Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο.τι φοβάμαι περισσότερο

                                                          

Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η Τερψιθέα και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών


 
( αναδημοσίευση  με το τέλος του παρατεταμένου εφέτος θέρους )
Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι, οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο, όταν τα φώτα ξανάσβησαν. Μετά, τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα, και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Φιλόθεου βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κοροϊδευτικά...


Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Αλλαγή φρουράς

Πλησιάζει η επέτειος των "Ιουλιανών" του 74 με την εισβολή στην Κύπρο που επέφερε την πτώση των στρατιωτικών και μια αμήχανη μεταπολίτευση που μας ταλανίζει ακόμα. Ας θυμηθούμε μερικά σημαδιακά γεγονότα, τόσο παράλληλα με κοινές ερωτικές ιστορίες. Η πιο μεγάλη διαφορά είναι πως  οι ερωτικές ιστορίες τελειώνουν πιο γρήγορα

 
 

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο πετάχθηκε να προλάβει να το σηκώσει αυτός. Ηταν αυτή, όπως το περίμενε.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα.
Στο σκοτεινιασμένο βλέμμα του πάλευαν η σαρκική επιθυμία και τα απομεινάρια της ηθικής του, ήταν η γυναίκα του φίλου του. Μπερδεμένος, στο πρώτο καλοκαίρι του στο Ναυτικό, είχε άλλα δύο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό Ναυτικό, πάλευαν τώρα ν' αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα. Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα και η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα, Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία !
Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά έμπαινε και μια επεξηγηματική δήλωση " όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια" ήταν τα λόγια του "εθνάρχη", απάντηση σε όσους τον κατηγορούσαν πως δεν εφάρμοσε την δικαστική απόφαση στέλνοντας τους πρωταίτιους στο απόσπασμα. Αποδείχθηκε πάντως πως τα εννοούσε πράγματι.

Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση ο Αντώνης έκανε την θητεία του στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την τοποθέτησή του στον Πόρο. Ισα-ίσα που πρόλαβε να βρει ένα σπίτι να τακτοποιηθεί και γύρισε στην Αθήνα. Μόλις που φίλησε την μάνα του και αμέσως πήγε να δει τον φίλο του τον Σπύρο αλλά έλειπε. Ητανε μόνο η Πόπη, η γυναίκα του, και το δίχρονο κοριτσάκι τους. Η Πόπη τον κράτησε με το ζόρι να πιουν καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. αισθανότανε άβολα αλλά έχοντας μέρες να βρεθεί κοντά σε γυναίκα δεν είχε το κουράγιο να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντας της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής. Κάποια στιγμή, σ' ένα έντονο τράβηγμα της μπλούζας το ένα στήθος της αποκαλύφθηκε. Η Πόπη χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το σκεπάσει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης, ήταν ένα πολύ όμορφο στήθος, στητό, μέτριο σε μέγεθος και με την ρόγα να καταλαμβάνει σχεδόν το μισό του μέγεθος. Τρελλάθηκε, οι μέρες της απομόνωσης έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι αυτός με την μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρέθηκαν στο στήθος της. Η Πόπη αναστέναξε ελαφρά και τούπε κάτι για αργότερα, όταν θάχει αποκοιμηθεί η μικρή. Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να μένει ακάλυπτο. Η Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως του έλεγε κοιτάζοντάς τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική τη στάση μα τον Αντώνη δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.

Στο σπίτι η μάνα του τον πλησίασε καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά. Φόρεσε το μπουφάν του και την αγκάλιασε.
- Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου, του είπε σαν να τα ήξερε όλα.
Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω από την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε από την εξώπορτα, το κατάλαβε  "Σ' αυτήν πάει, στον πάνω όροφο. Δεν βαριέσαι, άντρας είναι, ας πάει" . Μετά, με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τον κατάφερνε η παστρικιά αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε. Τα έμπειρα μάτια της έβλεπαν τα σημάδια που ο γιός της δεν είχε δει μέχρι τότε.

Η Πόπη ήταν από τις γυναίκες που παντρεύτηκαν τον πρώτο τους έρωτα. Μικρή, στα δεκαοκτώ της είχε ήδη ένα παιδί και μια θητεία στην ντισκοτέκ του άντρα της. Η εγκυμοσύνη και το μωρό την κράταγαν σπίτι ενώ ο Σπύρος της ήτανε στην δουλειά, στο μαγαζί με τους τόσους θηλυκούς πειρασμούς. Γρήγορα το μυαλό της δηλητηριάστηκε από την ζήλεια. Το αν ο Σπύρος την κεράτωνε ή όχι δεν έπαιζε απολύτως κανένα ρόλο. Η Πόπη ήταν μια όμορφη κοπέλλα με καλλίγραμμο σώμα και γλυκό πρόσωπο που δεν είχε την ανάγκη του μακιγιάζ. Οι αμφιβολίες της όμως την έκαναν να βάφεται συχνά και έτσι είχε αποκτήσει στην επιδερμίδα του προσώπου αυτό το αδιαόρατο χρώμα που αφήνει η συχνή χρήση του μέικ-απ. Προσπάθησε για κάμποσο καιρό με το μπερδεμένο της μυαλό να μοιάζει μ' αυτές που σύχναζαν στην ντισκοτέκ του άντρα της. Τα πρωινά στο σπίτι της, άβαφη, ήταν πιο κοντά στα γούστα του Αντώνη που συνήθως έτσι την έβλεπε αυτός.
Είχαν εγκατασταθεί στην πολυκατοικία που έμενε ο Αντώνης πριν κάτι μήνες, έναν όροφο πιο πάνω. Ο Αντώνης δεν είχε δώσει τότε σημασία στην μικρομάνα, αντίθετα με τον Σπύρο γνωριστήκανε καλά και πήγαινε συχνά στην ντισκοτέκ του γιατί είχε καλές τιμές και δεν σέρβιρε μπόμπες. Γίνανε φιλαράκια και πηγαίνανε μαζί για ψάρεμα τις φορές που ο Σπύρος είχε καιρό.
Ηταν ο κάποτε συμφοιτητής του Αντώνη, ο Γιώργος, που τον "ξύπνησε" όταν την πρωτοείδε. Είχαν περάσει από το σπίτι του Αντώνη να πάρουν ένα βιβλίο και να πάνε του Γιώργου να μελετήσουν για το πτυχίο τους και φεύγοντας στην είσοδο ο Αντώνης κτύπησε συνθηματικά το κουδούνι του Σπύρου να του πει ένα γεια. Στο μπαλκόνι βγήκε  η Πόπη και του είπε πολύ φιλικά- όπως το συνήθιζε- πως ο Σπύρος λείπει. Ο Γιώργος έπαθε πλάκα. Στο αυτοκίνητο, καθώς τραβάγανε για το σπίτι του, του έλεγε πως αυτός στην θέση του δεν θα πήγαινε για μελέτη αλλά θα γύρναγε να περάσει κάποιες ώρες μ' αυτήν την οπτασία που σίγουρα τον προκαλούσε. Ο Αντώνης πρώτη φορά σκέφθηκε την Πόπη ερωτικά κι έφερε στην μνήμη του κάτι τυχαία αγγίγματα μιά φορά στην ντισκοτέκ του άντρα της. Μετά σκέφτηκε πως ήταν η γυναίκα του φίλου του και το μυαλό του γύρισε στο διάβασμα. Η ερωτική Πόπη στην σκέψη του  ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση.  Μέχρι σήμερα.

Οταν άνοιξε η πόρτα παραξενεύτηκε που είδε την μικρή ξύπνια.
- Μη φοβάσαι, θα κοιμηθεί σύντομα, του είπε και τον παρέσυρε στην κουζίνα να παίξουνε τάβλι. Η μικρή ανέβηκε στα γόνατά της να παρακολουθήσει το παιχνίδι μα αμέσως τα ματάκια της έκλεισαν. Η Πόπη την πήγε στην κρεββατοκάμαρα και γυρίζοντας ξανακάθισε στην θέση της. Ο Αντώνης παραμέρισε το τραπεζάκι με το τάβλι και μαζί τα προσχήματα. Την φίλησε και ανταποκρίθηκε παθιασμένα ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια όταν τα χέρια του κατηφόρησαν. Η όρεξη του Αντώνη έγινε απαιτητική, είχαν συγκεντρωθεί αθροιστικά και τα προηγούμενα προκαταρκτικά. Προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρρουχό της.
-Κι αν έρθει ο Σπύρος ;

Η δημοκρατία με την δικτατορία έμπλεκαν  τα μπούτια τους. Πόσο νόμιμη είναι μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση όταν ορκίσθηκε σ' έναν χουντικό πρόεδρο και στον ίδιο αρχιεπίσκοπο που όρκισε τους συνταγματάρχες αλλά και τον ανατροπέα τους Ιωαννίδη ;
Και συνεκδοχικά κι όλες οι επόμενες κυβερνήσεις...

Ο Αντώνης έβγαλε το όργανό του έξω απ' το παντελόνι του σαν ύστατο επιχείρημα αλλά δεν τολμούσε να προχωρήσει. Θα ακολουθούσε βέβαια με ευχαρίστηση αν η Πόπη έκανε το παραμικρό βήμα αλλά παραδεχότανε πως αυτή ήξερε καλύτερα τις συνήθειες του άντρα της, πότε έφευγε και πότε ερχότανε. Συνέχιζε να την χαϊδεύει  και να την φιλά αλλά κάθε φορά που προσπαθούσε να πετύχει την συγκατάνευσή της για την ολοκλήρωση την άκουγε να του λέει τεντώνοντας το αυτί της
- Το ασανσέρ ήταν αυτό; στον όροφό μας σταμάτησε ; Μήπως ήρθε ; και προσπαθούσε να συμμαζέψει το στήθος της μέσα στην ρόμπα της ή να διορθώσει το ύψος της κυλόττας της από τις ημιτελείς προσπάθειες του Αντώνη. Λίγα δευτερόλεπτα περνούσαν ακίνητοι και αφουγκραζόμενοι το ασανσέρ και μετά πάλι βυζί έξω, κυλόττα πιο κάτω και μια πάλη όπου κανένας δεν ήξερε αν ήθελε να κερδίσει ή να χάσει.

Τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν κοιμότανε ήσυχο, μάλιστα λένε ότι ο "εθνάρχης" κάθε βράδυ κοιμότανε και σε διαφορετική θαλαμηγό ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες σύλληψης από καινούργιους πραξικοπηματίες. Δεν αισθανότανε κυρίαρχος του λαού - τον "φωνάξανε" και ήρθε, δεν τον εκλέξανε- και κατά μείζονα λόγο στον στρατό υπήρχαν πολλοί, ακόμα γλυκαμένοι από την εξουσία, αξιωματικοί.

Η παρατεταμένη στύση είχε αρχίσει να ενοχλεί τον Αντώνη. Ηδη οι δίδυμοι αδένες του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται για την αναμονή και να τον πονάνε. Η φράση "μου έπρηξε τ' αρχίδια" ερχόταν όλο και συχνότερα στον νού του χωρίς όμως να τον γεμίζει αποφασιστικότητα. Η Πόπη σηκώθηκε και με κουρασμένο ύφος πήγε να ακουμπήσει την πλάτη της  στην πόρτα της εισόδου. "Ετσι θα εμποδίσει τον άντρα της να μπει αιφνιδιαστικά" σκέφτηκε ο Αντώνης και παίρνοντας θάρρος, την αγκάλιασε. Η Πόπη συνέχισε ν' αντιστέκεται προβληματισμένη
- Κι αν έρθει ; Αχ, δεν τον ξέρεις εσύ...Γιατί να μπλέξεις και να τα πληρώσεις εσύ ; Εσύ δεν φταις σε τίποτα...
Ο Αντώνης την πήρε από την πόρτα και την ακούμπησε σε μια κολώνα. Την φίλησε με πάθος, η γλώσσα του κόντεψε να φτάσει στις αμυγδαλές της ενω το χέρι του έκανε θαύματα πιο κάτω. Η Πόπη υποχώρησε ελαφρά. Γλίστρησε λίγο προς τα κάτω το κορμί της προβάλλοντας όσο μπορούσε περισσότερο την λεκάνη της και ανοίγοντας αρκετά τα ποδια. Ηταν μια θέση που την χαλάρωσε αφού έτσι ήταν αδύνατον να βγει το εσώρρουχό της ενώ έδινε χώρο στα δάκτυλά του που της ήταν εξαιρετικά ευχάριστα. Ξαφνικά όμως το άλλο χέρι του Αντώνη παραμέρισε την κυλλόττα αντί να την βγάλει και την επόμενη στιγμή οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες ήταν παρελθόν μπροστά στον ανοιχτό στόχο και την αποφασιιστικότητα του σαρκικού βέλους.

" Η Καραμανλής ή τανκς ! "
Ισως αυτή η φράση να καθόρισε το εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών, τον Νοέμβρη του 74. Ζαλισμένος ο λαός απ' όσα του συνέβαιναν και την νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήξερε τι να ψηφίσει. Κάτι η αποχή από τις κάλπες, κάτι η απορία για το πως είναι δυνατόν οι χθεσινοί εχθροί του έθνους, οι μισητοί κομμουνιστές να διεκδικούν με εκλογές την εξουσία, είχαν επιφέρει πλήρη σύγχυση στον απλοϊκά σκεπτόμενο λαό. Τόσα χρόνια είχε μάθει να περνάει για αλήθειες ό,τι άκουγε από το στόμα του Παπαδόπουλου στα τηλεοπτικά παραληρήματά του, το "διάλειμμα" του Ιωαννίδη  έκανε αυτήν την έλλειψη πιο απαιτητική. Τους λόγους του Καραμανλή ήταν αδύνατον να τους παρακολουθήσει ο μέσος Ελληνα και λόγω τη σύνταξης τους αλλά κυρίως λόγω της ιδιωματικής προφοράς του. Ελάχιστοι διάβαζαν τους πολιτικούς λόγους στις εφημερίδες και εκείνη την εποχή κανένας δεν είχε καιρό, όλοι τρέχανε στις συναυλίες του Θεοδωράκη. οταν λοιπόν αυτός ξεστόμισε την περιβόητη φράση, ο κύβος ερρίφθη αμετάκλητα.

Η είσοδος του μορίου ήταν λυτρωτική για τον Αντώνη. Τελείωσε σχεδόν αμέσως και εξαντλημένος ξάπλωσε στον καναπέ. Η Πόπη αφού τακτοποιήθηκε στην τουαλέττα ήρθε κοντά του και τον χάιδευε τρυφερά.
- Είχα καιρό να κάνω έρωτα και να το θέλω, του είπε. Δεν τον αντέχω αλλά είμαι υποχρεωμένη να του δίνομαι όποτε έχει καύλες, φαίνεται δεν του το δίνει συχνά η προκομένη του. Θέλω να φύγω από κοντά του, καταλαβαίνεις ;
Η πιθανότητα επιστροφής του άντρα της φαινότανε να έχει περάσει ανεπιστρεπτί από το μυαλό της, δεν την απασχολούσε καθόλου.
Την άκουγε σιωπηλός, το βυζί της δεν τον τράβαγε τόσο πια, αντίθετα τα χυτά της πόδια τον γοήτευαν τώρα. Αρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό τους θαυμάζοντας την λεία επιδερμίδα τους.
Εμεινε παγερά αδιάφορη στα χάδια του, ένας δεύτερος γύρος δεν φάνηκε να την συγκινεί, είχε άλλες προτεραιότητες τώρα.
- Κοίτα, με τον Σπύρο έχω τελειώσει, θα πάρω το παιδί και θα φύγω, θα με ψάχνει για το παιδί βέβαια αλλά εγώ θα φύγω και θα κρυφτώ να μη με βρει. Μπορώ νάρθω μαζί σου στον Πόρο για λίγες μέρες, θα περάσουμε τέλεια, θα σου μαγειρεύω...

Την επαύριον των εκλογών ο Καραμανλής έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο. Πολλοί αναρρωτήθηκαν αν έφυγε η χούντα ή όχι. Τα ανοίγματα προς τα αριστερά ξεχάστηκαν καθώς η χώρα ετοιμαζότανε για την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ, Ευρωπαίκή Οικονμική κοινότητα, φαίνεται μετά τα οικονομικά μας έγιναν πραγματικά "κοινά" και μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο λαός έπρεπε μεν να πληρώσει για την ανοχή του στην χούντα αλλά δεν έβλεπε καμιά ουσιαστική διαφορά στην αυταρχικότητα, η νομιμοποίηση του κουκουέ ήταν στάχτη στα μάτια αφού οι αστυφύλακες δεν άλλαξαν. Κοινοβουλευτική δικτατορία έχουμε, σκέπτονταν οι περισσότεροι, τουλάχιστον τούτη φεύγει με εκλογές, δεν χρειάζονται εθνικές τραγωδίες και Πολυτεχνεία.

Ο μηδενισμός της πιθανότητας να επαναληφθεί η ερωτική πράξη συν το ξαλάφρωμα των αδένων επαναπροσδιόριζαν και την στάση του Αντώνη. Τα λόγια της μάνας του "πρόσεξε μη σε μπλέξει" έρχονταν τώρα να τονίσουν την σοφία της. Αρχισε να τα μασάει.
- Ξέρεις η σπιτονοικοκυρά μου μου έθεσε όρο απαράβατο να μην φιλοξενώ κόσμο γιατί νοικιάζει δωμάτια με την μέρα και δεν την συμφέρει να έχει μόνιμο νοικάρη. Είδα κι έπαθα να την πείσω να μου δώσει το δικό μου με τον χρόνο και να μην μένω μέσα στο στρατόπεδο. Βέβαια με σένα το πράγμα αλλάζει, άσε, μόλις ανέβω θα το συζητήσω μαζί της και θα σε πάρω τηλέφωνο.
- Φοβάσαι νάρθω, ρε Αντώνη ; Κρίμα, μα δεν πειράζει. Μόνο μη μου πεις πως σκέπτεσαι τον Σπύρο σου, που πριν λίγο του κουτούπωνες την γυναίκα.
- Οχι ρε Πόπη, δεν είναι έτσι, θα κοιτάξω να το τακτοποιήσω, τώρα αμέσως. Θα δοκιμάσω να να την βρω στο τηλέφωνο, να της μιλήσω και να της εξηγήσω.
Τα χέρια του την χάιδευαν μηχανικά αλλά της ήταν εντελώς αδιάφορο. ολη η μαγεία του πόθου και του έρωτα είχε χαθεί μπροστά στα αμείλικτα διλήμματα της καθημερινότητας.
- Εκεί είναι το τηλέφωνο, του έδειξε.
Ο Αντώνης τα χρειάσθηκε.
- Δεν έχω τον αριθμό της μαζί μου, θα κατέβω στο σπίτι μου να τον βρω, είπε κι έφυγε.
Η Πόπη ήταν ήδη στο τηλέφωνο κι έψαχνε για άλλη εναλλακτική λύση, σωματικά σαν γυναίκα φτούραγε πάρα πολύ αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τότε. Τώρα που το είδε καθαρά στον Αντώνη και το νερό είχε μπει στο αυλάκι, ετοιμαζότανε ν' ανοίξει τα φτερά της, η κόρη της ήταν πολύ μικρό εμπόδιο.

Το δημοψήφισμα ήταν όντως ανφέρ.  Απλά εξέφρασε την μύχια βούληση του λαού ν' απαλλαγεί από τον βασιλιά του, άσχετα με το ότι θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής του αν ο βασιλιάς έκανε την δική του καμπάνια. Ακόμα κι έτσι όμως το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό, 31% υπέρ της βασιλείας! Πάντως κανείς δεν στενοχωρήθηκε από το αποτέλεσμα, ούτε ο ίδιος ο Κώνος- έτσι τον έλεγε ο Αντώνης από την σύντμηση του Κωνσταντίνος-. Ισως μάλιστα να ευχαριστήθηκε που γλύτωσε από την απολογία του για την στάση του επί χούντας που  θα ήταν αναγκασμένος να την κάνει, αν είχε επιστρέψει. Το οικονομικό σκέλος το είχε ήδη τακτοποιήσει, ανεξάρτητα από την έκβαση του δημοψηφίσματος.

Ο Αντώνης χαζολόγαγε με την μάνα του, φυσικά δεν είχε σκοπό να πάρει την σπιτονοικοκυρά του, δεν είχε καν το τηλέφωνό της. Απλά σκεπτότανε να κερδίσει λίγο χρόνο, να της αφήσει κάποιες ελπίδες μήπως και πετύχαινε έναν δεύτερο γύρο. Ηθελε να την απολαύσει πραγματικά, ήταν γυναίκα που σπάνια και αν θα ξανάβρισκε. Δεν αισθανόταν χορτασμένος μ' αυτό το γρήγορο στα όρθια, καταλάβαινε τώρα τι θησαυρό είχε στα χέρια του. Στην σκέψη της ερεθιζότανε, τώρα που του είχαν φύγει οι αναστολές έβλεπε πως την ήθελε σαρκικά όσο καμιά άλλη...αλλά πάλι το παιδί της ; Ηταν εντελώς ανώριμος για ευθύνες και τέτοια πράγματα, το κορμί της ήθελε να χορτάσει, όχι να την παντρευτεί.
Η μάνα του τον κοίταζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ηξερε πως από την μεριά της το καλύτερο πράγμα ήταν η σιωπή ή το πολύ-πολύ να πέταγε καμιά ξεγυρισμένη σπόντα όπως "Τι κάνει ο φίλος σου ο Σπύρος ;" Αμα τον ζόριζε στις συμβουλές μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα.

Η επιλογή του "εθνάρχη" για το στιγμιαίο ήταν συνειδητή και συνετή από μια άποψη. Μπορεί η παραπάνω πίεση που θα προκαλούσε η μη αποδοχή του στιγμιαίου να εξωθούσε τα πράγματα σε επικίνδυνο βαθμό. Κάθε στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί συνυπαίτιος της εκτροπής και η ομαδική πίεση θα δημιουργούσε επικίνδυνες καταστάσεις στο στράτευμα ενώ με το στιγμιαίο η δικαιοσύνη ασχολήθηκε μόνο με τους πρωταίτιους και τους διωκόμενους για παραβάσεις του κοινού ποινικού δικαίου. Η όλη κατάσταση αντιμετωπίσθηκε με την λογική του διοικητού σχολής εσωκλείστων όταν του είπαν πως οι έγκλειστοι τόχαν ρίξει στις αλλαξοκωλιές. Το φιλοσόφησε αρκετά και απεφάνθη " Αφού δεν γκαστρώνονται άστε τους να πηδιούνται".


Το τηλέφωνο κτύπησε και η Πόπη ζήταγε από τον Αντώνη να τσεκάρει αν είχε επιστρέψει ο Σπύρος ή όχι στο σπίτι της.
- Που είσαι ;
- Σε μια φίλη μου.
Μια αντρική φωνή ακούστηκε πίσω της επιβεβαιώνοντας τις αμφιβολίες του.
- Ανέβα και κοίταξε σε παρακαλώ.
- Περίμενε.
Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Κτύπησε. Καμιά απάντηση. Κατέβηκε πάλι τρέχοντας
- Ελα μ' ακούς ; κανείς δεν είναι επάνω.
- Σ' ευχαριστώ, Αντώνη μου. Είσαι ένας γλύκας !
- Πότε θάρθεις πίσω ; Μπορούμε να πάμε, της είπε ψιθυριστά να μην τον ακούσει η μάνα του.
- Θα σε πάρω τηλέφωνο. Κλείνω τώρα, γειά σου.

Η ευκαιρία για κάποια ουσιαστική αλλαγή χάθηκε με την αποχουντοποίηση. Περιορίστηκε σε λίγα στελέχη και σ' αυτά με το ελαφρυντικό του στιγμιαίου. Κανένας επιχειρηματίας ή δημόσιο πρόσωπο δεν στιγματίσθηκε από την συνεργασία  του με την χούντα, η ομαλή μετάβαση είχε και την σιωπηλή αποδοχή της κυβερνητικής "συνέχειας". Κανένας αστυνομικός, δικαστικός ή παπάς δεν λογοδότησε για την δράση του στην επταετία, η λήθη θεωρήθηκε το καλύτερο μέσον για να κλείσουν οι πληγές. Ο Χατζηδάκις επέστρεψε ήσυχα κι ο Θεοδωράκης με θόρυβο. Μερικοί υπηρέτες της Τέχνης και άλλοι, απλοί άνθρωποι του λαού, ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν πνευματικά στην χούντα. Kάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν την κραυγάζουσα αντιστασιακή δράση τους με θέσεις και αξιώματα.
Η άνοδος του ΠαΣοΚ στην εξουσία επιβεβαίωσε το ρητό "σβηστής λυχνίας πάσα γυνή ομοία" παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Αντρέα με την Δήμητρα. Εξ άλλου αυτή δεν ήταν γυναίκα υψηλού σωματικού επιπέδου όπως η Πόπη, είναι αμφίβολο αν γυναίκες τέτοιας κλάσεως συγκινούνται από πολιτικούς. Μάλλον από άκρα αντίθετα έλκονται, όπως άφραγκους ποιητές ή από χοντρόπετσους μεσήλικες με φουσκωμένο πορτοφόλι. Μέχρι κι ο Μητσοτάκης "εξυλεύθη" σαν " δρυός πεσούσης" την αγίαν μεταπολίτευση... Περί Μαρίκας και ερωμένης, ουδείς λόγος, φυσικά...

Η πληγή του Αντώνη δεν έκλεισε ποτέ παρ' όλες τις εντυπωσιακές εναλλαγές του πολιτικού σκηνικού. Δεν την ξανάδε και δεν του ξαναμίλησαν ποτέ γι αυτήν. Οταν απέκτησε αρκετή πείρα από γυναίκες -γιατί με την πολιτική δεν τα πήγαινε καλά- κατάλαβε τι θησαυρό είχε αφήσει να κυλίσει μέσα απ' τα χέρια του. Βέβαια δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως η Πόπη δεν τον χρησιμοποίησε παρά μόνο για να κάνει την δουλειά της, αλλά η πιθανότητα να τον ήθελε και να της την έσπασε με την δειλία του τον τρέλλαινε. Οπως τον τρέλλαινε και το σώμα της κάθε φορά που τόφερνε στον νου του ξέροντας πως πολύ δύσκολα θα ξανάβρισκε τέτοιας ποιότητας κορμί. Η ζωή του κύλησε ήρεμα με συνηθισμένες γυναίκες. Κάποτε σκεφτότανε  πως κάθε άντρας παντρεύεται την γυναίκα που του αξίζει, μέχρι να την χωρίσει. Οπως και κάθε λαός έχει τον κυβερνήτη που του αξίζει μέχρι να τον ρίξει στις επόμενες εκλογές, μια που η εποχή της χούντας πέρασε ανεπιστρεπτί.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Τα χοντρόσολα παπούτσια



  


 Η φωτό από τον γούγλη πάντοτε


 
Το μάτι του έπεσε πρώτα εκεί, στα χοντρόσολα παπούτσια που φόραγε, μόλις είχαν έρθει στην μόδα και δεν τα είχε ξαναδεί. Υστερα βέβαια, ανεβάζοντας τη ματιά του εντόπισε πολλά πιο ενδιαφέροντα σημεία στο κορμί της, στο πρόσωπό της, στα μαλλιά της. Ειδικά όταν χαμήλωσε να πιάσει κάτι, γυρισμένη στο πλάϊ με τα οπίσθιά της να ακουμπούν στις φτέρνες της ζήλεψε την τύχη των παπουτσιών κι ευχήθηκε μια μέρα νάρθει η δική του σειρά στο θείο άγγιγμα. Φυσικά δεν σκόπευε να μείνει στις ευχές και προσευχές.

Ητανε μία το μεσημέρι επιστρέφοντας από την υπηρεσία του η πρώτη φορά που την είδε, μέχρι τότε την άκουγε μόνο. Υπήρχαν δυο διαμερίσματα στον τελευταίο όροφο της τριόροφης κατοικίας, αυτός βάσταγε το ένα και η κάτοχος των παπουτσιών το άλλο μαζί με τον άντρα της κι ένα τουλάχιστον παιδί απ' όσα είχε ακούσει. Δεν την είχε δει μέχρι τη στιγμή που ανεβαίνοντας τις στριφογυριστές σκάλες φάνηκαν από την ανοικτή πόρτα της πρώτα τα παπούτσια της και μετά η ίδια.
Θεά.

Η πόρτα έκλεισε γρήγορα κι η οπτασία χάθηκε αλλά καμιά φορά η τύχη τα φέρνει βολικά. Πως τούρθε σε λίγο να καθαρίσει τη τζαμαρία της κουζίνας προς τον φωταγωγό που είχε ουκ ολίγη λίγδα και σκαρφάλωσε στο μπάγκο της κουζίνας για να φτάσει. Την ίδια στιγμή διαπίστωσε πως κι η θεά είχε την ίδια σκέψη και του χαμογέλαγε βλέποντας τις μάλλον αδέξιες κινήσεις του. Οταν ανοίξανε τα παράθυρα να καθαρίσουν και την έξω μεριά συστηθήκανε, αυτή γυναίκα τραπεζικού που γύρναγε στις τρισήμισυ μαζί με τον εξάχρονο γιό της κι αυτός να κάνει τη θητεία του σ' αυτόν το ξένο τόπο, απ' τις επτά μέχρι τη μία. Τον φώναξε το απόγευμα για καφέ και του γνώρισε τον σύζυγο, συμπαθέστατο και μανιώδη κυνηγό. Σε λίγες μέρες άρχισε να τον φωνάζει για φαγητό -αμαρτία να μαγειρεύεις σκοτωμένος απ' τη δουλειά, του είπε- και γίνανε κολητάρια ειδικά στο διάστημα μιάμισυ με τρεις που περιμένανε τον σύζυγο και τον γιό της  για να φάνε. Της άρεσε το χαρτάκι και τα κατάφερνε αρκετά καλά στη ξερή, βοηθούσης και της τύχης αλλά πέραν τούτου ουδέν και είχε σταματήσει να την σκέπτεται αλλιώς, ειδικά από τότε που ανέλαβε και το πλύσιμο των ρούχων του.


Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα κτύπησε τη πόρτα του μια καλοβαλμένη πιτσιρίκα  που ψιθυρίζοντας κάποιες αστείες δικαιολογίες του ζήτησε να περάσει τη νύχτα εκεί. Μετά από λίγο είχε γδυθεί μόνη της και ήταν πρόθυμη να του κάνει όλα τα χατήρια. Αισθάνθηκε λίγο άσχημα όταν αργότερα του κτύπησαν οι φίλοι του, οι γείτονες και δεν τους άνοιξε, αλλά την άλλη μέρα στο τραπέζι ο σύζυγος της θεάς έδειξε κατανόηση, κι αυτός στη θέση του το ίδιο θάκανε. "Να κάνετε λιγότερη φασαρία" του διαμαρτυρήθηκε γελώντας η θεά. Το βραδάκι τσούπ, η πιτσιρίκα ήρθε πάλι, αυτή τη φορά είχε φέρει και προμήθειες για την ολονυκτία, ουΐσκι και ξερούς καρπούς. Κάποια στιγμή, μαύρα μεσάνυκτα άκουσε ένα δυνατό γυναικείο βογγητό  από το διπλανό διαμέρισμα " ωχ, κάτι θάπαθε η θεά μου" είπε κι ετοιμάστηκε να πάει να βοηθήσει. "Κάτσε κάτω" του είπε η πιτσιρίκα "θα το φχαριστιέται η κυρία, δεν το κατάλαβες ;". Το βογγητό ακούστηκε χαμηλότερο μερικές φορές ακόμα και πραγματικά το πρωΐ που της κτύπησε τη πόρτα με μια αστεία δικαιολογία, απλά και μόνο για να την τσεκάρει, η θεά είχε σημάδια "προηγηθείσης ευτυχίας".
Η πιτσιρίκα ήρθε μερικά βράδια ακόμα κι εξαφανίστηκε όπως περίπου είχε εμφανισθεί. 

" Ωχ, θα μου ξανάρθει να μου πει πως είναι έγκυος σε κάνα μήνα" είπε στη θεά του ο νέος και άρχισαν να καταστρώνουν μαζί το σχέδιο αντιμετώπισης που περιλάμβανε κι ένα γυναικολόγο, ξάδερφο της θεάς.
Πιτσιρίκας απούσης ξανάρχισαν να παίζουν ξερή αλλά τώρα η τύχη δεν την πολυ βοηθούσε, ίσως γιατί άρχισε πάλι να φοράει τα χοντρόσολα παπούτσια, της το είχε πει πως εκεί έπεσε το μάτι του  όταν την πρωτοείδε. Πραγματικά σε κάνα μήνα η πιτσιρίκα εμφανίσθηκε ως εγκυμονούσα και αντιμετωπίσθηκε παγερά και στα πλαίσια της συνυπευθυνότητας. Βοήθησαν μάλλον και τα λόγια που της είπε ιδιαιτέρως η θεά, που αποδείχθηκε πληροφορημένη για το παρελθόν της πιτσιρίκας κι έτσι δεν ξαναφάνηκε.
Μετά από αυτό το περιστατικό άρχισε να παρατηρεί κάποιες διαφορές επάνω στην θεά του. Εβρισκε πως ο χαρακτήρας της είχε λίγο βαρύνει όπως και το βλέμμα της. Ειδικά ένα μεσημέρι που καθώς μαγείρευε με τη νυχτικιά και τις παντόφλες της όταν,
χωρίς να το θέλει, από μια αδέξια κίνηση τα χέρια του βρέθηκαν στα στήθια της. Λίγες μέρες πριν κάτι παρόμοιο το είχε αντιμετωπίσει μ' ένα κελλαριστό γέλιο της, ενώ τώρα με απόλυτη σιωπή και μια μάλλον επιτηδευμένη ενόχληση. Αποφάσισε να μάθει τι γίνεται προκαλώντας την μ' ένα στοίχημα στη ξερή :
- Αν κερδίσεις θα σου αγοράσω τον δίσκο που σ' αρέσει, αν χάσεις θα μου μαγειρέψεις το φαγητό που μ' αρέσει.
- Θα σε κερδίσω, του είπε ανόρεκτα.
- Μεγάλα λόγια μη λες, με μηδέν θα χάσεις.
Η παρτίδα είχε φτάσει στη μέση και η θεά δεν είχε γράψει ακόμα πόντο, ο αντίπαλος την δούλευε
- Με μηδέν θα χάσεις.
- Ο,τι στοίχημα θέλεις, με μηδέν δεν χάνω.
- Ενα φιλί ερωτικό ;
- Κι εσύ τι θα χάσεις ;
- Δούλος σου για δυο μέρες, να με κάνεις ό,τι θέλεις !
Τον κοίταξε με αθώα κακία.
- Ο,τι θέλω ;
- Ναι, ότι θέλεις !
- Πάει ! να σε δω να σφουγγαρίζεις τις σκάλες και τι στον κόσμο !
Η παρτίδα έγινε πλέον ο στόχος της ζωής του. Ενδόμυχες προσευχές στη θεά τύχη και απέραντη προσήλωση στο παιχνίδι, τόση που δεν έβλεπε πως η θεά ήθελε να χάσει, μόνο στην τελευταία χαρτωσιά όταν έκανε κάποιο χοντρό λάθος για να μη πάρει πόντο και ζήτησε να πάρει το φύλλο της πίσω, το κατάλαβε και την έβγαλε από τη δύσκολη θέση :
- Το χαρτί έφαγε χώμα, ας πρόσεχες. Εχασες.
Ετοιμάστηκε να πάρει το έπαθλό του όταν την είδε να του λέει ένα λεπτό, να πηγαίνει στη κάμαρά της και να γυρίζει φορώντας τα χοντρόσολα παπούτσια της αντί για τις παντόφλες, το νυχτικό δεν το άλλαξε.
Την αγκάλιασε για να την φιλήσει ενώ αυτή ακίνητη είχε το ύφος της γυναίκας που κάνει αγγαρεία αλλά δεν προχώρησε. Κατέβηκε στα πόδια της και χαϊδεύοντας τις κνήμες της, της έβγαλε απαλά τα παπούτσια. Βαστώντας με το ένα χέρι την φτέρνα πέρασε ένα δάκτυλό του άλλου χεριού από την πατούσα της μέχρι τα ακροδάκτυλα. Την αισθάνθηκε να ανατριχιάζει. Υστερα το δάκτυλό του γύρισε πίσω και ακολούθησε την εσωτερική γραμμή του ποδιού της μέχρι τη ρίζα του όπου βρήκε τον στόχο του. Οταν ξανανανέβηκε να την φιλήσει η μάσκα της αγγαρείας είχε φύγει από το πρόσωπό της. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του και σε λίγο η κραυγή της βγήκε δυνατή αλλά δεν ξεπέρασε τους τοίχους του σπιτιού της.


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Το τρόπαιο




Το τρόπαιο ήταν κρεμασμένο στην κεραία του αυτοκινήτου δίπλα από το παράθυρο του οδηγού αλλά πιο ψηλά, έξω από το οπτικό του πεδίο και το είχε ξεχάσει. Το μυαλό του ήταν γεμάτο από τις όμορφες εικόνες και τους ήχους της μέρας. Οδηγούσε εντελώς μηχανικά και βασανιστικά αργά, προσπαθώντας να επιμηκύνει την νιρβάνα που ζούσε. Αναπόφευκτα το αυτοκίνητο έφτασε στο τέρμα της διαδρομής του και μαζί ήρθε και η αναπόφευκτη στιγμή των αποχαιρετισμών. Βγήκε από το αυτοκίνητο και περνώντας μπροστά από το καπό, της άνοιξε την πόρτα. Απέφευγε να πάει από την πίσω πλευρά του αμαξιού ξέροντας πως αυτό το κάνουν οι σωφέρ κι αυτός ήθελε να είναι ευγενικός αλλά όχι δουλικός μαζί της. Αγκαλιάστηκαν αμέσως μόλις βγήκαν κι άρχισαν τα μακρόσυρτα φιλιά τους. Αργά την νύχτα δεν υπήρχε ψυχή να τους δει και κοίταζαν να καλύψουν τον χαμένο καιρό μέσα στο αμάξι όπου το οδήγημα απαιτούσε να χαϊδεύει μόνο ο ένας τα μαλιά του άλλου.
"Θα αργήσεις" του είπε  ξεκολλώντας προσωρινά από πάνω του. 
" Εχεις δίκιο" της απάντησε κι έκανε να φύγει αλλά του έπιασε το χέρι  και οδηγώντας το μέσα από τη φούστα στην γυμνή σάρκα της, τον ρώτησε με λατρεία " Ξέχασες τίποτε ;"

Ηταν τα χαράματα μιας όμορφης καλοκαιρινής μέρας όταν ξεκίνησαν την εκδρομή τους αναζητώντας τη δροσιά στα ψηλά. Είχαν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εξαφανίζοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους τον καθημερινό τους εαυτό ζούσαν κάθε δεκαπέντε μέρες μια μέρα όπως θέλανε, μια ανάσα από την κουραστική ρουτίνα των δεσμεύσεών τους. Ηταν η συμφωνία τους και η προσπάθεια να διαφυλάξουν τη σχέση τους, μια σχέση έξω από τις συμβατικότητες και τα τετριμένα, Μια σχέση στηριγμένη στην απόλυτη ειλικρίνεια και φυσικά ή μάλλον υποχρεωτικά ... παράνομη.
Το αυτοκίνητο κέρδιζε συνεχώς υψόμετρο μέχρι που στα χίλια τετρακόσια ένα συμπαθητικό χωριουδάκι φάνηκε μεσ' στην πρασινάδα. Η ώρα θα πλησίαζε τις δέκα όταν μπήκαν πιασμένοι χέρι-χέρι στο καφενειο του χωριού, γεμάτο από χωρικούς που απολάμβαναν το καφεδάκι τους μετά την πρωϊνή γεωργική εργασία.
Δεν υπήρχε γυναίκα μέσα στο καφενείο-που ακούστηκε τέτοιο πράμα στο χωριό ;- όλες ήτανε στα σπίτια τους ετοιμάζοντας το μεσημεριανό φαΐ κι απλώνοντας τραχανά. Οι καφενόβιοι έτρωγαν με τα μάτια τους την πρωτευουσιάνα με την μίνι φούστα και το βαθύ ντεκολτέ στο στήθος, το μυαλό τους πήγαινε μια στη γυναίκα τους και μια στη κατσίκα τους, ίσως γιατί τους τη θύμιζε στη γύμνια. Ατάραχο το ζευγαράκι διάλεξε ένα γωνιακό τραπεζάκι και παράγγειλε δυο χαμομήλια κι ένα τάβλι. Κάνοντας τον σταυρό του το γκαρσόνι  απομακρύνθηκε να εκτελέσει την παραγγελιά. Σε λίγο όλο το καφενείο ψιθύριζε  κλείνοντας πονηρά το μάτι " Δικοί μας είναι αφού πίνουν χαμομήλι, θα κρυώσανε φαίνεται, το βράδυ είχε ψύχρα στο δασάκι".
Το χαμομήλι άχνιζε και τα ζάρια άστραφταν μα ο αγώνας ήταν άνισος γιατί πέρα από την γνώση η τύχη ήταν μονόπλευρα με τον οδηγό και πριν καλά-καλά κρυώσουν τα ροφήματα το σκορ ήταν κοντά στο πέντε-μηδέν. Ολο το καφενείο παρακολουθούσε, δήθεν αδιάφορα, με την άκρη των ματιών. Η ρέντα συνεχιζότανε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του με την τελευταία ζαριά "Ξέρεις την ποινή για όποιον χάνει με μηδέν, έτσι δεν είναι ;".

 Περίμενε να την δει να σηκώνεται και να βαδίζει προς την τουαλέττα αλλά αυτή ψύχραιμη, με το χαμόγελο στα χείλη και κοιτώντας τον στα μάτια, έβαλε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι και τα ξανάβγαλε προσφέροντας του το εσώρρουχό της. Ενας ψίθυρος διέτρεξε το καφενείο απ' άκρη σ' άκρη. Μερικοί δεν είχαν πάρει χαμπάρι τι έγινε και ρωτούσαν ενώ πολλοί αρνιότουσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Ελαφρά αμήχανος ο νικητής το βάσταγε στο αριστερό του χέρι μέχρι να πιούν το χαμομήλι τους. Μετά, βγαίνοντας απ΄το καφενείο το έδεσε στην κεραία του αυτοκινήτου, τρόπαιο μιας μέρας. " Θα σου επιστραφεί με το τέλος της ημέρας" της είπε κι αυτή τον φίλησε δίχως ίχνος κακίας. Οι μισοί θαμώνες του καφενείου είχαν βγει έξω από την αίθουσα και τους κοίταζαν. Ενας τους έβρισε αλλά δεν τούδωσαν σημασία, μπήκαν στο αμάξι και συνέχισαν την εκδρομή τους. Είχαν πολλά να κάνουν μεχρι το βράδυ.  

Ξεκρέμασε το εσώρρουχό της και της το έδωσε. Την κοίταζε να το φοράει με κινήσεις ζαρκαδιού και στα μάτια του ξανάπαιξαν οι εικόνες από την υπέροχη μέρα που πέρασε μαζί της. Στο δρόμο για το σπίτι του δάκρυσε. Δεν ήταν τόσο γιατί δεν είχε το θάρρος να της ζητήσει να είναι κάθε μέρα μαζί όσο γιατί ήξερε πως έτσι θα το σκότωνε μια ώρα αρχύτερα. 
Πριν μπει στο σπίτι του σκούπισε τα μάτια του να αποφύγει τις περιττές ερωτήσεις, πήρε το μισοαδιάφορο, χαζοχαρούμενο ύφος του  και είπε στη γυναίκα του πόσο του έλειψε όλη τη μέρα, αυτό ήταν που ήθελε να ακούσει.


Το τραγούδι που ήθελα για επιδόρπιο υπάρχει στην ίδια ανάρτηση στον βενάρδο τον ερημίτη

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Αυτοκριτική



Ο μοναχικός συγγραφέας είχε βάλει στο μάτι την γυναίκα του πλησίον του. Δεν ήξερε γιατί. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα ούτε του είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον, μάλλον του είχε μπει η ιδέα πως μια περιπέτεια μαζί της θα ξεκόλλαγε το μυαλό του και θα μπορούσε επιτέλους να γράψει το επόμενο αριστούργημά του, αυτό που υπήρχε ήδη στο κεφάλι του αλλά ήταν τόσο μπερδεμένο. Το πρόβλημά του ήταν πως είχε χάσει το θράσος ή την αδιαφορία της νεότητάς του, τον ενοχλούσε πως ήξερε τον σύζυγο, του μίλαγε σχεδόν κάθε μέρα, ήταν γείτονες. Θα προτιμούσε να μην έχει επαφές μαζί του, να μην χαίρεται για την άγνοιά του. Για την γυναίκα του δεν είχε αμφιβολία, ήξερε καλά πως στις γυναίκες μετά τα πενήντα τέτοιες πράξεις έχουν γι αυτές την έννοια της ευπρόσδεκτης δωρεάς, γίνονται αποδεκτές με ενθουσιασμό αλλά και σιωπηλά. Ακόμα και όταν για αστείο είχε πει σε κάποια, κάποιας ηλικίας να τον επισκεφθεί φορώντας φούστα αλλά χωρίς κυλόττα ήρθε να του αποδείξει σηκώνοντας το ρούχο της  πως ήταν  έτοιμη και "τοις κείνου ρήμασι πειθομένη".

Δεν ήταν συνηθισμένος συγγραφέας, έγραφε σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο που ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να το υποπτευθούν και μετρημένοι στο δάκτυλα του  ενός χεριού αυτοί που μπορούσαν να το καταλάβουν. Το λογοτεχνικό ταλέντο του έκανε τα βιβλία του σχετικά αρεστά στο κοινό όπως οι ερωτικές σκηνές κάνουν ενδιαφέρουσα μια κινηματογραφική ταινία υψηλής διανόησης. Μπορεί το πολύ κοινό να μην καταλαβαίνει τι γίνεται στην ταινία αλλά βλέπει την κορμάρα της τάδε, ικανοποιείται  και το παίζει και κουλτουριάρης στους άλλους.
" Ο Σκηνοθετίδης ; Ααα, φοβερός σκηνοθέτης, όλο νοήματα. Και τι τέχνη στον φακό, στο μοντάζ, πως διαλέγει τα σενάρια, ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης ! "
Στην πραγματικότητα το κοινό δεν καταλάβαινε τίποτε αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία αφού το είχε δημιουργήσει ο διάσημος Σκηνοθετίδης που φυσικά  δεν τον ήξερε προσωπικά και ούτε ποτέ του είχε ζητήσει την γνώμη του. Εξ άλλου του είχε εμπιστοσύνη, για να το κινηματογραφήσει αυτός έτσι, κάτι θα ήξερε και φυσικά δεν θα τον ρώταγε ποτέ αν κατάλαβε το έργο. Είναι σίγουρο πως το ίδιο έργο αν το υπέγραφε κάποιος ... Αγνωστίδης θα πήγαινε άπατο.

Κάτι άστραψε μέσα του. Θυμήθηκε τις δικές του εμπειρίες όταν σ' ένα δύσκολο βιβλίο του, ζήτησε την γνώμη των αναγνωστών του. Κάποιοι λίγοι άγνωστοι του έστειλαν την κριτική τους με ημέιλ, ήταν οι ελάχιστοι που είχαν πάρει μυρουδιά από το βιβλίο του κι ένας τον έβρισε. Του έκανε εντύπωση πως κανένας δεν του έγραψε απορίες ή δεν του ζήτησε διευκρινήσεις για σημεία που δεν κατάλαβε. Μετά έψαξε τους γνωστούς του, τις καθημερινές συναναστροφές. Πάλι τα ίδια. Κανείς δεν είχε απορία, κανείς δεν ήθελε να συζητήσουν το βιβλίο του. Πρόσεξε πως πολλοί από τότε που αγόρασαν το βιβλίο του εξαφανίσθηκαν από την ζωή του.
Το φιλοσόφησε.
"Οταν κάτι δεν καταλαβαίνεις, αν δεν ξέρεις τον δημιουργό, τον φαντάζεσαι σαν μια μεγαλοφυΐα και δέχεσαι ό,τι σου σερβίρει κι ας μη το καταλαβαίνεις. Οταν όμως ξέρεις τον δημιουργό, το βλέπεις καθημερινά και τον θεωρείς άνθρωπο σαν και σένα, δεν μπορείς να δεχθείς πως αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι μεγαλοφυές, προτιμάς να το χαρακτηρίσεις μαλακία. Αν φυσικά ξέρεις προσωπικά τον δημιουργό αυτά τα σκέπτεσαι αλλά δεν του τα λες, αποφεύγεις τις κουβέντες μαζί του"

Ενα σαρδόνιο χαμόγελο αποτυπώθηκε τα χείλη του. Επιασε ένα αντίτυπο από το πιο στριφνό του έργο κι άρχισε να γράφει μια αφιέρωση στον άντρα της γειτόνισσάς του...

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ο θείος μου κι εγώ

 

Ο θείος μου κι εγώ δεν είχαμε συγγενική σχέση. Μόνο αγάπη κι αλληλοεκτίμηση ο ένας για τα προσόντα του άλλου και μια κοινή ροπή στην καλώς εννοουμένη αλητεία- αν μπορεί να περιγράψει κάποιος έτσι τις χίπικες συνήθειες δυο μεσηλίκων.
Φυσικά το "θείος" το χρώσταγε το ότι ήταν μεγαλύτερος αλλά και στην πολυετή θητεία του στο εξωτερικό που του είχε δώσει μερικά από τα χαρακτηριστικά του "θείου από το Αμέρικα", η γενναιοδωρία ήταν ένα από αυτά. Ο "ανηψιός"  κρατούσε τις ισορροπίες με λεπτές επεμβάσεις όταν ήταν αναγκαίο στα έξοδα, ο θείος στα "έσοδα", δηλαδή στις γυναίκες που μπαίναν περιοδικά στην παρέα, σαν μεγαλύτερος ήταν περισσότερο εγκρατής.
Θαυμάζαμε το ωραίο σε όλες τις εκφάνσεις του από το άγουρο στήθος μιας δωδεκάχρονης κοπέλλας μέχρι το μολυβί χρώμα στα σύννεφα της καταιγίδας. Αυτό το χρώμα ήταν που μας τράβηξε στην κορυφή ενός λόφου να το θαυμάσουμε από "πιο κοντά" ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, μαζί με δυο γυναίκες. Ανεβαίναμε γρήγορα να προλάβουμε το φως της μέρας ενώ τα σύννεφα μας πλησίαζαν από την αντίθετη κατεύθυνση. Οταν φτάσαμε είχαν σχεδόν καλύψει όλον τον ουρανό κι ένα ελαφρό αεράκι προειδοποιούσε για την δυνατή βροχή. Το τοπίο έπαιρνε όλες τις σκούρες αποχρώσεις των χρωμάτων και η θάλασσα φαινόταν μωβ με μικρά άσπρα κυματάκια. Μπορεί στον λόφο να υπήρχε σχεδόν νηνεμία αλλά κάτω φυσούσε. Τα στοιχεία της φύσης συνέχιζαν το ανακάτεμά τους περιμένοντας το ξέσπασμα που ήρθε με την λάμψη της πρώτης αστραπής. Αμέσως, σαν λυμένα σκυλιά γεροί άνεμοι ξεφύτρωσαν από παντού και χοντρές στάλες βροχής μας κτύπαγαν σχεδόν οριζόντια. Ηταν το ξεκίνημα της καταιγίδας το οποίο υποδεχθήκαμε ουρλιάζοντας από χαρά μέχρις ότου το τελευταίο τετραγωνικό εκατοστό υφάσματος στα ρούχα μας να πολλαπλασιάσει το βάρος του από το νερό που συγκρατούσε. 
Οι γυναίκες μετά από μερικά επιφωνήματα θαυμασμού για όσα πρωτόγνωρα έβλεπαν, άρχισαν την γκρίνια για την βροχή, τους χάλαγε το ρίμμελ.  Βρήκαμε καταφύγιο σε μια μισογκρεμισμένη στάνη λίγο πιο κάτω και θαυμάζαμε την θέα όπως αχνοφαινότανε πίσω από τις πυκνές σταγόνες της βροχής μέχρι το σκοτάδι να καλύψει τα πάντα.  Βγάλαμε τα ρούχα μας να στεγνώσουν και  αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα εκεί. Βολευτήκαμε με όσα πράγματα κουβαλούσαν οι γυναικείες τσάντες, τα χαρτομάντηλα ήταν τα πιο πολύτιμα από αυτά. Καμμιά φορά χωρίς φαΐ, χωρίς ποτό, χωρίς ρούχα, χωρίς φως και χωρίς κρεβάτι περνάς καλύτερα.

Μετά από λίγες ώρες  ο ουρανός καθάρισε ενώ ένα φεγγάρι έφεγγε αρκετά. Οι γυναίκες θέλανε να τις συνοδεύσουμε στο χωριό αλλά εμείς είχαμε αποφασίσει να μείνουμε και τελικά φύγανε μόνες τους. Νοιώσαμε πιο ξανάλαφροι και χαζοκοιμηθήκαμε χωρίς τύψεις.

Την επαύριον της καταιγίδας, με το σκαρφάλωμα του ήλιου στη ράχη των βουνών είδαμε την θάλασσα. Ητανε ήρεμη, σαν να μη φύσηξε ποτέ άνεμος, γλυκοχρωματισμένη και ποθητή σαν την γυναίκα που κοιμάται ανάσκελα. Κατεβήκαμε τον λόφο τρέχοντας μέχρι την ακτή.

Προσκυνήσαμε και τραβήξαμε πέρα ψάχνoντας τα χνάρια που άφησαν οι αστραπές.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο δολοφόνος πάντα ξαναγυρίζει στον τόπο του εγκλήματος





Ο δολοφόνος πάντα ξαναγυρίζει στον τόπο του εγκλήματος.
Αυτή η φράση του ήρθε στο νου καθώς σηκώθηκε από το κρεβάτι να πάει στην τουαλέττα. Ειδικά αν ο τόπος είναι νησί, σκέφτηκε, το κάθε νησί έχει τους δικούς του νόμους κλεισμένους τα γύρω από τη θάλασσα.
 Ηταν σαν ένα κινούμενο μείγμα θάρρους και αγωνίας, με την περηφάνεια της κατάκτησης στο βλέμμα και τον φόβο καρφωμένο στο πίσω μέρος του μυαλού του. Η κατάκτησή του στριφογύριζε γουργουρίζοντας στο κρεβάτι περιμένοντας ένα δεύτερο γύρο κι ο άντρας της κοιμότανε ένα δωμάτιο παραδίπλα. "Μη φοβάσαι, δεν ξυπνάει την νύχτα" του είχε πει όταν τον έβαζε μέσα και την πίστεψε, όσο μπορεί να πιστέψει κάποιος ένα βράδυ αυτήν που γνώρισε το πρωΐ. Την είχε βέβαια δέκα χρόνια στο μυαλό του από την πρώτη φορά που την είδε φευγαλέα στο αστυνομικό τμήμα και χαράκτηκαν στην μνήμη του τα λόγια του χωροφύλακα στους τέσσερις νεαρούς " Αμα της κολλήσετε, θα φάτε καλά, η κυρία τα θέλει".
Ισως ήταν η πιο σεξουαλική γυναίκα που είχε δει στη ζωή του και δέκα χρόνια μετά διατηρούσε ακόμα την φλόγα στα μάτια και αρκετά καλά το σώμα της. Τώρα βέβαια που την γνώριζε καλύτερα καταλάβαινε πως δεν είχε τόσο σημασία η σάρκα της  όσο αυτή η αχαλίνωτη σεξουαλικότητα που ανέδιδε το είναι της και προκαλούσε κάθε αρσενικό να συνευρεθεί μαζί της. Τότε φυσικά είχε πάρει τα λόγια του χωροφύλακα αψήφιστα- ήτανε άλλωστε μόνο είκοσι χρονών- δέκα χρόνια αργότερα είχε μάθει πως οι μεγάλες αλήθειες λέγονται στα ίσα και απότομα και φυσικά δεν τις πιστεύει κανένας.

Η πρώτη φορά που το κατάλαβε ήταν στο Ναυτικό που τον είχε ξαναστείλει στο νησί της. Οντας βαθμοφόρος λίγο μετά την χούντα γρήγορα διαπίστωσε πως ο διαχωρισμός της τότε μόδας σε χουντικούς και δημοκρατικούς αξιωματικούς, λόγω της ιστορίας με το "Βέλος", δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον διαχωρισμό των οπαδών σε παναθηναϊκούς και ολυμπιακούς. Δεν ήταν θέμα ιδεολογίας αλλά επιλογής στρατοπέδου για την συνέχιση της καριέρας από το σημείο όπου οι προαγωγές γίνονταν κατ' επιλογήν πλέον και όχι κατ' αρχαιότητα. Ηδη με το πεσιμο της χούντας κάποιοι αμείφθηκαν και κάποιοι τιμωρήθηκαν για την επιλογή τους και πλέον πόνταραν στο δίπολο Νουδού ή Πασόκ με το ίδιο σκεπτικό για την συνέχεια της καριέρας τους. Οντας αποστασιοποιημένος από αυτά τους έλεγε στα ίσα την πολύ άσχημη γνώμη του για αυτούς, προσέχοντας απλά να μην τονίσει κανένα σημείο της φράσης του. Ηταν εκπληκτικό κανένας δεν έδινε σημασία στα λόγια που έλεγε, υπνωτισμένοι από τον γλυκό τόνο της ομιλίας του νόμιζαν πως συμφωνεί μαζί τους.  Αυτή ήταν η μικρή καθημερινή εκδίκησή του αλλά κι ένα μεγάλο- και χρήσιμο όπως αποδείχθηκε αργότερα- μάθημα να βρίσκει αλήθειες εκεί που δεν το περιμένει κανείς.
Στα δυο χρόνια που έμεινε στο νησί της δεν την είδε ποτέ, απασχολούσε βέβαια το μυαλό του πότε-πότε αλλά η αφθονία των τουριστριών στο νησί δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για εμμονές. Ακουγε βέβαια διάφορα σχόλια γι αυτήν αλλά ποτέ με την ίδια αφοπλιστική ειλικρίνεια του χωροφύλακα. Αντίθετα συνάντησε πολλές φορές τον σύζυγό της που δεν αναγνώριζε στο καλοξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού αξιωματικού τον μουσάτο νεαρό που είχε στείλει μια νύχτα στο κρατητήριο μερικά χρόνια πριν όταν ήταν διορισμένος από την χούντα πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Φυσικά και μετά την χούντα εξακολουθούσε να είναι μέλος της "καλής κοινωνίας" του νησιού -με δημοκρατικό προσωπείο πλέον- όπου η παρουσία των βαθμοφόρων ήταν επιθυμητή όπως το αλατοπίπερο στο φαγητό γιατί πολλοί από αυτούς θα έπιαναν καλές θέσεις μετά την θητεία τους. Είχε μάθει γι αυτόν πως διατηρούσε μια επιχείρηση με ενοικιαζόμενα δωμάτια στην οποία ήταν αφοσιωμένη, ψυχή τε και σώματι, η καθ' όλα άξια σύζυγός του. Ο ίδιος ασχολιότανε με τα κοινά την ημέρα και το βραδάκι πήγαινε στην παρέα του μέχρι τις 10 -γιατί κοιμόταν νωρίς- μόνος χωρίς την σύζυγο όπως επιτάσσουν οι αρβανίτικες συνήθειες του νησιού. Οταν τελειώνοντας την θητεία του έφυγε απ' το νησί χορτασμένος τουρίστριες θυμήθηκε το παπούτσι από τον τόπο του- και τι παπούτσι !- και υποσχέθηκε στον εαυτό του να γυρίσει για να κανονίσει κάποιες "λεπτομέρειες". Πάντα βαστούσε τις υποσχέσεις του.

Οι τέσσερις νεαροί είχαν πάρει το καραβάκι για το νησί για να περάσουν ένα διήμερο. Ηταν τρεις «νορμάλ» κι ένας μουσάτος που είχε συμπεριληφθεί στην ομάδα από την επιμονή ενός εξ  αυτών. Οι άλλοι δύο είχαν τις αντιρρήσεις τους, είχαν ήδη στην καμπούρα τους δυο προσαγωγές στο τμήμα για εξακρίβωση μόνο και μόνο γιατί κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τον μουσάτο. Επί χούντας, τότε που ο Παττακός μέτραγε το μήκος της μίνι-ζυπ, το μούσι ήταν ένδειξη αναρχοκομμουνιστή έως εαμοβούλγαρου. Από την άλλη ο μουσάτος είχε την δική του αντίληψη περί αισθητικής κι ας μη χώραγε στα καλούπια της εθνοσωτηρίου.  Φθάνοντας στο νησί έκαναν ότι κάνουν όλοι, έκλεισαν δωμάτια, μπάνιο, ξεκούραση, ταβέρνα και το βραδάκι βόλτα στην παραλία. Ενας από αυτούς είχε έναν αναπτήρα Ρόνσον ασημένιο, ήταν πολύ μαστ την εποχή εκείνη κι ένας άλλος από την παρέα τον επεξεργαζόταν μέχρι να του πέσει στη θάλασσα. Τα νερά ήταν περίπου στα δυο μέτρα κι ο αναπτήρας γυάλιζε ξαπλωμένος στον βυθό. Ο δράστης αποφάσισε να βουτήξει κι άρχισε να γδύνεται μέχρι να μείνει με το σώβρακο με τις ζητωκραυγές της παρέας του και τις πλακατζίδικες παροτρύνσεις «Βγάλτα όλα !»  Σύντομα βγήκε με το λάφυρο με τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες των υπολοίπων όταν κάποιος μεσόκοπος πλησίασε με κακιασμένο βλέμμα και δείχνοντας με το δάκτυλο τον μουσάτο στον χωροφύλακα που τον συνόδευε φώναζε έξαλλος :
-Αυτός, αυτός με κορόιδευε όταν περνούσα πριν από λίγο !
. Ο μουσάτος με τους φίλους του αλληλοκοιτάχθηκαν. Κανένας δεν καταλάβαινε τίποτε.
-Να τον συλλάβεις, όργανο! Δεν μπορεί ένας μαλλιάς να κοροϊδεύει την εξουσία!.
Ο μουσάτος προσπάθησε να φανεί λογικός
- Πότε σας κορόϊδεψα κύριε ;
- Πριν από λίγο περνούσα από το απέναντι πεζοδρόμιο και με χειροκροτούσες ειρωνικά !
-Ασε μας χριστιανέ μου, ούτε που σε είδα, εγώ τον φίλο μου χειροκρόταγα  που θα βούταγε νυχτιάτικα. Ο,τι θέλεις λες.
Ο κακιασμένος δεν τούδωσε καμμία σημασία.
- Να τον συλλάβεις αλλιώς θα σε βγάλω αναφορά στον διοικητή σου, είπε στο όργανο.
Ο κακομοίρης ο χωροφύλακας κοίταξε να τα συμβιβάσει :
- Δεν του ζητάς μια συγγνώμη, νεαρέ, να λήξει το ζήτημα ; Μια συγγνώμη δεν θα ήταν αρκετή κύριε πρόεδρε ;
- Μόνο αν είναι ειλικρινής και μου την ζητήσουν κι οι τέσσερις !
Αμέσως οι τρεις φίλοι του μουσάτου  είπαν συγγνώμη χασκογελώντας πίσω απ' τα μουστάκια τους.
-Εγώ δεν ζητάω συγγνώμη για κάτι που δεν έκανα, έμπηξε τα πόδια ο μουσάτος.
"Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, πες μια συγγνώμη να πάμε σπίτια μας, νυχτιάτικο" τον βομβάρδιζαν χωροφύλακας και φίλοι, τίποτε αυτός, εκεί, "δεν ζητάω συγγνώμη αφού δεν έκανα τίποτε".
Μετά από καμιά ώρα διαβουλεύσεων πήραν όλοι μαζί τον δρόμο προς το τμήμα όπου ο χωροφύλακας έστειλε μήνυμα στην Ασφάλεια για να ελέγξει το ποιόν των νεαρών και προσπαθούσε να πείσει τον πρόεδρο να μην κάνει μήνυση " Θα τους βαστήξω εδώ όλο το βράδυ για τιμωρία" έλεγε για να τον καλμάρει, "δεν χρειάζεται να αναστατώσουμε την υπηρεσία".
Τότε φάνηκε αυτή.
Ανήσυχη που δεν είχε έλθει ο άντρας της στην ώρα του, τον έψαχνε ρωτώντας, ώσπου να καταλήξει στο Τμήμα. Φορούσε μόνο ένα πράσινο φορεματάκι που τόνιζε τα πολλαπλά προσόντα της και τα σανδάλια της. Κανένα εσώρρουχο δεν διαγραφότανε στην σιλουέττα της. Μεγάλα μάτια άβαφα, χείλη σαρκώδη, μαλλί μαύρο κατσαρό και λευκή επιδερμίδα συνέθεταν αυτήν την οπτασία. Η παρουσία της ήταν καταλυτική, οι πάντες παραδόθηκαν. Μόλις ενημερώθηκε στάθηκε μπροστά στον μουσάτο :
- Εσύ είσαι το κακό παιδί που δεν ζητάς συγγνώμη, του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Ο μουσάτος τρελλάθηκε, ηθελε να ζητήσει συγγνώμη και να κάνει οτιδήποτε για χάρη της αλλά δεν πρόλαβε. Αποφασιστικά η κυρία πήρε τον σύζυγό της αγκαζέ και ξεκίνησε να φύγει λέγοντας :
-Δεν πειράζει, νεαρέ, αφού μάλλον δεν το έκανες επίτηδες.
Ο χωροφύλακας πήρε την καθησυχαστική απάντηση από την Ασφάλεια και άφησε ελεύθερα τα παιδιά δίνοντας τους τις συμβουλές για το ποιόν της κυρίας. Εκαναν πως δεν το πρόσεξαν αλλά ο μουσάτος το είχε καλά αποθηκευμένο στο μυαλό του. Τα δυο χρόνια της θητείας του στο νησί της περίμενε να την συναντήσει τυχαία μα δεν την πέτυχε και τα έβαλε με την αναβλητικότητά του. Από την άλλη όμως το εύρισκε σωστό, αισθανότανε πολύ πιο ώριμος τώρα, γιατί με τις εμπειρίες από την θητεία του είχε μάθει καλά να επικεντρώνεται στον στόχο.

Ηρθε στο νησί της μια καθημερινή πρωΐ και πήγε κατευθείαν σπίτι της ζητώντας ένα δωμάτιο για να μείνει. Ηταν εκτός σεζόν και όπως το φανταζότανε είχε κλείσει το συγκρότημα των δωματίων και δούλευε μόνο τα δυο δωμάτια που περίσσευαν από το δικό της σπίτι. Τον κοίταξε με περιέργεια :
-Θα καθήσετε μέρες ;
- Σίγουρα μια μέρα, για τις υπόλοιπες εξαρτάται.
-Από τι ;
- Θα καθήσω μέχρι να σας δω να φοράτε το πράσινο φορεματάκι που βάλατε για να πάτε στην αστυνομία πριν δέκα χρόνια.
- Εσείς ;
- Εγώ. Είχα μούσι τότε, που να με γνωρίσετε.
- Μισό λεπτό.
Γύρισε μέσα στο πράσινο φορεματάκι που τώρα φαινόταν ακόμα  πιο προκλητικό επάνω της μιας και δεν χωρούσε εύκολα τα λίγα παραπάνω κιλά που είχαν προστεθεί στα κάλλη της.
Κατάλαβε το νόημα της κίνησής της και την αγκάλιασε:
- Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Είσαι ολόιδια, για να μην πω ομορφότερη.
Του χάιδεψε το πρόσωπο και βγήκε απαλά από την αγκαλιά του :
-Οχι τώρα, είναι επικίνδυνο. Ελα το βράδυ  μετά τις 11 στο δωμάτιό μου, δεύτερη πόρτα δεξιά μόλις βγεις. Η τουαλέττα είναι στ' αριστερά σου. Φεύγω τώρα, να μην δώσω αφορμή. Καλή διαμονή.
- Κι ο σύζυγος ;
-Θα τον βάλω να κοιμηθεί στο δωμάτιο ανάμεσά μας για να με προσέχει από σένα, του είπε γελώντας.
Τον είδε απορημένο.
-Μην ανησυχείς μετά τις δέκα και μισή δεν τον ξυπνάει ούτε αεροπλάνο ! του πέταξε φεύγοντας.

Στην τουαλέττα τώρα έβλεπε τον εαυτόν του στον καθρέπτη κι αναρωτιότανε αν όλα αυτά τα ζούσε ή τα ονειρευότανε. Η επιθυμία του για ένα δεύτερο γύρο άρχισε να φουντώνει και κινήθηκε στον διάδρομο προς το δωμάτιό της. Είχε περάσει την πόρτα του όταν άνοιξε η πόρτα του διπλανού δωματίου και εμφανίσθηκε ο πρόεδρος με τις γραφικές πυτζάμες του να πηγαίνει προς νερού του.
" Καλησπέρα", του είπε, φροντίζοντας ο τόνος της φωνής του να είναι όσο πιο φυσιολογικός μπορούσε. Ο πρόεδρος μπερδεύτηκε. Κάτι του θύμιζε αυτός ο νεαρός αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί που τον είχε δει. " Ω, τον αγαπητό" αντεφώνησε, όπως έκανε πάντα σε κρίσεις αμηχανίας. Ο κάποτε μουσάτος συνέχισε την πορεία του σαν να μη τρέχει τίποτε κι όταν ο πρόεδρος μπήκε στην τουαλέττα μπουκάρησε στο δωμάτιο της καλής του. "Το να υπολογίσει ο πρόεδρος την πορεία μου, σίγουρα είναι παραπάνω από τις δυνατότητες του μυαλού του" σκέφθηκε και αποδείχθηκε πως δεν είχε άδικο.

Εχοντας βάλει και την εκδίκηση στον πρόεδρο, για το επεισόδιο προ δεκαετίας, στο ερωτικό παιχνίδι και εξιταρισμένος από την περιφρόνηση του κινδύνου αλλά και την υπέροχη παρτενέρ του, έκανε τον καλύτερο έρωτα της ως τότε ζωής του.

Το πρωΐ μάζεψε τα ρούχα του κι έφυγε για πάντα από το νησί, είχε μάθει αρκετά ώστε να μη ζητάει την επανάληψη του τέλειου, ούτε φτηνά υποκατάστατά του.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ενα πλήρες 24ωρο

Το  "Ενα πλήρες 24ωρο" είναι ένα διήγημα-μυθιστόρημα που έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης και κόλλησε στα σκαριά της έκδοσης. οπως λέει και ο τίτλος του είναι ένας κύκλος 24 ωρών. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα "δίωρο"




στο λεωφορείο



Πίσω-πίσω, σ’ αντικρυστά καθίσματα. Να λες καμμιά κουβέντα και να βλέπεις το πρόσωπο του συνομιλητή σου χωρίς να στραβολαιμιάζεις. Στο «ανάποδα» καθισμένος εσύ, ο Βάλντεκ δεν το μπορεί, ζαλίζεται. Συμβαίνει κυρίως σ’ όσους δεν οδηγούν, θέλουν να βλέπουνε μπροστά όταν ταξιδεύουν. Εσύ, αντίθετα, παρατηρείς καλύτερα προς τα πίσω γιατί ποτέ δεν ξεπερνάς τον στόχο. Θυμίζει λίγο παρελθόν βέβαια αλλά μάλλον καλύτερα, να ξυπνάνε πόνοι κι’ αναμνήσεις. Σαν μεγαλώνεις πρέπει να πονάς. Αμα ξυπνήσεις ένα πρωϊνό και δεν πονάς πάει να πει πως πέθανες λέγανε κάτι γέροι - κάτι θα ξέρανε!

Κι’ όμως δεν έχεις κέφια γιά κουβέντα σήμερα. Τι να πείτε και να μην το ξέρεις ; Ολα τα ίδια πιά σου φαίνονται, διεθνή και ένσημα, φόνοι και τροχαία, ειδήσεις που αφορούνε τη ζωή άλλων σχολιάζουμε, μα ολόϊδια με τα «δικά» μας νέα είναι. Κι’ αντί γιά διαφημίσεις έχουμε καμμιά πρόταση γιά μιά καλή ταβέρνα. Αμα βγεί το συναίσθημα απ’ την συζήτηση, σαν τις ειδήσεις στην τηλεόραση είναι. Αστο καλύτερα.
Λες να φταίει ο πρώτος καφές που δεν τον ήπιες στην ώρα σου ; Μπορεί. Μα αυτό θα συζητήσεις με τον Βάλντεκ ; Τι να ξέρει αυτός, δεν άργησε ποτέ του να ξυπνήσει – έχουν κάτι από γερμανική πειθαρχία οι Πολωνοί και καπάκι τη γυναίκα του – αδύνατον να του συμβεί. Ετσι είναι. Αμα τα σκέπτεσαι, δεν μιλάς καθόλου.


Ενα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε τραβά την προσοχή σου μέχρι να γίνει κουκίδα στο βάθος του δρόμου. Κανένας πρώην εθνικόφρονας θα μένει σκέφτηκες, μπορεί και νά’τανε άβαφτο απ’ το καιρό της χούντας. Τότε όσοι φοβόντουσαν δείχνανε την εθνικοφροσύνη τους με κάθε τρόπο. Ακριβώς όπως με κάθε τρόπο βγήκανε αντιστασιακοί έπειτα. Οι μισοί αξιωματούχοι Ελληνες υπήρξαν «διπλοί πράκτορες» είχαν πάει με την χούντα γιά να την πολεμήσουν «εκ των έσω», απεδείχθη εκ των υστέρων.Οι άλλοι μισοί ήταν εξορία πραγματική ή εικονική.


Τώρα γιατί βλέπεις τον Βάλντεκ και το μυαλό σου πάει στη γυναίκα του ; Επειδή δεν μιλάει ή επειδή σένα σου λείπει η γυναίκα ; Ξέχασες τόσο πολύ πως είναι οι γυναίκες που τις μπερδεύεις με τους παντρεμένους ; Δεν έχεις κι’ άδικο, γυναίκα-παντρεμένος παν’ μαζί σαν ξεπεράσεις κάποια –ήντα.

Τραντάχτηκες απ‘ τη λακκούβα. Κι’ ο Βάλντεκ το ίδιο. Κοιταχτήκατε και χαμογέλασε. Και σύ το ίδιο. Υστερα έστρεψες το βλέμμα στο παράθυρο είδες τα μαλλιά μιάς γυναίκας κι’ αναστέναξες ελαφρά.


Σαν φτάσατε στο τόπο να χωρίσετε πήρες τον δρόμο σου με το κεφάλι κάτω. Κάποια σκέψη σου ξέφευγε, ήσουνα σίγουρος. Κάποιο ονειροπόλημα, κάποια σκηνή να ξαναπαίξεις σαν νοσταλγία απ’ τη ζωή. Ναι, τη Μαρία τη Ρουμάνα. Πόσο καιρό έχεις να την δείς ; Τρία χρόνια ; Τέσσερα ; Ποιός ξέρει. Την θυμάσαι όμως καλά. Το βλέμμα της, το ύψος της, το στήθος της, τα ακροδάχτυλα των ποδιών της. Κομμάτι-κομμάτι την θυμάσαι, όχι ολόκληρη.

Σαν τότε. Τότε που σου συγύριζε την κάμαρη κάθε Κυριακή πρωΐ. 
Εικοσπεντάρα κι’ ο άντρας της να παίρνει τηλέφωνο κάθε μιά ώρα στην αρχή. Κι’ η ίδια σαν αγρίμι φοβισμένη να μην βλέπει την ώρα να φύγει. Μα τα λεφτά της λείπανε, τα λίγα που της έδινες τάπαιζε στοίχημα στο ίδιο πρακτορείο με σένα. Εκεί την γνώρισες και της πρότεινες δουλειά ελπίζοντας να είναι μόνη. Σου βγήκε παντρεμένη δεν σε πείραξε, μάλλον ανακουφίστηκες. Ηταν και που μίλαγε ελάχιστα ελληνικά, καλύτερα νάχεις και το κεφάλι σου ήσυχο. Καμμιά φορά την κοίταγες σαν νάτανε άγαλμα. Ψηλή γυναίκα, καλά κρεατωμένη, νταρντάνα που λέμε, καλή στη δουλειά της, με συμπαθητικό πρόσωπο. Μήνες ερχότανε κάθε Κυριακή μέχρι που ένα καλοκαίρι έφυγε γιά διακοπές στη Ρουμανία. Οταν γύρισε ξανάρχισε τη δουλειά μα τώρα ήταν πιό γλυκό το βλέμμα της. Τότε πρόσεξες την ομορφιά της. Είχες δει την ομορφιά της ψυχής να καθρεπτίζεται στο πρόσωπο, πρώτη φορά την έβλεπες να καθρεπτίζεται στο σώμα. Αυτό το γεροδεμένο κορμί με τα μούσκλα να σαλεύουν στη πλάτη της καθώς με το φανελλάκι βούρτσιζε γονατιστή το χαλί, ήταν εκπληκτική εικόνα. Θυμήθηκες που σούλεγε ότι ήταν αθλήτρια στο χαντμπολ και στο τζούντο, άλήθεια έλεγε, τότε το κατάλαβες. Τα πόδια της γερά αθλητικά σε προκαλούσαν ν’ ακολουθήσεις με το μάτι τη γραμμή τους μέχρι τα τέλεια ημισφαίρια, πιό πάνω μιά μέση λυγερή. Μέχρι εκεί το άντεχες, μα μόλις σηκώθηκε κι’ είδες τα στήθη της να διαγράφονται κάτω απ’ το φανελλάκι κόντρα στους νόμους του μεγέθους και της βαρύτητας, πληγή στα σωθικά σου. Δεν ήθελες έρωτα απ’ αυτά αλλά ανάσα, τόσο συνυφασμένα με την εικόνα της ζωής σου φάνηκαν. Και σου φάνηκε. Και στα μάτια σου και σ’ όλη την ύπαρξή σου φάνηκε και την κλόνισε. Ηρεμα κάθισε στη καρέκλα δίπλα σου και άναψε τσιγάρο. Ντρεπόσουνα αλλά θα πέθαινες αν δεν τόκανες, άγγιξες ελαφρά το στήθος της πιο κάτω απ΄τη θηλή. Καμμία αντίδραση, ένα μικρό σκοτείνιασμα στα μάτια. Πολύ ελαφρά το δάκτυλο πέρασε πάνω απ’ τη θηλή. Ισως να μάντεψε τι θέλεις την άλλη στιγμή το κεφάλι σου βρέθηκε στ’ αναπαυτικότερα μαξιλάρια. Αέρας και ζωή μπήκαν στο στήθος σου. Πόσο κράτησε δεν ξέρεις. Μετά την είδες σαν βουρκωμένη να σε σπρώχνει ελαφρά και καθόλου πειστικά λέγοντας πως ήρθε γιά δουλειά και πως αυτή φταίει. Δεν επέμεινες. Που να της εξηγείς και σε ποιά γλώσσα πως δεν το είδες αντρας-γυναίκα αλλά άνθρωπος-άνθρωπος και πως αυτή η ομορφιά, η αλληλεγγύη της σάρκας γιά την σάρκα είν’ η πηγή της ζωής ; 
Τα μάτια σου λάμπανε, είχες κερδίσει μιά φίλη που δεν θα ξανάβλεπες ποτέ, δεν ήσουν μικρός να ξεγελαστείς. Ενα τηλέφωνο, μιά δικαιολογία την άλλη Κυριακή, δεν την ξανάδες, ούτε την έψαξες ποτέ πιά. Αραιά και που την έφερνες στη μνήμη σαν σου τελείωνε ο αγέρας στα πλεμόνια. Δεν ήταν καν η εικόνα της, ήταν η ιδέα της που λάτρεψες και μιά υπόσχεση πως θάρθει μια Κυριακή, στα τυφλά.

Στο σπίτι




Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, πάρε το διαδρομάκι δίπλα απ’ το κτίριο που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνήθισες να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ; Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.

Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα, βρήκες τραπέζι, κάθισες. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.

Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, το θυμάσαι ; 
Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. Ηταν η ίδια ή κάποια φίλη που της έμοιαζε ; Ποτέ δεν έμαθες.

Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι προγόνοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. Ηταν ; δεν ήταν ; Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν στο δίνουν. Υπήρχε άραγε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ; Αμ ο καφές ; Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;

Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.

Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.


«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Ο,τι φοβάμαι περισσότερο


Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Σαράχ !






Η Σάρα είχε μαζέψει τις μπογιές της στο κουτί τους κι ετοιμαζότανε να φύγει όταν τον είδε. Αναταράχτηκε. Ελάχιστα πιο πριν ένοιωθε κουρασμένη και ελαφρά ενοχλημένη.   Aπό τις επτά το πρωΐ, έχοντας πιεί μόνο ένα ποτήρι γάλα ζωγράφιζε. Ηταν καθισμένη στο παγκάκι μ΄ έναν τρίποδα μπροστά της, δέκα μέτρα από την θάλασσα, κάτω από ένα πεύκο και τώρα κόντευε δώδεκα. Τα χρώματα στην παλέτα της είχαν εξαντληθεί, σπάνιο πράγμα γι' αυτήν συνήθως έφευγε μετά τις εννιά, ήθελε όμως να του δώσει ακόμα μια ευκαιρία. Της είχε πει πως θα επέστρεφε αυτό το σαββατοκύριακο και είχε καρφωθεί στο σημείο που της πρωτομίλησε, περιμένοντάς τον.



Τυπική εγγλέζα του νότου η Σάρα, μόνο το μικρό στήθος της χαλούσε την παράδοση, είχε συνδυάσει έξυπνα την δουλειά της με τις διακοπές. Είχε εξασφαλίσει μέσω κάποιων γνωστών της δωρεάν διαμονή για δυο μήνες σ' ενα ωραίο παραθαλάσσιο μέρος όπου ζωγράφιζε καθημερινά  τοπία που θα τα πούλαγε στην επόμενη έκθεσή της. Είχε τελειώσει αρκετά έργα όταν άρχισε να συνειδητοποιεί πως υπήρχαν κι άλλες ανάγκες. Η συχνή επαφή με την θάλασσα, ο ήλιος, ο μεσογειακός αέρας, η καυτή άμμος την έκαναν να θέλει να πλέξει και ένα ρομάντζο στα πενήντα της, ο δε Λωτ- έτσι τον έλεγαν- θα ήταν ότι έπρεπε. Ο Λωτ είχε την γενειάδα που πάντα ήθελε η Σάρα, βέβαια δεν πίστευε  πως ένα μικρό χελιδόνι μπορούσε να βγει από κει μέσα, δεν ήταν τόσο ωραίος για να τον ερωτευθεί, απλά ήταν ο μόνος που της έδειξε κάποιο ενδιαφέρον.



Ο Λωτ είχε όντως ξανάρθει στο χωριό αλλά το πρωΐ του Σαββάτου δεν την θυμήθηκε και πήγε για ψάρεμα όπως έκανε πάντα. Είχε γυρίσει σπίτι του και πίνοντας τον δεύτερο  καφέ της ημέρας  σκεφτότανε σε ποιό μέρος να πάει για μπάνιο, όταν ξαφνικά το μυαλό του γύρισε στην Σάρα. Κοίταξε το ρολόϊ του, κόντευε δώδεκα. "Πολύ αργά" σκέφτηκε αλλά θέλοντας να φανεί συνεπής στα λόγια του ξεκίνησε να πάει εκεί που την είχε πρωτοδεί. Θυμότανε αμυδρά το πρόσωπό της αλλά πολύ έντονα τα μαλλιά και την επιδερμίδα της. Δεν είχε βγει ποτέ μέχρι τα εξήντα του με κοκκινομάλλα και τόχε απωθημένο αυτό το χρώμα στο μαλλί, μα  και τις διάσπαρτες φακίδες στο πρόσωπο.



Την είχε προσέξει την προηγούμενη Κυριακή να ζωγραφίζει καθισμένη στο παγκάκι, την είχε μελετήσει απ' όλες τις πλευρές με την ησυχία του καθώς ήταν απορροφημένη στην δουλειά της.  Αποφάσισε πως ήταν πολύ κοντά σ' αυτό που του ταίριαζε. Την πλησίασε ευγενικά με μια μοναδική επιφύλαξη μη τυχόν του βγει καμιά ψηλή, όλα κι όλα στις γυναίκες προτιμούσε πάντα τις μικρόσωμες. Οταν η Σάρα, με το ενάμισυ της μέτρο, σηκώθηκε να συστηθούνε, του φάνηκε σαν να  είδε μια λεωφόρο στρωμένη με τριαντάφυλλα, ήτανε βέβαιος πως μια καινούργια σελίδα θα άνοιγε στην ζωή του. Τώρα βέβαια, στο δρόμο για το παγκάκι της, δεν ήταν καθόλου σίγουρος γι αυτό, η αυτοπεποίθηση και τα αισθήματα είναι πολύ ευμετάβλητα στις μεγάλες  ηλικίες. Τελικά όμως  καρδιά του πετάρισε μόλις διέκρινε τα συμπράγκαλά της κάτω από το δένδρο.



Οταν ο Λωτ ξαναπλησίασε την Σάρα δεν άνοιξαν οι ουρανοί ούτε σκίστηκε η γη. Κατά μείζονα λόγο δεν ακούσθηκε κάπου μια φωνή από ψηλά και δεν φάνηκε κάποιο άλλο σημάδι. Πλέοντας στην αμηχανία του την ρώτησε αν γράφει τ' όνομά της μ' ένα "h" στο τέλος ή όχι και χάρηκε από την καταφατική απάντησή της, από μέσα του θα την έλεγε πάντοτε Σαράχ, όπως μια φαντασίωσή του.  Με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα για να μη προδοθεί η ταραχή του, κανόνισε στα γρήγορα ένα ραντεβού για το βράδυ να φάνε στον κήπο του. Και για την Σάρα αυτή η γρήγορη διευθέτηση ήταν σαν λύτρωση από την δικιά της κούραση κι αμηχανία. Δεν είχε ενδοιασμούς να πάει στο σπίτι του με την πρώτη, τον είχε κόψει για εντάξει άνθρωπο, εξ άλλου είχε πάρει και τις πληροφορίες της από τους γείτονες τις προηγούμενες μέρες.



Σήκωσε γρήγορα τα πράγματά της και ξεκίνησε για το σπίτι της να ξεκουρασθεί. Είχε τονωθεί το ηθικό της που ήρθε και της άρεσε που τον έλεγαν Λωτ. Δεν ήταν βέβαια αδερφός του πρώην άντρα της, του Εϊμπ, αλλά ήταν μια βολική σύμπτωση γιατί αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει η Σάρα το έβλεπε σαν αναδρομικό κεράτωμα και τι καλύτερο όταν και το όνομα ακόμα τύχαινε να είναι σχετικό.



Ο Λωτ μέσα στη θάλασσα σκηνοθετούσε το ραντεβού του με την Σάρα στον κήπο . Έψαχνε την καλύτερη λύση πως να την πλησιάσει, χωρίς επιτυχία.  Τελικά αποφάσισε να το αφήσει στο ένστικτό του και βάλθηκε να μαζέψει τα θαλασσινά μεζεδάκια για το βράδυ, φούσκες, κυδώνια κι αχινούς, αυτό τον ηρέμησε.



Την είδε να κατεβαίνει τα σκαλιά όπως ερχόταν προς το μέρος του. Του άρεσε έντονα η εικόνα της, το ανάλαφρο  ντύσιμο της, τα απαλά χρώματά της. Δίνοντάς του το χέρι  του χαμογέλασε ζεστά και τότε την φίλησε στα πεταχτά στα χείλη, ζήτησε όμως την άδεια της για να χαϊδέψει τα μαλλιά της. Του ξαναχαμογέλασε μ' ένα καταφατικό νεύμα. Περπατώντας δίπλα-δίπλα, με τα χέρια τους να κάνουν τις πρώτες αναγνωριστικές μικροεπαφές, συζήταγαν διάφορα πράγματα μέχρι να φτάσουν στον κήπο του. Ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες κάτω από την κρεβατίνα τους περίμεναν. Τα θαλασσινά και το ουζάκι ανέλαβαν μετά τα περισσότερα. Ακούγονταν συνέχεια επιφωνήματα θαυμασμού από τον Λωτ για την ομορφιά της και από την Σάρα για τους μεζέδες, Τα ποτηράκια άδειαζαν με ταχύ ρυθμό, τα βλέματα άρχισαν να βαραίνουν και τα κορμιά τους πλησίασαν. Έχοντας πάρει την απόφασή της η Σάρα, της ήταν αδιάφορο τι σκεφτόταν ο Λωτ γι αυτήν αλλά όταν οι παλάμες του χαϊδεψαν τον λαιμό της, πριν αναπόφευκτα κατέβουν παρακάτω, τον κοίταξε σοβαρά προσπαθώντας να μαντέψει αν προσποιείται ή αν πραγματικά του άρεσε τόσο πολύ. Ο Λωτ κάπου έπιασε την σκιά στο βλέμμα της.

 " Είσαι όμορφη, για μένα είσαι η πιο όμορφη και δεν με νοιάζει καθόλου  αν το στήθος σου λόγω ηλικίας έχει πέσει, θα μου αρέσει περισσότερο έτσι γιατί θάναι πιο φυσικό και πιο ταιριαστό με τα χρόνια σου" της ψιθύρισε. "Αλήθεια ;" ξεφώνισε χαρούμενη η Σάρα. Έβαλε τα χέρια της μέσα στο πουκάμισό της και απελευθερωμένη τα έβγαλε μαζί με το σουτιέν της.



Δεν το ξανάβαλε ποτέ, μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους.