Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια μέρα τον χρόνο...

Χριστουγεννιάτικες Θεωρίες


Απογοητευμένος. Η μόνη λέξη που του ταίριαζε τόσο κι όμως κανείς δεν τολμούσε να του την αποδώσει. Ούτε ο καν ο μονογενής του, η βασική αιτία της απογοήτευσής του. Τόσες και τόσες φορές δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε μα κάτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει κι' ας νόμιζαν όλοι ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Κάποιο λάθος κάθε χρόνο επαναλαμβανότανε, άρχισε να σκέπτεται μήπως οφειλότανε στο ντι-εν-εϊ του που αναπόφευκτα μεταδιδότανε. Η μήπως έπρεπε να δοκιμάσει μ' άλλο λουλούδι ;
Σ' αυτά τα χώματα είχε αναγκασθεί να βάλει πολύ νερό στο κρασί του, πολύ ξεροκέφαλοι εκεί οι άνθρωποι βρε παιδάκι μου. Αναγκάσθηκε να μιμηθεί τις συνήθειές τους, όχι βέβαια σαν χρυσή βροχή, ούτε σαν ταύρος ή κύκνος αλλά σαν δαίμονας - μετά το αλλάξανε το όνομα άλλα τους θύμιζε, τον είπανε άγγελο. Αλλά από κηπουρική δεν είχε ιδέα. Εκεί στα ψηλά βουνά, στου Σινά τα μέρη, τίποτε δεν φύτρωνε, σαν ήρθε εδώ το πρώτο λουλούδι που είδε και του άρεσε έτυχε νάναι κρίνος. Δεν ήξερε πως κάθε χρόνο απ' το βολβό θα πεταγότανε ξανά και ξανά το άνθος του κρίνου, νόμιζε ότι άμα το κόψει μιά φορά πάει, τελείωσε. Η φυλετική μνήμη του φυτού όμως-κάτι απ΄αυτά τα χώματα θάχε πάρει - πανίσχυρη κι' ενισχυμένη με καινούργιες εμπειρίες έψαχνε τον αγγελό της, απαιτούσε και τον έβρισκε να ξαναδημιουργήσει δι' αυτού το ίδιο αποτέλεσμα, τη γένεση. Γιά τον κρίνο ήταν ένα παιχνιδάκι, πολύ πιό απλό σε σχέση με τη μαγική δύναμη που τον έκανε να φύεται. Και φυσικά δεν λάμβανε καθόλου υπ' όψιν του τις "παραγγελιές". Στερεότυπα κάθε χρόνο έδινε ίδιο προγραμματισμό κι' είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ασχετο αν αι βουλαί του υψίστου- έτσι τον έλεγε ήταν πολύ πιό ψηλός απ' τον κρίνο- ποθούσαν κάτι διαφορετικό. Δεν τον πολυχώνευε τον ξενόφερτο γιά να του κάνει τα χατήρια. Νόμιζε πως η γένεση ήταν κάτι σπουδαίο, η φύση όμως ήταν πολύ πιό ισχυρή -του τόδειχνε κάθε χρόνο.

Οπως η μύγα προσπαθεί μάταια να περάσει μέσα απ’ το τζάμι έτσι και το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν ερχότανε παρά τις δυό χιλιάδες και βάλε επαναλήψεις. Ούτε καν στο φύλο, κόντρα στις στατιστικές. Αυτός επέμενε, άρχισε να σκέφτεται την ολοκληρωτική σύγκρουση, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. Χρειαζόταν κάτι οπωσδήποτε να βγει απ’ το αδιέξοδο.
Ο κρίνος σκεπτότανε πολύ αργά γιά τα δικά μας δεδομένα. Μόνο τυχαία όμως δεν έλαβε το όνομά του, τόσο κοντά στο κρίνω. Δεν ήταν πολεμοχαρής για να του κάνει την χάρη, βρήκε μιά λύση να ησυχάσει. Τούδωσε μιά μέρα το χρόνο να γιορτάζει τη γένεση. Ολες τις άλλες γιόρταζε η Φύση.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Επιτομή (αναδημοσίευση)

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Επιτομή

  


Κάποια χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι βασικοί πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν έντονη την ανάγκη της επιστροφής και οι κομπάρσοι το ίδιο. Αρχικά ήταν «τοπική» επιστροφή μα πολύ σύντομα απέκτησε την «χρονική» διάστασή της. Τα κατεστραμμένα σπίτια, τα καμένα ιερά, τα κομμένα δένδρα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την αρχική τους μορφή, μέχρι και ο αποξηραμένος Σιμμόεις ξαναβρήκε νερό. Ολο το σκηνικό είχε στηθεί περιμένοντας πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το έργο «έπρεπε» να ξαναπαιχθεί, ίσως λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά, με περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και την απόφαση της μοίρας να μη βαραίνει τόσο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ανάγκη της επανάληψης ήταν περισσότερο από επιτακτική, είχε γεννηθεί από την αποτυχία του σπόρου να φυτρώσει, ζήταγε την δεύτερη ευκαιρία της και δεν λογάριαζε τόπους, χρόνους και ανθρώπους.
Το ζητούμενο ήταν το «άοιδε θεά», η μήνις του Αχιλλέα ήταν περίπου αδιάφορη. Κανονίστηκε όπως ρυθμίζονται οι κυριακάτικες εκδρομές για μπάνιο με το πούλμαν, έτσι βρέθηκαν όλοι εκεί.
Ηταν μια ιδέα γενικά αποδεκτή χωρίς κανένας να θυμάται ποιος την πρωτοείπε. Ηταν σαν να υπήρχε πάντοτε όπως υπάρχουν τα βουνά, τα δάση και οι θάλασσες, μια ιδέα που έγινε από όλους δεκτή, χωρίς καμία εξαίρεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή εκδηλώσεις χαράς αλλά σαν κάτι φυσικό και αυταπόδεικτο, κάτι που το περιμένανε και το δέχονταν χωρίς αντιρρήσεις, σαν το τέλος του καλοκαιριού ή του χειμώνα.
Ηταν όλοι τους ηθοποιοί. Πολύ καλοί ηθοποιοί, από αυτούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και τους ζούνε. Και ήταν συγχρόνως σκηνοθέτες μα και δημιουργοί του σεναρίου μια που οι αυτοσχεδιασμοί τους ήταν αυτοί που έδιναν υλικό στον τυφλό συγγραφέα-ποιητή-παραγωγό. Αυτή τη φορά βέβαια - αυτή ήταν η ιδέα- θα ξαναπηγαίνανε την ίδια εκδρομή, θα χρησιμοποιούσανε τα ίδια σκηνικά, θα είχανε τους ίδιους ρόλους αλλά δεν θα είχανε σεναριογράφο, τον γέρο-Ομηρο τον είχαν αποκλείσει παμψηφεί και κοινή συναινέσει.
Οι αρχικές διαφορές ελάχιστες ήταν. Η καραφλίτσα του Αχιλλέα και το διαφαινόμενο στομαχάκι του Εκτορα ήταν οι πιο κτυπητές. Κάνανε πάλι τρεις φορές τον γύρο στα τείχη της πόλης όχι τρέχοντας και κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, αλλά αυτή την φορά περπατώντας δίπλα-δίπλα και σιγοκουβεντιάζοντας σαν παλιόφιλοι. Οι άλλες - οι πιο μικρές διαφορές – στα μάτια και στην έκφρασή τους υπήρχαν.
Πού ήταν η αποφασιστικότητα του Διομήδη, το θάρρος του Ιδομενέα, η θεϊκή περηφάνεια του Σαρπηδόνα ; Ο Μενέλαος είχε αντικαταστήσει το θλιμμένο ύφος του μ’ ένα ανυπόμονο βλέμμα- λες και περίμενε την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Η Θέτις φαινόταν πιο ξανανιωμένη και η Εκάβη κάπως ατημέλητη. Ο Αρης πάντα ίδιος και ανίκητος σαν την βλακεία που αντιπροσώπευε, στην δεύτερη τούτη παράσταση θεά του πολέμου ήταν η Αθηνά, κι’ ο πόλεμος σοφία είναι, το νοιώθεις αν ζήσεις δεύτερη φορά. Ο Δίας δεν φαινότανε, είχε κρυφθεί πίσω απ’ τα σύννεφα με την κυρά του και θεά του, την Ηρα. Τούτη την φορά είχε παρατήσει τον ζυγό που έγερνε στην νίκη των Ελλήνων, του ήταν αδιάφορο ποιος θα κέρδιζε. Αυτός, νικώντας τον Υπνο, είχε κερδίσει για δεύτερη φορά την Ηρα στην καριέρα του και απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της.
Η Κασσάνδρα, απαλλαγμένη από τις διαταγές του σκηνοθέτη-συγγραφέα-ποιητή δοκίμαζε τις ικανότητές της στην μουσική. Πολλοί την θαύμαζαν, ο Αίας πρώτος-πρώτος. Η Ελένη –δεν θα το πιστέψετε αλλά – έπλενε τα πιάτα να κερδίσει τον χαμένο καιρό, η Αφροδίτη τα σκούπιζε και τα τοποθετούσε στα ράφια. Είχαν αναλάβει το βραδινό γεύμα στην αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, εκεί στην ακτή, εκεί που είχαν τραβήξει τα πλοία έξω στην στεριά. Ο Νέστορας είχε πάρει κιόλας θέση και περίμενε το βράδυ παίζοντας πεσσούς με τον Τειρεσία Με το σούρουπο όλοι μαζεύτηκαν πίσω απ’ την τάφρο, στην λουρίδα της άμμου μπροστά στα πλοία. Εντύπωση έκανε η παρουσία του Εκτορα αλλά και του πτώματός του ταυτόχρονα που το ζητούσε ο πατέρας του, τα ίδια συνέβαιναν και με τον Πάτροκλο.
Τα μόνα - ίσως – πρόσωπα που έλειπαν ήταν η Κλυταιμνήστρα και η Πηνελόπη, θα χωράγανε και στην καινούργια εκδοχή που ξετυλιγότανε αυθόρμητα. Η μοναξιά του Αγαμέμνονα ήταν δεδομένη και η κοιλίτσα του Οδυσσέα ίσως είχε αιτία την αιώνια πίστη του στην Πηνελόπη.
Το Ιλιον χρύσιζε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που είχε μισοδύσει κάπου στα νότια και κινιότανε παράλληλα με τον ορίζοντα να πάρει την σωστή του θέση. Οταν μοιράστηκε το φαγητό. όλοι χαμογελάσανε και ο Σιμμόεις ο ποταμός ενώθηκε επιτέλους με τον Ωκεανό.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά η εκδρομή έγραφε την ιστορία της και η Ιστορία κατέγραφε την εκδρομή σαν μια ακόμη εκδοχή της. Οι πρωταγωνιστές- πέρα από αυτή την διαδικασία – μάλλον το απολάμβαναν, τα προσωπικά προβλήματα ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στο αέναο Γίγνεσθαι.
Μακριά, πολύ μακριά, παλιά, πολύ παλιά και κατά μία έννοια ταυτόχρονα σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν, καθένας είχε την δεύτερη ευκαιρία του. Αλλος την κέρδισε, άλλος την έχασε, άλλος την αγνόησε, τι σημασία έχει ; Τα παράλληλα Σύμπαντα δεν ξανασμίγουν παρά μόνο με κοινή συναίνεση και μόνο αν συγκατατεθούν ο ποιητής κι’ ο Χρόνος.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Είχε ένα όνειρο

.

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας, πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να έχει άποψη. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η παραμονή σ’ ένα σημείο σταθερό ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει πίσω την ανηφόρα. Αντίθετα ο θεϊκός Αχιλλέας μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του, κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος  Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνια επαναλαμβανόμενος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο από ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν στο όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά, σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο στο σπίτι του, το σύγχρονο σπίτι του, στο μέσον αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.
Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Κάποιες διαφορές...

Κάποιες διαφορές...

.

Αλλ' ου πως άμα πάντα θεοί δόσαν ανθρώποισιν
Ιλ. ραψ. Δ
αλλά δεν δίνουν στους θνητούς οι αθάνατοι όλα αντάμα
μτφρ. Ιακ. Πολυλά




Μ΄αρέσει ο τρόπος που οι αρχαίοι έβλεπαν τους θεούς. Οπως τα παιδιά βλέπουν τους μεγάλους, αλλά πιό σοφά. Τα παιδιά νομίζουν πως επειδή οι μεγάλοι ξέρουν περισσότερα τα ξέρουν όλα.
Οι αρχαίοι τόχαν ξεπεράσει αυτό, είχανε βάλει και στους "θεούς" τα όριά τους. Δεν ζητάγανε θαύματα από την Αθηνά, κουνούσαν και τα χεράκια τους, μιά βοήθεια ζητάγανε όπως τα παιδάκια σαν κτίζουν στην άμμο σπιτάκια. Η θρησκεία τους, βοηθούσε στο να διατηρουν μιά αγνότητα στην ψυχή, να βλέπουν το περιορισμένο των δυνατοτήτων τους και να αποφεύγουν την αλαζονεία. "Τι παραπάνω θέλεις πατέρα δύο ολυμπιονικών ; Δεν θ' ανέβεις στον Ολυμπο"
Θεωρούσαν τους εαυτούς τους παιδάκια και σοφά δεχότουσαν πως δεν είναι σωστό να τα έχουν όλα, σαν τα παιδάκια θάτρωγαν όλα τα γλυκά σε μία μέρα, θα βαρυστομάχιαζαν.
Είχε μιά ωριμότητα μέσα στην αθωότητα αυτή η θρησκεία.

Και τους αποκαλούσαν αθάνατους όχι γιατί δεν θα πεθάνουν αλλά γιατί υπερκάλυπταν τα ανθρώπινα όρια ζωής.

Αργότερα φάνηκε η νέα εκδοχή της θρησκείας του Αβραάμ. Μετά τον περιούσιο λαό (κληρονομικό δίκαιο) επεκτάθηκε και τους υπόλοιπους λαούς μέσω της "πίστεως", διαβατήριο γιά κάθε επιτυχία και σκοπό. Η παιδική αθωότητα εξαφανίστηκε, υπήρχε στόχος τώρα η μετά θάνατον ζωή (σκεφτείτε καλά την έκφραση, είναι η αποκορύφωση του παραλογισμού) και όχι η ανάμνησή της όπως στους αρχαίους. Η ανθρωπότητα "ωρίμασε", χάθηκε η αθωότητα, τώρα πιά υπάρχει σκοπός, ποιό παιδάκι βάζει σκοπούς ;
Τώρα έχουμε μιά " αθωότητα" μέσα στην "ωριμότητα"
.
Φιλοσοφικά η διαφορά των θρησκειών αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ Φύσης {εκ του φύω} και Γένεσης {εκ του γί(γ)νομαι}. Εντελώς συμπτωματικά στα ελληνικά η λατινογενής λέξη Nature {εκ του nato = γίνομαι} αποδίδεται σαν "Φύσις" και επίσης εντελώς συμπτωματικά στα αγγλικά π.χ. η λέξη "Physis" έχει εξαφανισθεί, μείνανε μόνο τα παράγωγά της physic, physical, physics κ.λ.π. με σημασίες κάπως πιό μακριά από την αρχική έννοια.
Δεν είναι τυχαίο που σ' αυτά τα χώματα η νέα θρησκεία πάλαιψε χίλια χρόνια να επιβληθεί, ούτε ότι έβαλε τόσο νερό στο κρασί της ώστε να γίνει "αγνώριστη" από τους "συγγενείς" της.
Και φυσικά η νέα θρησκεία δίνει ταυτόχρονα όλα τα εφόδια στους "πιστούς"( η "πίστις" τα πάντα καταφέρνει), ίσως γιατί δεν είναι αθάνατη.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Εισαγωγή από το "Ιστορίες από το κοίλο ημισφαίριο

.


1. Πρόλογος

Κει που τελειώνει ο ωκεανός στο άλλο ημισφαίριο –λένε- υπάρχει μιά ομαλή ακτή γιά τους ναυαγούς. Την προτιμάνε από τα απόκρημνα βράχια και καθώς εκεί η αμμουδιά και το νερό λειώνουν το ένα μέσα στ’ άλλο, μπορείς να βγείς ακόμα και περπατώντας. Λίγο πιό πέρα όμως, στα πέντε μέτρα μπροστά, απλώνεται ένας μαντρότοιχος ψηλός, σ’ όλο το μήκος της ακτής, διαφυγή καμιά, πρέπει να τον περάσεις ή να γυρίσεις πίσω στην θάλασσα. Κανένας ναυαγός δεν ήξερε τι είναι πίσω από τον τοίχο, ο καθένας φανταζότανε ό,τι του έλειπε εκείνη τη στιγμή : άλλος φαΐ, άλλος κρασί, άλλος γυναίκες. Μερικοί από τους ναυαγούς νομίζανε ότι ήταν στο νησί των θησαυρών, διαμάντια και πολύτιμους λίθους φέρνανε στην φαντασία τους, τον τοίχο δεν τον υπολόγιζαν. Τρώγανε λίγες αχιβάδες και καβούρια, να πάρουνε δυνάμεις, ξαπλώνανε στον ήλιο κι’ ετοιμαζότουσαν γιά το μεγάλο σάλτο. Κι ‘ ο τοίχος όμως ετοιμαζότανε. Χρόνια τώρα και καιρούς έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του πως κανείς ανάξιος δεν θα περάσει. Και έβαζε όλη του τη τέχνη. Αλλού γινόταν γλιστερός αλλού αγκάθια έβγαζε, αλλού υποχωρούσαν τα στηρίγματα του μέχρι οι υποψήφιοι κατακτητές να πέσουν κάτω. Γιατί έτσι τους έβλεπε, σαν άγριους εποικιστές, νηστικούς να φάνε το φαΐ του, διψασμένους να πιούν το κρασί του, στερημένους να χαρούν τις γυναίκες του και πάντα άρπαγες, ν’ αρπάξουν το θησαυρό του. Και τότε αυτός ψήλωνε κατά βούληση για να μην τους αφήσει.  Στους πιό επίμονους διεκδικητές έκανε το μεγάλο κόλπο: έπαιρνε τα χρώματα και την υφή του ωκεανού, τους τρόμαζε, τους θύμιζε το χτες -θάλασσα σκούρα κι’ ουρανός μονάχα- σα ναυαγοί χάνανε τον προσανατολισμό τους κι αντί γιά πάνω, προς τα κάτω ή τα πλάγια σκαρφαλώνανε απελπισμένα. Στο τέλος τη λουρίδα της άμμου λατρεύανε κι’ εγκαταλείπανε τη προσπάθεια.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η εποχή της ωριμότητας

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )


Mia madre mi disse - Non devi giocare   Μου είπε η μάνα μου -Δεν πρέπει να παίζεις
con gli zingari nel bosco                           με τους αθίγγανους στο δάσος                                           


Οταν γεννήθηκα μόλις είχαν ανακαλυφθεί οι πέτρες και τα γειτονικά δέντρα τα είπανε άλσος γιατί τους θύμιζαν την θάλασσα. Η θάλασσα είχε αποτραβηχτεί στην στέρνα του Δευκαλίωνα αφήνοντας χώρο για περισσότερα στεριανά πλάσματα και μερικά εναέρια ίσως. Θυμάμαι μερικά ζουζούνια σαν ήμουνα λίγων χιλιάδων ετών αλλά μετά δεν τα ξανάδα. Μερικοί είπανε ότι ο Γιλγαμές ανακάλυψε στα ταξίδια του το πρώτο εντομοκτόνο αλλά δεν το βρήκα στην βικυπέντια οπότε το μεταφέρω με επιφύλαξη.
Στα πρώτα μου νιάτα φύλαγα τα κοπάδια του πατέρα μου, τώρα τι πατέρας ήταν αυτός αφού ποτέ δεν τον είδα, δεν ξέρω. Εμαθα να παίζω σουραύλι και να συνομιλώ με τα ερπετά, αυτά μου μάθανε ότι είχα πατέρα. Η μητέρα ανακαλύφθηκε αργότερα, μαζί με την Γένεση.
Μην σας παραξενεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός μου γεννήθηκε μετά από μένα, ούτε ότι ήταν δίδυμος με την πρώτη γυναίκα που εμφανίστηκε στη Γη, αυτή δεν ήταν αδερφή μου καθόλου. Ούτε η μάνα του που ήταν η δεύτερη γυναίκα πάνω στην Γη, μετά την κόρη της, ούτε αυτή ήταν αδερφή μου. Από ενα καπρίτσιο, μάλλον μουσικό, ο χρόνος σταμάτησε τα πισωγυρίσματα μόλις φανήκαν οι πρωτόλειοι θεοί. Οι επόμενοι, παρ' όλο το παντοδύναμό τους, δεν κατάφεραν να τον πείσουν να πισωγυρίσει. Κάτι ακούγεται για έναν πλαστικό χειρουργό στο απώτερο μέλλον, δεν είναι σίγουρο όμως, δεν το είπανε στις ειδήσεις στην τιβί.

Στα δεύτερα μου νιάτα τα γειτονικά δέντρα τα είπανε δάσος, τα αρχικά γράμματα τα πήρανε από την φράση "ΔενΑπαντώ" αφού τα δέντρα είχανε χάσει πια την μιλιά τους από αυτά που βλέπανε. Το τέλος της λέξης το αφήσανε το ίδιο. 

Οι κουκουβάγιες στα κλαδιά τους εξακολουθούσαν να δίνουν λάθος συμβουλές στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τον ζωτικό χώρο τους, τα ποντίκια επίσης. Τα ιερά φίδια κρύφτηκαν να περιμένουν καλύτερες συνθήκες, τ' αρπακτικά πτηνά κόντεψαν να τα αφανίσουν, κάποιοι τα χαρακτήρισαν σοφά αυτά τα πτηνά.
Οι ανεμώνες άρχισαν να ανθίζουν κάθε άνοιξη ανοίγοντας τον χορό των εποχών. Μόνο το κυκλάμινο μου έμεινε πιστό. Και το επικουρικό ταμείο μου.

Στα τρίτα μου νιάτα από μια σεξουαλική υπερδιέγερση άρχισα να σπέρνω παιδιά. Χρυσή βροχή. Ανακάλυψα το θέατρο κι' ήμουνα ο πρώτος θεατής που πρωταγωνίστησε σαν υποβολέας. Τα γειτονικά δέντρα πλέον τα λέγανε "μπόσκο" σε κάποια χαλκιδαίικη διάλεκτο. Οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχωρίζουν τα χρώματα, η πράσινη φυλή των δεσμοφυλάκων ήρθε νομοτελειακά, το ίδιο και το τέλος της Καρχηδόνας. Από τον Σκιπίωνα προέκυψε η λέξη σκίφο (*)
στα ιταλικά και σκύβω στα ελληνικά, το ύψιλον ήταν πάντα το ελληνικό "ι". Η κατασκευή αρωμάτων ήταν ακόμα στα σπάργανα, το ίδιο και οι πανεπιστημιακές έδρες. Ο ήλιος όμως και το φεγγάρι εξακολουθούσαν να βγαίνουν από την ανατολή και να σέρνονται στον ορίζοντα προς την δύση.

Στα τελευταία μου νιάτα ανακάλυψα όσα δεν είχα ανακαλύψει στα προηγούμενα, τα υπόλοιπα θα μείνουνε για πάντα στο σκοτάδι. Τα γειτονικά δέντρα πλέον δεν υπήρχανε, μόνο κάτι πουλιά, όρνεα μάλλον, που τα λέγανε φοίνικες. Την πρασινάδα πλέον την λέγανε γκαζόν και το πλέον, πλοίον. Η θάλασσα το σκεφτότανε να ξαναγυρίσει, να δώσει το αλς για ένα νέο ξεκίνημα στο άλσος που είχε γίνει πια δάσος κι ένα χάδι στους σκληρούς σπόρους των κουκουναριών. Η ίδια περίμενε από την στέρνα να χαμηλώσει τα χείλη της για να μπορέσει να βγει. Οι γυναίκες συμπυκνώθηκαν, έγιναν μόνο μία, δυσκολευόμουνα να βρώ τον στόχο. Οι άγγελοι άρχισαν να επισκέπτονται την γη με το παλιό τους όνομα και χωρίς κρίνα. Οι πέτρες τραβάγανε ξανά πίσω στα ηφαίστεια, τα απολιθωμένα κυπαρίσια διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην ζωή. Το σημείο βρασμού περιορίστηκε σε θερμοκρασία δωματίου, τα καινούργια υγρά ήταν ανταγωνιστικά προς την θάλάσσα και ο Νηρέας, τόσο απασχολημένος.


Ετσι αποφάσισα να περάσω από την νιότη στην ωριμότητα.


 (*) schifo = αηδής

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )

Ma il bosco era scuro l'erba già verde     Αλλά το δάσος είναι σκοτεινό, η χλόη πρασίνισε
lì venne Sally con un tamburello               κι έρχεται η Σάλλυ με το ταμπουρίνο της
ma il bosco era scuro l'erba già alta         μα
το δάσος είναι σκοτεινό κι η χλόη έχει  πια ψηλώσει
dite a mia madre che non tornerò.           πείτε στην μάνα μου πως δεν θα γυρίσω πίσω

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Επιτομή

  


Κάποια χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι βασικοί πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν έντονη την ανάγκη της επιστροφής και οι κομπάρσοι το ίδιο. Αρχικά ήταν «τοπική» επιστροφή μα πολύ σύντομα απέκτησε την «χρονική» διάστασή της. Τα κατεστραμμένα σπίτια, τα καμένα ιερά, τα κομμένα δένδρα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την αρχική τους μορφή, μέχρι και ο αποξηραμένος Σιμμόεις ξαναβρήκε νερό. Ολο το σκηνικό είχε στηθεί περιμένοντας πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το έργο «έπρεπε» να ξαναπαιχθεί, ίσως λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά, με περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και την απόφαση της μοίρας να μη βαραίνει τόσο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ανάγκη της επανάληψης ήταν περισσότερο από επιτακτική, είχε γεννηθεί από την αποτυχία του σπόρου να φυτρώσει, ζήταγε την δεύτερη ευκαιρία της και δεν λογάριαζε τόπους, χρόνους και ανθρώπους.
Το ζητούμενο ήταν το «άοιδε θεά», η μήνις του Αχιλλέα ήταν περίπου αδιάφορη. Κανονίστηκε όπως ρυθμίζονται οι κυριακάτικες εκδρομές για μπάνιο με το πούλμαν, έτσι βρέθηκαν όλοι εκεί.
Ηταν μια ιδέα γενικά αποδεκτή χωρίς κανένας να θυμάται ποιος την πρωτοείπε. Ηταν σαν να υπήρχε πάντοτε όπως υπάρχουν τα βουνά, τα δάση και οι θάλασσες, μια ιδέα που έγινε από όλους δεκτή, χωρίς καμία εξαίρεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή εκδηλώσεις χαράς αλλά σαν κάτι φυσικό και αυταπόδεικτο, κάτι που το περιμένανε και το δέχονταν χωρίς αντιρρήσεις, σαν το τέλος του καλοκαιριού ή του χειμώνα.
Ηταν όλοι τους ηθοποιοί. Πολύ καλοί ηθοποιοί, από αυτούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και τους ζούνε. Και ήταν συγχρόνως σκηνοθέτες μα και δημιουργοί του σεναρίου μια που οι αυτοσχεδιασμοί τους ήταν αυτοί που έδιναν υλικό στον τυφλό συγγραφέα-ποιητή-παραγωγό. Αυτή τη φορά βέβαια - αυτή ήταν η ιδέα- θα ξαναπηγαίνανε την ίδια εκδρομή, θα χρησιμοποιούσανε τα ίδια σκηνικά, θα είχανε τους ίδιους ρόλους αλλά δεν θα είχανε σεναριογράφο, τον γέρο-Ομηρο τον είχαν αποκλείσει παμψηφεί και κοινή συναινέσει.
Οι αρχικές διαφορές ελάχιστες ήταν. Η καραφλίτσα του Αχιλλέα και το διαφαινόμενο στομαχάκι του Εκτορα ήταν οι πιο κτυπητές. Κάνανε πάλι τρεις φορές τον γύρο στα τείχη της πόλης όχι τρέχοντας και κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, αλλά αυτή την φορά περπατώντας δίπλα-δίπλα και σιγοκουβεντιάζοντας σαν παλιόφιλοι. Οι άλλες - οι πιο μικρές διαφορές – στα μάτια και στην έκφρασή τους υπήρχαν.
Πού ήταν η αποφασιστικότητα του Διομήδη, το θάρρος του Ιδομενέα, η θεϊκή περηφάνεια του Σαρπηδόνα ; Ο Μενέλαος είχε αντικαταστήσει το θλιμμένο ύφος του μ’ ένα ανυπόμονο βλέμμα- λες και περίμενε την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Η Θέτις φαινόταν πιο ξανανιωμένη και η Εκάβη κάπως ατημέλητη. Ο Αρης πάντα ίδιος και ανίκητος σαν την βλακεία που αντιπροσώπευε, στην δεύτερη τούτη παράσταση θεά του πολέμου ήταν η Αθηνά, κι’ ο πόλεμος σοφία είναι, το νοιώθεις αν ζήσεις δεύτερη φορά. Ο Δίας δεν φαινότανε, είχε κρυφθεί πίσω απ’ τα σύννεφα με την κυρά του και θεά του, την Ηρα. Τούτη την φορά είχε παρατήσει τον ζυγό που έγερνε στην νίκη των Ελλήνων, του ήταν αδιάφορο ποιος θα κέρδιζε. Αυτός, νικώντας τον Υπνο, είχε κερδίσει για δεύτερη φορά την Ηρα στην καριέρα του και απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της.
Η Κασσάνδρα, απαλλαγμένη από τις διαταγές του σκηνοθέτη-συγγραφέα-ποιητή δοκίμαζε τις ικανότητές της στην μουσική. Πολλοί την θαύμαζαν, ο Αίας πρώτος-πρώτος. Η Ελένη –δεν θα το πιστέψετε αλλά – έπλενε τα πιάτα να κερδίσει τον χαμένο καιρό, η Αφροδίτη τα σκούπιζε και τα τοποθετούσε στα ράφια. Είχαν αναλάβει το βραδινό γεύμα στην αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, εκεί στην ακτή, εκεί που είχαν τραβήξει τα πλοία έξω στην στεριά. Ο Νέστορας είχε πάρει κιόλας θέση και περίμενε το βράδυ παίζοντας πεσσούς με τον Τειρεσία Με το σούρουπο όλοι μαζεύτηκαν πίσω απ’ την τάφρο, στην λουρίδα της άμμου μπροστά στα πλοία. Εντύπωση έκανε η παρουσία του Εκτορα αλλά και του πτώματός του ταυτόχρονα που το ζητούσε ο πατέρας του, τα ίδια συνέβαιναν και με τον Πάτροκλο.
Τα μόνα - ίσως – πρόσωπα που έλειπαν ήταν η Κλυταιμνήστρα και η Πηνελόπη, θα χωράγανε και στην καινούργια εκδοχή που ξετυλιγότανε αυθόρμητα. Η μοναξιά του Αγαμέμνονα ήταν δεδομένη και η κοιλίτσα του Οδυσσέα ίσως είχε αιτία την αιώνια πίστη του στην Πηνελόπη.
Το Ιλιον χρύσιζε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που είχε μισοδύσει κάπου στα νότια και κινιότανε παράλληλα με τον ορίζοντα να πάρει την σωστή του θέση. Οταν μοιράστηκε το φαγητό. όλοι χαμογελάσανε και ο Σιμμόεις ο ποταμός ενώθηκε επιτέλους με τον Ωκεανό.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά η εκδρομή έγραφε την ιστορία της και η Ιστορία κατέγραφε την εκδρομή σαν μια ακόμη εκδοχή της. Οι πρωταγωνιστές- πέρα από αυτή την διαδικασία – μάλλον το απολάμβαναν, τα προσωπικά προβλήματα ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στο αέναο Γίγνεσθαι.
Μακριά, πολύ μακριά, παλιά, πολύ παλιά και κατά μία έννοια ταυτόχρονα σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν, καθένας είχε την δεύτερη ευκαιρία του. Αλλος την κέρδισε, άλλος την έχασε, άλλος την αγνόησε, τι σημασία έχει ; Τα παράλληλα Σύμπαντα δεν ξανασμίγουν παρά μόνο με κοινή συναίνεση και μόνο αν συγκατατεθούν ο ποιητής κι’ ο Χρόνος.