ανοικτό μυαλό, η γνώση της γλώσσας,, η ηλικία (πνευματική) και η μουσική παιδεία του (υποψήφιου) αναγνώστη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από μουσικό c.d. γιά την καλύτερη κατανόηση κάποιων κεφαλαίων και μία έμμετρη μετάφραση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον συγγραφέα.

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

TRANSPHYSICS

Από το βιβλίο του gpoint, τα Διαφυσικά

Πολλά μυθιστορήματα εγράφησαν εις τον χώρον του φυσικού, του παραφυσικού και εσχάτως εις τον χώρον του μεταφυσικού. Το παρόν διήγημα είναι το πρώτον εις τον χώρον του  δ ι α φ υ σ ι κ ο ύ . Τι είναι το διαφυσικόν ;
Μόνον μία προσεκτική ανάγνωση του διηγήματος θα σας λύσει την απορία.
Εάν δε το διαβάσετε μουνονυχί, δηλαδή σε μία μόνο νύκτα, περισσότερα θα καταλάβετε,


TRANSPHYSICS – τα Διαφυσικά

 1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον «Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο :Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.

2 ( Εις Βηρυττόν)
___________________________________________________________________________
  
    Εις την πολυκατοικίαν-χαρέμιον της Βηρυττού αναβρασμός επεκράτει.
Η ημέρα της κρίσεως ήγγικεν.
Ο ευνούχος εξήταζεν με κριτικόν βλέμμα τας χορευτρίας. Επρεπε να προτείνει το εσπέρας καινουργή οδαλίσκην. Μετ’ εμβριθείας εμελέτα τας χορευτικάς των κινήσεις, προσπαθών να μαντεύσει της ψυχής των την φλόγα .Το υλικόν δεν ήτο ανωτέρας ποιότητος. Η σωματική χάρις των χορευτριών επεσκιάζετο από την ραθυμίαν της ψυχής. Δεν ηδύνατο να οδηγήσει τον Σουλτάνον εις σφαίρας υλικού παραδείσου. Το μη χείρον, βέλτιστον, εσκέφθη ο φιλότιμος ευνούχος. Το βλέμμα του έφθασεν εις μίαν υπερβολικώς αδύνατον χορεύτριαν, προφανώς  ελληνοαθιγγανικής καταγωγής.
     Κάποιαν σπίθαν συνέλαβεν εκ της κόρης των οφθαλμών της προερχομένην, ο έμπειρος ευνούχος.
«Πως δεν την πρόσεξα νωρίτερα», εσκέφθη, «Φταίει η σωματική της διάπλαση, αλλά με τέτοιο μαλλί και μιά καλή κίνηση πολλά μπορει να κάνει».
    Ευθύς την διεχώρησεν του πλήθους και ήρξατο ιδιαιτέρων μαθημάτων της χορευτικής τέχνης. Η νεαρά ως σπόγγος  απερρόφησε τας συμβουλάς του ευνούχου, βελτιουμένη ταχέως.  Τας ασκήσεις μετ’ επιτάσεως επανελάμβανεν, φιλοτιμίαν ποιούσα. Εισελθούσα εν τω πνεύματι του ανατολικού χορού,  τα αθιγγανικά γονίδιά της εκμεταλλευομένη, νέας φιγούρας ανεκάλυπτεν και νέας ατραπούς διήνοιγεν εις την χορευτικήν τέχνην. Ο ευνούχος έκπληκτος από την ανακάλυψίν του, σφόδρα συνεπάθησεν την νεαράν.Υπερωριακώς εργαζόμενος εβελτίωνεν συνεχώς το αριστούργημά του, υποδεικνύων δρόμους προς την τελειότητα. Ολίγαι ώραι απέμενον μέχρι την στιγμήν της κρίσεως και η νεαρά αενάως προσπαθούσα μετά του ευνούχου τον στόχον προσήγγιζεν. Τον τίτλον της οδαλίσκης έλαβεν. Η κρίσις του Σουλτάνου μόνον απέμεινεν. Ελπίς μήτηρ πάντων.

3 ( Ο Σουλτάνος)
___________________________________________________________________________
    Ο Σουλτάνος αρχηγός μικρού κρατιδίου εις τα βάθη του Βελουχιστάν ήτο. Ανθρωπος των παραδόσεων και στενής αντιλήψεως ησκει την εξουσίαν του κατά τρόπον παλαιολιθικόν. Είχεν απαγορεύσει την εισαγωγήν ειδών νέας τεχνολογίας. Ως και η φρουρά του μόνον με ευμεγέθη σπαθία, τας κοινώς λεγομένας χατζάρας, ήτο οπλισμένη . Μοιραίως, όταν ομάς νεαρών εμφορουμένων υπό σοσιαλιστικών και κορανιακών ιδεών, άμα υποκινουμένη εκ του εξωτερικού, επανεστάτησεν, ευρέθη εις δυσχερή θέσιν, της φρουράς του μη δυναμένης να αντισταθεί εις την υπεροχήν των συγχρόνων τυφεκίων. Είχεν όμως βαθύ λαϊκόν έρεισμα. Προ του κινδύνου εμφυλίου συρράξεως η επαναστατική ομάς  προέτεινεν την εις το εξωτερικόν αναχώρησιν του Σουλτάνου, μετά τμήματος της περιουσίας του και του χαρεμίου του, καθώς και την διατήρησιν του τίτλου του. Η Βηρυττός ήτο μία καλή λύσις. Η ηρεμία επανήλθεν εις το κρατίδιον του Βελουχιστάν.


4 ( Ατιμη ζωή)


    Ω ! πόσον σκληρά και άτεγκτος υπήρξεν η ζωή έναντι της χαλεπώς, πλην τιμίως εργαζομένης διά να βγάλει το ψωμίον της, οδαλίσκης. Ο απεχθής και παχύς Σουλτάνος μετά δυσκολίας έφερεν το βλέμμα προς αυτήν. Δεν ήταν του γούστου του, άρα εις δυσμένειαν και πείναν θα περιήρχετο, τελεία και παύλα. Πάσα ελπίς απέστη.Το λιποβαρές σαρκίον της θα υφίστατο περαιτέρω μείωσιν. Οσον δια της ψυχής το έλλειμμα θα ηυξάνετο κατά τι πλέον, εγγίζον τα όρια της κενότητος. Διότι η οδαλίσκη ήτo ελαφρώς «τσιμπιμένη» μετά του Σουλτάνου, εξ υπολανθάνοντος πονηρού σκοπού, της ζωής τα χρειώδη να εξασφαλίσει. Ο των χορών επικεφαλής, ορεγόμενος, αν και ευνούχος, την νοστιμοτάτην οδαλίσκην, προσεποιείτο ότι δεν υπέπεσεν εις την αντιληψίν του η του Σουλτάνου δυσαρέσκεια και παρώτρυνεν δια ρυθμικών κρούσεων των χειρών την οδαλίσκην να συνεχίσει τον (κακώς ονομαζόμενον) χορόν της κοιλιάς (αφού όλα τα μέρη του σώματος ελικνίζοντο πλήν αυτής ταύτης της κοιλίας). Xρώματα ζήλειας εκάλυπτον τας παρειάς των προσώπων των λοιπών χορευτριών διά την άνομον μεροληψίαν του ευνούχου, ενώ η δυστυχής οδαλίσκη μετά βίας, εκ της απελπισίας εχόρευεν, ο δε Σουλτάνος ερεύετο. Η όλη σκηνή είχεν τι το μεταϋπαρξιακόν.