Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Διήγημα μου, που μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο που δημοσιεύθηκε και σχολιάσθηκε, στην διεύθυνση :

https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/

Πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα...

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Ο μπάρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας

Η  βαρκούλα, με τους δυο νεαρούς μέσα, γυρίζοντας από το κοντινό ψάρεμα, μέσα στον όρμο του λιμανιού, ήρθε κι έδεσε δίπλα στην καμπινάτη βάρκα. Ο γέρος που ήταν μέσα ρώτησε κλασσικά :
- Είχε τίποτε ;
Ο ένας νεαρός έδειξε στον μπάρμπα- Θύμιο ένα λυθρινάκι ίσαμε το δάκτυλό του :
- Να τέτοια ψάρια είχε...
- Τι να σου κάνει κι ετούτο το πεδίον, απάντησε ο γέρος, ψαρεύεται συνεχώς, δεν αφήνουν τα ψάρια να μεγαλώσουν. Παλαιόθεν είχε καλά ψάρια, μέχρι και αστακούς έπιανα. 
- Αστακούς ;
- Ναι, ερυθροφαίους με κυανάς παρειάς !

Ο μπάρμπα-Θύμιος συνταξιούχος αστυνομικός διευθυντής- του Τμήματος Ηθών- προσπαθούσε να μιμηθεί τον δικτάτορα στις ελληνικούρες. Οπως οι περισσότεροι το φαιό το πέρναγε για καφέ χρώμα, δεν φανταζότανε πως η φαιά του ουσία είχε μια ταπεινή γκρίζα απόχρωση. Λεπτομέρειες. Η χούντα τον είχε αξιοποιήσει ορίζοντάς τον πρόεδρο του ναυτικού ομίλου του χωριού. Η γενική γραμμή ήταν "κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο" αλλά σ' αυτό το παραθαλάσσιο χωριό αντί για γυμναστήριο κτίσανε μια αποθήκη για τα σκάφη και ένα αναψυκτήριο από πάνω, το βάπτισαν ναυτικό όμιλο, έφιαξαν και μια επιτροπή με πρόεδρο τον μπάρμπα-Θύμιο και μέλη που δεν ξαναπάτησαν παρά μόνο όταν είχανε καμιά εκδήλωση, για το κέρασμα. Αθλητές δεν είχανε και τα κωπηλατικά σκάφη δεν βγήκανε ποτέ από την αποθήκη. Εφιαξαν όμως μια προβλήτα που απάγγιαζε μια χαρά και φέρανε τις ψαρόβαρκες τους οι κάτοικοι. 

 Ο άλλος νεαρός είπε στον μπάρμπα-Θύμιο :
- Πιάσαμε βέβαια κι αυτά... και σήκωσε δυο λυθρινάρες της μισής οκάς η καθεμιά.
Ο μπαρμπα-Θύμιος στραβοκατάπιε.
- Μπράβο σας, ψέλλισε και χώθηκε στην καμπίνα της βάρκας του. Υπήρχε πάντοτε ένας άτυπος συναγωνισμός ανάμεσα στους ερασιτέχνες ψαράδες που άραζαν τις βάρκες τους εκεί. Ο ίδιος σπάνια έπιανε κάνα λυθρινάκι που του το τηγάνιζε ο καφετζής του ομίλου.

Το αναψυκτήριο του ομίλου ήταν ο τόπος συγκέντρωσης της νεολαίας του χωριού, κυρίως της αθηναϊκής που πέρναγε τα καλοκαίρια της εδώ, και της ντόπιας, όσης δεν φοβότανε να συγχρωτισθεί μαζί της. Ισως το υποχρεωτικό πηλίκιο που φοράγανε στο σχολείο να είχε παίξει τον ρόλο του στα αγόρια, τα τοπικά κορίτσια δεν τα άφηναν οι μανάδες τους σε μικτές παρέες. Είχε μέρος για βουτιές, μέρος για ρακέττες, καμπίνες και τον γερο-Χαράλαμπο να φιάχνει καφέδες και να σερβίρει πορτοκαλάδες και ουζάκια.Υπήρχε μια κάποια κακή φήμη στους μεγάλους για τους νεαρούς πρωτευουσιάνους που καπνίζανε, ακούγανε ροκ και χορεύανε με τα κορίτσια της παρέας. Ισως να οφειλότανε στα κουτσομπολιά του Χαράλαμπου που μάταια το πάλευε μήπως και γίνει τίποτε με τις πιτσιρίκες κι έβγαζε έτσι το άχτι του. Τις σπάνιες φορές που ερχότανε καμιά τουρίστρια της τάριχνε στο αγγλικό. Της έδειχνε τον Παρνασσό απέναντι και αναστέναζε " Δις ιζ Ντέλφι, δη όμφαλους οφ δη ερθ " και τέτοια, μέχρι να τον μαζέψει ο πρώην αστυνομικός διευθυντής. 

Ο μπάρμπα-Θύμιος είχε πάρει με καλό μάτι τους νεαρούς γιατί δεν εύρισκε άλλους να ακούσουνε τις ιστορίες του, οι χωρικοί τον είχανε στην άκρη, δεν εμπιστεύονταν τους αστυνομικούς. Ο υπενωματάρχης και οι χωροφύλακες δεν τολμούσανε να κάτσουν μαζί μ' έναν αξιωματικό της αστυνομίας, ακόμα κι όταν ήταν στην σύνταξη. Υπήρχε και μια άλλη φήμη που τον συνόδευε, ο μπακάλης και μοναδικός προμηθευτής πετρελαίου στο χωριό ορκιζότανε πως ποτέ δεν είχε αγοράσει πετρέλαιο από αυτόν.
- Και πως κινεί την βάρκα ;
- Λένε πως σηκώνεται πολύ πρωί, πριν ξυπνήσουν οι ψαράδες και παίρνει λίγο-λίγο πετρέλαιο από όλες τις άλλες βάρκες να μην τον καταλάβουνε και βολεύεται.

- Οι άντρες στις χριστιανικές κοινωνίες έχουν την ευκαιρία μέχρι τα σαράντα τους να βάλουνε μυαλό, ύστερα είναι αργά, έλεγε  με ύφος Νέστορα ο μπάρμπα-Θύμιος στους νεαρούς.
- Στις μουσουλμανικές κοινωνίες η ευκαιρία του άντρα να βάλει μυαλό είναι μέχρι να παντρευτεί. Αμα δεν διαλέξει σωστά του δίνει η θρησκεία του το δικαίωμα να παντρευτεί και δεύτερη φορά κι αυτός νομίζει πως τώρα τάχα ξέρει να διαλέξει γυναίκα και φορτώνεται δεύτερο βαρίδι, μπορεί και τρίτο αν έχει τα λεφτά. Είναι το ίδιο με τις γυναίκες στον τόπο μας. Σημασία έχει με ποιόν θα πρωτοπάνε, εκεί κρίνονται. Αμα στραβοδιαλέξει τον πρώτο κι όλοι οι άλλοι πάρτον ένα και κτύπα τον άλλον θα είναι και θα γυρίζει χωρίς να στεριώνει πουθενά, σαν την άδικη κατάρα Αυτά τα ξέρανε οι παλιοί γι αυτό είχανε τα συνοικέσια και γι' αυτό η εκκλησία μας δεν επιτρέπει δευτεροπαντρειές σε άντρες και γυναίκες. Να δούμε τώρα αν η Εθνική Κυβέρνηση μπορεί να μας ξαναγυρίσει στον σωστό δρόμο από τις ανηθικότητες των αριστερών!

Οι νεαροί δεν τον χώνευαν αλλά δεν του τόδειχναν για να μη τους διώξει από τον χώρο, ο όμιλος ήταν περίπου ιδιοκτησία του. Ενα βράδυ, οι πιο τολμηροί από αυτούς σπάσανε την κλειδαριά και μπήκαν στην καμπίνα της βάρκας του. Του πήραν τις δυο πετονιές που είχε και τρία πακέττα 555-θρή φάιβς- τα εγγλέζικα τσιγάρα που κάπνιζε. Τις πετονιές τις πέταξαν, δεν ήταν σόι, τα τσιγάρα τα κάπνισαν κρυφά. Ενας βούτηξε στο νερό και προσπάθησε να βγάλει τον πίρο της βάρκας, να την βουλιάξει, μα δεν τα κατάφερε.
Την άλλη μέρα ο μπάρμπα -Θύμιος τους έλεγε πως του κλέψανε τέσσερις πετονιές και πέντε πακέττα τσιγάρα- από τα ακριβά.
- Θα τους βρώ που θα μου πάνε, αλήτες είναι, όχι καλά παιδιά όπως εσείς !
Το φούσκωμα των κλοπιμαίων παρέσυρε και τα τελευταία απομεινάρια της εκτίμησης των νεαρών.

Οι κάτοικοι του Γαλαξιδιού είχαν νοοτροπία νησιώτικη. Στην ουσία δεν υπήρχε δρόμος που να τους ενώνει με την υπόλοιπη Ελλάδα, η συγκοινωνία γινότανε με καΐκια μέχρι την κοντινή πολιτεία, την Ιτέα, μισή ώρα δρόμο, τρεις φορές την ημέρα. Η χούντα υλοποίησε ένα νατοϊκό σχέδιο κι έφιαξε έναν δρόμο όλο παραλία να ενώνει δυό μέρη που η διαδρομή τους στα Φωκικά του Παυσανία περιγράφεται σαν άθλος. Το νατοϊκό σκεπτικό ήταν να μπορούν να κάνουν απόβαση σε όλη την ακτογραμμή της Στερεάς Ελλάδας. Το έργο το ανέλαβαν ο Σκαπανέας με την ΜΟΜΑ.  Το ονόμασαν Εθνική Οδός Ιτέας-Ναυπάκτου και ήταν ένας άθλιος δρόμος, αλλά δρόμος ! Η χούντα κέρδισε την συμπάθεια των τοπικών πληθυσμών, ιδίως εκείνων των αρβανίτικων χωριών από το Γαλαξίδι μέχρι την Ναύπακτο που ήταν κτισμένα στα βουνά για τον φόβο των πειρατών και τώρα που κατέβηκαν στην θάλασσα, στον δρόμο ελληνοποίησαν τα ονόματά τους... πρώην Βίδαβη, Κίσελη, Βιτρινίτσα κ.λ.π.  δόσανε την θέση του σε εύηχα ονόματα όπως Αγιοι Πάντες, Πάνορμος και Ερατεινή. Ο δρόμος έκανε κάποια χρόνια να ενώσει τα δυό κομμάτια του στην Χαμοπάσα, η Κακιά Σκάλα ωχριά μπροστά της. (*)
Υπήρξε κάποια δυσαρέσκεια των ντόπιων στον "πολιτισμό" που έφερε το άνοιγμα του δρόμου, ένα δείγμα ήταν οι ονομασίες των δρόμων του Γαλαξιδιού, απαραίτητες για τους ξένους που τώρα μπορούσαν να έρθουν οδικώς.  Εκεί που ξέρανε το καντούνι του Αγίου Νικολάου, τον δρόμο της αγοράς και την πλατεία, τα Μανουσάκια- φαίνεται θα φυτρώνανε κάποτε εκεί- είδανε με έκπληξη κάτι μπλε ταμπέλες, οδός 21ης Απριλίου, οδός Εθνεγέρσεως, πλατεία Ηρώων και τέτοια. Ηταν μια ενόχληση στον συντηρητισμό τους.
Αλλά μεγαλύτερη ήταν η έκπληξη των κατοίκων όταν κάποιο πρωΐ είδαν μουτζουρωμένα τα ονόματα των δρόμων και από πάνω γραμμένα οδός Δημοκρατίας, οδός Συγγρού, οδός Πειραιώς και άλλα μη εθνικόφρονα. Η έκπληξη έγινε απέχθεια όταν μάθανε πως το ίδιο βράδυ  κάποιοι είχαν ζωγραφίσει στον πίσω τοίχο του κτιρίου της χωροφυλακής ένα κατακόκκινο σφυροδρέπανο !
Τέλος, σκάρτα εκατό  μέτρα από ένα σπίτι, το Μητροπουλέϊκο, στον μοναδικό τοίχο που είχε απομείνει από το κάποτε μπακάλικο, κάτω από την επιγραφή : 
ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ  
"Ο ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΟΣ"
κάποιος είχε γράψει με μπογιά, μια λέξη μοναχά :
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η χωροφυλακή πέρασε στο ντούκου το θέμα, ασβέστωσε το σφυροδρέπανο αμέσως και κατέβασε τις μουτζουρωμένες και ξαναγραμένες πινακίδες προς ικανοποίηση των ντόπιων που δεν τις χώνεψαν ποτέ. Η λέξη ελευθερία καλύφθηκε με μαύρη μπογιά λίγες μέρες μετά, από ενέργειες κατοίκων με εθνικόφρονες ανησυχίες. Αποκατεστάθη η τάξις ! Το θέμα ξεχάστηκε σιγά-σιγά. Μόνο κάποιοι νεαροί επέμεναν να κουρδίζουν τον πάλαι ποτέ αστυνομικό διευθυντή πως είναι θέμα τιμής να βρεθούν "οι αλήτες που τα έκαναν" και τον καλούσαν να αναλάβει δράση. Κι αυτός να τους λέει πως δεν έχει πληροφοριοδότες στο χωριό- ποτέ τους δεν τον συμπάθησαν οι ντόπιοι- κι αν θέλουν οι νεαροί μπορούν να βοηθήσουν, αν τυχόν ακούσουν κάτι.
- Είμαι σίγουρος πως είναι οι ίδιοι αλήτες που έκλεψαν τις πετονιές και τα τσιγάρα από την βάρκα μου, έλεγε.

Και δεν είχε άδικο αλλά δεν τόμαθε ποτέ.

(*) https://www.youtube.com/watch?v=pm1k2LlTIQc

Διευκρίνηση : Η διήγηση στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα. Η αναγραφή της λέξης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σε τοίχο έγινε  μετά το γνωστό ποίημα της Κωστούλας Μητροπούλου "ο Δρόμος" που μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος, δεν ήταν η αφορμή.


Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Η κόνις η Αφρικανίς



Νοτιάς στο άστυ το κλεινόν
με σύννεφα προβάλει
και σκόνη από την Αφρική
λεν' πως θα φέρει πάλι

Και είν' η σκόνη άριστον

λίπασμα των αγρών
και ορφνοκόκκινος λεκές
των επιφανειών.

Κι ενώ στα σπίτια, στις σκεπές

κανένας δεν τη βλέπει
απ' το παρμπριζ την όραση
δύσκολα επιτρέπει

Από κοντά διακρίνεται

σε ρούχα απλωμένα 
που πρέπει να ξαναπλυθούν,
να είναι καθαρισμένα 

Κακό μεγάλο νόμισε
της Αφρικής την σκόνη
καθένας που την κρίση του
εύκολα διαμορφώνει

Κι όμως όπου εκάθησε

η κόνις η Αφρικανίς
τίποτε το αξιόλογο
δεν έπαθε κανείς 

Ηταν στη δεκαετία του 70  όταν για πρώτη φορά πρόσεξε το φαινόμενο : τα πάντα καλυμένα από μια καφεκόκκινη σκόνη που μας ήρθε -λέει-  από την Αφρική λόγω μετεωρολογικών συνθηκών που επέτρεψαν την μεταφορά της. Διάβασε την σχετική ανακοίνωση :
 Ενα υψηλό βαρομετρικό σύστημα πάνω από τη ΒΔ Αφρική και τη δυτική Μεσόγειο ανύψωσε σκόνη στην ανώτερη ατμόσφαιρα και με νοτιοδυτικούς ανέμους τη μετέφερε προς την ανατολική Μεσόγειο.
Λόγω της περιοχής προέλευσης, η σκόνη είναι ερυθρά. Τα σωματίδια της σκόνης περιέχουν, σε μεγάλο ποσοστό,  πυρίτιο, άργιλο και σίδηρο. Στην περίπτωση μεταφοράς της σκόνης με την παρουσία νεφών και επακόλουθης βροχόπτωσης, τα σωματίδια της σκόνης διαλύονται στις υδροσταγόνες και έτσι επιτυγχάνεται "κατάπτωσή" τους στο έδαφος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται ερυθρωπές λασποβροχές. Τα σωματίδια της αφρικανικής σκόνης, όταν φθάνουν στην Ελλάδα, είναι τα μικρότερα και ελαφρύτερα, διότι τα μεγαλύτερα, ως βαρύτερα, καθιζάνουν καθ' οδόν. 
Τα συστατικά της σκόνης που περιέχουν σίδηρο θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, αφενός μεν διότι συμβάλλουν στην ανάλογη λίπανση των εδαφών και στην ανάπτυξη των φυτών, αφετέρου δε έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν έναν από του κύριους παράγοντες εμπλουτισμού της θάλασσας σε σίδηρο που απαιτείται για την ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν.

Ολα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, σήμερα μια νέγρα είναι οικεία εικόνα στο πανεπιστήμιο, το 70 όμως οι νέγρες φοιτήτριες ήταν μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού. Η Κόννι ξεχώριζε στην κυριολεξία σαν την μύγα μέσα στο γάλα. Σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητη ούτε στην πατρίδα της, η ομορφιά της ήταν παραπάνω από το συνηθισμένο. Την έβλεπε μια φορά την εβδομάδα -κάθε Τετάρτη- που συνέπιπταν οι ώρες των μαθημάτων τους στο κτίριο της Νομικής, μαγνήτιζε το βλέμμα πολλών καθώς περίμενε έξω από την αίθουσα την έναρξη του μαθήματος. Υστερα ο καθένας έμπαινε στην τάξη του κι αυτός την ξέχναγε απορροφημένος  στο μάθημα  κι έφευγε γρήγορα για το σπίτι ενώ αυτή πάντα είχε κάποιες φίλες, λευκές, να συζητάει.
Μια μέρα, μετά το μάθημα, ξαφνιάστηκε όταν την συνάντησε στον φούρνο της γειτονιάς του. Το μυαλό του πήγε σε μια παροιμία που είχε ακούσει και έλεγε πως άμα δεις μια άγνωστη γυναίκα δυο φορές την ίδια μέρα, θα την ξαναδείς πολλές φορές στην ζωή σου. Περίεργη παροιμία, δεν τον έπειθε όμως τόσο πολύ ώστε να της μιλήσει κι έτσι περιορίστηκε σ' ένα χαμόγελο χωρίς αντίκρυσμα σαν διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. Ενα απορημένο βλέμμα ήταν η απάντησή της. Μετά τύχαινε να την βλέπει συχνά στην γειτονιά, είχε νοικιάσει ένα δωματιάκι κάπου κοντά του, στην Κυψέλη, οπότε το δυο φορές την ημέρα την Τετάρτη είχε γίνει συνήθεια αλλά το άφηνε να περάσει, είχε και τις ρατσιστικές αμφιβολίες του. Κάπου είχε διαβάσει για ένα σύνθημα κάποιου αμερικάνου πολιτικού "στείλτε πίσω στην Αφρική τους νέγρους και κάντε σαπούνι τους εβραίους" και ενώ διαφωνούσε ασυζητητί με το δεύτερο  σκέλος, σκεπτότανε πως το πρώτο θα μπορούσε να λύσει πολλά προβλήματα ρατσισμού που υπήρχαν στην Αμερική αλλά το δεχόταν μόνο με ταυτόχρονη αναχώρηση των λευκών από την μαύρη ήπειρο. Μακριά κι αγαπημένοι που λέει κι η παροιμία, με την Κόννι όμως υπολόγιζε πως δεν θάτανε άσχημα κοντά της.

Οταν οι δυο φορές δεν φτάνουν, η τρίτη είναι καταλυτική. Μια Τετάρτη αφού είχαν προηγηθεί οι συνηθισμένες διασταυρώσεις στην Νομική και στον φούρνο, αποφάσισε να κατέβει στον ιππόδρομο. Ετυχε να πιάσει κάτι στην τελευταία κούρσα και καθυστέρησε αρκετά μέχρι να εξαργυρώσει τα δελτία οπότε έχασε τα 3-4 μαζεμένα λεωφορεία που εξυπηρετούσαν τους φίλιππους στην αφετηρία, στις Τζιτζιφιές και περίμενε το επόμενο που θα αργούσε αρκετά γιατί το βράδυ τα δρομολόγια ήταν αραιά. Οταν ήρθε το λεωφορείο μπήκε μέσα, κάθισε και περίμενε πότε θα ξεκινήσει. Σε λίγο ήρθαν και οι υπάλληλοι που εργάζονταν σαν ταμίες ή στον έλεγχο στον ιππόδρομο, αυτοί αργούσαν γιατί έπρεπε να παραδώσουν χρήματα και δελτία στον κρατικό έλεγχο. Μαζί τους ήρθε κι η Κόννι, πολλές φοιτήτριες εργάζονταν τα απογεύματα στον ιππόδρομο δυο φορές την εβδομάδα, για το χαρτζηλίκι τους. Της χαμογέλασε ξανά κι αυτή τώρα ήρθε και κάθισε δίπλα του. Μέχρι να φτάσουνε στο Σύνταγμα είχανε γίνει φίλοι και στο τρόλλεϋ για την Κυψέλη έγινε φανερό πως η Κόννι ενδιαφερότανε και για κάτι περισσότερο από φιλία.

Ηπιανε δυο-τρεις φορές καφέ στην Φωκίονος Νέγρη και άρχισε να θαυμάζει εκτός από το σώμα της και τον χαρακτήρα της, ήταν πρόσχαρη και καλλιεργημένη. Εμαθε πως ήταν κόρη φύλαρχου ή κάτι τέτοιο  σε κάποια χώρα της Κεντρικής Αφρικής, έμαθε και το πραγματικό της όνομα που δεν μπορούσε να το προφέρει, οπότε συμφωνήσανε να την φωνάζει Κόνις μια που είχε έρθει από την Αφρική όπως κι η σκόνη. Δεν είχε πρόβλημα, ήταν κοντά στο Κόννι που είχε επιλέξει η ίδια για όσους δεν μπορούσαν να το προφέρουν στην μητρική της γλώσσα, όπως δεν είχε πρόβλημα με τις ματιές που συγκέντρωναν, ήταν συνηθισμένη εξ αιτίας της ομορφιάς της. Σ΄αυτόν όμως υπήρχε μια ενόχληση που τον κοίταγαν λόγω της διαφορετικότητας της επιδερμίδας της και μια άλλη επειδή το άρωμα που έβαζε η Κόνις ήταν το πατσουλί. Σκεφτότανε πως το έβαζε για να σκεπάζει την μυρουδιά του δέρματός της που είχε ακούσει πως πέφτει βαριά στους λευκούς.
Μ' αυτά και μ' αυτά δεν έκανε ούτε πίσω ούτε μπροστά, άφηνε κάθε πρωτοβουλία στην Κόνις που αφού είδε κι απόειδε, τον κάλεσε σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα του μαγείρευε αφρικάνικες λιχουδιές, εισαγωγή στα "περαιτέρω", δεν χωρούσε αμφιβολία. Αυτός θα έπρεπε απλά να ορίσει την μέρα. Ζήτησε λίγες ώρες διορία να ρυθμίσει τις δουλειές του ώστε να βρει ελεύθερη μέρα. Παραμύθι, ήθελε απλά να το σκεφτεί.
Αποφάσισε με κοινή λογική πως το πατσουλί δεν μπορεί να είναι εμπόδιο για μια εμπειρία που μπορεί να μην ξαναείχε την ευκαιρία να βρει και πως πέρα από τα κολλήματά του και την εκτιμούσε και του άρεσε. Στο κάτω-κάτω σαν καπνιστής δεν ήταν και πολύ περήφανος στην μύτη. Το ραντεβού κλείστηκε για την επόμενη μέρα.

Ο,τι είναι από την Αφρική, νάναι καλό μου μοιάζει
το σκούρο με το ανοιχτό στο δέρμα πως ταιριάζει
οι πλάκες μας -τεκτονικές- στα βάθη πλησιάζουν
κι η Κόνις με τα μούτρα μου αιώνια πελάζουν...

Το πάρσιμο της απόφασης του έφερε ενθουσιασμό και τον αναπόφευκτο ποιητικό οίστρο. Οι ώρες της αναμονής πέρασαν με σχέδια και ονειροπολήσεις.

Τα τριαντάφυλλα που της πήγε ήτανε ροζ, κάτι ανάμεσα στο λευκό της αθωότητας και το κόκκινο του έρωτα. Παιδεύτηκε λίγο να τα βρει γιατί δεν αγόραζε ποτέ λουλούδια για να τα προσφέρει. Η γειτονιά του, τότε, είχε καλό κλίμα και πολλούς φροντισμένους κήπους που δικαιολογούσαν το παρανόμι της, καλλιτεχνούπολη.
Η Κόνις, στην υπόγεια γκαρσονιέρα της, τον υποδέχτηκε μ' ένα καυτό σορτσάκι, μισάνοιχτο πουκάμισο και τα μαλλιά πιασμένα με κορδέλλα. Ηταν ξυπόλητη και να την πιείς στο ποτήρι. Εβαλε τα λουλούδια σ' ένα βάζο πάνω σε μια συρταριέρα, το τραπεζάκι του μοναδικού δωματίου ήταν μικρό για να το χωρέσει μαζί με τα σερβίτσια δυο ατόμων. Του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, τακτοποίησε το κρασί  που επίσης της έφερε στο ψυγειάκι και πηγαινοερχότανε από την κουζινίτσα στο δωμάτιο μαγειρεύοντας και συγυρίζοντας τα μαχαιροπήρουνα και τα ποτήρια στο τραπεζάκι με τις δυο καρέκλες. 

Εριξε ένα βλέμμα γύρω-γύρω. Η Κόνις ήτανε μπροστά στο μάτι της κουζίνας και ανακάτευε το φαΐ. Ενα κρεβάτι, κοντά του ένα τρανζίστορ ακουμπισμένο στο πάτωμα, ένας καλόγηρος δίπλα στην συρταριέρα με κρεμασμένα τα ρούχα της κι ένα σουτιέν στην κορυφή, το τραπέζι με τις δυο καρέκλες, μια αφίσα στον τοίχο και μια πόρτα κλειστή που σίγουρα οδηγούσε στο μπάνιο, ήταν ό,τι υπήρχε στο δωμάτιο εκτός από τον ίδιο. Ενοιωσε όμορφα. Πήγε στην ένα μέτρο επί ενάμισυ κουζινίτσα, την πλησίασε από πίσω κι έβαλε τα χέρια του στη μέση της. Γύρισε απαλά στην αγκαλιά του με σκυμένο το κεφάλι αποκλείοντας το φιλί. "Μετά", του είπε σηκώνοντας το βλέμμα. "Κάτσε να δοκιμάσω το φαΐ, να δω πως είναι".
Εκανε να φύγει μα τον έπιασε από το χέρι. "Περίμενε", του είπε, "να δοκιμάσεις κι εσύ". Εβγαλε μ' ένα κουτάλι λίγη κόκκινη σάλτσα με τριμένα ζαρζαβατικά και ρύζι και του το έδωσε. Το φύσαγε να κρυώσει και την κοίταζε καθώς έβγαλε κι αυτή με την κουτάλα λίγο φαΐ και το φύσαγε κι αυτή να  κρυώσει. "Το ίδιο κάνει κι αυτή, πόσο  μοιάζουμε", σκέφτηκε ηλίθια, "κι ας έχουμε άλλο χρώμα στο δέρμα ! " 
Την είδε να βάζει το περιέχομενο της κουτάλας στο χέρι της για να το φάει και ... παρατήρησε πως δεν το έβαζε στην χούφτα της -όπως θα έκανε αυτός- αλλά στο πάνω μέρος της παλάμης, μετά το έφερε στο στόμα της.
"Ναι, αυτό είναι το σωστό, με την παλάμη πιάνουμε τόσα πράγματα, το πάνω μέρος είναι πιο καθαρό", σκέφτηκε, "αλλά ... είναι κάτι που δεν θα έκανα μ' αυτόν τον τρόπο, ποτέ". Την ίδια στιγμή διαπίστωσε με θλίψη πως μια θάλασσα τους χώριζε κι ας ήταν ένα ασήμαντο πράγμα, κι ας ήταν το σωστό με τη μεριά της. Ολη η ευωχία διαλύθηκε, εξατμίστηκε, οι ευαισθησίες του είχαν πει την τελευταία κουβέντα.

Δεν δοκίμασε το φαΐ της.

Βρέθηκε σ' άλλη γειτονιά, αλλού, όταν ξανάβρεξε λάσπη απ΄την Αφρική και την έφερε στο μυαλό του. Πήρε το μονοπάτι δίπλα στο ποτάμι να απολαύσει το ψιλόβροχο. Από την απέναντι μεριά τα φορτηγά μουγγρίζανε στην εθνική.             " Θυμήσου τι της είπες", τυρράνησε το μυαλό του. Αδύνατον να θυμηθεί. Από όλα όσα έγιναν κι ειπώθηκαν τότε, δεν του έμεινε τίποτε, ήταν όλα συμβολικά, με κώδικα φιαγμένα.









Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Η θεια



Θα ήταν δέκα η ώρα το βράδυ όταν ένα χέρι τον τράβηξε απ' το μπράτσο.
- Πάμε !
Το ύφος του φίλου του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Παράτησε σύξυλη την κοπέλλα να συνεχίσει μόνη  της τον χορό και τον ακολούθησε. Στον δρόμο ο φίλος του εξήγησε πως μια γιαγιά βρέθηκε στην θάλασσα και την προλάβανε πριν πνιγεί αλλά είχε πιει νερό και είχανε την χρεία του. Ο φίλος του ήταν φοιτητής της ιατρικής, για τους απλοϊκούς χωρικούς ήταν ήδη γιατρός. Τον ήθελε μαζί του γιατί είχε πικρή πείρα από τους κατοίκους του χωριού, ήθελε κάποιον να μπορέσει να συνενοηθεί μαζί του, αν του τύχαινε ανάγκη από βοήθεια.
Δεν τον πολυάκουγε. Στο μυαλό του είχε ακόμα τις αναλογίες της κοπέλλας, στο μπλουζ μελετούσε το ανάγλυφό της συνοδεία μουσικής και τον διέκοψε. Αλλά η φιλία ήταν πάνω από τέτοια.

Ηταν μια παράξενη μέρα. Είχε αποφασίσει να μεθύσει για να δει πως είναι, μέχρι τότε δεν τα είχε καταφέρει. Στηριζότανε στην παρουσία του φίλου του, του φοιτητή της ιατρικής, όχι τόσο για τις γνώσεις του όσο για την αντοχή του στο ποτό. Ηθελε νάναι σίγουρος πως κάποιος θα τον φρόντιζε αν μέθαγε.  Ο φίλος του είχε έναν εκπληκτικό σωματότυπο, νόμιζες πως ήταν ο μίστερ-Ελλάς ενώ δεν γυμναζότανε καθόλου !! Είχε τέτοια δύναμη και αντοχές που θεωρούσε απίθανο το να μεθύσει ποτέ.
Είχαν ξεκινήσει το απόγευμα με μπίρες και παγωτά στο αναψυκτήριο, μετά ουζάκια με μεζέδες στο καφενείο και κρασί με μακαρονάδα στην μοναδική ταβέρνα του χωριού. Ο "γιατρός" είχε φάει διπλή μερίδα αλλά το στομάχι του ήτανε πλάκα λες κι ήταν νηστικός ! Το βράδυ, στο πάρτυ όπου τους αναζήτησαν, αυτός έπινε βότκα, ο "γιατρός" ουίσκι αλλά ακόμα ήταν κι οι δύο εντελώς νηφάλιοι.

Στο σπίτι της γιαγιάς κόσμος πολύς κι ανήσυχος υποδέχθηκε τον "γιατρό" και τον "βοηθό" του. Τους έκαναν χώρο να περάσουν στο δωμάτιο όπου είχαν ξαπλωμένη την γιαγιά με στεγνά ρούχα και βγήκαν έξω κλείνοντας την πόρτα. Η γιαγιά είχε κλειστά μάτια κι αρνιόταν να μιλήσει. Σε μια μαύρη μαντήλα είχαν τυλίξει τα μαλιά της, έξω από το σκουτί που την σκέπαζε περίσσευαν οι κάλτσες στα πόδια της, μαύρες κι αυτές . Το πρόσωπό της κέρινο, όλο ρυτίδες, τα μάτια της τα είχε σφαλιστά.
Μετά από κάποιες προσπάθειες ο "γιατρός" είδε κι απόειδε, κατάλαβε πως δεν θα του μιλήσει. Της έβαλε θερμόμετρο στο στόμα και της πήρε τον σφυγμό. Φαινότανε να είναι καλά αλλά θέλησε να μάθει περισσότερα. Της ξεκούμπωσε την πουκαμίσα κι έβαλε το αφτί του πάνω στην γυμνή σάρκα του στήθους της ν' αφουγγρασθεί την καρδιά της. Ο "βοηθός" έμεινε άναυδος. Οι ζάρες του προσώπου της αραίωναν στον λαιμό και εξαφανιζότουσαν στο στέρνο. Και πιο κάτω ολόρθα δυο μικρά στήθια κάτασπρα, πιο λαχταριστά κι από δεσποινίδας, λεία, με τέλεια συμμετρικές ρόγες. Ηταν περισσότερο από σίγουρο πως ποτέ τους ήλιος δεν τα είδε, μάλλον ούτε και άλλο αντρικό βλέμμα. Ενας κρυμμένος θησαυρος. Ο "γιατρός" ατάραχος έκανε την εξέτασή του και την ξαναέντυσε, μετά μαζί με τον "βοηθό" του πήγαν στους συγκεντρωμένους συγγενείς της για τις οδηγίες.

Από τις διηγήσεις των συγγενών της μάθανε την ιστορία της. Μικρή αρραβωνιάστηκε ναυτικό που μπάρκαρε και χάθηκε στα νερά του Ινδικού. Μια που δεν βρέθηκε το πτώμα του, πάντοτε μια ελπίδα ζωντανή υπήρχε στην γιαγιά πως θα γυρίσει - της τόχε υποσχεθεί. Δεν ξανακοίταξε άλλον για άντρα. Πέρασε μια ζωή σαν κόρη περιμένοντας τον και μετά σαν θεία που φρόντιζε τ' ανήψια της, μέχρι που με τα χρόνια έγινε θεια για τα καλά. Ετσι φώναζαν στο χωριό όλες τις γριές.
- Θα λαχτάρησε φαίνεται  η θεια να δροσίσει τα πόδια της και μπήκε στο νερό, νύχτα ήταν και κάπου θα παραπάτησε, έβγαλε το συμπέρασμα ο αρχηγός των συγγενών. Αφού λες πως είναι εντάξει, όλα καλά, γιατρέ μου, ευχαριστούμε και να πας στο καλό.

Γύρισαν πίσω στο πάρτυ και το πιοτό. Ο "βοηθός" δεν είχε κέφι να χορέψει, έπινε μόνο. Ηταν συγκλονισμένος από το απρόσμενο θέαμα που του έτυχε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί τι κρυβότανε κάτω από τα ρούχα μιας θειας. Η βότκα του ζωγράφιζε τα στήθια της όλο και πιο έντονα, περισσότερο από απορία και θαυμασμό, παρά από επιθυμία.

Αισθάνθηκε να τον τραβάνε από το μπράτσο ξανά. Αυτή την φορά τα πράγματα ήταν άσχημα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά ο "γιατρός" ήταν τύφλα στο μεθύσι. Δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Μαζί με έναν εθελοντή τον κρέμασαν από τους ώμους τους και τον πήγαν σπίτι του. Τα πόδια του σέρνονταν στο χώμα, το παντελόνι του ήταν λερωμένο. Περασμένες δύο τη νύχτα βγήκε η μάνα του να τον παραλάβει. Τράβηξε πρώτα τα μαλλιά της και μετά έκανε γροθιά το χέρι της με προτεταμένο τον διπλωμένο δείχτη, τον έβαλε μέσα στα δόντια της κι άρχισε το μοιρολόι " Αάχ, τι του κάνατε του παιδιού μου, πως τον καταντήσατε έτσι τον γιατρό μου, τον επιστήμονά μου, άι,άι, άιιι". Τα δυο παιδιά την ηρέμησαν, τον περιποιήθηκαν και τον έβαλαν για ύπνο. Μετά χώρισαν οι δρόμοι τους, ο "βοηθός" πήρε τον παραλιακό να αναπνεύσει λίγο δροσερό αέρα.

Οπως περπάταγε κουρασμένος και μισοζαλισμένος του φάνηκε πως είδε στο φεγγαρόφωτο μια σκιά να κινείται μέσα στην θάλασσα προς τα κει που βάθαιναν τα νερά. Είχε δει φευγαλέα για να κρίνει αλλά ώσπου να συγκεντρωθεί δεν φαινότανε τίποτε πια. Απ' το μυαλό του πέρασε πως μπορεί και να του φάνηκε, είχε πιεί αρκετά, μπορεί ακόμα η σκιά να έφτασε στα άπατα και να μη φαινότανε πια. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, οι ατμοί της βότκας έκαναν τον ύπνο απαιτητικό.

Το μεσημέρι που ξύπνησε άκουσε την καμπάνα της. Αυτή την φορά η θεια τα κατάφερε.

πρωτοδημοσιεύτηκε στις 11-2-2018 στον ιστότοπο  https://sarantakos.wordpress.com



Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ιστορίες με αλάτι (11) Ο κύριος Κ.





Ο κύριος Κ. είχε για παρατσούκλι ένα επάγγελμα που δεν το έκανε ποτέ. Ψηλός, λιγνός, από τους ανθρώπους που όταν είναι μικροί δείχνουν μεγαλύτεροι από την ηλικία τους και όταν μεγαλώσουν μικρότεροι μάλλον γιατί δεν πιάνουν ποτέ λίπος απάνω τους,  ούτε στα μικράτα του γιατί δεν είχε να φάει, ούτε στα γεράματα γιατί  το λιτοδίαιτον ήτανε πια τρόπος ζωής, Το όνομά του και το επίθετό του είχαν ξεχαστεί, όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι του.

Ανθρωπος της δουλειάς και του χρήματος, κυνήγαγε κάθε ευκαιρία να το βγάλει...Από εξοχικός καφετζής τα καλοκαίρια μέχρι εργάτης για όλες τις δουλειές τον χειμώνα. Η πρώτη φορά που άκουσε το όνομά του ήταν ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του 50, έπαιζε δυνατά και συνέχεια Καζαντζίδη στο καφενείο του και τον βρίζανε οι γειτόνοι που κοιμότουσαν από τις εννιά! Κι όμως του τότε πιτσιρικά του άρεσε το "ινανάϊ γιαβρούμ" κι η "ζιγκουάλα".
Υστερα χάθηκε για μεγάλο διάστημα, κάποιος λεφτάς έφιαξε ένα μεγάλο αγρόκτημα και τον είχε υποτακτικό. Τον έβλεπε μόνο με τις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού να ψάχνει στα κοιλώματα των βράχων για αλάτι, είχαν την ίδια πετριά. Το αλάτι των βράχων έχει άλλη νοστιμιά.  Στην θάλασσα δεν έμπαινε, ίδια κι απαράλλαχτα με τους επαγγελματίες ψαράδες που δεν παίζουν μαζί της, την σέβονται γιατί από αυτήν βγάζουνε το ψωμί τους.
 Με τα χρόνια έκανε σερμαγιά κι άφησε την δουλειά του υποτακτικού κι άνοιξε μάντρα με υλικά οικοδομών. Ηταν τα χρόνια που ο έλληνας έκτιζε το εξοχικό του, τα χρόνια του Αντρέα και τα μπάνια του λαού. Το αφεντικό του κάτι ψυλλιάστηκε άφησε την υγιεινή ζωή στην επαρχία και μετακόμισε στην Αθήνα και την πολιτική. Το μέλλον τον δικαίωσε και αρχηγός κόμματος έγινε και υπουργός. Ο Κ. μοίραζε τούβλα και κεραμίδια με το φορτηγό του κι αγόρασε ένα τρεχαντηράκι να ρίχνει κάνα δίχτυ για το ψαράκι της φαμιλιάς του.

Κείνα τα χρόνια, νωρίς ένα καλοκαίρι ένα πεντόκιλο λαβράκι γύρναγε στα μισό μέτρο νερά του μικρού λιμανιού. Το βλέπανε όλοι οι εραστές της πετονιάς και δοκιμάζανε ότι δόλωμα είχανε ακούσει από ζωντανό ψαράκι μέχρι ποντίκι κι από γαρίδα μέχρι καλαμάρι χωρίς επιτυχία. Σταθερός ο γράφων στην επιλογή του ολού για το λαβράκι έτρωγε ώρες στα σκαλάκια βλέποντας το λαβράκι να τρέχει βολίδα προς τον ολό μόλις τον πέταγε στην θάλασσα, να τον μυρίζει και να φεύγει. Ο Κ. πέρασε από εκεί και του είπε "δεν είναι για σένα αυτό το ψάρι", ο ίδιος έριξε με παστή σαρδέλλα αλλά δεν τόπιασε.
Ενα βράδυ ο γράφων βγήκε για μπαλαδάκια και με την καθετή ανέβασε ένα χταπόδι σκάρτο κιλό. Με το χάραμα πήγε στα σκαλάκια του λιμανιού για χτύπημα και γούλιασμα, δόλωσε τον ολό, έριξε την πετονιά του και σήκωσε το χταπόδι να το κτυπήσει όταν είδε την πετονιά του να τρέχει.
Ογδόντα μέτρα καρούλι είχε και το ψάρι το πήρε όλο, φοβότανε να το κοντράρει. Το ψάρι σταμάτησε την στιγμή που σκεπτότανε να κολυμπήσει μαζί με το καρούλι ή να μπει στην βάρκα του και να το πάρει στο κατόπιν. Το ψάρι ερχότανε σιγά-σιγά αλλά το άφηνε λάσκα όταν κοντράριζε, φοβότανε η 25άρα πετονιά του μην ήταν κάπου αδυνατισμένη και σπάσει. Τελικά φάνηκε ένας γνωστός του ψαράς με την βάρκα του και το απόχιασε. Τούδωσε το μπαξίσι του κι έμεινε να θαυμάζει το ψάρι που "δεν ήταν γι αυτόν".
Πέντε κιλά και 50 γραμμάρια έδειξε στην παλάντζα του κρεοπώλη το ψάρι, στεγνό. Το μυστήριο της τροφής του λύθηκε από το στομάχι του : γεμάτο σκληρά καβούρια της φυκιάδας κι ένα σκουρλιάμπι πρόσφατο, φαίνεται πως είχε τελειώσει τα καβούρια της περιοχής και το γύρισε στην δεύτερη επιλογή του, τα χταπόδια που πρώτα δεν τα έτρωγε,
Σκεπτότανε με ποιόν τρόπο θα του αντιγυρνούσε στον Κ. την κουβέντα που του είπε, μα δεν έβρισκε κι όλο το άφηνε για το άλλο καλοκαίρι, στο τέλος δεν πρόλαβε.

Σαν έκοψε ο οικοδομικός οργασμός η μάντρα είχε αναδουλειές και ο Κ. έβγαλε μια επαγγελματική άδεια και τόριξε στα παραγάδια. Οι άλλοι επαγγελματίες παραγαδιάρηδες τον έβλεπαν με μισό μάτι γιατί πρώτον δόλωνε με ψώλο - αυτοί δεν δίνανε ποτέ στους πελάτες του ψάρι που είχε φάει το ολοθούρι, μόνο στα μαγαζιά τόδιναν - και το κυριότερο γιατί τους τα πήγαινε διανομή στο σπίτι τους κάτι που θεωρούσαν εξευτελιστικό. Οι καθαροί επαγγελματίες περιμένανε τον πελάτη σπίτι τους να πάρει το ψάρι του τυλιγμένο σε εφημερίδες, για το κακό μάτι.  Αυτά ήταν λεπτομέρειες για τον Κ. που τα έβαζε σε ναϋλον σακκούλες και τα πήγαινε με την βέσπα του ρωτώντας αν τα θέλανε.

Υπήρχε ένας άγραφος νόμος να μην ρίχνουνε δίχτυα οι επαγγελματίες εκεί που ψαρεύανε οι καθετάκηδες μπαλαδάκια και λυθρίνια, ένας αμοιβαίος σεβασμός, πολλές φορές κι οι ερασιτέχνες βοηθάγανε με τον τρόπο τους τους επαγγελματίες. Βέβαια με την κριση οι ερασιτέχνες με βάρκα περιορίστηκαν από τριψήφιο σε μονοψήφιο αριθμό, έπαιξε ρόλο κι η ηλικία, περνάνε τα χρόνια και το νέο αίμα προτιμά το καουμπόϊκο  ψάρεμα με τα καλάμια, τ' αγοραστά δολώματα και τα τσαμασίρια τους. Σ' αυτά τα νερά έριξε τα δίχτυα του ο περίπου ογδοντάρης Κ. και γέμισαν λυθρίνια, θάχανε μαζευτεί για να γεννήσουνε. Βιαστικά καθάρισε τα δίχτυα του και τα ξανάριξε, ξαναγεμίσαν ψάρια. Τα καθάρισε κι άρχισε να τα ξαναρίχνει όταν... βρήκαν την βάρκα να γυρίζει γύρω-γύρω, η μηχανή λειτουργούσε μα η καρδιά του Κ, όχι.

Κάποτε ο γράφων κοιτώντας την άδεια από βάρκες προκυμαία είπε σ' έναν φίλο του, επαγγελματία, που τύλιγε τα ψάρια του σ' εφημερίδες για το κακό μάτι "Καλύτερα είναι όμως να υπάρχουν μάτια κι ας είναι και κακά παρά να μην υπάρχουν καθόλου μάτια στο λιμάνι".

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Της πετονιάς καμώματα



Εχω μια συνήθεια : δεν μπορώ να κάνω μπάνιο χωρίς μάσκα και βατραχοπέδιλα πάνω από 5 λεπτά, ενώ με τα τσαμασίρια μου ξεχνάω να βγω. Μ' αρέσει να ψάχνω για χταπόδια, για μύδια, για δολώματα αλλά γενικά, όταν ψάχνεις...βρίσκεις.  Σε προ κρίσης εποχές τα χαρτονομίσματα ήταν σε ημερήσια διάταξη- έχουν και μια ιδιότητα μέσα στο νερό, απλώνουν και γίνονται ευδιάκριτα. Ασύλληπτο ρεκόρ μου σε μια ερημική παραλία, τρία δεκαχίλιαρα απλωμένα στην άμμο σαν πετσετάκια...Με το ευρώ σφίξαν τα πράγματα, μόνο μια φορά ένα πενηντάρικο και κάτι ταλληροδεκάρικα στη χάση και τη φέξη. Πάνε οι καλές εποχές που βούταγε ο κόσμος με τα χιλιάρικα στα μαγιό. Κατά τα άλλα μαχαίρια, ταψιά (!), κινητά, βραχιόλια κ.λ.π., ήταν και είναι στην ημερησία διάταξη.
Εκεί όμως που γίνεται χαμός είναι στα βαρίδια και τις σκαλωμένες πετονιές που έχω την συνήθεια να τις μαζεύω τυλίγοντας τες στο σκουπόξυλο που βαστάω - με μια τρίαινα στην άκρη για χταπόδια και σουπιές. Τις ξετυλίγω μετά σπίτι, τις ματίζω και δένω μ' αυτές πέτρες που ρίχνω για ρεμέτζο σε τόπους που αν ρίξεις άγκυρα αποκλείεται να την σηκώσεις αλλά φυσικά κρατάνε καλά ψάρια. Εννοείται πως δεν σηκώνω πίσω την πέτρα, αν δεν έχει ρεύματα να σπάσουν την πετονιά τότε της δένω ένα φελουδάκι και την χρησιμοποιώ κι άλλη φορά. Δεν ξεκινάω για τέτοιο ψάρεμα με λιγότερο από τρεις πέτρες με τις αντίστοιχες πετονιές.
Τα βαρίδια όλο και λέω πως θα τα λιώσω να κάνω δικά μου όπως τα θέλω κι όλο εκεί βρίσκονται.

Κολύμπαγα στα ρηχά μιας βραχονησίδας την επαύριο μιας μεγάλης θαλασσοταραχής όταν είδα  στον πάτο μια πετονιά κι άρχισα να την τυλίγω στο καμάκι. Σε λίγο είδα κι έναν σαργό σε αφύσικη στάση, λογικό μια που ήταν αγκιστρωμένος στο κομμάτι από ένα παραγάδι που είχε εξωκείλει, δεν ήταν πετονιά αυτό που βρήκα. Τελικά ήταν καμμιά εικοσαριά αγκίστρια με δυο καλούς σαργούς, ένα σπαράκι  κι έναν τεράστιο τρουπολόγο. Σπίτι τύλιξα το κομμάτι από το παραγάδι σε μια πλαστική μπουκάλα του νερού, έφαγα βραστό τον τρουπολόγο  και διαολίστηκα στη σκέψη πως εκεί που κολύμπαγαν τα καπή του χωριού, μου είχε πει ο γιός μου πως είχε δει τσιπούρες να σκάβουν την άμμο μεσημεριάτικα.  Αφού το καλοσκέφτηκα, έσπασα καμιά εικοσαριά πορφύρες τις έβαλα σ' ένα σακουλάκι, πήρα το μπουκάλι με το παραγάδι και μπήκα στο νερό. Πλησιάζοντας τις γραίες βούτηξα στον πάτο κι έδεσα την άκρη σε μια πέτρα του βυθού. Υστερα απομακρυνόμενος από εκεί που κολυμπούσαν ξετύλιγα από το μπουκάλι, δόλωσα τα υπόλοιπα αγκίστρια, πήρα μια άλλη πέτρα για τέρμα και κολύμπαγα με τεντωμένο το παραγάδι προς το σημείο που ήθελα να είναι το τέρμα του. Σε δυο ώρες που ξαναβούτηξα είχε τέσσερις μισόκιλες τσιπούρες τις οποίες ξαγκίστρωνα στον πάτο κι έβαζα στην σακούλα που έχω στην μέση για τα χταπόδια. Μία μου την κοπάνησε στο ξεψάρισμα, δεν πρόλαβα να τις κόψω τα σπάραχνα. Το παραγαδάκι παρέμεινε στον πάτο όπου κάθε τόσο το δόλωνα "εν πλω" αλλά τωρα μόνο σαργουδάκια και λιγδοπούλες μου έδινε. Είχε χάσει και κάποια αγκίστρια, είχαν μείνει μόνο καμιά δεκαπενταριά κι ο καιρός άρχισε να κρυώνει δεν ήταν να βουτάς άλλη ώρα εκτός από το μεσημέρι. Το σκέφτηκα και αποφάσισα να του βάλω τσαμαδούρες και να το χειρίζομαι από την βάρκα αλλά νάναι κρυφό γιατί υπήρχε ακόμα κόσμος που έκανε μπάνιο. Πράγματι έδεσα στις πέτρες της αρχής και του τέλους από ένα σκοινί που σταμάταγε μια οργιά κάτω από την επιφάνεια του νερού και συνέχιζε με λεπτή πετονιά που τέλειωνε σ' ένα φελλό από μπουκάλα του κρασιού. Τραβούσα με προσοχή την πετονιά μέχρι να πιάσω το σκοινί , ανέβαζα την πέτρα, έπιανα την πετονιά, ξανάριχνα την πέτρα και ξεψάριζα-ξαναδόλωνα το παραγάδι  από την βάρκα. Ετσι μπορούσα να το σηκώσω το σούρουπο ή το χάραμα, ώρες που δεν ήταν κατάλληλες για μπάνιο όταν και αν κατάφερνα να βρω τον φελλό της αρχής ή του τέλους, πράγμα σχεδόν αδύνατο αν η θάλασσα δεν ήτανε λάδι. Ετσι έχασα δυο τρεις μέρες στο περίμενε μέχρι που ένα βραδάκι βρήκα τον φελλό κι άρχισα να σηκώνω το παρατημένο  παραγαδάκι. Μια περκούλα ήταν πιασμένη κι όπως την ξεψάριζα είδα κάτι να ασπρίζει δυο-τρία αγκίστρια παραπέρα. Μια δίκιλη γοργόνα βγήκε εξαντλημένη φούσκα στον αφρό. Δεν το ξανάριξα από τότε θεωρόντας πως ότι είχε να μου δώσει το παραγαδάκι, μου τόδωσε, Να μην είμαστε και πλεονέκτες !

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Ενα όνειρο

 ... I dreamed a dream that made me sad
Concerning myself and the first few friends I had...


...And many a road taken by many a first friend
And each one I've never seen again...

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας ενώ πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να πάρει συγκεκριμένη θέση. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η σταθερή παραμονή σ’ ένα σημείο  ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα τα περιττά να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει έτσι την ανηφόρα. Αντίθετα ο Αχιλλέας προσπαθόντας ν' ανέβει, μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του και κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνιος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο από ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν αυτός ο ίδιος στ' όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για πιο σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο του σπιτιού του, στο σύγχρονο σπίτι του καταμεσής αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.


Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.


Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ξανά

Εις μνήμην φίλων παλιών και καλών