Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η καταλυτική παρουσία της Μέρκελ στην Αθήνα




Είχε ένα κόμπο στον λαιμό, στο μάτι μια θολούρα κι έναν περίεργο βόμβο στ' αυτιάσαν κάποιος να του ψιθύριζε  "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ".
Δεν ήταν πως φοβότανε μην τάχα τον συλλάβουν, είχε φάει με το κουτάλι συλλήψεις επί χούντας, μέχρι ανοσίας. Πάντοτε τον αφήνανε, τόχε πλέον απωθημένο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνος. Απλά σαν νέος είχε από φυσικού του μια μάπα που εξιτάριζε την φαντασία των μπάτσων κι ένα ένοχο, χωρίς λόγο, ύφος. Τον άφηναν μετά από την εξακρίβωση των στοιχείων του, απογοητευμένοι κι αυτοί κι αυτός με το φτωχό ιστορικό του, ούτε καν μια αντίσταση κατά της αρχής δεν είχε στο ενεργητικό του. Μεγαλώνοντας όμως, μετά τη χούντα άλλαξε η όψη του και δεν τον τραβάγανε για αναγνώριση πια.

Από νέος στο μυαλό του έπλαθε σενάρια επαναστατικά για ένα κόσμο δίκαιο, με ίσες ευκαιρίες, με αξιοκρατία αλλά πάνω που ήταν έτοιμος να παλέψει για τον καινούργιο γενναίο κόσμο σκεφτότανε τα προσόντα του που θα τον καταδίκαζαν σε μια αιώνια μετριότητα και το άφηνε γι' αργότερα, όταν θα ήταν έτοιμος και πιο βελτιωμένος για την καινούργια, ιδανική κοινωνία.
Ετσι τα χρόνια πέρναγαν με αναβλητικότητα κι εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας στη κυβέρνηση, ήταν κι αυτό μέσα στο παιχνίδι του πολιτεύματος, να δημιουργεί ψευδαισθήσεις και να μην προχωράει η αποφασισμένη επανάσταση πριν μελετήσει καλά τις διαμορφωμένες από την ψήφο των μελλοντικών επαναστατών συνθήκες. 
Επειδή ο επαναστάτης μόνο στην επανάσταση δείχνει τον πραγματικό του εαυτό, συμμετείχε στο πολιτικό αλισβερίσι πολεμώντας το από μέσα. Η κομματική του ταυτότητα άλλαζε ανάλογα με την επαναστατικότητα των συνθημάτων που χρησιμοποιούσε κάθε κόμμα, το "Βυθίσατε το Χόρα" ήταν αυτό που τον είχε εμπνεύσει περισσότερο. Φανταζότανε τον εαυτό του μυστικό πράκτορα να υπηρετεί σαν ναύκληρος  στο Χόρα και την ώρα που όλο το πλήρωμα κοιμότανε αυτός να έβγαζε τον πίρο του πλοίου καταδικάζοντας το σε αργή αλλά σίγουρη βύθιση. 
Ωσπου να εκπαιδευθεί σαν μυστικός πράκτορας  είχε πάρει ένα δάνειο με το οποίο αγόρασε ένα σπίτι, να έχει κάποιο χώρο για να προπονείται κατάλληλα, μακριά από αδιάκριτα μάτια. Η επόμενη εναλλαγή στην εξουσία ξύπνησε το κοιμώμενο τέρας του χρηματιστηρίου και η μεθεπόμενη το γιγάντωσε. Τι πιο επαναστατικό από το να κερδίσεις λεφτά από το άντρο του καπιταλισμού και μ' αυτά να χρηματοδοτήσεις την επανάσταση ; Νέο δάνειο, μετοχοδάνειο το λέγανε τώρα κι εκεί που η επανάσταση ήταν έτοιμη να πάρει σάρκα και οστά ήρθε το κραχ της Σοφοκλέους. Οι μετοχές από θησαυρός ξανάγιναν χαρτιά, η επανάσταση αναβλήθηκε, ήταν κι οι Ολυμπιακοί αγώνες στη μέση που δεν ευνοούσαν τέτοιες κινήσεις λογω υπερβολικής αστυνόμευσης. Οι αγώνες πέρασαν, το χρηματιστήριο δεν συνήλθε αλλά ευτυχώς υπήρχαν ακόμη τα καταναλωτικά δάνεια και η επανάσταση δεν έμεινε άφραγκη. Βέβαια το καινούργιο δάνειο έφτανε μόνο για να εξυπηρετεί τα παλιά, αλλά κι αυτό ήταν στο πνεύμα της επαναστατικής τακτικής να πολεμά το σύστημα από μέσα.

Μια μέρα σηκώθηκε βαρύς από το κρεβάτι και διαπίστωσε πως είχε χάσει πολύ από την νεανική αγωνιστικότητά του και μαζί τις φυσικές του δυνάμεις λόγω ηλικίας. Ο χρόνος δεν καταλαβαίνει από επαναστάσεις και πολιτικές. Η κρίση εκμηδένιζε κάθε είδους μισθούς και συντάξεις, το κόστος ζωής ανέβαινε συνεχώς και η μόνη επαναστατική διέξοδος ήταν να μη πληρώνει εφορία και τις δόσεις του δανείου. Τον στενοχωρούσε λίγο που ακολουθούσε την ίδια τακτική με τους μεγαλοκαρχαρίες που σκόπευε να εξοντώσει με την επανάστασή του αλλά  στον πόλεμο όλα επιτρέπονται, πόσο μάλλον να πολεμάς τον εχθρό με τα ίδια του τα όπλα.
Κι ο καιρός πέρναγε μέχρι που μια άλλη επανάσταση πρόλαβε την δικιά του όπως κάποτε η χούντα των συνταγματαρχών πρόλαβε την χούντα των στρατηγών. Η εφορία μηχανοργανώθηκε κι άρχισε να απειλεί τους οφειλέτες με φυλακή και κατασχέσεις. Τρελλάθηκε. Πως ήταν δυνατόν το ελληνικό κράτος να κάνει μια τέτοια επανάσταση ; Αδύνατον. Κάποιος ξένος δάκτυλος  των εχθρών της αιωνίας Ελλάδος το σκέφτηκε. Τότε το μάτι του έπεσε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που μονοπωλούσαν την επίσκεψη της Μέρκελ. Αυτή έφταιγε. Μόνο αυτή θα μπορούσε να αναγκάσει το κράτος να  ζητήσει τα καθυστερούμενα. Κατάστρωσε γρήγορα ένα επαναστατικό σχέδιο για την εξόντωσή της αλλά διαπίστωσε πως το κέντρο θα ήταν κλειστό καθιστώντας αδύνατη κάθε προσέγγιση της γερμανίδας καγκελάριας.
Νικημένος, ντροπιασμένος και απελπισμένος αισθάνθηκε να χάνει όλη την επαναστατικότητά του. Προσπάθησε να φάει κάτι να συνέλθει αλλά είχε ένα κόμπο στον λαιμό, τίποτε δεν πήγαινε κάτω. Προσπάθησε να περάσει την ώρα του στο κομπιούτερ αλλά το βλέμμα του άρχισε να θολώνει. Ξάπλωσε κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Αδύνατο να ξεχωρίσει ήχους, μόνο ένας βόμβος σαν κάποιος να του ψιθύριζε συνέχεια "Αγκελα Μέρκελ, Αγκελα Μέρκελ" ήταν το μόνο που άκουγε.
Φαντάστηκε την Μέρκελ σαν άγγελο να πετά πάνω από τα κεφάλια του Στουρνάρα και του Σαμαρά και να τους βάζει φωτοστέφανα, ο Τσίπρας τους κοίταζε μ' ένα παραπονεμένο βλέμμα. Φούσκωσε από επαναστατική περηφάνεια.
Τον πήρε ο ύπνος. 
Το πρωΐ ήρθε ένας αστυφύλακας να τον συλλάβει, επί τέλους.


Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Το νιαρ




Ηταν τα τέλη της δεκαετίας του 60 όταν πρωτοκατέβηκε με την παρέα του στο Δέλτα, έτσι λέγανε τον  φαλληρικό ιππόδρόμο τότε.  Μαγικά όμορφος χώρος με τους ευκάλυπτους γύρω-γύρω, τις πρασιές, τα λουλούδια του, τις κερκίδες, τα άλογα, μέχρι και το καλύτερο παστίτσιο της Αθήνας έτρωγες στα καφενεία του όπου οι τεράστιες λαμαρίνες κατέφθαναν αχνιστές και επέστρεφαν   άδειες σε ελάχιστο χρόνο. Το καλύτερο κέντρο διασκέδασης, η Αθηναία, ήταν ενσωματωμένο στο περίπτερο, τον χώρο για τους λεφτάδες, ο απλός λαός είχε δυο κερκίδες, την πελούζ και την πεζάζ σύμφωνα με την γαλλική ορολογία. Αλλά δεν ήταν μόνο τα γαλλικά που άκουγες, ήταν και αγγλικά κι αράπικα, μια μεγάλη μερίδα ιδιοκτητών, προπονητών και φιλίππων ήταν αιγυπτιώτες εκδιωχθέντες από τα μέτρα του Νάσερ. Ενα από τα περίεργα "συν" του ιπποδρόμου ήταν πως 500 μέτρα προ του τέρματος τα άλογα εξαφανίζονταν από το οπτικό πεδίο των δυο θέσων του ιπποδρόμου- μόνο από το περίπτερο φαίνονταν- γεγονός που ανέβαζε την περιέργεια για το αποτέλεσμα της ιπποδρομίας στο κατακόρυφο. Εννοείται πως η επανεμφάνιση των αλόγων περίπου 200 μέτρα προ του τέρματος συνοδευόανε από πανηγυρισμούς και εκφράσεις απογοήτευσης, η αδρεναλίνη ήταν πολλαπλάσια από την αντίστοιχη των ποδοσφαιρικών γηπέδων. Ο πυρετός του στοιχήματος, η ιδαίτερη ατμόσφαιρα, το υπέροχο θέαμα των αλόγων και οι πολλές όμορφες γυναίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς κανένας να τους δίνει σημασία, κατέκτησαν τους περισσότερους από την παρέα που άρχισαν να κατεβαίνουν πιο συχνά  και να μαθαίνουν την περίεργη ορολογία του χώρου.  Η έκφραση  "του πήρε το κεφάλι" δεν είχε καμιά σχέση με τρομοκρατία ήταν απλά μια περιγραφή για κάποιο άλογο που πήρε την πρωτοπορία από ένα άλλο. 
Ενα ακόμα "συν " για να κατέβουν ιππόδρομο ήταν η γειτνίαση με τις ταβερνίτσες και τα ουζάδικα των Τζιτζιφιών όπου ακολουθούσαν κατανύξεις και σχολιασμοί των αποτελεσμάτων. Τις φορές που κάποιος έπιανε μια καλή ακολουθούσε τραπέζωμα στα "επτά καραβάκια" ένα πολυτελες εστιατόριο της Συγγρού με απίθανους ψαρομεζέδες. Νέοι ήταν και άντεχαν και μια φορά γυρίσανε στην Αθήνα με τα πόδια για να τους γίνει μάθημα η έκφραση "όποιος πάει ιππόδρομο, γυρίζει ποδαρόδρομο".
Γρήγορα έμαθαν  το πάντοκ  δηλαδή τον χώρο επίδειξης των αλόγων, το ζυγιστήριο όπου μέτραγαν τα "πέζα", δηλαδή τα κιλά στους αναβάτες με τις σέλλες τους μαζί, το σταρτ, το φίνις  το  φώτο φίνις,  τις διαφορές της άφιξης, το ντεντχίτ, βραχεία κεφαλή, κεφαλή, τράχηλος, ένα ή περισσότερα μήκη (αλόγου, περίπου δύο μέτρα το καθένα), μακράν.  Εμαθαν τον τζόκεϋ, τον σεΐζη όπως λέγανε τον ιπποκόμο και πως το μαστίγιο το λένε καμουτσί ή κουρμπάτσο, Τους τρόπους καλπασμού των αλόγων, τροτ, κάντερ, γκάλλοπ, μισό λουρί, κ.λ.π,, Τους τρόπους διαδρομής των αλόγων, στο κεφάλι, με τα πίσω, αναμονή στο κάγγελο, δεύτερη ή τρίτη ρόδα (από το κάγκελλο) και το φω τραίν, δηλαδή το σχηματισμό καραβανιού όπου ο επικεφαλής ξεγελούσε το άλογο που ακολουθούσε πως τάχα δεν έχει άλλες δυνάμεις ώστε να μην τον προσπεράσει και κάποια στιγμή απομακρυνότανε αφήνοντας τον αντιπάλό του στο κενό και αποσπούσε την νίκη γιατί το άλογο που ακολουθούσε δεν μπορούσε εύκολα να επιταχύνει χωρίς συναγωνισμό. 
Τους τρόπους στοιχηματισμού, που ήταν λίγοι και απλοί τότε, γκανιάν, πλασέ, δίδυμο, σύνθετο, παρολί. Τους χαρακτηρισμούς των στοιχημάτων, φαβορί, αουτσάϊντερ, το τυγιό.
Οταν έμαθαν τα ευπαθή σημεία και τις παθήσεις των αλόγων, την ρινορραγία, την χωλότητα, το κορνάζ, τους κολικούς, τις μυρμηγκιές, τους τένοντες και τους μπουλέδες, θεώρησαν πως πέρασαν την βασική εκπαίδευση.
Ηταν τα εφόδια για έναν καινούργιο κόσμο, απαραίτητα για να ανακατευθούν με το πλήθος και να μην τους περάσουν για "τρυφερά πόδια". Είχαν αρχίσει να πιάνουν στασίδι στον ιππόδρομο, να στοιχηματίζουν στα γκισέ και να ανταλλάσσουν γνώμες και πληροφορίες για τα άλογα  όταν τους πλησίασε ένας ηλικιωμένος κι άρχισε να κολλάει στην παρέα τους δίνοντας τα φώτα της εμπειρίας του στους νεοσύλλεκτους που τον άκουαν με προσοχή. Κι εκεί που νόμιζαν  πως έχουν μάθει όλους τους ιπποδρομιακούς όρους, μια μέρα τους λέει ο μπάρμπας  να παίξουν το επτά γιατί το έχει νιαρ. Μη  θέλοντας να φανούν άσχετοι κανείς δεν ρώτησε τι είναι το νιαρ κι όταν σε λίγο το επτά κέρδιζε ο γεράκος έβγαζε τα πλεμόνια του " Νιαρ, νιαρ το είχα το άλογο !" . Η ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές,  τα άλογα που είχε νιαρ ο γεράκος άλλοτε κέρδισαν άλλοτε  έχασαν και η παρέα του κόλλησε το παρατσούκλι ο " νιαρ ". Ο γεράκος χάθηκε σε λίγο από την παρέα τους αλλά η συνήθεια να αποκαλούν τα σίγουρα άλογα νιαρ τους έμεινε. Βασικά το συσχέτιζαν με την γάτα, γάτα στους τζογαδόρους αποκαλείται ο ψυλλιασμένος παίκτης αλλά βέβαια η φωνή της γάτας αποδίδεται περισσότερο με νιάου παρά με νιαρ. Την απορία τους την έλυσε μήνες αργότερα,ένας άλλος γεράκος,  το νιάρ τους είπε δεν είναι τίποτε άλλο από το εννιάρι, φύλλο ανίκητο στα χέρια του τζογαδόρου όταν παίζει μπακαρά, αλλά οι αγνοί νέοι δεν ήξεραν ούτε πως παίζεται αυτό το παιχνίδι, πόσο μάλλον την ορολογία του.


Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ο ξεκάλτσωτος




Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία.
Σ αυτό το κρύο περιβάλλον  παραφωνία ήτανε  κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του.
Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά  είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος.
Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του.
Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Τα χοντρόσολα παπούτσια



  


 Η φωτό από τον γούγλη πάντοτε


 
Το μάτι του έπεσε πρώτα εκεί, στα χοντρόσολα παπούτσια που φόραγε, μόλις είχαν έρθει στην μόδα και δεν τα είχε ξαναδεί. Υστερα βέβαια, ανεβάζοντας τη ματιά του εντόπισε πολλά πιο ενδιαφέροντα σημεία στο κορμί της, στο πρόσωπό της, στα μαλλιά της. Ειδικά όταν χαμήλωσε να πιάσει κάτι, γυρισμένη στο πλάϊ με τα οπίσθιά της να ακουμπούν στις φτέρνες της ζήλεψε την τύχη των παπουτσιών κι ευχήθηκε μια μέρα νάρθει η δική του σειρά στο θείο άγγιγμα. Φυσικά δεν σκόπευε να μείνει στις ευχές και προσευχές.

Ητανε μία το μεσημέρι επιστρέφοντας από την υπηρεσία του η πρώτη φορά που την είδε, μέχρι τότε την άκουγε μόνο. Υπήρχαν δυο διαμερίσματα στον τελευταίο όροφο της τριόροφης κατοικίας, αυτός βάσταγε το ένα και η κάτοχος των παπουτσιών το άλλο μαζί με τον άντρα της κι ένα τουλάχιστον παιδί απ' όσα είχε ακούσει. Δεν την είχε δει μέχρι τη στιγμή που ανεβαίνοντας τις στριφογυριστές σκάλες φάνηκαν από την ανοικτή πόρτα της πρώτα τα παπούτσια της και μετά η ίδια.
Θεά.

Η πόρτα έκλεισε γρήγορα κι η οπτασία χάθηκε αλλά καμιά φορά η τύχη τα φέρνει βολικά. Πως τούρθε σε λίγο να καθαρίσει τη τζαμαρία της κουζίνας προς τον φωταγωγό που είχε ουκ ολίγη λίγδα και σκαρφάλωσε στο μπάγκο της κουζίνας για να φτάσει. Την ίδια στιγμή διαπίστωσε πως κι η θεά είχε την ίδια σκέψη και του χαμογέλαγε βλέποντας τις μάλλον αδέξιες κινήσεις του. Οταν ανοίξανε τα παράθυρα να καθαρίσουν και την έξω μεριά συστηθήκανε, αυτή γυναίκα τραπεζικού που γύρναγε στις τρισήμισυ μαζί με τον εξάχρονο γιό της κι αυτός να κάνει τη θητεία του σ' αυτόν το ξένο τόπο, απ' τις επτά μέχρι τη μία. Τον φώναξε το απόγευμα για καφέ και του γνώρισε τον σύζυγο, συμπαθέστατο και μανιώδη κυνηγό. Σε λίγες μέρες άρχισε να τον φωνάζει για φαγητό -αμαρτία να μαγειρεύεις σκοτωμένος απ' τη δουλειά, του είπε- και γίνανε κολητάρια ειδικά στο διάστημα μιάμισυ με τρεις που περιμένανε τον σύζυγο και τον γιό της  για να φάνε. Της άρεσε το χαρτάκι και τα κατάφερνε αρκετά καλά στη ξερή, βοηθούσης και της τύχης αλλά πέραν τούτου ουδέν και είχε σταματήσει να την σκέπτεται αλλιώς, ειδικά από τότε που ανέλαβε και το πλύσιμο των ρούχων του.


Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα κτύπησε τη πόρτα του μια καλοβαλμένη πιτσιρίκα  που ψιθυρίζοντας κάποιες αστείες δικαιολογίες του ζήτησε να περάσει τη νύχτα εκεί. Μετά από λίγο είχε γδυθεί μόνη της και ήταν πρόθυμη να του κάνει όλα τα χατήρια. Αισθάνθηκε λίγο άσχημα όταν αργότερα του κτύπησαν οι φίλοι του, οι γείτονες και δεν τους άνοιξε, αλλά την άλλη μέρα στο τραπέζι ο σύζυγος της θεάς έδειξε κατανόηση, κι αυτός στη θέση του το ίδιο θάκανε. "Να κάνετε λιγότερη φασαρία" του διαμαρτυρήθηκε γελώντας η θεά. Το βραδάκι τσούπ, η πιτσιρίκα ήρθε πάλι, αυτή τη φορά είχε φέρει και προμήθειες για την ολονυκτία, ουΐσκι και ξερούς καρπούς. Κάποια στιγμή, μαύρα μεσάνυκτα άκουσε ένα δυνατό γυναικείο βογγητό  από το διπλανό διαμέρισμα " ωχ, κάτι θάπαθε η θεά μου" είπε κι ετοιμάστηκε να πάει να βοηθήσει. "Κάτσε κάτω" του είπε η πιτσιρίκα "θα το φχαριστιέται η κυρία, δεν το κατάλαβες ;". Το βογγητό ακούστηκε χαμηλότερο μερικές φορές ακόμα και πραγματικά το πρωΐ που της κτύπησε τη πόρτα με μια αστεία δικαιολογία, απλά και μόνο για να την τσεκάρει, η θεά είχε σημάδια "προηγηθείσης ευτυχίας".
Η πιτσιρίκα ήρθε μερικά βράδια ακόμα κι εξαφανίστηκε όπως περίπου είχε εμφανισθεί. 

" Ωχ, θα μου ξανάρθει να μου πει πως είναι έγκυος σε κάνα μήνα" είπε στη θεά του ο νέος και άρχισαν να καταστρώνουν μαζί το σχέδιο αντιμετώπισης που περιλάμβανε κι ένα γυναικολόγο, ξάδερφο της θεάς.
Πιτσιρίκας απούσης ξανάρχισαν να παίζουν ξερή αλλά τώρα η τύχη δεν την πολυ βοηθούσε, ίσως γιατί άρχισε πάλι να φοράει τα χοντρόσολα παπούτσια, της το είχε πει πως εκεί έπεσε το μάτι του  όταν την πρωτοείδε. Πραγματικά σε κάνα μήνα η πιτσιρίκα εμφανίσθηκε ως εγκυμονούσα και αντιμετωπίσθηκε παγερά και στα πλαίσια της συνυπευθυνότητας. Βοήθησαν μάλλον και τα λόγια που της είπε ιδιαιτέρως η θεά, που αποδείχθηκε πληροφορημένη για το παρελθόν της πιτσιρίκας κι έτσι δεν ξαναφάνηκε.
Μετά από αυτό το περιστατικό άρχισε να παρατηρεί κάποιες διαφορές επάνω στην θεά του. Εβρισκε πως ο χαρακτήρας της είχε λίγο βαρύνει όπως και το βλέμμα της. Ειδικά ένα μεσημέρι που καθώς μαγείρευε με τη νυχτικιά και τις παντόφλες της όταν,
χωρίς να το θέλει, από μια αδέξια κίνηση τα χέρια του βρέθηκαν στα στήθια της. Λίγες μέρες πριν κάτι παρόμοιο το είχε αντιμετωπίσει μ' ένα κελλαριστό γέλιο της, ενώ τώρα με απόλυτη σιωπή και μια μάλλον επιτηδευμένη ενόχληση. Αποφάσισε να μάθει τι γίνεται προκαλώντας την μ' ένα στοίχημα στη ξερή :
- Αν κερδίσεις θα σου αγοράσω τον δίσκο που σ' αρέσει, αν χάσεις θα μου μαγειρέψεις το φαγητό που μ' αρέσει.
- Θα σε κερδίσω, του είπε ανόρεκτα.
- Μεγάλα λόγια μη λες, με μηδέν θα χάσεις.
Η παρτίδα είχε φτάσει στη μέση και η θεά δεν είχε γράψει ακόμα πόντο, ο αντίπαλος την δούλευε
- Με μηδέν θα χάσεις.
- Ο,τι στοίχημα θέλεις, με μηδέν δεν χάνω.
- Ενα φιλί ερωτικό ;
- Κι εσύ τι θα χάσεις ;
- Δούλος σου για δυο μέρες, να με κάνεις ό,τι θέλεις !
Τον κοίταξε με αθώα κακία.
- Ο,τι θέλω ;
- Ναι, ότι θέλεις !
- Πάει ! να σε δω να σφουγγαρίζεις τις σκάλες και τι στον κόσμο !
Η παρτίδα έγινε πλέον ο στόχος της ζωής του. Ενδόμυχες προσευχές στη θεά τύχη και απέραντη προσήλωση στο παιχνίδι, τόση που δεν έβλεπε πως η θεά ήθελε να χάσει, μόνο στην τελευταία χαρτωσιά όταν έκανε κάποιο χοντρό λάθος για να μη πάρει πόντο και ζήτησε να πάρει το φύλλο της πίσω, το κατάλαβε και την έβγαλε από τη δύσκολη θέση :
- Το χαρτί έφαγε χώμα, ας πρόσεχες. Εχασες.
Ετοιμάστηκε να πάρει το έπαθλό του όταν την είδε να του λέει ένα λεπτό, να πηγαίνει στη κάμαρά της και να γυρίζει φορώντας τα χοντρόσολα παπούτσια της αντί για τις παντόφλες, το νυχτικό δεν το άλλαξε.
Την αγκάλιασε για να την φιλήσει ενώ αυτή ακίνητη είχε το ύφος της γυναίκας που κάνει αγγαρεία αλλά δεν προχώρησε. Κατέβηκε στα πόδια της και χαϊδεύοντας τις κνήμες της, της έβγαλε απαλά τα παπούτσια. Βαστώντας με το ένα χέρι την φτέρνα πέρασε ένα δάκτυλό του άλλου χεριού από την πατούσα της μέχρι τα ακροδάκτυλα. Την αισθάνθηκε να ανατριχιάζει. Υστερα το δάκτυλό του γύρισε πίσω και ακολούθησε την εσωτερική γραμμή του ποδιού της μέχρι τη ρίζα του όπου βρήκε τον στόχο του. Οταν ξανανανέβηκε να την φιλήσει η μάσκα της αγγαρείας είχε φύγει από το πρόσωπό της. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του και σε λίγο η κραυγή της βγήκε δυνατή αλλά δεν ξεπέρασε τους τοίχους του σπιτιού της.


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Το τρόπαιο




Το τρόπαιο ήταν κρεμασμένο στην κεραία του αυτοκινήτου δίπλα από το παράθυρο του οδηγού αλλά πιο ψηλά, έξω από το οπτικό του πεδίο και το είχε ξεχάσει. Το μυαλό του ήταν γεμάτο από τις όμορφες εικόνες και τους ήχους της μέρας. Οδηγούσε εντελώς μηχανικά και βασανιστικά αργά, προσπαθώντας να επιμηκύνει την νιρβάνα που ζούσε. Αναπόφευκτα το αυτοκίνητο έφτασε στο τέρμα της διαδρομής του και μαζί ήρθε και η αναπόφευκτη στιγμή των αποχαιρετισμών. Βγήκε από το αυτοκίνητο και περνώντας μπροστά από το καπό, της άνοιξε την πόρτα. Απέφευγε να πάει από την πίσω πλευρά του αμαξιού ξέροντας πως αυτό το κάνουν οι σωφέρ κι αυτός ήθελε να είναι ευγενικός αλλά όχι δουλικός μαζί της. Αγκαλιάστηκαν αμέσως μόλις βγήκαν κι άρχισαν τα μακρόσυρτα φιλιά τους. Αργά την νύχτα δεν υπήρχε ψυχή να τους δει και κοίταζαν να καλύψουν τον χαμένο καιρό μέσα στο αμάξι όπου το οδήγημα απαιτούσε να χαϊδεύει μόνο ο ένας τα μαλιά του άλλου.
"Θα αργήσεις" του είπε  ξεκολλώντας προσωρινά από πάνω του. 
" Εχεις δίκιο" της απάντησε κι έκανε να φύγει αλλά του έπιασε το χέρι  και οδηγώντας το μέσα από τη φούστα στην γυμνή σάρκα της, τον ρώτησε με λατρεία " Ξέχασες τίποτε ;"

Ηταν τα χαράματα μιας όμορφης καλοκαιρινής μέρας όταν ξεκίνησαν την εκδρομή τους αναζητώντας τη δροσιά στα ψηλά. Είχαν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εξαφανίζοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους τον καθημερινό τους εαυτό ζούσαν κάθε δεκαπέντε μέρες μια μέρα όπως θέλανε, μια ανάσα από την κουραστική ρουτίνα των δεσμεύσεών τους. Ηταν η συμφωνία τους και η προσπάθεια να διαφυλάξουν τη σχέση τους, μια σχέση έξω από τις συμβατικότητες και τα τετριμένα, Μια σχέση στηριγμένη στην απόλυτη ειλικρίνεια και φυσικά ή μάλλον υποχρεωτικά ... παράνομη.
Το αυτοκίνητο κέρδιζε συνεχώς υψόμετρο μέχρι που στα χίλια τετρακόσια ένα συμπαθητικό χωριουδάκι φάνηκε μεσ' στην πρασινάδα. Η ώρα θα πλησίαζε τις δέκα όταν μπήκαν πιασμένοι χέρι-χέρι στο καφενειο του χωριού, γεμάτο από χωρικούς που απολάμβαναν το καφεδάκι τους μετά την πρωϊνή γεωργική εργασία.
Δεν υπήρχε γυναίκα μέσα στο καφενείο-που ακούστηκε τέτοιο πράμα στο χωριό ;- όλες ήτανε στα σπίτια τους ετοιμάζοντας το μεσημεριανό φαΐ κι απλώνοντας τραχανά. Οι καφενόβιοι έτρωγαν με τα μάτια τους την πρωτευουσιάνα με την μίνι φούστα και το βαθύ ντεκολτέ στο στήθος, το μυαλό τους πήγαινε μια στη γυναίκα τους και μια στη κατσίκα τους, ίσως γιατί τους τη θύμιζε στη γύμνια. Ατάραχο το ζευγαράκι διάλεξε ένα γωνιακό τραπεζάκι και παράγγειλε δυο χαμομήλια κι ένα τάβλι. Κάνοντας τον σταυρό του το γκαρσόνι  απομακρύνθηκε να εκτελέσει την παραγγελιά. Σε λίγο όλο το καφενείο ψιθύριζε  κλείνοντας πονηρά το μάτι " Δικοί μας είναι αφού πίνουν χαμομήλι, θα κρυώσανε φαίνεται, το βράδυ είχε ψύχρα στο δασάκι".
Το χαμομήλι άχνιζε και τα ζάρια άστραφταν μα ο αγώνας ήταν άνισος γιατί πέρα από την γνώση η τύχη ήταν μονόπλευρα με τον οδηγό και πριν καλά-καλά κρυώσουν τα ροφήματα το σκορ ήταν κοντά στο πέντε-μηδέν. Ολο το καφενείο παρακολουθούσε, δήθεν αδιάφορα, με την άκρη των ματιών. Η ρέντα συνεχιζότανε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του με την τελευταία ζαριά "Ξέρεις την ποινή για όποιον χάνει με μηδέν, έτσι δεν είναι ;".

 Περίμενε να την δει να σηκώνεται και να βαδίζει προς την τουαλέττα αλλά αυτή ψύχραιμη, με το χαμόγελο στα χείλη και κοιτώντας τον στα μάτια, έβαλε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι και τα ξανάβγαλε προσφέροντας του το εσώρρουχό της. Ενας ψίθυρος διέτρεξε το καφενείο απ' άκρη σ' άκρη. Μερικοί δεν είχαν πάρει χαμπάρι τι έγινε και ρωτούσαν ενώ πολλοί αρνιότουσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Ελαφρά αμήχανος ο νικητής το βάσταγε στο αριστερό του χέρι μέχρι να πιούν το χαμομήλι τους. Μετά, βγαίνοντας απ΄το καφενείο το έδεσε στην κεραία του αυτοκινήτου, τρόπαιο μιας μέρας. " Θα σου επιστραφεί με το τέλος της ημέρας" της είπε κι αυτή τον φίλησε δίχως ίχνος κακίας. Οι μισοί θαμώνες του καφενείου είχαν βγει έξω από την αίθουσα και τους κοίταζαν. Ενας τους έβρισε αλλά δεν τούδωσαν σημασία, μπήκαν στο αμάξι και συνέχισαν την εκδρομή τους. Είχαν πολλά να κάνουν μεχρι το βράδυ.  

Ξεκρέμασε το εσώρρουχό της και της το έδωσε. Την κοίταζε να το φοράει με κινήσεις ζαρκαδιού και στα μάτια του ξανάπαιξαν οι εικόνες από την υπέροχη μέρα που πέρασε μαζί της. Στο δρόμο για το σπίτι του δάκρυσε. Δεν ήταν τόσο γιατί δεν είχε το θάρρος να της ζητήσει να είναι κάθε μέρα μαζί όσο γιατί ήξερε πως έτσι θα το σκότωνε μια ώρα αρχύτερα. 
Πριν μπει στο σπίτι του σκούπισε τα μάτια του να αποφύγει τις περιττές ερωτήσεις, πήρε το μισοαδιάφορο, χαζοχαρούμενο ύφος του  και είπε στη γυναίκα του πόσο του έλειψε όλη τη μέρα, αυτό ήταν που ήθελε να ακούσει.


Το τραγούδι που ήθελα για επιδόρπιο υπάρχει στην ίδια ανάρτηση στον βενάρδο τον ερημίτη

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Περί οίνου



...ρέε δ' άμβροτον αίμα θεοίο
ιχώρ, οίός πέρ τε ρέει μακάρεσι θεοίσιν
ου γαρ σίτον έδουσ' ου πίνουσ' αίθοπα οίνον,
τούνεκ' αναίμονες εισί και αθάνατοι καλέονται
(Ιλιάδα, ραψ Ε)
Ρέει το αίμα της θεάς και άφθαρτον είν’ εκείνο,
το έχουν μόν’ οι μάκαρες θεοί και ιχώρ το λέγουν.
Οίνον δεν πίνουν οι θεοί, μήτε σιτάρι τρώγουν,
κι είναι δια τούτο αναίματοι και αθάνατοι καλούνται.
( μετάφραση Ιακ. Πολυλά)

 
.
Πιτσιρίκι μ’ έστελνε η θεία μου να ψωνίσω στο μπακάλικο του χωριού. Σκοτεινός χώρος, γεμάτος αρώματα και λίγδα. Κρασοβάρελα πάνω, πετρέλαιο κάτω, υποτυπώδες ψυγείο κι’ η μυρωδιά απ’ τις παστές σαρδέλες να υπερισχύει. Το τενεκεδάκι  με τις αντζούγιες μόνιμα ανοικτό και κάθε τόσο να φεύγουνε πεντ’ έξη σε μια λαδόκολλα για το μοναδικό τραπεζάκι και τις λιγοστές καρέκλες. Στα ανήλιαγα, δυο-τρεις ψαράδες κι’ ο κυρ Ιξίονας, ο προύχοντας, καθισμένοι στο σιδερένιο τραπεζάκι, μπερδεμένοι στα ψίχουλα του ψωμιού και στα υγρά της ντομάτας, συνόδευαν το κρασάκι τους μ’ αλίπαστα και ταγγισμένο κεφαλοτύρι. Σερβίτσιο μοναχό είχαν μαχαίρια και ποτηράκια της ρακής. Κουβέντιαζαν ήσυχα, οι ψαράδες για τον καθημερινό τους μόχθο κι’ ο κυρ Ιξίονας τα δικά του. Χανόταν ο καθένας στα λόγια του και σπάνια τα μπλέκανε σε κάτι κοινό. Ισως γιατί τα κοινά ήταν επώδυνα, ίσως η ζάλη του κρασιού. Το χωριό δεν είχε ταβέρνα, μόνο ένα θορυβώδικο μαγέρικο, το χρυσό τηγάνι το λέγανε περιπαικτικά, τηγανητά μόνο μαγείρευε, στο ίδιο πάντα λάδι.
Η γυναίκα του κυρ Ιξίονα -υγιέστατη- φώναζε το μοναδικό ταξί του χωριού για να την πάει πεντακόσια μέτρα πιο πέρα στο «φιλολογικόν τέϊον» που διοργάνωναν άλλες κυρίες του χωριού, δικαιολογία γιά να πέσουν στην λατρεία του μπαλλαντέρ και του φάντη.
Ηταν και μια ευκαιρία να μένει μόνη η κόρη με το φίλο της που έκανε τη θητεία του στο ναυτικό μέσα στο σπίτι του κυρ Ιξίονα με τις πολλές γνωριμίες. Εδινε το «παρών»  στην μονάδα του κάθε πρώτη και δεκάξη του μηνός και τις υπόλοιπες μέρες φύλαγε σκοπιά στην κρεβατοκάμαρά της. Τ’ άκουγα αυτά πιτσιρικάς μα δεν τα καταλάβαινα. Μόνο μου ερώτημα ήτανε τι δουλειά είχε ο κυρ Ιξίονας με τους «παρακατιανούς». Τόσα λεφτά είχε, μπορούσε να πάει κάπου καλύτερα, να φάει κάτι καλύτερο, βρε αδερφέ.
 
Μου λύθηκε η απορία ένα πρωΐ όπως περίμενα να κόψει
ο μπακάλης το χαλβά που του παρήγγειλα. Μπήκε φουριόζα μια γειτόνισσα γαλιάντρα και διέκρινε στα σκοτάδια την μορφή του προύχοντα :
- Πάλι τα πίνεις πρωΐ-πρωΐ, κυρ Ιξίονα ;
Μετέωρο το χέρι με το κρασί, δεν έφτασε στο στόμα. Θες η στιγμή, θες το κρασί, περίλυπη ακούστηκε η φωνή του κυρ Ιξίονα :
-Με μια γυναίκα τρελλή και μια κόρη πουτάνα, τι θες να κάνω κυρά Λένη ;

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Αυτοκριτική



Ο μοναχικός συγγραφέας είχε βάλει στο μάτι την γυναίκα του πλησίον του. Δεν ήξερε γιατί. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα ούτε του είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον, μάλλον του είχε μπει η ιδέα πως μια περιπέτεια μαζί της θα ξεκόλλαγε το μυαλό του και θα μπορούσε επιτέλους να γράψει το επόμενο αριστούργημά του, αυτό που υπήρχε ήδη στο κεφάλι του αλλά ήταν τόσο μπερδεμένο. Το πρόβλημά του ήταν πως είχε χάσει το θράσος ή την αδιαφορία της νεότητάς του, τον ενοχλούσε πως ήξερε τον σύζυγο, του μίλαγε σχεδόν κάθε μέρα, ήταν γείτονες. Θα προτιμούσε να μην έχει επαφές μαζί του, να μην χαίρεται για την άγνοιά του. Για την γυναίκα του δεν είχε αμφιβολία, ήξερε καλά πως στις γυναίκες μετά τα πενήντα τέτοιες πράξεις έχουν γι αυτές την έννοια της ευπρόσδεκτης δωρεάς, γίνονται αποδεκτές με ενθουσιασμό αλλά και σιωπηλά. Ακόμα και όταν για αστείο είχε πει σε κάποια, κάποιας ηλικίας να τον επισκεφθεί φορώντας φούστα αλλά χωρίς κυλόττα ήρθε να του αποδείξει σηκώνοντας το ρούχο της  πως ήταν  έτοιμη και "τοις κείνου ρήμασι πειθομένη".

Δεν ήταν συνηθισμένος συγγραφέας, έγραφε σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο που ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να το υποπτευθούν και μετρημένοι στο δάκτυλα του  ενός χεριού αυτοί που μπορούσαν να το καταλάβουν. Το λογοτεχνικό ταλέντο του έκανε τα βιβλία του σχετικά αρεστά στο κοινό όπως οι ερωτικές σκηνές κάνουν ενδιαφέρουσα μια κινηματογραφική ταινία υψηλής διανόησης. Μπορεί το πολύ κοινό να μην καταλαβαίνει τι γίνεται στην ταινία αλλά βλέπει την κορμάρα της τάδε, ικανοποιείται  και το παίζει και κουλτουριάρης στους άλλους.
" Ο Σκηνοθετίδης ; Ααα, φοβερός σκηνοθέτης, όλο νοήματα. Και τι τέχνη στον φακό, στο μοντάζ, πως διαλέγει τα σενάρια, ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης ! "
Στην πραγματικότητα το κοινό δεν καταλάβαινε τίποτε αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία αφού το είχε δημιουργήσει ο διάσημος Σκηνοθετίδης που φυσικά  δεν τον ήξερε προσωπικά και ούτε ποτέ του είχε ζητήσει την γνώμη του. Εξ άλλου του είχε εμπιστοσύνη, για να το κινηματογραφήσει αυτός έτσι, κάτι θα ήξερε και φυσικά δεν θα τον ρώταγε ποτέ αν κατάλαβε το έργο. Είναι σίγουρο πως το ίδιο έργο αν το υπέγραφε κάποιος ... Αγνωστίδης θα πήγαινε άπατο.

Κάτι άστραψε μέσα του. Θυμήθηκε τις δικές του εμπειρίες όταν σ' ένα δύσκολο βιβλίο του, ζήτησε την γνώμη των αναγνωστών του. Κάποιοι λίγοι άγνωστοι του έστειλαν την κριτική τους με ημέιλ, ήταν οι ελάχιστοι που είχαν πάρει μυρουδιά από το βιβλίο του κι ένας τον έβρισε. Του έκανε εντύπωση πως κανένας δεν του έγραψε απορίες ή δεν του ζήτησε διευκρινήσεις για σημεία που δεν κατάλαβε. Μετά έψαξε τους γνωστούς του, τις καθημερινές συναναστροφές. Πάλι τα ίδια. Κανείς δεν είχε απορία, κανείς δεν ήθελε να συζητήσουν το βιβλίο του. Πρόσεξε πως πολλοί από τότε που αγόρασαν το βιβλίο του εξαφανίσθηκαν από την ζωή του.
Το φιλοσόφησε.
"Οταν κάτι δεν καταλαβαίνεις, αν δεν ξέρεις τον δημιουργό, τον φαντάζεσαι σαν μια μεγαλοφυΐα και δέχεσαι ό,τι σου σερβίρει κι ας μη το καταλαβαίνεις. Οταν όμως ξέρεις τον δημιουργό, το βλέπεις καθημερινά και τον θεωρείς άνθρωπο σαν και σένα, δεν μπορείς να δεχθείς πως αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι μεγαλοφυές, προτιμάς να το χαρακτηρίσεις μαλακία. Αν φυσικά ξέρεις προσωπικά τον δημιουργό αυτά τα σκέπτεσαι αλλά δεν του τα λες, αποφεύγεις τις κουβέντες μαζί του"

Ενα σαρδόνιο χαμόγελο αποτυπώθηκε τα χείλη του. Επιασε ένα αντίτυπο από το πιο στριφνό του έργο κι άρχισε να γράφει μια αφιέρωση στον άντρα της γειτόνισσάς του...