Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Επί τη επετείω

πλησιάζει η επέτειος της "εθνοσωτηρίου", ας την "τιμήσουμε"


Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.
Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση. Βασική εκπαίδευση και πρώτη άδεια μετά μετάθεση στον Πόρο. Πήγε να δει τον φίλο του μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον φίλο του. Εβλεπε γυναίκα μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της, Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή», Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.
Στο σπίτι η μάνα του πλησίασε ακούγοντας το τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά Φόρεσε το μπουφάν του και την φίλησε. «Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου» του είπε, σαν να τα ήξερε όλα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω απ’ την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε απ’ την πόρτα το κατάλαβε « Σ΄ αυτήν πάει, επάνω στον άλλο όροφο, ε άντρας είναι, ας πάει». Μετά με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τα κατάφερνε η παστρικιά, αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Από τα "Διαφυσικά"


Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο "Transphysics" του gpoint.
Η συνταγή σαφώς και μπορεί να εκτελεσθεί, το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία !



 45 (μια συνταγή)
_____________________________________________________________________
  
    Η Φατιμά εκάστην πρωΐαν τα απαραίτητα ενήργει διά της οικίας την ευπρέπειαν. Είτα επέλυεν το καθημερινόν πρόβλημα των οικοκυρών « Τι θα μαγειρέψω σήμερα»,  συνοδεία μουσικής, εκ τινος ραδιοφωνικού σταθμού ή μαγνητοταινιών της συλλογής της. Η μεγίστη Φεϊρούζ ήτο πρώτη εις τας προτιμήσεις της. Εν τη καλή χαρά ευρισκομένη, διαφυσικήν μαγειρικήν  έμπνευσιν είχεν.
     Λαβούσα  τρία τέταρτα  του χιλιογράμμου πολτοποιημένου απάχου κρέατος κατά το ήμισυ χοιρείου και το υπόλοιπον εκ  μοσχαρίου, έθεσεν τούτο εις τηγάνιον μετ’ ελαιολάδου ολίγου και τινών κοχλιαρίων ύδατος. Προσέθεσεν δύο σκελίδας σκορόδου λεπτοτεμαχισμένας  και εράντισεν δι’ άλατος και πιπερίου, χορηγούσα άμα τον πολτόν εκ πέντε τοματών. Φλόγαν ήναψεν επί δώδεκα περίπου λεπτά. Εις ετέραν εστίαν εντός κοχλάζοντος ύδατος έθεσεν ήμισυ  του χιλιογράμμου επίπεδον ζυμαρικόν, το αποκαλούμενον lingue di passero υπό των Ιταλών, καί έβρασεν τούτο επί έξη λεπτά. Προηγουμένως  έθεσεν εις τον κλίβανον τρία λυκοπερσικά (μελιτζάνες) σχήματος φλάσκης τεμαχισμένα εις λωρίδας πάχους  ενός και ημίσεως εκατοστομέτρου και δι’ ελαιολάδου επιχρισμένα, επί έν εικοσάλεπτον. Είτα έλαβεν σφυρηλατημένον αβαθές στρόγγυλον μαγειρικόν σκεύος και έθεσεν το πρώτον το ζυμαρικόν  ραντίσασα τούτο μετά ρινισμάτων τυρού τύπου κεφαλογραβιέρας, περί τα διακόσια γραμμάρια. Κατόπιν τα λυκοπερσικά και επ’ αυτών το κρέας ετοποθέτησεν. Εν συνέχεία εν χιλιόγραμμον γάλακτος μετά δύο ωών, αλατοπιπερίου και τεσσάρων μεγάλων κοχλιαρίων σιταλεύρου θερμαινόμενον, συνεχώς ανεκίνει. Οτε το ιξώδες εις επιθυμητόν σημείον ήλθεν, ανάλογον του χυλού, δι’αυτού περιέχυσεν την  κατασκευήν και έθεσεν αύτην εν κλιβάνω δι’ ημίσειαν ώραν εις τους διακοσίους και είκοσι και πέντε βαθμούς της συνήθους κλίμακος.
     Ο Σωτήριος και η μήτηρ του εθαύμασαν την μαγειρικήν δεινότητά της. Ο ιατρός παρατηρών την λεπτήν ισορροπίαν μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, μεταξύ της βαρείας γεύσεως του μουσακά και της ελαφράς του pasticcio, διαφυσικώς ονόμασεν το έδεσμα μουστίτσιο.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>><<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<< <

Το συγκεκριμμένο, συλλεκτικό βιβλίο διατίθεται μόνο υπό του δημιουργού του, αφιερωμένο  στον αναγνώστη κατόπιν συνέντευξης, όπου εκτιμάται  το ανοικτό μυαλό, η γνώση της γλώσσας,, η ηλικία (πνευματική) και η μουσική παιδεία του (υποψήφιου) αναγνώστη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από μουσικό c.d. γιά την καλύτερη κατανόηση κάποιων κεφαλαίων και μία έμμετρη μετάφραση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον συγγραφέα.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η πρώτη γνωριμία

Η πρώτη γνωριμία

.

Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι' όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι' η κοινωνία ... άρα έτσι θάναι !
Οπως η κοινωνία λέει και επιμένει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται, ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο. 
Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε για πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος, αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε και σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που - ίσως - δεν θα σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα, ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την χρονική αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :
(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)

- Κι' ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο

- Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
- Κι' όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
- Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
- Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
- Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
- Οσοι αιώνες κι' αν περάσουνε
- Η "λογική" κι η "τρέλλα"

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες και σε όλους τους αιώνες, όπως έκανε στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς κάπου και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή...


Ηταν κάτι το πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι, ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής, ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με αυτόν τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι' αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς

Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι' άλλοτε φωτισμένο, μα πάντοτε το ίδιο στραμμένο προς την γη των ζωντανών...

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Θάλαμος 6

Θάλαμος 6



Κάθε Χριστούγεννα, με δεδομένη την λιγότερη λάμψη τους όσο περνούν τα χρόνια, το μυαλό του πήγαινε σ' αυτό το διήγημα του Τσέχωφ, "Θάλαμος 6". Δεν είχε καμιά σχέση με την γιορτή το διήγημα, η βασική αναφορά του ήταν στο διαχωρισμό των δύο κόσμων, του Θαλάμου 6 στο νοσοκομείο κάποιας ρώσικης πολιτείας και τον υπόλοιπο κόσμο, δυό κομμάτια εντελώς ξένα μεταξύ τους με διαφορετικές πρακτικές, στο ένα σκληρή πραγματικότητα και στο άλλο η φούσκα που όλο ήτανε να σκάσει μα δεν έσκαγε γιατί μια άλλη μεγαλύτερη γεννιότανε  "κοινή συναινέσει". Του θύμιζε τόσο έντονα τον κοινωνικό περίγυρο με τους βολεμένους στο ψέμα τους - που σαν τα παιδάκια μαζεύονταν πολλοί και φωνάζαν δυνατά για να "νικήσουν"- κι' από την άλλη αυτούς που βίωναν και λάτρευαν την αλήθεια του πεσμένου στήθους, δεν παραμυθιαζότουσαν από το σουτιέν.

...οι εξωτερικοί άρρωστοι περίμεναν στριμωγμένοι σ' ένα μικρό σκοτεινό διάδρομο. Περνούσαν μπροστά τους οι υπάλληλοι του νοσοκομείου και οι μπόττες τους ξεσήκωναν σαματά καθώς βροντοχτυπούσαν στις πλάκες. Περνούσαν άρρωστοι χλωμοί, πετσί και κόκκαλο, τυλιγμένοι σε γαλάζιους μανδύες. Κουβαλούσαν πάπιες. Κουβαλούσαν πτώματα. Τους έδερναν τα ρεύματα.
Ο Αντρέϊ Εφίμιτς ξέρει για τους φθισικούς και γενικά για κάθε ευαίσθητο άτομο η αναμονή κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι σωστό μαρτύριο. Μα τι να κάνει ; Στο ιατρείο βρίσκει τον βοηθό του, τον Σεργκέϊ Σεργκέϊτς, έναν κοντόχοντρο ανθρωπάκο με φουσκωμένα μάγουλα, γυαλιστερά και ξυρισμένα, γλυκομίλητο και ευγενικό. Με την ολοκαίνουργη, φαρδειά φορεσιά του μοιάζει περισσότερο με συγκλητικό παρά με χειρούργο. Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς φοράει άσπρες γραβάτες, έχει άφθονη πελατεία και νοιώθει τον εαυτό του πολύ ανώτερο από τον Αντρέϊ Εφίμιτς που δεν έχει ούτε έναν πελάτη στην πόλη...
Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς είναι θεοφοβούμενος. Το εικόνισμα στο ιατρείο είναι αγορασμένο με δικά του λεφτά. Τις Κυριακές ένας άρρωστος διαβάζει μεγαλόφωνα τον Απόστολο κι' ύστερα ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς γυρίζει από θάλαμο σε θάλαμο και λιβανίζει τους αρρώστους.
Η ώρα είναι λίγη, οι άρρωστοι πολλοί, τι να κάνει ο γιατρός ; Περιορίζεται σε μερικές ερωτήσεις και γράφει την συνταγή για κάποιο γιατρικό, μια καταπραϋντική αλοιφή ας πούμε ή ρετσινόλαδο. Ο Αντρέϊ Εφίμιτς κάθεται σκεπτικός με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γρόθο του και ρωτάει στην τύχη, μηχανικά. Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς κάθεται κι' αυτός πλάϊ, τρίβει τα χέρια του και κάπου-κάπου μπαίνει στη μέση :
- Υποφέρουμε και βασανιζόμαστε, γιατί δεν προσπέφτουμε στο έλεος του Κυρίου, λέει. Μάλιστα !

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ σπούδασε ιατρική στην Μόσχα. Κατά την διάρκεια των σπουδών του άρχισε να δημοσιεύει χιουμοριστικές σκηνές και μονόπρακτα στα περιοδικά της εποχής. Παρακολούθησε για πέντε έτη την σχολή του, ίσως γι' αυτό περιγράφει τόσο καθαρά τα διαφορετικά σκεπτικά των δύο γιατρών. Ο ίδιος δεν άσκησε ποτέ αμοιβόμενη ιατρική, εξ άλλου την διατριβή του δεν την τελείωσε ποτέ. Πρόλαβε όμως να δει την δυαδικότητα της ιατρικής - όπως και της κοινωνίας - και να την περιγράψει στον Θάλαμο 6.

- Εχετε την καλοσύνη να ντυθείτε ευγενέστατε, είπε ο Νικήτας ο φύλακας, ατάραχος. Εδώ είναι το κρεβάτι σας, παρακαλώ. Και έδειξε ένα άδειο κρεβάτι που κατά τα φαινόμενα μόλις το είχαν κουβαλήσει εκεί μέσα. Δεν είναι τίποτα, δόξασοι ο Θεός. Θα γίνεις καλά.
Ο Αντρέϊ Εφίμιτς τα κατάλαβε αμέσως όλα. Χωρίς να βγάλει μιλιά τράβηξε για το κρεβάτι που του έδειξε ο Νικήτας και κάθισε. Ο φύλακας στεκόταν ορθός και περίμενε. Γδύθηκε ολοτσίτσιδος και ένοιωσε ντροπή έτσι γυμνός μπροστά του. Υστερα φόρεσε τα ρούχα του νοσοκομείου. Το σώβρακο ήταν πολύ κοντό, το πουκάμισο πολύ μακρύ και ο μαντύας μύριζε καπνιστό ψάρι.
- Θα γίνεις καλά, έχει ο Θεός ! ξανάπε ο Νικήτας.
Κουβάριασε τα ρούχα του γιατρού, τα μάζεψε στη μασχάλη του και βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
- Δεν βαριέσαι ! το ίδιο κάνει... είπε μέσα του ο Αντρέϊ Εφίμιτς και τυλίχτηκε στη παλόκαπα. Πρόσεξε την καινούργια του φορεσιά, τον έκανε ίδιο κατάδικο. Δε βαριέσαι ! τι φράκο, τι στολή, τι αυτή η παλιόκαπα...το ίδιο είναι για μένα !
Μα...τι έγινε το ρολόϊ του ; και το πορτοφόλι του που βρισκότανε στην πλαϊνή τσέπη και τα τσιγάρα του ; Που τα πήγε ο Νικήτας ; ...Από δω και πέρα ως το θάνατό του ίσως να μην ξαναφορέσει πανταλόνι, γιλέκο, μπόττες... Στην αρχή του φάνηκε παράξενο, απίστευτο. ο Αντρέϊ Εφίμιτς ήταν σίγουρος πως καμμιά διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στο σπίτι του και τον Θάλαμο 6, ήταν βέβαιος πως όλος ο κόσμος ήταν παραλογισμός και " ματαιότης ματαιοτήτων". Και όμως τα χέρια του έτρεμαν, τα πόδια του είχαν μελανιάσει και ένοιωθε απελπισία στην ιδέα να τον δουν οι γνωστοί του με την παλιόκαπα του νοσοκομείου...

Σημασία πάντοτε δεν έχει το γεγονός αλλά η αιτία, όχι το συγκεκριμένο επεισόδιο αλλά η ανεξάρτητη μεθοδολογία που ακολουθείται. Υπάρχουν δυο γιατροί, ένας σκεπτόμενος κι' ένας πιστός στον Θεό (του). Η ιεραρχική  βαθμίδα αποδεικνύεται ότι δεν έχει σημασία στην πάλη των ιδεολογιών τους, το αποτέλεσμα είναι νομοτελειακό. Το σκεπτικό από το πάθημα του Αντρέϊ Εφίμιτς ταιριάζει γάντι και στην οικονομική αιχμαλωσία της Ελλάδας από το διεθνές κεφάλαιο, σαν το τίμημα του να ζεις το όνειρο κάποια λίγα χρόνια αντί να το ονειρεύεσαι και να χορταίνεις μ' αυτό, όπως επιβάλλουν οι "πολιτικά ή και θρησκευτικά ορθώς" σκεπτόμενοι. Μόνο που το ξύπνημα πάντα με θάνατο μοιάζει, ειδικά όταν οι ρώγες βλέπουν το πάτωμα

Οι νοσοκόμοι τον άδραξαν από χέρια και πόδια και τον κουβάλησαν στο εκκλησάκι. Τον παράτησαν εκεί ξαπλωμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα σ' ένα τραπέζι. Το φεγγάρι τρύπωνε από το παραθυράκι και φώτιζε το κουφάρι.
Το πρωΐ ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς μπήκε στο εκκλησάκι, προσευχήθηκε ευλαβικά στα πόδια του εσταυρωμένου και έκλεισε τα μάτια του παλιού διευθυντή του.
Την άλλη μέρα τον έθαψαν. Στην κηδεία του πήγαν μοναχά η σπιτονοικοκυρά του κι' ένας παλιός του φίλος.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Το λάμδα στο όνομα και το έργο του Τζιουζέπε Φορτουνάτο Φραντσέσκο Βέρντι

.




Όπως, φυσικά, παρατηρήσατε λάμδα δεν υπάρχει. Δεν θυμάμαι ποιος σοφός είχε πει πως τα εύηχα ονόματα πρέπει να περιέχουν ένα υγρό σύμφωνο δηλαδή ένα λάμδα ή ένα ρο αλλά είναι από τις φράσεις που υιοθέτησα και ακολούθησα όποτε χρειάστηκε να δώσω κάποιο όνομα.
Τρία ρο και κανένα λάμδα στο όνομα του μεγάλου συνθέτη λοιπόν, ίσως αυτή η έλλειψη να του “βγήκε” αλλού. Προσέξτε !

Όταν στις 17 Νοέμβρη 1839, στο Teatro alla Scala di Milano έκανε το ντεμπούτο του ο μαέστρος με το έργο ” Oberto, conte de San Bonifacio” υπήρχαν τρεις γυναικείοι ρόλοι : της Cuniza μεν αλλά και των Imelda, Leonora, δε. Το λάμδα είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο έργο του σε γυναικείο ρόλο.


Ακολούθησε την επόμενη χρονιά το “Uno giorno di regno “ , όπου ο γυναικείος ρόλος ανήκε στην Giuletta. Η όπερα δεν «πήγε» καλά, παρ’ ότι η εισαγωγή της είναι μουσικά ευρηματική και παρά λίγο ο συνθέτης να τα παρατήσει. Ευτυχώς που όπως λέει η παράδοση το λιμπρέττο του “Nabucco” όταν έπεσε στο πάτωμα άνοιξε στα στιχάκια “Va pensiero sullali dorate…” και άλλαξε ο ρους της μουσικής ιστορίας. 1842. Ανεπανάληπτος θρίαμβος, ουσιαστικά ο εθνικός ύμνος της Ιταλίας και σ’ ένα γυναικείο ρόλο η Abigaille.


Η "δική" μας Δ. Θεοδοσίου εκπληκτική Lucrezia στο "I due Foscari"

1843. Στο” I Lombardi alla prima crociata “ δυο γυναικείους ρόλους έχουν η Viclinda και η Giselda, την επόμενη χρονιά η Elvira στον « Ernani» και η Lucrezia στο « I due Foscari » αρχίζουν να κτίζουν παράδοση. Οι όπερες του 1844 είναι πολύ ψηλά στην λίστα του γράφοντος, προσωπικό γούστο.


Ένα μικρό διάλειμμα στην χρήση του λάμδα με την “Giovanna dArco” Εδώ είναι υποχρεωτικό- η Ιωάννα της Λωρραίνης δεν μπορεί ν’ αλλάξει όνομα αλλά το 1845 έχει κι’ άλλη όπερα, την “Alzira” , όπου το λάμδα «εκδικείται», τώρα είναι και στον τίτλο της όπερας !
Ο,τι (πατριωτικό) ξεκίνησε ο Ναμπούκο, αποτελείωσε ο “Attila” με την περιβόητη φράση «έχεις τον κόσμο ολόκληρο, άσε την (αλύτρωτη τότε) Ιταλία σε μένα». 1846 στον γυναικείο ρόλο η Odabella.
Το 1847 έχουμε τρείς όπερες, την “ Macbeth “με την Lady Macbeth φυσικά, την “I Masnadieri” με την Amalia και την «Jerusalem» που είναι ουσιαστικά η όπερα “I Lombardi” σε γαλλικό λιμπρέττο.
Την επόμενη χρονιά η Gulnara εμφανίζεται στην όπερα “Il Corsaro
To 1849 στην “La battaglia di Legnano” έχουμε την Lida ενώ η “Luisa Miller” μοιράζεται την «δόξα» της Αλτσίρας στον τίτλο της όπερας.
To 1850 έχουμε την όπερα “ Stiffelio” και την Lina σε γυναικείο ρόλο να συνεχίζει την παράδοση.


Το ενός έτους κενό μέχρι το 1852 καλύφθηκε με το παραπάνω με την καλύτερη- κατά την εκτίμηση του δημιουργού- όπερά του την “ Rigoletto “. Φυσικά ο γυναικείος ρόλος έχει το λάμδα του στο όνομα Gilda. Εδώ ακούγεται το la donna e mobile,.ίσως η πιο καλή μελωδία όλων των εποχών. Χαρακτηριστικό είναι πως ο μαέστρος δεν ανησυχούσε για τον ποιος θα είχε τον ρόλο του Δούκα στην πρεμιέρα. «Οποιος και να το πει την επόμενη μέρα θα το σιγανοσφυρίζει όλη η πόλη» λέγεται ότι είχε πεί και δικαιώθηκε απόλυτα..

 
Στην πιο αναγνωρίσιμη όπερα του Βέρντι την “ Il Trovatore” υπάρχει η Leonora και στην πιο δημοφιλή την “ La Traviata” πρωταγωνιστεί η Violetta. Το 1853 ίσως ήταν η χρονιά του Βέρντι, δύο τεράστιες επιτυχίες.
Είναι φυσικό μετά από τέτοιον καταιγισμό αριστουργημάτων να υπάρξει ύφεση. Ο μαέστρος στρέφεται σε «πολιτικές» όπερες, τα πάθη συγκλονίζουν το νεοσύστατο κράτος της Ιταλίας. Το 1855 ανεβαίνει η “ Les Vepres Siciliennes”, ο γυναικείος ρόλος ανήκει στην duchesse Helene και το 1857 στην “ Simone Boccanegra” η κόρη του Maria είναι γνωστή με το όνομα Amelia Grimaldi ώστε να διατηρηθεί η παράδοση του λάμδα. Την ίδια χρονιά στον “Aroldo” υπάρχει η Elena η εξαδέλφη της Μίνας σε πιο μικρό ρόλο βέβαια αλλά διατηρώντας την παράδοση του λάμδα.


Το 1859 έχουμε το αριστουργηματικό και πρωτοποριακό έργο το “ Un ballo in maschera” με την Amelia αλλά και η μάγισσα Ulrica έχει κι’ αυτή το λάμδα της.
Η Ιταλία και η Γαλλία είναι πλέον μικρές για να χωρέσουν το μέγεθος του Βέρντι. Επίθεση μέσα στο στόμα του λύκου, στην Αγία Πετρούπολη, στην «φυσική» έδρα του Μουσσόργκσκι και του Βάγκνερ, εκεί δίνεται η πρεμιέρα της “La forza del destino “ το 1862. Κι εδώ υπάρχει ο ρόλος της Leonora. Ισως ανάμεσα στους μαγεμένους θεατές να υπήρχε ένας νεαρός Ρώσος μουσικός. Την επόμενη χρονιά κάνει την εμφάνισή του στην Αγία Πετρούπολη ο σαφώς επηρεασμένος από τον Βέρντι Πιοτρ Τσαϊκόφσκι…


Η κατάκτηση της Ευρώπης ολοκληρώνεται με την Ιβηρική χερσόνησο το 1867. Η όπερα “Don Carlo” αναφέρεται στην ανάμειξη της εκκλησίας στην πολιτική, η μουσική περνά σε δεύτερο ρόλο. Υπάρχει όμως το «σαρακήνικο» τραγούδι που έγινε περισσότερο γνωστό όταν αργότερα το χρησιμοποίησε ο Μπιζέ στην Κάρμεν του. Δύο γυναικείοι ρόλοι με τα λάμδα τους η Elisabethe de Valois και η Princesse Eboli μετέχουν του έργου.
Και μετά την Ευρώπη τι ;
Μα φυσικά ολόκληρος ο κόσμος.


Προετοιμασία για την “Aida “ την πιο ακριβοπληρωμένη παραγωγή (200 000 χρυσές λίρες !!) που συνόδευσε τα εγκαίνια της Διώρυγα του Σουέζ το 1871. Το κομμάτι Gloria all Egitto γίνεται «επί τόπου» ο εθνικός ύμνος της Αιγύπτου. Εδώ δεν υπάρχει γυναικείος ρόλος με λάμδα στο όνομά του, ίσως τα πολλά λεφτά, ίσως η απαραίτητη εξαίρεση στον κανόνα.


Ότι και να ήταν η επόμενη όπερα άργησε κατά 16 ολόκληρα χρόνια. Ισως τα λεφτά αλλά περισσότερο η συναίσθηση ότι το κοινό είναι πλέον «παγκόσμιο» και πρέπει να ικανοποιηθεί το γούστο παγκόσμια και όχι με τα κριτήρια ενός λαού ή δύο «συγγενικών». Οι επιλογές για τα λιμπρέττα είναι πλέον ο «παγκόσμιος» Σαιξπηρ και η μουσική όχι πλέον δραματική παρ’ ότι η υπόθεση στον “Otello” είναι. Και ο γυναικείος πρώτος ρόλος δίνεται στην Desdemona αλλά η υπηρέτριά της λέγεται Emilia και επαναφέρει το λάμδα στο προσκήνιο.


Εξη χρόνια μετά, το 1893, έγραψε την τελευταία του νότα στην μοναδική κωμωδία που μελοποίησε. Προσωπικά πιστεύω πως ήταν στάση ζωής. Ακόμα και τα λόγια του Σαίξπηρ στο τέλος «όλα είναι μια τρέλλα» συμφωνούν. Παίρνουμε τη ζωή μας στα σοβαρά για να δημιουργήσουμε, αλλιώς δεν γίνεται τίποτε το καλό, αλλά δεν παραμυθιαζόμαστε, όλα είναι μια τρέλλα σαν το λάμδα που εμφανίζεται και στον “Falstaff” στον ρόλο της Alice

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Το σφύριγμα του γκιώνη

Φιού...φιού...φιού



Μονότονο κατά τακτά χρονικά διαστήματα το σφύριγμα του γκιώνη έχει την τιμητική του τα δειλινά της άνοιξης, μέσα στο κέντρο της πόλης, στο ξέφωτο που σχηματίζουν μια πλατεία, ένα νοσοκομείο και το σπίτι του αμερικάνου πρεσβευτή. Δένδρα ψηλά και αιωνόβια, κτίρια νοσοκομειακά, χωρίς μπαλκόνια, άρα με ήσυχες στέγες, προσήλκυσαν τον επίδοξο φτερωτό εραστή που κάθε δείλι, τις τελευταίες μέρες, κράζει ερωτικά κι΄απελπισμένα ή δηλώνει την παρουσία του, τα πουλιά έχουν δική τους και δύσκολη ψυχολογία, άντε να ξέρεις.

Βird on the horizon, sittin’ on a fence
He’s singin’ his song for me at his own expense
And I’m just like that bird, oh, oh
Singin’ just for you
I hope that you can hear 

hear me singin through these tears

Τρίχες και υπερβολές. Καλά τα λέει το τραγούδι αλλά για νέους. Στους πιο μεγάλους αυτός ο πόνος μαλακώνει, ξεχνιέται. Δεν είναι τόσο απαιτητός όσο στη νιότη. Γλυκαίνει, σαν την πληγή που ψάχνεις με την γλώσσα μες στο στόμα να σου θυμίσει πως ακόμα βρίσκεται εκεί.
Ποιός ξέρει κι' ο γκιώνης τι να ψάχνει.
Γκιώνα, με προίκα μια φωλιά ή μια απλή ξεπέτα ;
Αυτός όμως ήξερε. Θυμόταν. Οσα τον βόλευαν μόνο, ίσως, αλλά θυμόταν. Σίγουρα λάθη και κακές στιγμές τις είχε σβήσει, ακόμα και κάποιες από τις όμορφες στιγμές. Καθένας κατά τον χαρακτήρα του βαστάει αναμνήσεις. Το αεροπλάνο το θυμόταν, έφευγε πάντα στην ώρα του για Αυστραλία-χωρίς αποσκευές- αλλά τα κότσια, τα μπαλάκια, δεν υπήρχαν ν' αφήσουν πίσω τους μεμιάς ότι υπήρχε στη ζωή τους, άψυχο κι' έμψυχο υλικό. 
Μα και την φράση που τον βόηθαγε ο χρόνος να κυλάει, την θυμότανε καλά, όπως το χρώμα των ματιών της : " Χώρια θα ζήσουμε, μα θα γεράσουμε μαζί".
Κόντευε η ώρα.


You made it there somehow
You’re a big girl now


Αυτό το κομμάτι του τραγουδιού ήταν πιο κοντά στην αλήθεια, ειδικά η δεύτερη πρόταση. Η πρώτη βόλευε, αποποίηση ευθυνών, ακόμα και των κοινών...




Σε μερικά τρόλεϋ κάποιες θέσεις είναι ψηλότερα από τις άλλες. Βρέθηκε εκεί πηγαίνοντας για την δουλειά και το μυαλό του γύρναγε στον γκιώνη, σε λίγο θ' άκουγε το σφύριγμά του. Τον συγκινούσε η κραυγή του, ήταν το σύνθημα πριν χρόνια μεταξύ των αρσενικών μελών της οικογενείας του, όταν θέλαν να βρεθούν στα κρυφά, καθένας σφύριζε γκιώνη να ειδοποιήσει τους άλλους. Οι σκέψεις τον απορρόφησαν από την άλλη αγαπημένη ασχολία στα λεωφορεία, να παρατηρεί τους συνεπιβάτες, περνάει έτσι ευκολότερα η ώρα της μετακίνησης. Στα ασανσέρ, που τις περισσότερες φορές βρίσκεται κάποιος μόνος, βάζουνε ένα καθρέπτη να αναπληρώσει το κενό. 
Σαν έφτασε στη στάση του μετρό δεν κινήθηκε, δεν βιαζόταν εξ άλλου, ήξερε πως οι περισσότεροι εδώ κατέβαιναν, είχε καιρό. Στην μπροστινή πόρτα του τρόλεϋ, τόσο κοντά και συγχρόνως τόσο μακριά, πήρε τα πρώτα σινιάλα, ύψος, σουλούπι, μαλλί, όλα κάτι του θύμιζαν. Μπροστά του ο κόσμος στριμωγμένος στη μεσαία πόρτα τον είχε μπλοκάρει, δεν μπορούσε να πλησιάσει. Κοίταζε να ξεχωρίσει το πρόσωπο μα το μαλλί αυτό το ίσιο, μακρύ και βαρύ που τόσο λάτρεψε δεν άφηνε να φανούν χαρακτηριστικά. Βέβαια η απόχρωση ήταν ελαφρά διαφορετική αλλά θα ήταν φυσιολογικό να είχε αρχίσει να τα βάφει. 
Αραγε ήταν αυτή ή όχι ; Η ανδρεναλίνη άρχισε να ανεβαίνει όσο δεν μπορούσε να δει καλά. Ηρέμησε προς στιγμή με την σκέψη ότι ήξερε προς τα που θα κινηθεί, θα την προλάβαινε οπωσδήποτε - αν ήταν αυτή. Χάθηκε από το οπτικό του πεδίο σαν πλησίασε την πόρτα αυτός όμως κατέβηκε  από το λεωφορείο με μια σιγουριά και κοίταξε προς την "σωστή" κατεύθυνση.
Το κενό που αντίκρυσε ήταν σαν γροθιά στο στομάχι. Θυμήθηκε πως είχε μετακομίσει πριν δεκα τόσα χρόνια, στον ίδιο τόπο βρισκότανε, όχι στον ίδιο χρόνο. Γύρισε προς την άλλη μεριά. Το περπάτημά της ... θα ορκιζότανε πως ήταν αυτή που χανότανε στις σκάλες του μετρό. Χύμηξε να την συναντήσει αλλά το μόνο που πρόλαβε ήταν μια φευγαλέα εικόνα της πίσω απ΄το τζάμι του τραίνου που μόλις ξεκινούσε. Προσπάθησε να την συνταιριάξει με την παλιά εικόνα στην μνήμη του ρίχνοντας αυθαίρετες πινελιές από την πατίνα του χρόνου, ταίριαζε αρκετά, αλλά τα δυό στοιχεία της επιβεβαίωσης, το λακάκι στο αριστερό της μάγουλο και το χρώμα των ματιών δεν διακρίνονταν καθαρά.
Βγήκε από τον σταθμό του μετρό σκεπτικός και πήρε το δρόμο για τον προορισμό του.
Το φιού...φιού του γκιώνη είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται, ετοιμαζόταν να ζήσει την καινούργια - ίδια με τις προηγούμενες -  νύχτα του.

οι στίχοι από το τραγούδι του Bob Dylan " You' re a big girl now"

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Εντός...εισαγωγικών

.

.

Οι απανταχού Ζαρκάδες, ένα σύνολο εισαγωγών

Μια φανταστική ιστορία των φανταστικών κατοίκων μιας φανταστικής περιοχής


Ιστορική εισαγωγή
Οι αποκαλούμενοι Ζαρκάδες ήταν οι κάτοικοι μιας  καθυστερημένης περιοχής της Ελλάδας, ένα είδος που τροφοδότησε σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική μετανάστευση και το γιγάντωμα της Αθήνας. Εφεραν όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, αλβανικής και σλαβικής καταγωγής των, κατάλληλα αναμεμειγμένα. Τα ίχνη των πιο παλιών επιμειξιών, νορμανδικών, ενετικών και σαρακήνικων  είχαν χαθεί ή επικαλυφθεί κατάλληλα στο πέρασμα της ιστορίας. Οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί τους σφυρηλατήθηκαν περισσότερο από το σκληροτράχηλον του χαρακτήρα τους, αντίστοιχο των πάτριων εδαφών. Σε κάθε συνοικία της Αθήνας υπάρχουν δύο σύλλογοι απανταχού Ζαρκάδων, καθένας προσαρμοσμένος σε μια πλευρά του δικομματισμού. Τα μέλη των αντίθετων συλλόγων δεν έχουν πρόβλημα μεταξύ τους, ούτως ή άλλως οι σύλλογοι ενεργοποιούνται μόνο σε προεκλογικές περιόδους ή όταν κάποιος πρόεδρος θέλει να προωθήσει κάποιο βιβλίο, κάποιο σιντί ή ντιβιντί, με το αζημίωτο φυσικά. Οι Ζαρκάδες συμπλήρωσαν τα πληθυσμιακά κενά  που δημιούργησαν όσοι μετανάστευσαν στην Ευρώπη τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι αριστεροί Ζαρκάδες υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλη ήπειρο.


Φιλοσοφική εισαγωγή


Ο άνθρωπος ζει πάνω στην γη, τρέφεται από τους καρπούς της και ξεδιψά από τα ρυάκια της. Ο άνθρωπος επί χρόνια σαν ανταπόδοση προσέφερε στην γη τα κόπρανα και τα ούρα του. Με την πρόοδο του πολιτισμού τα συστήματα αποχέτευσης κατευθύνουν πλέον τα ανθρώπινα απόβλητα στην θάλασσα.

Συγχρωτιστική εισαγωγή


Ο καφές ήταν πανάκριβος και άθλιας ποιότητας. Ηταν όμως καπουτσίνο- έδινε κάποιον αέρα ευρωπαϊκό- και η γωνιά όπου τον σερβίρανε προσπαθούσε με πολύ κόπο να διατηρήσει κάτι από την αίγλη του παρελθόντος.
Τα καθίσματα, φθαρμένα όσο και οι άνθρωποι, στοιχισμένα μέσα σε σιδεριές προσπαθούσαν να λύσουν το πρόβλημα του μέγιστου αριθμού στον ελάχιστο δυνατό χώρο. Οι καινούργιοι, τεχνοκράτες ιδιοκτήτες, στο πάλαι ποτέ ένδοξο στέκι, δεν κατανόησαν ποτέ ότι η φήμη του μαγαζιού προήλθε από μια μόνο σειρά καθισμάτων, παράλληλα τοποθετημένων κατά μήκος του μαγαζιού που έδιναν "αέρα" στο πεζοδρόμιο, μια προσομοίωση με πασαρέλα σε συνδυασμό με την αντίστοιχη σειρά του απέναντι πεζοδρομίου. Τώρα όλα αυτά ήταν παρελθόν. Τα καινούργια μοντέλα έκαναν αλλού την πασαρέλα τους, το μέρος υποβαθμίστηκε πολιτιστικά και μόνο οι απανταχού Ζαρκάδες δεν είχαν χορτάσει το μακρυνό απωθημένο τους να πίνουν τον καφέ τους στον διάσημο δρόμο. Εξακολουθούσαν να συνευρίσκονται εκεί τις ώρες της σχόλης για να διαβάσουν την εφημερίδα τους, οι κουβέντες πέρα από τα τυπικά ήταν σπάνιες, η επαρχιώτικη επιφυλακτικότητα δεν είχε ακόμα μεταλλαχθεί.

Οικογενειακή εισαγωγή.

 Η δομή της ζαρκαδικής οικογένειας ήταν η δομή ενός μικρού κοπαδιού από πρόβατα. Το μεγαλύτερο "παιδί" είχε την περιποίηση του μόσχου του σιτευτού από γονείς, τ' άλλα "παιδιά" και τα κορίτσια. Η δόξα του επέφερε δόξα σ' ολόκληρο το σόϊ, δεν ήταν λίγο να είσαι αδερφός ή αδερφή του δάσκαλου ή του παπά, το λέγανε και φούσκωνε το στήθος τους από περηφάνεια. Κατά τα κοπαδικά πρότυπα τα μικρότερα αγόρια έμεναν ανύπαντρα ταγμένα πάντα να υπηρετούν τον "μεγάλο". Οταν αυτός γινότανε με το καλό δάσκαλος ή παπάς θα φρόντιζε να ανταποδώσει μέσω των γνωριμιών του μ' ένα καλό διορισμό. Τότε, αν αβγάτιζαν γρήγορα περιουσία καμμιά φορά, προλάβαιναν και τα μικρότερα αδέρφια να φιάξουν δικιά τους οικογένεια. Οπως και στα κοπάδια, η παροδική ή η διαρκής  αιμομειξία ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός λόγω της "στενότητας" του χώρου.

Επαγγελματική εισαγωγή


Με την πάροδο των ετών, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δια της επιμηκύνσεως της υποχρεωτικής παιδείας και στο γυμνασιακό επίπεδο, επέφερε διαρθρωτικές αλλάγές στην επαγγελματικήν αξιολόγηση των απανταχού Ζαρκάδων. Ο δάσκαλος έχασε μεγάλο μέρος του κύρους του αφού τα παιδιά πλέον εγνώριζαν και τον καθηγητή. Οι απανταχού Ζαρκάδες αμέσως ανέβασαν στον θρόνο του έκπτωτου δάσκαλου τον φυσικομαθηματικό, τα προσοδοφόρα ιδαίτερα έπαιξαν τον ρόλο τους ώστε να παραγκωνισθεί ο -πρώτος τη τάξει- θεολόγος. Η δουλειά του φιλολόγου ήταν ακόμα δύσκολη για τους Ζαρκάδες λόγω της ιδιωματικής προφοράς τους.

Τοπογραφική εισαγωγή

Ο τόπος τους ήταν στενός, γεμάτος κακοτράχαλα βουνά και δύσκολες συγκοινωνίες. Ολοι οι γειτονικοί συγγενείς τους, έχοντας πρόσβαση στην θάλασσα ακολούθησαν τα αντίστοιχα ρεύματα της εποχής αφήνοντας τους πίσω. Κάθε νέο επίτευγμα του πολιτισμού έφτανε σ' αυτόν τον τόπο μονάχα μέσω νέων κατακτητών. Αλλά η έλλειψη υποδομών σύντομα κατέστησε ασύμφορη την κάθε προσπάθεια για νέα κατάκτηση της χώρας τους. Σε δυό-τρεις γενιές ο καθε κατακτητής είχε πλήρως αφομοιωθεί  από τον τοπικό πληθυσμό.

Θρησκευτική... εισαγωγή
  Η τοπογραφική απομόνωση είχε σαν αποτέλεσμα και την θρησκευτική.. Ενώ όλοι οι γείτονες είχαν εκχριστιανισθεί, αυτοί παρέμεναν παγανιστές για πεντακόσια ακόμα χρόνια. Αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα πολιτισμού λόγω του σκοταδισμού που απαιτούσε η καθιέρωση της καινούργιας θρησκείας αλλά στους Ζαρκάδες λειτούργησε ανάστροφα. Οταν η νέα θρησκεία άρχισε να συμβιβάζεται με την Τέχνη και την Επιστήμη, τότε οι Ζαρκάδες, σαν νεόκοποι χριστιανοί, απέρριπταν μετά βδελυγμίας κάθε ίχνος προόδου.

Κοινωνική εισαγωγή


Η ζαρκαδική οικογένεια λειτουργούσε στα πρότυπα μιας μονής έχοντας όμως κατανοήσει καλά ότι αν όλοι πάνε σε μοναστήρια το γένος τους θα εκφυλισθεί. Κατά τα άλλα η λειτουργία κάθε οικογένειας ήταν ταυτόσημη με του μοναστηριού, του πρώτου παδιού έχοντος τον ρόλο του ηγούμενου. Οταν με τα χρόνια αναγκάσθηκαν να μετοικίσουν στην  Αθήνα ή αλλού αναπτύχθηκε ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ των οικογενειών λόγω κοινής γλώσσας και -κυρίως- συμπεριφοράς. Οι σύλλογοι των απανταχού Ζαρκάδων είχαν εξασφαλισμένη την μακροημέρευσή τους, καμμιά κοινωνία δεν ήταν σε θέση να τους απορροφήσει αρκετά, το "ζαρκαδικό" ήτανε χαραγμένο στο ντι-εν-έϊ τους.

Ετυμολογική εισαγωγή 


Η προέλευση της λέξης είναι μυστηριώδης, μάλλον πρόκειται περί νεοελληνισμού πονηρού γλωσσοπλάστη. Η λέξη ζάρκος = γυμνός ταιριάζει βέβαια σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των απανταχού Ζαρκάδων αλλά σαν ερμηνεία δεν είναι πειστική. Η λέξη βρίσκεται κοντά στους Αρκάδες -αλλά τίποτε δεν δικαιολογεί το αρχικό ζήτα- και στην λέξη της δημοτικής ζαρκάδι. Το ζαρκάδι βέβαια προέρχεται από τους ιωνικούς τύπους ζορξ ή ζορκός, θηλυκό ζορκάς, κατ' αντιστοιχίαν των επικρατεστέρων βοιωτικών τύπων δορξ και δορκάς με την γνωστή και από αλλού ανταλλαγή των δύο συμφώνων σε αυτές τις διαλλέκτους, αλλά ο τύπος Ζορκάδες δεν απαντάται σε παλαιότερα κείμενα σαν όνομα λαού.

Εννοιολογική εισαγωγή


Αντίθετα, εννοιολογικά οι απανταχού Ζαρκάδες με την ιστορική διαδρομή τους έχουν αποδείξει την στενή σχέση που έχουν με τα ζαρκάδια είτε σε μορφολογικά χαρακτηριστικά όπως λόγου χάριν τα κέρατα,  ή η χαρακτηριστική οσμή των βοοειδών, είτε σε ψυχικά χαρακτηριστικά όπως η φυσική δειλία, η αποχώρηση με ελαφρά πηδηματάκια κ.λ.π.

Σεξιστική εισαγωγή


Ο διαχωρισμός των φύλων ήταν δεδομένος στους απανταχού Ζαρκάδες συνέπεια και της οικογενειακής  ανατροφής. Τα θήλεα μέλη μικράς εμπειρίας είχον, στο πλαίσιο των συζυγικής και  αιμομεικτικής μορφής επαφών. Οι τελευταίες ήταν πατρικές συνέπειες όταν η μητέρα πέθαινε νωρίς ή αδελφικές όταν ο μικρός αδερφός αργούσε να παντρευτεί για οικονομικούς λόγους κυρίως. Τα θήλεα μέλη της κοινωνίας μικρής εκτίμησης έχαιραν. Τα άρρενα μέλη όμως, σε στενότατους κύκλους κυριών των πόλεων, αποτελούσαν σκοτεινό αντικείμενο πόθου λόγω της φήμης που τους ακολουθούσε. Ελέγετο ότι είχαν αποκτήσει την πολλαπλότητα του πετεινού, την αμεσότητα του τράγου και την υπομονή (και κάτι άλλο) του γαϊδουριού από τις κτηνοβατικές σχέσεις με τα αντίστοιχα θηλυκά ζώα κατά την διάρκεια της εφηβείας των. Η αστυφιλία και η εσωτερική μετανάστευση μεγάλο πλήγμα έφερε στας παραδόσεις των απανταχού Ζαρκάδων, της φήμης εξασθενησάσης, τελικώς.

Οικονομική εισαγωγή


Από τις τέσσερις αρχές του ρωμαϊκού δικαίου που διέπουν τις συναλλαγές, δίνω ίνα δώσεις, δίνω ίνα κάνεις, κάνω ίνα κάνεις και κάνω ίνα δώσεις, οι απανταχού Ζαρκάδες αρχικά περιορίζοντο  στην πρώτη που κυριαρχούσε στις συναλλαγές στα χωριά τους. Οι τιμές καθοριζότουσαν από τις ανάγκες με βασική μονάδα συναλλαγής το αυγό. Η εσωτερική μετανάστευση τους έμαθε και το κάνω ίνα δώσεις, το οποίο η έμφυτη πονηράδα τους μετέτρεψε σε κάνω λίγα για να δώσεις πολλά. Δεδομένης της αφέλειας των κατοίκων των πόλεων και της παροιμιώδους λιτότητας των απανταχού Ζαρκάδων γρήγορα οι τελευταίοι απέκτησαν κομπόδεμα και ευχέρεια στο να πίνουν το καφέ τους σε κεντρικούς ιστορικούς δρόμους αποτελώντας την πλειοψηφία μάλιστα των θαμώνων.

Αλλά αυτό είναι κάτι που θα εξετάσωμεν εις το κύριον μέρος των θεμάτων.