Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2021

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

 Το παρόν διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου " Οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία" www.sarantakos.wordpress.com

Είναι κάποια τραγούδια που τα σιγοψιθυρίζω συνέχεια, ειδικά αν μου αρέσουν και τα λόγια. Κάποια στιγμή αρχίζω να πλάθω μια ιστορία μ΄αυτά, είτε στον ύπνο μου είτε στο ξύπνιο μου όταν αφαιρούμαι. Στο τέλος μπερδεύονται το όναρ με το ύπαρ και…

 

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

Je sentais ma mémoire prête à tout raconter   
Mais je connaissais l’histoire, j’ai préféré rêver… 

(ψυλιάστηκα πως το μνημονικό μου είναι έτοιμο ν΄αρχίσει το παραμύθι, μα γνωρίζω το στόρυ, προτιμώ να ονειρευτώ)

Είσαι ο πρώτος και ο μόνος που αφήνω να χαϊδεύει τα μαλλιά μου, του είπε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των παλιών συνηθειών με τα καινούργια συναισθήματα. Αυθόρμητα το μυαλό του πήγε στην γάτα του, κι αυτή δεν δεχότανε χάδια από άλλον, τόσο πιστή κι ελεύθερη μαζί. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, είχε πολλή κίνηση στην εθνική οδό για να μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του. Ενα χαριτωμένο προφίλ φάνηκε, τα μαλλιά της ήταν πιο πίσω. Ηταν ένα από τα ατού της τα μαλλιά αλλά όχι το μόνο, γλυκό πρόσωπο και καλοφιαγμένο κορμάκι συνόδευαν ένα μάγκικο και εντελώς ευθύ  χαρακτήρα, σπάνιο πράγμα για γυναίκα κι ακόμα πιο σπάνιο,  διαμορφωμένο στα είκοσί της.    Δεν τον πείραξε που δεν είδε τα μαλλιά της, του έφτανε η αίσθησή τους στο δεξί του χέρι καθώς τυλίγονταν στο δάκτυλό του με μια περιστροφική κίνηση και ξετυλίγονταν με την αντίθετη φορά. Ηταν ίσια, καστανόξανθα και απίστευτα βαριά.                  

 

rol

Ηξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα. Ενα μήνα τώρα μαζί είχε δει πως τα είχε περί πολλού και είχε εκτιμήσει σωστά την φορά που ήρθε με βρεγμένα μαλλιά για να μην τον αφήσει να περιμένει στο ξαφνικό κάλεσμά του, ούτε μπορούσε να παραβλέψει την «θυσία» της όταν τον άφησε να κόψει μια τούφα δυο πόντους από τον χείμαρο που ξεχυνότανε στην πλάτη της. Φύλαξε το τρόπαιο ευλαβικά στην θήκη που σχημάτιζε το καπάκι του χρυσού ρολογιού τσέπης που είχε από τον παπού του, ένα πολύτιμο αντικείμενο γι αυτόν, μέσα σ’ ένα πολύτιμο αντικείμενο  για τους ρολογάδες και για όλο τον κόσμο…

Στα δεύτερα -άντα αυτός, την έβλεπε συχνά να περπατά πάνω στα στρατιωτικά μποτάκια της με τα χέρια στις κολότσεπες και τον έκαιγε η επιθυμία να βάλει κι αυτός τα χέρια του εκεί. Οταν πέρναγε μαζί με φίλες ή φίλους ήταν φανερό πως είχε ηγετική θέση στην ομάδα παρότι μικρόσωμη, η φωνή της ήταν επιτακτική και ήταν φανερό πως ήξερε πολλά περισσότερα από τον περίγυρό της. Του απασχολούσε καιρό το μυαλό και την ημέρα που συμπλήρωσε  δέκα χρόνια παντρεμένος κι αισθάνθηκε απαλλαγμένος από την υπόσχεση που είχε δώσει την ημέρα του γάμου του, πως για δέκα χρόνια δεν θα κοιτάξει άλλη γυναίκα, σήκωσε το τηλέφωνο.                                                                 

Εποχές χωρίς αναγνώριση καλούντος, άρχισε να παίζει λέγοντας της πως έχει ωραία φωνή. Παιχνιδιάρα κι αυτή του είπε πως είναι νέγρα. Αναγκάσθηκε να της πει πως την ξέρει, του αρέσει, είναι παντρεμένος με παιδιά και θάθελε να πιούνε μια μπίρα μαζί στην θάλασσα. Δεν της είπε όμως ποιός ήταν, ούτε πως η οικογένειά του είναι σε διακοπές, μόνο την διαβεβαίωσε πως τον ξέρει από την γειτονιά. Του έκανε εντύπωση πως δέχτηκε το ραντεβού για την ίδια μέρα, μάλλον δεν το περίμενε.

Η κοπέλλα, στα είκοσί της, ζούσε με τον αδερφό της, παρατημένοι από τον πατέρα τους που δούλευε στον στρατό. Οταν πέθανε η μάνα τους, αυτός έφυγε από το σπίτι,  άφηνε ένα στοιχειώδες ποσό κάθε μήνα και πήγε σώγαμπρος αλλού, να έχει την βολή του. Ανεργα και τα δυο παιδιά, περνάγανε δύσκολα, μπλέξανε, κατάφεραν να ξεμπλέξουν κι από τότε ο αδερφός κλείστηκε σπίτι φοβισμένος, ενώ η αδερφή του είχε μάθει να κατευθύνει αυτή τις παρέες της, αλλά όχι να μαγειρεύει. Η πρόταση υποσχότανε ένα καλό φαγητό και η έντονη υποψία της πως θα ήταν ο πατέρας μιας φίλης της που την γλυκοκοίταζε, την έκαναν να δεχθεί.

Οταν το αυτοκίνητο σταμάτησε στο σημείο που είχαν ραντεβού και άνοιξε η πόρτα του συνοδηγού ένα εντελώς έκπληκτο «εσύ ;» ακούστηκε μαζί με ένα δισταγμό. Ο χαρακτήρας της ήταν που τον ξεπέρασε και την έσπρωξε μέσα, δεν της ταίριαζε να κάνει πίσω. Για πέντε τουλάχιστον λεπτά κοίταζε έξω από το παράθυρο προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει που βρίσκεται. Αυτός το διασκέδαζε, πότε μιλώντας και πότε σιωπώντας, τελικά έβαλε μια κασέτα να παίζει μήπως την καλμάρει η μουσική.  Η διαδρομή ήταν μεγάλη, το σοκ ξεπεράστηκε κι άρχισαν να κουβεντιάζουν για κοινούς γνωστούς και διάφορα, σαν καλοί φίλοι. Οι μπίρες με τα θαλασσινά βελτίωσαν το φιλικό κλίμα κι αυτός πια, αφού άκουσε την ιστορία της, την έβλεπε πατρικά και με συμπάθεια, ούτε που σκέφτηκε καθόλου τις κολότσεπες της. Κάποια στιγμή μάλιστα της πρότεινε να την παντρέψει, χωρίς τα συνεπακόλουθα της κουμπαριάς και το εννοούσε.                                             

Φεύγοντας η κοπέλα κάπου σκόνταψε κι όπως την έπιασε από την μέση να μην πέσει, τον αγκάλιασε και τον φίλησε με τέτοιο τρόπο ώστε η ερώτησή του να φανεί εντελώς φυσιολογική : «σπίτι μου, σπίτι σου ή ξενοδοχείο ; » 

Η μικρή σύσκεψη έβγαλε ξενοδοχείο όπου πήγανε για λίγες ώρες αλλά κάτσανε μια μέρα και λίγες ώρες. Ηταν απίστευτο το πόσο ταιριάζανε στα πάντα, λες κι ήτανε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Χωρίσανε το άλλο βράδυ για να κοιμηθούνε και βρεθήκανε το μεσημέρι για φαγητό. Εκεί διαπίστωσε έκπληκτος πως είχανε δει το ίδιο όνειρο το βράδυ, γι’ αυτήν δεν ήταν καινούργια εμπειρία, είχε κάνει αστρικά ταξίδια με ουσίες, τώρα απλά έμαθε πως γίνονται και με έρωτα.

 

Ce jour-là, c’est étrange, j’ai voulu croire aux fées 
Mais pincé par un ange, je me suis éveillé…  

(παράξενο, κείνες τις μέρες ήθελα να πιστέψω στις γοργόνες, αλλά κάτι, σαν μια ουρά από σαλάχι με τσίμπησε και ξύπνησα )

Η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει γι αυτόν, τα έβαλε κάτω και είδε πως η μόνη λύση ήταν να φύγουνε για Αυστραλία, για Νέα Ζηλανδία καλύτερα. Ηταν και η εποχή που μόλις είχε παιχτεί σε σίριαλ στην τιβί «τα κόκκινα μαλλιά» όπου η πρωταγωνίστρια με τον γέρο σύντροφό της  τα παρατάνε όλα και φεύγουνε «δίχως αποσκευές» κι έβλεπε με τρόμο πως στις αποσκευές έβαζε την γυναίκα του και τα παιδιά του. Ηξερε πως η κοπέλα θα έκανε ό,τι της έλεγε, οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε. Ηξερε ακόμα πως όποια απόφαση και νάπαιρνε θα το μετάνιωνε. Δεν το τόλμησε. 

Ψέλλισε κάτι δικαιολογίες, «Θα χωρίσω», χωρίς να τις πιστεύει.              

«Μη στενοχωριέσαι, θάμαι μαζί σου για πέντε μήνες», του είπε, «Μετά, βλέπουμε. Αλλά μην τους χαλάς αυτούς τους πέντε μήνες» 

Ενα προγραμματισμένο εβδομαδιαίο ταξίδι με την σύζυγο στο εξωτερικό φάνηκε σαν λύση μετά την απόρριψη της Αυστραλίας αλλά αποδείχθηκε μαρτύριο. Οσο κι αν προσπαθούσε, του έλειπε και δεν είχε καθόλου τύψεις. Γιατί ό, τι κι αν έκανε με την κοπέλα ήταν τελείως διαφορετικό από την υπόλοιπη ζωή του, δεν σύγκρινε, ούτε τα μπέρδευε, ήταν -από την μεριά του- τίμιος στην διπλή ζωή του, άλλοι μπορεί να είχαν διαφορετική οπτική γωνία. Το μόνο κακό ήταν πως δεν ήθελε να μοιράσει δίκαια την ζωή του στα δύο, αλλά μεροληπτούσε, φανερά και πολύ σε βάρος της οικογενειακής του ζωής.

 Γύρισε σε μια βδομάδα τρελλαμένος. Εστειλε αμέσως σύζυγο και παιδιά διακοπές κι έτρεξε να την βρει. Πολλά είχαν αλλάξει και στο όνομα της ισότητας του είπε πως αρραβωνιάστηκε κάποιον χαζό που την ήθελε, αλλά να μην ανησυχεί, θα εξακολουθούσε να είναι ο πρώτος, απλά τώρα θα έπαιρνε μια ιδέα από την δική της θέση. Το δέχθηκε αναγκαστικά και πέραν αυτού του γεγονότος, σε τίποτε άλλο δεν άλλαξε η σχέση τους, δεν τον απασχόλησε ποτέ ο αρραβώνας της, όπως ποτέ αυτή δεν αναφέρθηκε στον γάμο του.          

Το δεύτερο ήταν πως εξασφάλισε από μια φίλη της κάποιες μέρες διακοπές σ’ ένα χωριό της ορεινής Ναυπακτίας και θα έφευγε σε τρεις μέρες. Ηταν η σειρά της για ταξιδάκι. Μόνο ένα τηλέφωνο στο καφενείο του χωριού υπήρχε να του δώσει και το όνομα της φίλης της- γιατί αυτήν δεν την ξέρανε- με προσοχή να μην την εκθέσει στους γείτονες.

Σαν έφυγε το κενό που αισθάνθηκε ήταν αβάσταχτο. Κανόνισε με την οικογένεια του να λείψει μια βδομάδα, ένας φίλος που του είχε εμπιστοσύνη τούδωσε κάλυμμα, δήθεν πως τον κάλεσε στο εξοχικό του στην Κάρυστο. Την άλλη μέρα τηλεφώνησε, ζήτησε την φίλη της και της είπε τι ώρα θα ξαναπάρει για να είναι και η δικιά του εκεί. Τη δεύτερη φορά της είπε πως την επόμενη μέρα θα την επισκεφθεί, μόνο που δεν μπορούσε να υπολογίσει τι ώρα γιατί δεν ήξερε τους δρόμους. Πήρε ένα φίλο του από το Μεσολόγγι μαζί για κάλυψη και κάνανε τους αμέριμνους τουρίστες όταν με χίλια βάσανα φτάσανε στο -ο θεός να το κάνει- χωριό, ένας συνοικισμός ήτανε η Ποκίστα, χωρίς σπίτια και ταμπέλλα στην δημοσιά,  ρωτώντας περάσανε δυο-τρεις φορές  από εκεί πριν να την εντοπίσουν. Ερημιά στους δρόμους, ευτυχώς κάποια στιγμή την είδε με την φίλη της και μιλώντας από απόσταση κατάλαβε πως δεν πέρναγε καλά και πως αύριο το απόγευμα  θάφευγε και να βρεθούνε στην Ναύπακτο.  Πήγε τον φίλο του στον τόπο του και νοίκιασε ένα δωμάτιο σ’ εξοχικό ξενοδοχείο αρκετά έξω από την Ναύπακτο. Την άλλη μέρα έκανε το μπάνιο του, έφαγε, κοιμήθηκε κι όταν ξεκίνησε θυμήθηκε πως δεν είχαν ορίσει ούτε μέρος ούτε τόπο. Φθάνοντας στην Ναύπακτο είδε ένα μέρος που του άρεσε να παρκάρει. Βγήκε, περπάτησε λίγο και κάθισε σ’ ένα τειχάκι  να σκεφτεί ποιόν θα πρέπει να ρωτήσει που είναι ο σταθμός των λεωφορείων και τι ώρα θα ερχότανε το λεωφορείο από το χωριό της. Την ίδια στιγμή την είδε νάρχεται χαμογελαστή με το σακβουαγιάζ της…

Περάσανε ωραία στην Ναύπακτο και την άλλη μέρα στο ερημικό ξενοδοχείο αλλά το επίπεδό τους πια ήταν για περισσότερα. Τον ξύπνησε κατά τις τρεις την νύχτα, πλήρωσαν το ξενοδοχείο και του ζήτησε να αρχίσουνε ορεινές διαδρομές στο άγνωστο. Κάποια στιγμή σε κάποιο υψόμετρο, του είπε να κάνει δεξιά και όπως ήταν εξουθενωμένος του ρίχτηκε με λύσσα για να δει πως νοιώθει μια γυναίκα όταν δεν θέλει και ο άλλος επιμένει. Τον τρόμαξε κάπως πως τον θεωρούσε τόσο δικό της, όσο την θεωρούσε κι αυτός, ήταν σαν να είχε το πάνω χέρι μόνο για να προτείνει κάτι σαν πιο έμπειρος και να συμφωνεί αυτή, δεν υπήρχε το παραμικρό περιθώριο επιβολής από κανέναν.                                                            

Καταλήξανε το πρωί στην Γλύφα, ένα χωριό απέναντι από την Εύβοια, στα στενά του Μαλιακού κόλπου. Ψάχνοντας για «ρουμ του λετ», φτάσανε στην κυρία Σούλα που τους κοίταζε λίγο περίεργα κι αποφάσισε να κάνει παιχνίδι  :  

– Ωραίο μέρος, το θέλουμε για τέσσερις, πέντε μέρες. Πόσο κοστίζει ;

– Επτά χιλιάδες η μέρα …

– Θα σου δίνω έξη χιλιάδες συν ένα χιλιάρικο πουρμπουάρ για κάθε μέρα !

– Α, όχι. Επτά χιλιάδες, ακατέβατα ! !

 Η κοπελιά δαγκωνότανε να μη σκάσει στα γέλια. Κάποια στιγμή με τρόπο, να μην τον ακούσει δήθεν η σπιτονοικοκυρά της είπε «Φαντάσου τώρα να μας βρει ο άντρας σου».        

Η σπιτονοικοκυρά  ρώτησε αμέσως δήθεν αδιάφορα : 

– Τι δουλειά κάνετε ;

– Εγώ είμαι σκηνοθέτης, γυρίζω ταινίες και η κοπέλα είναι η γραμματέας μου αλλά σκοπεύω να την κάνω ηθοποιό, το προσπαθώ, έριξε το τυράκι.

– Οχι σκοπεύεις, θα με κάνεις, μπήκε στο κόλπο η κοπέλα, μου το υποσχέθηκες. Γι’ αυτό ήρθαμε εδώ, να βρούμε μέρος κατάλληλο για τα γυρίσματα, εμένα μ’ αρέσει πολύ εδώ, συμπλήρωσε ναζιάρικα. Και να βάλουμε την κυρία Σούλα σε κάποιο ρόλο, έχει φωτογένεια, έτσι γλύκα μου ;

– Να το σκεφτώ… καλή είναι δεν λέω… αν μπορεί να μας βοηθήσει στο σενάριο…

– Τι να κάνω ; τσίμπησε η κυραΣούλα

– Να, ξέρεις, ψάχνουμε ονόματα από τρία πουλιά που να αρχίζουν από ρο…αν τα βρεις, ο ρόλος δικός σου

– Θα τα βρω, η κόρη μου είναι φιλόλογος, θα με βοηθήσει, είπε χαρούμενη η κυραΣούλα κι όταν έφτασε στην πόρτα για να φύγει, κοντοστάθηκε και φώναξε θριαμβευτικά !

– Ραλλού, το ένα, το βρήκα !! Χόλλυγουντ, σούρχομαι, ξεφώνησε και έφυγε ευτυχισμένη. 

 

Οι μέρες ήταν ονειρεμένες στην Γλύφα. Τα νέα είχανε διαδοθεί στο χωριό κι όλοι κοιτάζανε να περιποιηθούν το ζευγάρι ελπίζοντας να γυριστεί η ταινία στον τόπο τους ή ακόμα να έχουν κι αυτοί ένα μικρό ρόλο. Μόνο η κυραΣούλα ήταν αγχωμένη, δεν μπορούσε-ακόμα- να βρει δεύτερο πουλί από ρο. Εχοντας μελετήσει τον βυθό την μέρα είχαν την  δυνατότητα να κάνουν άνετα νυκτερινό μπάνιο α λα Αδάμ και Εύα, έχοντας την ευκαιρία να θαυμάσει ο ένας το κορμί του άλλου, βρεγμένο στο σεληνόφως. Μια μικροατυχία, ένας γνωστός του «σκηνοθέτη» που ήρθε κι αυτός για διακοπές στην Γλύφα, έδειξε μεγάλη διακριτικότητα στα ερωτικά και «επαγγελματικά» τεκταινόμενα και δεν διατάραξε την γαλήνη των ημερών. Αντίθετα εξ ιδίων προήλθε η πρώτη αμυχή, όταν εντελώς αφηρημένα το βλέμμα του ακολούθησε μια μπικινοφορούσα που έμπαινε στο νερό.  

 – Μ’ έχεις μόνο για να με πηδάς, είπε η κοπέλλα κι αμέσως μετάνοιωσε. Με συγχωρείς δεν τόθελα, ψέλλισε.                                                                                                                          

Την κοίταξε. Πρόλαβε να δει το σκοτεινιασμένο βλέμμα να φεύγει σιγά-σιγά από το πρόσωπό της. Το πίστεψε πως δεν τόθελε αλλά η ζημιά είχε γίνει. Είναι κάποιες λέξεις που προκαλούν γρατζουνιές και δεν θεραπεύονται, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, κακοφορμίζουν. 

Το έδιωξε απ΄το μυαλό του και τις υπόλοιπες μέρες βρέθηκαν στον παράδεισο, αν εκεί μέσα περνάνε τόσο καλά. Την τελευταία μέρα υπήρχε μια νευρικότητα σ’ αυτούς και μια απελπισία στην κυράΣούλα που δεν βρήκε άλλο πουλί από ρο, ούτε η φιλόλογος κόρη της. Την παρηγόρησαν λέγοντας της πως δεν πειράζει κι όταν έρθουν να γυρίσουν την ταινία θα μείνουν στο ίδιο σπίτι και θα της δώσουν και ρόλο. Οδηγούσε με το αριστερό χέρι, το δεξί ήταν απασχολημένο στα μαλλιά της. Ολη την διαδρομή σκεφτότανε πόσο ωραία πέρασε και τι κρίμα που αυτές οι μέρες τέλειωσαν. Λίγα λόγια, μόνο υποσχέσεις πως θα ξανάρθουν μια μέρα. Οταν την πήγε σπίτι της τον έπιασαν τα κλάματα την ώρα του αποχαιρετισμού, αυτή διατηρούσε την ψυχραιμία της.  

 – Πέρασα τις καλύτερες πέντε μέρες της ζωής μου, του είπε. Ξέρω πως δεν θα περάσω ποτέ καλύτερα

 – Και τώρα; ρώτησε

– Είχαμε ένα υπέροχο καλοκαίρι, τώρα θα έχουμε έναν υπέροχο χειμώνα, αποκρίθηκε.

winter

Bartolomeo AMMANATI, Αλληγορία του χειμώνα
1563-65

Τον χειμώνα η κοπέλα βρήκε δουλειά σαν πωλήτρια και κείνος κανόνισε να την βλέπει δυο φορές την βδομάδα στα πεταχτά και κάθε Τετάρτη  την περίμενε να σχολάσει στις δύο και πηγαίνανε παραλία στα Λεγραινά μέχρι να βραδιάσει. Πολλές φορές αναπολούσανε τις μέρες στην Γλύφα που ήταν τόσο έντονες ώστε είχαν επισκιάσει τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, ήταν σαν να πρωτοβρέθηκαν εκεί. Μέχρι που μια φορά, μόλις βρέθηκαν δεν τον άφησε να την φιλήσει, παρά μόνο στο μάγουλο. 

- Γιατί ;

- Πέρασαν οι πέντε μήνες, από δω και στο εξής βγαίνουμε μόνο φιλικά !

Κεραμίδα του ήρθε, μέσα στο μεθύσι από την καλοπέραση δεν είχε υπολογίσει την κουβέντα της, δεν την είχε διαπραγματευθεί τότε, μόνο μια αόριστη υπόσχεση είχε πάρει πως αν χωρίσουν θα ξαναβγαίνανε μια φορά, αν ένας από τους δύο το ζήταγε. Αφού βεβαιώθηκε πως το έλεγε σοβαρά, της το θύμισε. 

- Εντάξει, την Τετάρτη θα περάσουμε την μέρα μαζί για τελευταία φορά. Και φέρε μαζί σου κανένα τσιγάρο αν μπορείς να βρεις, το πεθύμησα.      

 Παραξενεύτηκε, τόσους μήνες μαζί, ποτέ δεν κάπνισε. Βέβαια τα ξενοδοχεία την ενέπνεαν να κάνει τρέλλες, όπως σ’ εκείνο το σχεδόν παραλιακό στις Τζιτζιφιές όπου ήθελε δωμάτιο στο ρετιρέ του τελευταίου ορόφου  και έβγαινε ολόγυμνη να απολαύσει την θέα του Σαρωνικού. Μετά τον έσερνε στον Ιππόδρομο να ποντάρει το άλογο που της άρεσε και ξαναγυρνάγανε στο ξενοδοχείο να συνεχίσει την γυμνοθεραπεία της.  Επέμενε να  πάνε στο ξενοδοχείο που ήταν απέναντι από το αστυνομικό τμήμα. Πιάσανε ένα δωμάτιο με φάτσα στον δρόμο στον δεύτερο όροφο. Αναψε το τσιγάρο της και πίσω από τις γρίλιες φύσαγε το ντουμάνι προς το αστυνομικό τμήμα «να γουστάρουνε και λίγο τα όργανα», ψιθύρισε. Η συμπεριφορά της ήταν όπως και πριν, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτε μεταξύ τους. Του ήταν αδύνατον να φύγει, είχε ξαναβρεί το οξυγόνο του. Νόμισε πως ο χωρισμός ήταν ένα σκέρτσο της μικρής και πως ξαναμπήκε το νερό στο αυλάκι. Στις έντεκα τηλεφώνησε σπίτι του πως θα αργήσει, βρήκε κάτι παλιόφιλους είπε και θα πηγαίνανε για ένα πιοτό. Μετά άρχισε να πίνει και στις μία ήταν τύφλα στο μεθύσι. Η κοπελιά πάλευε να τον συνεφέρει με λεμόνι και καφέ, κατά τις τρεις στάθηκε ξανά στα πόδια του. Την πήγε σπίτι της, γύρισε κι αυτός καταρρακωμένος στο δικό του.

Οταν την ξανάδε κατάλαβε την πλάνη του. Η κοπελιά το εννοούσε, τον ευχαρίστησε για όσα είχε μάθει από αυτόν, του εξομολογήθηκε πως με όσα είπαν όταν μετά από έρωτα έβγαζαν τα σώψυχά τους, μπορούσε πια να διεκδικήσει όποιον άντρα ήθελε. Του θύμισε πόσο ταιριαστό ζευγάρι ήτανε, πως ποτέ κανένας δεν έδειξε δυσαρέσκεια για την διαφορά ηλικίας, αντίθετα σε πολλά μπαράκια τους κερνούσανε, χαρακτηρίζοντάς τους σαν ένα υπέροχο ζευγάρι και προσπάθησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε να του εξηγήσει πως στην ηλικία της πρέπει να δοκιμάσει κι άλλα πράγματα κι ας μετανιώσει. Τα λόγια της πέφτανε στο κενό. Μια καθόλου ευχάριστη ζαλάδα τον κυρίευε όταν την άκουγε μαζί με μια απελπισία γιατί δεν είχε λογικό επιχείρημα να αντιτάξει, αυτός που της έδειξε πως να χρησιμοποιεί την λογική. Η φιλία της δεν τον κάλυπτε ούτε στο ελάχιστο.

Une mèche de cheveux
Quelle mavait donnée
Une mèche des cheveux
Quun jour jai caressés
Une mèche de cheveux
Qui venait ressusciter
Le souvenir dun temps heureux
Le doux mirage dun été

(μια τούφα απ’ τα μαλλιά της που μου είχε δώσει, απ τα μαλλιά της που χάδευα μια μέρα, μια τουφίτσα που ήρθε ν’ αναβιώσει μια ανάμνηση από ευτυχισμένους καιρούς, ένας γλυκός αντικατοπρισμός ενός καλοκαιριού )

Εκανε δυο-τρεις ακόμα αποτυχημένες προσπάθειες μήπως την πείσει ν’ αλλάξει γνώμη. Ανοιξε αρκετές φορές την θήκη του χρυσού ρολογιού και χάιδεψε τα κομμάτια απ’ τα μαλλιά της.  Στο τέλος δεν άντεξε και τα πέταξε στο αναμμένο τζάκι. Είδε τις τρίχες να καίγονται στριφογυρίζοντας με μια στιγμιαία λάμψη. 

Αμα λάμψει θα καεί, κι αν δεν καεί δεν θα λάμψει, σκέφτηκε.

Au fond de mon grenier, blottie dans un tiroir, un jour j’ai retrouvé une amourette d’un soir

Elle s’était envolée, je ne sais plus pourquoi, je l’avais oubliée depuis longtemps déjà

Dans un montre a gousset d’or, recouvert de poussière, son petit corps meurtri reposait, solitaire

Elle était venue mourir dans ce décor antique, elle était venue mourir, en laissant pour relique

Une mèche de cheveux qu’elle m’avait donnée, une mèche de cheveux… je l’ ai jeté au feu (*)

(στο βάθος στην σοφίτα μου, φυλαγμένο σ’ ένα συρτάρι, μια μέρα ξαναβρήκα την αγάπη μιας νύχτας

ήταν εκεί πεταμένη, δεν ξέρω πια γιατί, την είχα ξεχάσει από καιρό

μέσα σ’ ένα χρυσό ρολόι τσέπης καλυμμένη από σκόνη, το ταλαιπωρημένο πραγματάκι αναπαυότανε μοναχό 

είχε έρθει να πεθάνει σ΄αυτό το κειμήλιο σαν ντεκόρ, είχε έρθει να πεθάνει σ’αυτό το παλιακό μέρος  αφήνοντας το λείψανο του 

ήταν μια τούφα απ’ τα μαλλιά της που μου είχε δώσει, ήταν μια τούφα από τα μαλλιά της που πέταξα στην φωτιά.

 

(*) οι στίχοι στα γαλλικά είναι λίγο…πειραγμένοι ! και η μετάφραση…ελεύθερη !

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Βέρντι...

Είναι μια επιλογή από τις όπερες του Βέρντι, με χρονική σειρά και έναν-κατά την κρίση μου- χαρακτηρισμό. Ακολουθεί ένα κομμάτι από κάθε όπερα.

1. Η πιο παλιά.................................................................Oberto, conte di Bonifacio

2. Η πιο αποτυχημένη.....................................................Un giorno di regno

3. Η πιο επαναστατική....................................................Nabucco

4. Η πιο θρησκευτική.....................................................I Lombardi a la prima crocciata

5. Η πιο δραματική ........................................................Ernani

6. Η πιο ρομαντική.........................................................I due Foscari

7. Η πιο εξωτική.............................................................Alzira

8. Η πιο πατριωτική........................................................ Attila

9. Η πιο θεατρική.............................................................Macbeth

10. Η πιο κλασσική...........................................................Luisa Miller

11. Η πιο ποιοτική...........................................................Rigoletto

12. Η πιο αναγνωρίσιμη ..................................................Il Trovatore

13. Η πιο δημοφιλής .......................................................La Traviata

14. Η πιο αντιστασιακή.....................................................Vespri Siciliani

15. Η πιο πολιτική............................................................Simone Boccanegra

16. Η πιο μελωδική..........................................................Un ballo in maschera

17. Η πιο ιστορική..............................................................La forza del destino

18. Η πιο φιλοσοφημένη....................................................Don Carlos

19. Η πιο χλιδάτη..............................................................Αida

20. Η πιο παθιασμένη.......................................................Otello

21. Η πιο χαρούμενη.........................................................Falstaff







Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

Η φωτογραφία

 

Τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, ένας imagemaker φέρνει το πουλαίν του για φωτογράφιση


- Το ξεφτισμένο στις ραφές
πουκάμισο- μετάξι
χώστο μεσ' στο καβάλο
Κουμπί δεν έχει το κολλάρο
το παπιγιόν να σφίγγει
Κι’ η τρύπα απ’ το τσιγάρο ούτε που φαίνεται.

Σακάκι σμόκιν
και ταινία θαλασσιά
διαγώνια στο στήθος
Παράσημο στο πέτο

Λεκές δερματικός
καφέ
στο πάνω μέρος του λαιμού - Υπάρχει το φουλάρι.
Στη μέση ο ζωστήρας, φτηνός κροκόδειλος.
Η τσάκιση στο παντελόνι, αυτή μετράει

ά ψ ο γ η.


Πενθούντα νύχια άκοφτα
- Βάλε τα χέρια μεσ’ στις τσέπες, το ρολόι να φαίνεται
-Το ρολόι, σταματημένο είναι !
- Κανένας δεν ρωτά τι ώρα είναι.

Καπέλλο επίσημο και δανεικό
- Μα να φοράμε ψηλό καπέλλο
και νάμαστε ξυπόλυτοι ;;
- Φωτογράφε, μη πάρεις τα πόδια !


- Η στάση του κορμιού
τα πάντα καθορίζει
έξω το στήθος
μέσα το πηγούνι


- Χαμογελάστε, παρακαλώ...



με πλάγια ο imagemaker, με έντονα ο πολιτευτής, με υπογραμμισμένα ο φωτογράφος

Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

Η Νίτσα, η μανιόλια και τα χόρτα της

Το παρόν διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του  Νίκου Σαραντάκου "οι¨λέξεις έχουν την δική τους ιστορία"  (  https://sarantakos.wordpress.com/ )



Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή "Νίτσα με λένε".
Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά "νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε". Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της τυπική.
Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα "παρκάρανε" δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν που να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τους έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά
 - Εχεις μητέρα ;
- Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.
- Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.
- Είναι φυλακή.
- Γιατί ;
- Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !

Οι τρεις διδάσκοντες στρατεύσιμοι αξιωματικοί είχαν τα γραφεία τους μαζί με την δακτυλογράφο, οι  διδάσκοντες στρατεύσιμοι υπαξιωματικοί και ναύτες δεν είχαν τέτοιες πολυτέλειες, ανήκαν αλλού.
Η Νίτσα κοκκίνιζε μέχρι τ' αυτιά της όταν οι νεαροί μιλώντας ελεύθερα χρησιμοποιούσαν τις καθημερινές "κακές" λέξεις όπως διάολε, μαλάκα, γαμώτο και σταματούσε το κτύπημα στη μηχανή της. Η Νίτσα δεν είχε συναντήσει ποτέ αυτές τις λέξεις στην Καινή Διαθήκη και διαμαρτυρήθηκε στον Διευθυντή Σπουδών (Δ.Σ.). Ο Δ.Σ. , πρώην δάσκαλος που προτίμησε την σιγουριά του στρατού από τις μεταθέσεις και το καθημερινό μάθημα στα δημοτικά, φώναξε τους νεαρούς στο γραφείο του :
- Ρε παιδιά, μην την τσιγκλάτε την αραχνιασμένη και μας κάνει καμιά κασκαρίκα. Υπάρχει καλύτερο βόλεμα από δω ;  Δευτέρα στις 11 έρχεστε, Παρασκευή στις 11 φεύγετε, 12 διδακτικές ώρες όλες κι όλες, κάθε μέρα εξόδου κι ο μισθός να πέφτει, σε σχολείο διπλάσια θα δουλεύατε και δεν θάχατε το Σάββατο ελεύθερο ! Κάντε μια προσπάθεια να μην την ενοχλείτε, μη μας καρφώσει και χάσουμε την βολή μας.

Η στρατιωτική σχολή ήταν μέσα στην νησιώτικη πόλη. Εποχές προ έητζ, με τριακόσους ενεργούς άντρες και χίλιες πεντακόσιες τουρίστριες να αλλάζουν κάθε Πέμπτη στη σεζόν που άνοιγε τον Μάρτη κι έκλεινε τον Δεκέμβρη. Ολη η πόλη επαγγελματικά είχε προσαρμοσθεί σ' αυτήν την κατάσταση, ο τουρισμός είχε χαλάσει τα πατροπαράδοτα αρβανίτικα ήθη. Οι έχοντες την οικονομική άνεση έστελναν τα κορίτσια σχολείο στην Αθήνα. Η θέση της ντόπιας γυναίκας ήταν εξαιρετικά δύσκολη γιατί γινότανε άμεση σύγκριση με τις ξένες που ερχότουσαν για την "εβδομάδα του σεξ". Επρεπε ή να λειτουργήσουν σαν τις ξένες ή να σηκώσουν απόρθητα τείχη σαν την Νίτσα, η εκκλησία ήταν απαραίτητο βοήθημα στην δεύτερη επιλογή.

Από τους τρεις νεαρούς μόνο ο ένας κατάφερνε να μην λέει τις λέξεις που ενοχλούσαν την Νίτσα κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να τον ξεχωρίζει. Αυτός προσπαθούσε να δικαιολογήσει τους συναδέλφους του λέγοντας πως ναι μεν είναι κακές λέξεις αλλά δεν τις εννοούν, όταν κάποιος λέει γαμώτο, δεν υπονοεί την σεξουαλική πράξη και τέτοια. Μετά προθυμοποιήθηκε να της υπαγορεύει τα κείμενα που αντέγραφε για να τελειώνει πιο γρήγορα την δουλειά της. Αρχισε έτσι να κερδίζει την εμπιστοσύνη της, στο λέγε-λέγε ο νεαρός την είδε να κρυφοχαμογελά μια φορά που του ξέφυγε ένα γαμώτο και την άλλη μέρα του πρόσφερε ένα λουλούδι μανιόλιας !!
Εντυπωσιάσθηκε ο νεαρός, δεν είχε ξαναδεί ούτε ξαναμυρίσει τόσο μεγάλο και τόσο ωραίο λουλούδι. Το δούλεμα από τους άλλους δυο νεαρούς πήγαινε σύννεφο αλλά τότε ήταν που είδαν το πρώτο σημάδι της μεταμόρφωσης της Νίτσας. Ηταν ένα πρωΐ που η Νίτσα έλειπε κι ένας νεαρός αξιωματικός είχε την φαεινή ιδέα να πάρει  τηλέφωνο από το γραφείο του την Γενική Επιστασία και να ρωτήσει με άγριο ύφος :
- Ηρθαν  οι  ναυτοπρόσκοποι ;
Φυσικά το έκλεισε αμέσως  σκασμένος στα γέλια που πάγωσαν όταν είδε την Νίτσα στην πόρτα μ' ένα ερωτηματικό στο βλέμμα. Εν τω μεταξύ ένας χαμός επικρατούσε στο στρατόπεδο που έπρεπε να ευπρεπισθεί στα γρήγορα, να αγορασθούν αναψυκτικά για το κέρασμα και να βρεθούν στρατεύσιμοι ομιλούντες την γαλλικήν γιατί μέσα στο χαμό κάποιος είπε κάτι για γάλλους ναυτοπρόσκοπους και έγινε πιστευτός. Έκείνη την ώρα κανένας δεν έψαχνε ποιός έκανε το πρώτο τηλεφώνημα αλλά μετά από δυο ώρες που κατάλαβαν πως δεν θα ερχότουσαν οι ναυτοπρόσκοποι άρχισε το ψάξιμο. Οταν το τηλέφωνο κτύπησε στο γραφείο καθηγητών το σήκωσε η Νίτσα και κοιτάζοντας έντονα στα μάτια τον νεαρό σημαιοφόρο, διαβεβαίωσε τον διοικητή πως κανένας δεν τηλεφώνησε από εκεί. Μετά από αυτό, κι αφού ο δράστης ενημέρωσε τους άλλους δυο για την γενναία πράξη της Νίτσας, οι τέσσερις τους γίνανε μια παρέα στο γραφείο κι όταν ο Δ.Σ. άκουσε την Νίτσα να  λέει "ασ'το διάλο" σταυροκοπήθηκε και ρώτησε με τρόπο αν την είχανε μεθύσει.

Η Νίτσα, σαν αγαθή και φιλεύσπλαχνη χριστιανή, προθυμοποίηθηκε να πλένει και να σιδερώνει την στολή του "δικού της"αξιωματικού, γιατί "στο στεγνοκαθαριστήριο δεν κάνουνε σωστή δουλειά" ενώ σε καθημερινή βάση στο διάλειμμα, κατά τις 10, έβγαζε ένα ταπεράκι με πίττες και μεζεδάκια για ...μπρέκφαστ, κι από τότε που προσκλήθηκε κι ο Δ.Σ., φιλοτιμήθηκε να φέρνει αυτός  το κρασί ή το τσίπουρο. Οι συζητήσεις είχαν ανοίξει αρκετά πλέον, σε θέματα αδιανόητα πριν λίγους μήνες, εκείνο που δεν άνοιξε ποτέ ήταν το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου που της ζητούσε ο Δ.Σ. Το οχυρό του κότσου είχε πέσει  όταν της το ζήτησε ο νεαρός που ξεκίνησε την μεταμόρφωσή της πάνω στο τσούγγρισμα των ποτηριών. Το όνομά της το ψιθύρισε στο αυτί του κι αυτός, τάφος σκέτος, δεν το μοιράστηκε ποτέ του με κανένα από τους συμπότες του.

Οταν τελείωσε την θητεία του η Νίτσα του είπε πως θα του κάνει ένα δώρο. Το δώρο ήταν μια τσάντα χόρτα που τα μάζεψε η ίδια ακολουθώντας μια παμπάλαια μυστική συνταγή. Δεν ήταν από ένα είδος, ήταν από πολλά είδη αλλά σε ορισμένη αναλογία το καθένα. Τα έβρασε η μάνα του που κι αυτή έμεινε έκπληκτη από το αποτέλεσμα, δεν είχε φάει ποτέ νοστιμότερα χόρτα. Το ίδιο κι ο κάποτε αξιωματικός που δεν θυμότανε πια ούτε το πρόσωπο ούτε το όνομα της δακτυλογράφου, αλλά τα χόρτα της δεν τα ξέχασε ποτέ. Αγόρασε όμως ένα δενδρύλιο μανιόλιας και τόβαλε στον κήπο του νάχει τα άνθη της στις αρχές του Ιούνη, να τα μυρίζει και να τα θαυμάζει

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Κατ' όναρ, καθ' ύπαρ (1). Ενα απόγευμα στην Θήβα

(το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου, οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία )


Τα όνειρά σου να τα λες
αν θες να ξαλαφρώνεις
γιατί όσο μέσα τα κρατάς
τόσο θα βαλαντώνεις  (gpointofview)


Depart from me this moment ( Bob Dylan ), σκέφτηκε αλλά δεν το είπε. Γραπωμένη από το μπράτσο του, αγκαζέ, πιο σφιχτά κι από χταπόδι ακολουθούσε τα βήματά του. Ιδια με το χταπόδι που στην κολπάδα τυλίγεται στο δόλωμα κι ανεβαίνει από τον πάτο στον αφρό, μέχρι να το αποχιάσει ο χταποδολόγος. Αλλά τούτη όχι μόνο δεν ήταν χταπόδι να την αποχιάσεις, αλλά δεν τρωγότανε με τίποτε. Δεν το ήξερε όμως σίγουρα τότε, απλά το ψυλλιαζότανε, γι' αυτό δεν μίλησε. Ηταν το πρώτο τους ραντεβού.

She tried to hold me
She didn't know
Love is letting go

She said ‘I'm looking for perfection'
As she strode in my direction
She cast her mantle round me,
Said ‘I'm completed since you found me'
She executed her enchantment
Secreted me in her encampment
With diversions and pretences
She dismantled my defences

Το ουζερί στην Θήβα ήταν θλιβερό, μόνο τηγανητοί μεζέδες, άδεια καθίσματα και βρώμικοι τοίχοι. Κι η ίδια η πόλη, κολημένη στις αρβανίτικες εμμονές της έμοιαζε με απομεινάρι του προηγούμενου αιώνα. Η εθνική οδός Αθηνών - Λαμίας με την πρόσβαση μέσω Ορχομενού από το Κάστρο και ο περιφερειακός έβγαλαν την πόλη από την διαδρομή προς την Λειβαδιά, αφήνοντας την στην λησμονιά και την εγκατάλειψη. Μόνο τα ΚΤΕΛ της γραμμής περνάγανε από μέσα. Πιο πολύ θυμότανε ο κόσμος το Κριεκούκι - Ερυθρές το είπανε οι ελληνοποιητές των ονομασιών της υπαίθρου - για το καλής ποιότητας άλευρο, παρά τον Κάδμο Θηβών που βολόδερνε έκτοτε στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα. Αμα ο δρόμος δεν περνάει μέσα απ' την πόλη, χαιρετίσματα.
Το ίδιο και περισσότερο θλιβερή η συνοδός του. Ισιο αχυρένιο μαλλί, χοντρά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, ράσα παπά για ρούχα, έμοιαζε με την εικόνα της μάγισσας που είχε στο μυαλό του. Μόνο το σκουπόξυλο έλειπε. Και φυσικά αυτό τον τράβηξε, πάντοτε την ποιητική μούσα του σαν γριά μάγισσα την φανταζότανε και τόχε γράψει στην εισαγωγή της ποιητικής συλλογής του :

Την ειδε. Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό και την είδε. Αρχικά δεν το πίστευε, μα ούτε και μετά το πίστευε πάλι! Αρχικά γιατί δεν το περίμενε και μετά γιατί δεν ήταν όπως την περίμενε.

Η έμπνευση του, η μούσα του πετούσε ανάμεσα στ’ αστέρια...

Οχι σαν διαστημόπλοιο, όχι σαν άγγελος, μα σαν γριά μάγισσα επάνω σε σκουπόξυλο. Και όσο έβλεπε καλύτερα τα ξεβαμμένα της μαλλιά, τα μισοτριμμένα της ρούχα, το θλιβερό καπέλλο, τα ξυπόλητα πόδια τόσο πιο σίγουρος αιαθανότανε πως δεν είχε γελαστεί. Αυτή ήταν, του άρεσε-δεν του άρεσε, αυτή ήταν η μούσα του.

Το μόνο που δεν καταλάβαινε ήταν αυτό το μικρό σπιτάκι στην άκρη του κονταριού της σκούπας. Ηταν ένα μικρό σπιτάκι με μιά μικροσκοπική αυλίτσα και εκεί δυό ακόμα πιό μικροσκοπικά ανθρωπάκια να παλεύουνε και να βγάζουνε τα μάτια τους. Κοιτώντας πιό καλά τους αναγνώρισε, ήταν ο ρίτσος κι’ ο καβάφης που παλεύανε ποιος θ’ ανεβεί πρώτος στο κυπαρίσσι της αυλής.

Οι κάμπιες κατηφορίζανε ήδη από αυτό και διέσχιζαν τα πράσινα πλακάκια της αυλής γυρεύοντας λίγο χώμα. Το φεγγάρι του ουρανού έγινε το φεγγάρι της μικρής αυλής, προσαρμόστηκε στον καινούργιο του ρόλο, τ’ αστέρια συμπυκνώθηκαν κι’ έλαμψαν ακόμη περισσότερο στον μικρούλη ουρανό της αυλής. Ηταν μια όμορφη εικόνα αλλά η μούσα του δεν φαινόταν πια. Σύννεφα κάλυψαν τον υπόλοιπο ουρανό, το σπιτάκι άρχισε να φαίνεται σαν φάτνη κι΄ο ρίτσος με τον καβάφη σαν δυό μικροί χριστούληδες. Υπήρχαν πολλά άσπρα προβατάκια τριγύρω κι’ ενα μικρό μαύρο αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Ισως να υπήρχε κι’ ένας γάϊδαρος, δεν φαινότανε καλά - ήταν πολύ χοντροί οι μάγοι. Γύρω γύρω από τη φάτνη όμως δεν πετούσαν αγγελάκια αλλά μικρές μάγισσες με σκουπόξυλα. Μα καμμιά τους δεν ήταν η μούσα του, ήταν εντελώς σίγουρος αυτή την φορά.

Πιό πέρα οι κάμπιες άρχισαν να μεταμορφώνονται σε πεταλούδες.

Ευτυχισμένες οι κάμπιες γίνονται πεταλούδες και μετά τέλος, ενώ κάποιες άλλες υπάρξεις ξεκινάνε την ζωή τους σαν πεταλούδες και την τελειώνουν σαν κάμπιες, σκέφτηκε. Αφήνουν σημάδια τέτοιες διαδρομές. Μια άσπρη γάτα διέσχισε τον δρόμο τρέχοντας, του άρεσε, κινήθηκε προς τα εκεί  κι ήταν η αφορμή να λυθεί ο γόρδιος δεσμός της. Καλά λένε πως οι άσπρες γάτες φέρνουν καλή τύχη όταν τις συναντάς και κακή τύχη όταν τις έχεις σπίτι σου. Ανακουφισμένος πήρε μια βαθειά ανάσα μα τον ζάλισαν οι ατμοί του αλκοόλ σαν ήρθε απέναντί του φεύγοντας από το πλάι και κόβοντάς του τον δρόμο. Είχε έρθει η ώρα των διαχύσεων πριν τον αποχωρισμό. Ακριβώς ό,τι δεν άντεχε.
Είναι δυνατόν να δεις καλό στην Θήβα ; Ακόμα κι ο Θηβαίος δεν ήταν του γούστου του σαν τραγουδιστής και όχι μόνο. Και της έμοιαζε, απίστευτο πως της έμοιαζε !
Τον φίλησε στο μάγουλο. Προς στιγμήν νόμισε πως πέθανε και τον νεκροφιλούσαν. Από αντίδραση την φαντάστηκε μέσα σε φέρετρο. Φορούσε -φυσικά- σιδερένια πανοπλία με λίγες σκουριές κι ένα κιτρινόμαυρο κασκόλ στον λαιμό, αυτά έκαναν τον θάνατό της εξαιρετικά αναγεννησιακό. Τα μάτια της, ανοικτά κι ακίνητα ήταν καρφωμένα στα περίτεχνα γύψινα της οροφής. Το ενδιαφέρον της για την Τέχνη ήταν αναμφισβήτητο.
Προσπάθησε να επανασυνδεθεί με την πραγματικότητα μα το χαμόγελό της δεν τον άφηνε...
- Στα Βίλια, φώναξε, στα Βίλια
- Τι σταφύλια, τον ρώτησε απορημένη
- Το επόμενο ραντεβού μας στα Βίλια, της εξήγησε. Η πουθενά, ψιθύρισε χαμηλόφωνα κι αμέσως ψήφισε την δεύτερη επιλογή του.
- Μαζί σου και στη άκρη του κόσμου, του έπαιξε ματάκια. Ηταν στο στοιχείο της, στα ναζάκια. Θα μπορούσε να κάτσει ώρες εκεί συζητώντας το επόμενο ραντεβού.
Απελπισία.
Οταν το χταπόδι έχει βεντουζώσει στον βράχο δεν ξεκολλάει όσο κι αν το τραβάς. Μπορεί να σου μείνει το πόδι του ή η κουκούλα στο χέρι αλλά δεν θα ξεκολήσει. Τότε τι κάνεις ; Το καλό το παληκάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι : το πιέζεις πάνω στον βράχο κι αυτό από αντίδραση γυρίζει, βεντουζώνει στο χέρι σου και ξεκολλάει εύκολα από τον βράχο.
- Τότε πάμε τώρα, όπου θέλω και όπως το θέλω. Συνόδευσε τα λόγια του με μια όχι και τόσο φιλική χειρονομία.
Πάγωσε. Η αλλάγή σκηνικού την έβγαλε από τα γνώριμά της ύδατα
- Ξέρεις...

She told me I was unrealistic
And then she went ballistic
In her powder blue pajamas,
Me some flotsam in her drama
She said “love's what I believe in”
But inside she was seething
With a cyclone raging under
Like she was skin surrounding thunder

Δύσκολα τα πράματα αλλά δεν ήθελε συμβιβασμούς, θα έπαιζε το χαρτί του μέχρι τέλους ελπίζοντας να μην την πείσει να συμφωνήσει μαζί του.
Προσποιήθηκε τον μισομεθυσμένο.
- Μη μου την σπας. Πάμε !
- Δεν μπορώ τώρα, έχω δουλειές, ξέρεις ... τα παιδιά ... την άλλη φορά. Στα Βίλλια !
- Ούτε στα Βίλλια, ούτε στα Βεντιμίλια. It's Now Or Never ( Elvis Presley ), της είπε ξαναβρίσκοντας το κέφι του στην θύμηση της Ιταλικής Ριβιέρας.
- Τότε, λυπάμαι. Πάρε με τηλέφωνο αν αλλάξεις γνώμη όταν ξεμεθύσεις, του είπε.

I made it to the stairwell
In the street I muttered farewell
With a driving wind again me
And shame exploding in me
It took me six years to begin again
To feel secure in my own skin again
For she lingered like uranium
Like a demon in my cranium

Την παράτησε κι άρχισε να απομακρύνεται ικανοποιημένος. Τόσα χρόνια ενασχόλησης με τα χταπόδια δεν πήγανε χαμένα. Το χτύπημα ήταν καλό και γλύτωσε και το γούλιασμα αλλά η ψυχική του ηρεμία είχε διαταραχθεί. Προσπάθησε να αυτοσυγκεντρωθεί, να βρει τον δρόμο του. Του πήρε αρκετά λεπτά, μα τα κατάφερε.
Στην Θήβα δεν ξαναπήγε από τότε .

All this was long ago now
And if I knew then what I know now
I'd have deployed a little patience
I'd have laughed at all her stipulations
But I was young and I fumbled
A boy-fool whose castle crumbled
I couldn't save her
Though I forgave her

She tried to hold me
She tried to hold me
She didn't know
Love is letting go


Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Διήγημα μου, που μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο που δημοσιεύθηκε και σχολιάσθηκε, στην διεύθυνση :

https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/

Πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα...

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Ο μπάρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας

Η  βαρκούλα, με τους δυο νεαρούς μέσα, γυρίζοντας από το κοντινό ψάρεμα, μέσα στον όρμο του λιμανιού, ήρθε κι έδεσε δίπλα στην καμπινάτη βάρκα. Ο γέρος που ήταν μέσα ρώτησε κλασσικά :
- Είχε τίποτε ;
Ο ένας νεαρός έδειξε στον μπάρμπα- Θύμιο ένα λυθρινάκι ίσαμε το δάκτυλό του :
- Να τέτοια ψάρια είχε...
- Τι να σου κάνει κι ετούτο το πεδίον, απάντησε ο γέρος, ψαρεύεται συνεχώς, δεν αφήνουν τα ψάρια να μεγαλώσουν. Παλαιόθεν είχε καλά ψάρια, μέχρι και αστακούς έπιανα. 
- Αστακούς ;
- Ναι, ερυθροφαίους με κυανάς παρειάς !

Ο μπάρμπα-Θύμιος συνταξιούχος αστυνομικός διευθυντής- του Τμήματος Ηθών- προσπαθούσε να μιμηθεί τον δικτάτορα στις ελληνικούρες. Οπως οι περισσότεροι το φαιό το πέρναγε για καφέ χρώμα, δεν φανταζότανε πως η φαιά του ουσία είχε μια ταπεινή γκρίζα απόχρωση. Λεπτομέρειες. Η χούντα τον είχε αξιοποιήσει ορίζοντάς τον πρόεδρο του ναυτικού ομίλου του χωριού. Η γενική γραμμή ήταν "κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο" αλλά σ' αυτό το παραθαλάσσιο χωριό αντί για γυμναστήριο κτίσανε μια αποθήκη για τα σκάφη και ένα αναψυκτήριο από πάνω, το βάπτισαν ναυτικό όμιλο, έφιαξαν και μια επιτροπή με πρόεδρο τον μπάρμπα-Θύμιο και μέλη που δεν ξαναπάτησαν παρά μόνο όταν είχανε καμιά εκδήλωση, για το κέρασμα. Αθλητές δεν είχανε και τα κωπηλατικά σκάφη δεν βγήκανε ποτέ από την αποθήκη. Εφιαξαν όμως μια προβλήτα που απάγγιαζε μια χαρά και φέρανε τις ψαρόβαρκες τους οι κάτοικοι. 

 Ο άλλος νεαρός είπε στον μπάρμπα-Θύμιο :
- Πιάσαμε βέβαια κι αυτά... και σήκωσε δυο λυθρινάρες της μισής οκάς η καθεμιά.
Ο μπαρμπα-Θύμιος στραβοκατάπιε.
- Μπράβο σας, ψέλλισε και χώθηκε στην καμπίνα της βάρκας του. Υπήρχε πάντοτε ένας άτυπος συναγωνισμός ανάμεσα στους ερασιτέχνες ψαράδες που άραζαν τις βάρκες τους εκεί. Ο ίδιος σπάνια έπιανε κάνα λυθρινάκι που του το τηγάνιζε ο καφετζής του ομίλου.

Το αναψυκτήριο του ομίλου ήταν ο τόπος συγκέντρωσης της νεολαίας του χωριού, κυρίως της αθηναϊκής που πέρναγε τα καλοκαίρια της εδώ, και της ντόπιας, όσης δεν φοβότανε να συγχρωτισθεί μαζί της. Ισως το υποχρεωτικό πηλίκιο που φοράγανε στο σχολείο να είχε παίξει τον ρόλο του στα αγόρια, τα τοπικά κορίτσια δεν τα άφηναν οι μανάδες τους σε μικτές παρέες. Είχε μέρος για βουτιές, μέρος για ρακέττες, καμπίνες και τον γερο-Χαράλαμπο να φιάχνει καφέδες και να σερβίρει πορτοκαλάδες και ουζάκια.Υπήρχε μια κάποια κακή φήμη στους μεγάλους για τους νεαρούς πρωτευουσιάνους που καπνίζανε, ακούγανε ροκ και χορεύανε με τα κορίτσια της παρέας. Ισως να οφειλότανε στα κουτσομπολιά του Χαράλαμπου που μάταια το πάλευε μήπως και γίνει τίποτε με τις πιτσιρίκες κι έβγαζε έτσι το άχτι του. Τους έλεγε διάφορα περί της μεγάλης του πείρας από την ζωή, αλλά -φανερά τουλάχιστον- δεν τσίμπησε καμιά. Τις σπάνιες φορές που ερχότανε καμιά τουρίστρια της τάριχνε στο αγγλικό. Της έδειχνε τον Παρνασσό απέναντι και αναστέναζε " Δις ιζ Ντέλφι, δη όμφαλους οφ δη ερθ " και τέτοια, μέχρι να τον μαζέψει ο πρώην αστυνομικός διευθυντής. 

Ο μπάρμπα-Θύμιος είχε πάρει με καλό μάτι τους νεαρούς γιατί δεν εύρισκε άλλους να ακούσουνε τις ιστορίες του, οι χωρικοί τον είχανε στην άκρη, δεν εμπιστεύονταν τους αστυνομικούς. 
Ο υπενωματάρχης και οι χωροφύλακες δεν τολμούσανε να κάτσουν μαζί μ' έναν αξιωματικό της αστυνομίας, ακόμα κι όταν ήταν στην σύνταξη. Υπήρχε και μια άλλη φήμη που τον συνόδευε, ο μπακάλης και μοναδικός προμηθευτής πετρελαίου στο χωριό ορκιζότανε πως ποτέ δεν είχε αγοράσει πετρέλαιο από αυτόν.
- Και πως κινεί την βάρκα ;
- Λένε πως σηκώνεται πολύ πρωί, πριν ξυπνήσουν οι ψαράδες και παίρνει λίγο-λίγο πετρέλαιο από όλες τις άλλες βάρκες να μην τον καταλάβουνε και βολεύεται.

- Οι άντρες στις χριστιανικές κοινωνίες έχουν την ευκαιρία μέχρι τα σαράντα τους να βάλουνε μυαλό, ύστερα είναι αργά, έλεγε  με ύφος Νέστορα ο μπάρμπα-Θύμιος στους νεαρούς.
- Στις μουσουλμανικές κοινωνίες η ευκαιρία του άντρα να βάλει μυαλό είναι μέχρι να παντρευτεί. Αμα δεν διαλέξει σωστά του δίνει η θρησκεία του το δικαίωμα να παντρευτεί και δεύτερη φορά κι αυτός νομίζει πως τώρα τάχα ξέρει να διαλέξει γυναίκα και φορτώνεται δεύτερο βαρίδι, μπορεί και τρίτο αν έχει τα λεφτά. Είναι το ίδιο με τις γυναίκες στον τόπο μας. Σημασία έχει με ποιόν θα πρωτοπάνε, εκεί κρίνονται. Αμα στραβοδιαλέξει τον πρώτο κι όλοι οι άλλοι πάρτον ένα και κτύπα τον άλλον θα είναι και θα γυρίζει χωρίς να στεριώνει πουθενά, σαν την άδικη κατάρα. Αυτά τα ξέρανε οι παλιοί γι αυτό είχανε τα συνοικέσια και γι' αυτό η εκκλησία μας δεν επιτρέπει δευτεροπαντρειές σε άντρες και γυναίκες. Να δούμε τώρα αν η Εθνική Κυβέρνηση μπορεί να μας ξαναγυρίσει στον σωστό δρόμο από τις ανηθικότητες των αριστερών!

Οι νεαροί δεν τον χώνευαν αλλά δεν του τόδειχναν για να μη τους διώξει από τον χώρο, ο όμιλος ήταν περίπου ιδιοκτησία του. Ενα βράδυ, οι πιο τολμηροί από αυτούς σπάσανε την κλειδαριά και μπήκαν στην καμπίνα της βάρκας του. Του πήραν τις δυο πετονιές που είχε και τρία πακέττα 555-θρή φάιβς- τα εγγλέζικα τσιγάρα που κάπνιζε. Τις πετονιές τις πέταξαν, δεν ήταν σόι, τα τσιγάρα τα κάπνισαν κρυφά. Ενας βούτηξε στο νερό και προσπάθησε να βγάλει τον πίρο της βάρκας, να την βουλιάξει, μα δεν τα κατάφερε.
Την άλλη μέρα ο μπάρμπα -Θύμιος τους έλεγε πως του κλέψανε τέσσερις πετονιές και πέντε πακέττα τσιγάρα- από τα ακριβά.
- Θα τους βρώ που θα μου πάνε, αλήτες είναι, όχι καλά παιδιά όπως εσείς !
Το φούσκωμα των κλοπιμαίων παρέσυρε και τα τελευταία απομεινάρια της εκτίμησης των νεαρών.

Οι κάτοικοι του Γαλαξιδιού είχαν νοοτροπία νησιώτικη. Στην ουσία δεν υπήρχε δρόμος που να τους ενώνει με την υπόλοιπη Ελλάδα, η συγκοινωνία γινότανε με καΐκια μέχρι την κοντινή πολιτεία, την Ιτέα, μισή ώρα δρόμο, τρεις φορές την ημέρα. Η χούντα υλοποίησε ένα νατοϊκό σχέδιο κι έφιαξε έναν δρόμο όλο παραλία να ενώνει δυό μέρη που η διαδρομή τους στα Φωκικά του Παυσανία περιγράφεται σαν άθλος. Το νατοϊκό σκεπτικό ήταν να μπορούν να κάνουν απόβαση σε όλη την ακτογραμμή της Στερεάς Ελλάδας. Το έργο το ανέλαβαν ο Σκαπανέας με την ΜΟΜΑ.  Το ονόμασαν Εθνική Οδός Ιτέας-Ναυπάκτου και ήταν ένας άθλιος δρόμος, αλλά δρόμος ! Η χούντα κέρδισε την συμπάθεια των τοπικών πληθυσμών, ιδίως εκείνων των αρβανίτικων χωριών από το Γαλαξίδι μέχρι την Ναύπακτο που ήταν κτισμένα στα βουνά για τον φόβο των πειρατών και τώρα που κατέβηκαν στην θάλασσα, στον δρόμο ελληνοποίησαν τα ονόματά τους... πρώην Βίδαβη, Κίσελη, Βιτρινίτσα κ.λ.π.  δόσανε την θέση του σε εύηχα ονόματα όπως Αγιοι Πάντες, Πάνορμος και Ερατεινή. Ο δρόμος έκανε κάποια χρόνια να ενώσει τα δυό κομμάτια του στην Χαμοπάσα, η Κακιά Σκάλα ωχριά μπροστά της. (*)
Υπήρξε κάποια δυσαρέσκεια των ντόπιων στον "πολιτισμό" που έφερε το άνοιγμα του δρόμου, ένα δείγμα ήταν οι ονομασίες των δρόμων του Γαλαξιδιού, απαραίτητες για τους ξένους που τώρα μπορούσαν να έρθουν οδικώς.  Εκεί που ξέρανε το καντούνι του Αγίου Νικολάου, τον δρόμο της αγοράς και την πλατεία, τα Μανουσάκια- φαίνεται θα φυτρώνανε κάποτε εκεί- είδανε με έκπληξη κάτι μπλε ταμπέλες, οδός 21ης Απριλίου, οδός Εθνεγέρσεως, πλατεία Ηρώων και τέτοια. Ηταν μια ενόχληση στον συντηρητισμό τους.
Αλλά μεγαλύτερη ήταν η έκπληξη των κατοίκων όταν κάποιο πρωΐ είδαν μουτζουρωμένα τα ονόματα των δρόμων και από πάνω γραμμένα οδός Δημοκρατίας, οδός Συγγρού, οδός Πειραιώς και άλλα μη εθνικόφρονα. Η έκπληξη έγινε απέχθεια όταν μάθανε πως το ίδιο βράδυ  κάποιοι είχαν ζωγραφίσει στον πίσω τοίχο του κτιρίου της χωροφυλακής ένα κατακόκκινο σφυροδρέπανο !
Τέλος, σκάρτα εκατό  μέτρα από ένα σπίτι, το Μητροπουλέϊκο, στον μοναδικό τοίχο που είχε απομείνει από το κάποτε μπακάλικο, κάτω από την επιγραφή : 
ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ  
"Ο ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΟΣ"
κάποιος είχε γράψει με μπογιά, μια λέξη μοναχά :
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η χωροφυλακή πέρασε στο ντούκου το θέμα, ασβέστωσε το σφυροδρέπανο αμέσως και κατέβασε τις μουτζουρωμένες και ξαναγραμένες πινακίδες προς ικανοποίηση των ντόπιων που δεν τις χώνεψαν ποτέ. Η λέξη ελευθερία καλύφθηκε με μαύρη μπογιά λίγες ώρες μετά, από ενέργειες κατοίκων με εθνικόφρονες ανησυχίες. Αποκατεστάθη η τάξις ! Το θέμα ξεχάστηκε σιγά-σιγά. Μόνο κάποιοι νεαροί επέμεναν να κουρδίζουν τον πάλαι ποτέ αστυνομικό διευθυντή πως είναι θέμα τιμής να βρεθούν "οι αλήτες που τα έκαναν" και τον καλούσαν να αναλάβει δράση. Κι αυτός να τους λέει πως δεν έχει πληροφοριοδότες στο χωριό- ποτέ τους δεν τον συμπάθησαν οι ντόπιοι, ήταν γαλαξιδιοτόγαμπρος- κι αν θέλουν οι νεαροί μπορούν να βοηθήσουν, αν τυχόν ακούσουν κάτι.
- Είμαι σίγουρος πως είναι οι ίδιοι αλήτες που έκλεψαν τις πετονιές και τα τσιγάρα από την βάρκα μου, έλεγε.

Και δεν είχε άδικο αλλά δεν τόμαθε ποτέ.

(*) 
https://
www.youtube.com/watch?v=pm1k2LlTIQc&ab_channel=ifantisteo
Διευκρίνηση : Η διήγηση στηρίζεται σε μεγάλο μέρος από αληθινά γεγονότα. Η αναγραφή της λέξης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σε τοίχο έγινε  μετά το γνωστό ποίημα της Κωστούλας Μητροπούλου "ο Δρόμος" που μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος, δεν ήταν η αφορμή.