Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Αυτοκριτική



Ο μοναχικός συγγραφέας είχε βάλει στο μάτι την γυναίκα του πλησίον του. Δεν ήξερε γιατί. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα ούτε του είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον, μάλλον του είχε μπει η ιδέα πως μια περιπέτεια μαζί της θα ξεκόλλαγε το μυαλό του και θα μπορούσε επιτέλους να γράψει το επόμενο αριστούργημά του, αυτό που υπήρχε ήδη στο κεφάλι του αλλά ήταν τόσο μπερδεμένο. Το πρόβλημά του ήταν πως είχε χάσει το θράσος ή την αδιαφορία της νεότητάς του, τον ενοχλούσε πως ήξερε τον σύζυγο, του μίλαγε σχεδόν κάθε μέρα, ήταν γείτονες. Θα προτιμούσε να μην έχει επαφές μαζί του, να μην χαίρεται για την άγνοιά του. Για την γυναίκα του δεν είχε αμφιβολία, ήξερε καλά πως στις γυναίκες μετά τα πενήντα τέτοιες πράξεις έχουν γι αυτές την έννοια της ευπρόσδεκτης δωρεάς, γίνονται αποδεκτές με ενθουσιασμό αλλά και σιωπηλά. Ακόμα και όταν για αστείο είχε πει σε κάποια, κάποιας ηλικίας να τον επισκεφθεί φορώντας φούστα αλλά χωρίς κυλόττα ήρθε να του αποδείξει σηκώνοντας το ρούχο της  πως ήταν  έτοιμη και "τοις κείνου ρήμασι πειθομένη".

Δεν ήταν συνηθισμένος συγγραφέας, έγραφε σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο που ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να το υποπτευθούν και μετρημένοι στο δάκτυλα του  ενός χεριού αυτοί που μπορούσαν να το καταλάβουν. Το λογοτεχνικό ταλέντο του έκανε τα βιβλία του σχετικά αρεστά στο κοινό όπως οι ερωτικές σκηνές κάνουν ενδιαφέρουσα μια κινηματογραφική ταινία υψηλής διανόησης. Μπορεί το πολύ κοινό να μην καταλαβαίνει τι γίνεται στην ταινία αλλά βλέπει την κορμάρα της τάδε, ικανοποιείται  και το παίζει και κουλτουριάρης στους άλλους.
" Ο Σκηνοθετίδης ; Ααα, φοβερός σκηνοθέτης, όλο νοήματα. Και τι τέχνη στον φακό, στο μοντάζ, πως διαλέγει τα σενάρια, ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης ! "
Στην πραγματικότητα το κοινό δεν καταλάβαινε τίποτε αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία αφού το είχε δημιουργήσει ο διάσημος Σκηνοθετίδης που φυσικά  δεν τον ήξερε προσωπικά και ούτε ποτέ του είχε ζητήσει την γνώμη του. Εξ άλλου του είχε εμπιστοσύνη, για να το κινηματογραφήσει αυτός έτσι, κάτι θα ήξερε και φυσικά δεν θα τον ρώταγε ποτέ αν κατάλαβε το έργο. Είναι σίγουρο πως το ίδιο έργο αν το υπέγραφε κάποιος ... Αγνωστίδης θα πήγαινε άπατο.

Κάτι άστραψε μέσα του. Θυμήθηκε τις δικές του εμπειρίες όταν σ' ένα δύσκολο βιβλίο του, ζήτησε την γνώμη των αναγνωστών του. Κάποιοι λίγοι άγνωστοι του έστειλαν την κριτική τους με ημέιλ, ήταν οι ελάχιστοι που είχαν πάρει μυρουδιά από το βιβλίο του κι ένας τον έβρισε. Του έκανε εντύπωση πως κανένας δεν του έγραψε απορίες ή δεν του ζήτησε διευκρινήσεις για σημεία που δεν κατάλαβε. Μετά έψαξε τους γνωστούς του, τις καθημερινές συναναστροφές. Πάλι τα ίδια. Κανείς δεν είχε απορία, κανείς δεν ήθελε να συζητήσουν το βιβλίο του. Πρόσεξε πως πολλοί από τότε που αγόρασαν το βιβλίο του εξαφανίσθηκαν από την ζωή του.
Το φιλοσόφησε.
"Οταν κάτι δεν καταλαβαίνεις, αν δεν ξέρεις τον δημιουργό, τον φαντάζεσαι σαν μια μεγαλοφυΐα και δέχεσαι ό,τι σου σερβίρει κι ας μη το καταλαβαίνεις. Οταν όμως ξέρεις τον δημιουργό, το βλέπεις καθημερινά και τον θεωρείς άνθρωπο σαν και σένα, δεν μπορείς να δεχθείς πως αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι μεγαλοφυές, προτιμάς να το χαρακτηρίσεις μαλακία. Αν φυσικά ξέρεις προσωπικά τον δημιουργό αυτά τα σκέπτεσαι αλλά δεν του τα λες, αποφεύγεις τις κουβέντες μαζί του"

Ενα σαρδόνιο χαμόγελο αποτυπώθηκε τα χείλη του. Επιασε ένα αντίτυπο από το πιο στριφνό του έργο κι άρχισε να γράφει μια αφιέρωση στον άντρα της γειτόνισσάς του...

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια πολλά...περάσανε ή κάποιος έβαλε την ¨αγια νύχτα¨σε σιντί




Δεν έψαχνε να βρει την Αλήθεια. 

Την δική του την αλήθεια έψαχνε. Μέσα στις χριστουγεννιάτικες μπάλλες που γίνονται παραμορφωτικά κυρτά κάτοπτρα σαν πλησιάσεις γιά να δεις. Αντιγραφή της κοινωνίας. Όσο πιό κοντά πλησίαζε κάποιον, τόσο πιό παραμορφωμένος του φαινότανε. Από μακριά όλα φαινότουσαν κανονικά. Μα τι του θύμιζαν ;
Δεν έψαχνε να βρεί άν ήταν σωστή η ημερομηνία της γέννησης του ήλιου ή αν εορτάζανε την του Διός την γέννηση, του Βούδα, του Μωάμεθ, όλοι θεία βρέφη ξεκινήσανε, στο δρόμο κάνανε τις διαφορές.
Ούτε τα έθιμα τα παμπάλαια, τα μισοξεχασμένα, με το σιτάρι στο πάτωμα, απλά και φτωχικά, χωρίς ξενόφερτες γαλοπούλες και τραπέζια αφθονίας. Το μέτρο έψαχνε, το αναλλοίωτο, ό,τι ήτανε πίσω από τις φανφάρες και τα τραγούδια.
Θυμήθηκε που κατέβηκε στο υπόγειο στα ξεσκέπαστα πιθάρια με το λάδι. Oταν τα φέρανε απ΄το χωριό τα βάλανε εκεί, σε δροσερό μέρος το λάδι διατηρείται καλύτερα, φτάνει ν’ αερίζεται. Σε κάθε πιθάρι ισορροπούσε στο χείλος του γατζωμένο με τα νύχια κι’ ένα ποντίκι. Βουτούσε την μακριά ουρά του μεσ’ στο λάδι κι’ ύστερα την έγλειφε και φτού κι’ απ’ την αρχή. Είχε μιά αρμονία το όλον θέαμα, ένα συγχρονισμό   ομάδας, έδειχνε τη δύναμη της δομής της κοινωνίας τους. Γύρισε επάνω, στον κόσμο του, στα χαμογελαστά πρόσωπα των συγκατοίκων του. Δέντρο ή καραβάκι ; Θέμα πολιτικής τοποθέτησης, κάποιος το είπε στάση ζωής. Με χαμόγελο όλα αυτά βεβαίως, γιορτές έχουμε. Φυσικά και στα δυό
για στολίδια θα βάζανε μπάλλες, απ' αυτές που παραμορφώνουν την εικόνα σου σαν πλησιάζεις.
«Χρόνια πολλά » περάσανε και τίποτε δεν άλλαξε, σκέφτηκε με πικρία καθώς άλλοι αντάλλασσαν ευχές συμμορφωμένοι στο κλίμα το γιορταστικό. Κάποιος πρότεινε να ρίξουνε φωτοβολίδες, ήταν στη μόδα τα τελευταία χρόνια σ’ όλες τις γιορτές. Είδε το γάτο χορτασμένο και τετράπαχο απ΄τις κονσέρβες να κοιμάται μακαρίως. Θα ξύπναγε άραγε με τα βεγγαλικά ;
Βγήκε στο κήπο στο φως του φεγγαριού. Ηθελε ν' αποφύγει τις φωτοβολίδες, πικρές μνήμες του φέρνανε. Πιό πέρα στη γραμμή μερικά απλωμένα ρούχα κρέμονταν. Κάτι πουκάμισα, κάλτσες και σώβρακα. Αναρωτήθηκε αν ήθελε να τ’ αγγίξει, αν θα βρισκόταν ένας που θάθελε να τ' αγγίξει. 

Αρχισαν να βγαίνουν όλοι στο κήπο, οι κυρίες με τις εσάρπες τους. Κάποιος έβαλε την άγια νύχτα σε σιντί. Τα κρεμασμένα ρούχα κυματίσανε στο ελαφρό αεράκι και φεγγοβόλησαν στη λάμψη των βεγγαλικών του γείτονα. Ενα σκυλί γάβγισε, ξεσηκωθήκαν και τ' άλλα. Μετά την άγια νύχτα, ένα τραγούδι από σκυλάδικο ακούστηκε. Πανευτυχείς οι πάντες κουνιόντουσαν στο ρυθμό του, τσιφτετέλι μεσ’ στο κήπο.
Τα ρούχα χάσανε το μονοπώλιο να μοιάζουν με φαντάσματα, ήτανε κι’ ακίνητα, κρεμασμένα στα σκοινιά. Ο γάτος βγήκε βαριεστημένος στη βεράντα.

Μπήκε ξανά στο υπόγειο. Τα ποντίκια συνέχιζαν τη δουλειά τους μ’ αρμονικές κινήσεις, συγχρονισμένα σαν τα μέλη μιάς ορχήστρας. Επιτέλους χαμογέλασε.
«Καλά Χριστούγεννα» σκέφτηκε.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Η μικρή γαρίδα, η διαφανής




Η μκρή γαρίδα η διαφανής ζη σε πολύ ρηχά νερά και πολύ σπάνια υπερβαίνει τα πέντε εκατοστά σε μήκος. Είναι διαφανής αλλά φέρει στο σώμα της σκοτεινές ραβδώσεις και λίγες μπλε και πορτοκαλί βούλες στα άκρα της.  Η εμφάνισή της προσφέρει αρκετή παράλλαξη γι αυτό δραστηριοποιείται το ίδιο την ημέρα και την νύκτα. Δεν έχει την ικανότητα να χώνεται στην άμμο όπως οι μεγαλύτερες ξαδέρφες της γι αυτό κρύβεται σε κοιλότητες από βράχους και πέτρες ή μέσα στα φύκια. Δεν παρουσιάζει κανένα εμπορικό ενδιαφέρον μόνο οι ερασιτέχνες ψαράδες την χρησιμοποιούν σαν δόλωμα ζωντανή για μουρμούρες, λαβράκια, τσιπούρες στα μέρη που μπορούν να την αποχιάσουν μέσα στα φύκια. Τις διατηρούν ζωντανες σ' ένα τρύπιο τενεκάκι που κρέμεται απ' την βάρκα. Πολλές φορές παρασέρνεται από τα κύματα και καταλήγει να ζη στις λιμνούλες των βράχων μαζί με καβουράκια και ψιλοψαράκια. Εκεί την κυνηγάνε με τις ώρες τα πιτσιρίκια να την πιάσουν στις χούφτες τους. 



Μια μικρή γαρίδα διαφανής ζούσε στα ρηχά, στις σκιές των βράχων. Γνωριστήκαμε όταν έβαλα τα πόδια μου στο νερό και ήρθε να τα τσιμπήσει από περιέργεια, ήταν τρομερά μεγάλα για το μέγεθος της ώστε να τα δει σαν εχθρό, αυτή για εχθρούς ήξερε τα καβούρια με τις δαγκάνες και τα ψαράκια που ορεγότουσαν την τρυφερή της σάρκα. Αυτά όμως τα απέφευγε εύκολα με τις χορευτικές κινήσεις της μέχρι να κρυφτεί -θαλάσσιο κυκλάμινο- στου βράχου την σχισμάδα. 
Σαν μπήκαν τα πόδια στο νερό η ξινή μυρουδιά τους έδιωξε φοβισμένα τα περισσότερα σπουργίτια της ακρογιαλιάς, ψαράκια, αχινούς και αστερίες. Τα καβουράκια μέσα στα κοχύλια και τα σαλιγκάρια της θάλασσας πήραν το σήμα και ξεκίνησαν σιγά-σιγά, θάκαναν ώρες για να φτάσουν, εξ  άλλου μόνο νεκρά σώματα έτρωγαν και δεν είχαν πάρει το σήμα του θανάτου. Τα κανονικά καβουράκια το σκεπτότουσαν αλλά η μόνιμη φοβία τους δεν τα άφηνε να κάνουν το μεγάλο βήμα, το ίδιο κι ένα χταποδάκι που ξεμύτισε από το θαλάμι του αλλά το σκέφτηκε καλύτερα νικώντας την περιέργειά του. 
Η μικρή γαριδα η διαφανής ξεκίνησε τοίχο-τοίχο γλυστρώντες με το πλάϊ μέσα στο νερό. Που και που τιναζότανε απότομα προς τα πίσω για να αποφύγει κάποιον φανταστικό αόρατο εχθρό  σαν έπαιρναν σήμα από διαταραχή των νερών οι ευαίσθητες κεραίες της.  Κάποια στιγμή έγειρε λοξά ώστε το χρώμα από τα πολυάριθμα ποδαράκια στο κάτω μέρος της κοιλιάς να ταιριάζουν με το χρώμα της άμμου και να την κάνουν δυσδιάκριτη και έτσι διήνυσε το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής της από τα βράχια μέχρι τα πόδια μου.
Στην αρχή ένοιωσα ένα ανεπαίσθητο γαργάλημα ειδικά όταν άρχισε να ψάχνει το κενό ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο και το δεύτερο δάκτυλο, μετά ένα σχετικά οξύ τσίμπημα όταν αποφάσισε να δοκιμάσει αυτό το πελώριο λευκό που έβλεπε με τις μικροσκοπικές δαγκάνες της. Η κίνησή μου την έκανε να οπισθοχωρήσει επιφυλακτικά μα σύντομα επανήλθε. Αρχισα να κουνάω κατά διαστήματα τα δάκτυλα του ποδιού μου και κάθε φορά η γαριδούλα τιναζότανε ταραγμένη. Μετά από λίγο συνήθισε τις διαταραχές του νερού κι έχασε αρκετά από την επιφυλακτικότητά της. Ηταν η κατάλληλη στιγμή για να γονατίσω και να βαλω τις χούφτεςμου στο νερό. Εμεινα για λίγο ακίνητος για να την καθησυχάσω  και μετά κάνοντας κούπα την κάθε μου παλάμη άρχισα να την πλησιάζω από δυο κατευθύνσεις.
Η μικρή γαριδούλα η διαφανής στριμώχτηκε στο πόδι μου ψάχνοντας για σχισμάδα να κρυφτεί. Λίγο-λίγο οι δυό μου παλάμες τις έκοβαν κάθε οδό διαφυγής αναγκάζοντας την ν' ανεβαίνει προς την επιφάνεια του νερού. Μ' ένα σάλτο και βγαίνοντας από το νερό ξέφυγε από την παγίδα των χεριών μου και κατευθύνθηκε πάλι προς τα πόδια μου. Η ίδια στρατηγική επαναλήφθηκε αλλά τώρα με τις παλάμες πιο κάθετα δυσκολεύοντας το πήδημα-διαφυγή. Λίγο πριν την επιφάνεια οι παλάμες έκλεισαν παγιδεύοντας την μικρή γαριδούλα. Το νερό κύλησε από τα ενωμένα χέρια, η γαριδούλα βρέθηκε σ' ένα αφιλόξενο περιβάλλον με τις κεραίες της κολημένες στο σώμα της να μην μπορούν να τις δώσουν πληροφορίες για το που βρίσκεται, ήταν σχεδιασμένες να λειτουργούν μόνο μέσα στο νερό.
Μια απότομη κίνηση χώρισε το κεφάλι από την ουρά κόβοντας το νήμα της ζωής της γαριδούλας. Η γλυκειά σάρκα της ουράς ήταν η ανταμοιβή του κόπου μου και μια μάταια προσπάθεια επιστροφής  στα μικράτα μου, όταν όλος ο κόσμος έλαμπε και δεν υπήρχανε χαράτσια και μνημόνια να κόψουν ξαφνικά την ζωή μας στα δύο, όπως το σώμα της γαριδούλας. Εφτυσα τα τσόφλια από την γαριδούλα με την ίδια περιφρόνηση σαν να ήτανε ο εφοριακός του δικαστικού που ρύθμιζε τις προσαυξήσεις.
Σαν πραγματώθηκε η εκδίκηση στη φαντασίωσή μου, απέμεινε στο στόμα μια γλύκα, μια ζαλάδα στο μυαλό και της γαριδούλας το κεφάλι μέσα στο νερό να γίνεται τροφή για τις άλλες γαριδούλες, ίδια σαν τους ανθρώπους που μοιράζονται τα υπάρχοντα αυτού που φεύγει...

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Το πρώτο κεφάλαιο των Διαφυσικών







1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον
«Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο : Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Αποχαιρετιστήριον



Ηταν ψηλός, μελαχροινός, άνετος και ωραίος. Είχε λύσει τα βασικά προβλήματα της ζωής του με τους ίδιους τρόπους που αντιμετωπίζεται η πείνα : με την νηστεία της αποχής και την κραιπάλη της παράδοσης. Ετσι, σωματικά, πέρασε στο επίπεδο του κομψευόμενου από εκείνο του κοιλαρά και του μισογύνη από το επίπεδο του περιπαθούς εραστή. Ηταν δύσκολο να πιστέψεις πως κάποτε έπαιρνε σβάρνα όλα τα μπαρ μεθώντας κάθε βράδυ αυτός που τώρα έπινε μόνο σόδα. Μια πολύ γινωμένη ντομάτα σαλάτα μπορούσε να γίνει το μοναδικό γεύμα της ημέρας του ενώ από τις γυναίκες έπαιρνε μόνο τα στοιχεία που δεν είχαν σχέση με την καλώς (αλλά και την κακώς) εννοουμένη θηλυκότητα. Τα ρούχα του ήταν πάντοτε στην τρίχα και  το αυτοκίνητό του ακριβό, δυο στοιχεία που κέντριζαν το γυναικείο ενδιαφέρον το οποίο απογειωνότανε από την ολοφάνερη πνευματικότητα που χαρακτήριζε τα λεγόμενά του. Σαν τα κουνούπια που χάνουν τα φτερά τους από την ζέστη του φωτιστικού καιγότουσαν και οι γυναίκες που τον πλησίαζαν χωρίς να αποβάλλουν τα χαρακτηριστικά του φύλου των. Πολλές δεν καταλάβαιναν καν την λεπτή ειρωνεία του ή την καταλυτική λογική του όταν ξεγλιστρούσε σαν χέλι από τις παγίδες που του έστηναν υπακούοντας συνήθως στους κανόνες της συμβατικής συμπεριφοράς που επέβαλε η κοινωνία στις γυναίκες.
Από την άλλη διασκέδαζε με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του γυναικείου μυαλού της μάνας του ίσως γιατί εδώ έλειπε το σεξουαλικό στοιχείο. Διασκέδαζε μαζί της λέγοντας πως αυτός παντρεύτηκε το μπουζούκι του κάθε φορά που η μάνα του προσπαθούσε να τον βάλει στον "ίσιο δρόμο".
Σαν κολητό του είχε επιλέξει τον μοναδικό που μπορούσε να τον συναγωνιστεί στις άοσμες κλανιές κατά την διάρκεια των περιπάτων τους. Ηταν από τους λίγους που είχαν πιάσει το νόημα της φράσης " ή μιλάμε ή κλάνουμε" και εμπιστευότανε την βροντώδη γλώσσα του πρωκτού περισσότερο από αυτήν του στόματος ενώ μισούσε τις ύπουλες, σιγανές και όζουσες κλανιές, αυτές ήτανε κυριολεκτικά του κώλου.
Αυτά τα βαθύτερα -αλλά συγχρόνως εξαιρετικά απλά-συμπεράσματα από την ερμηνεία των λέξεων ήταν που τον ξεχώριζαν από τους άλλους ανθρώπους, δεν του άρεσαν οι συμβατικότητες. Διασκέδαζε με τους νόμους στην Ελλάδα που έπασχαν στα σημεία στίξης, δεν είχανε ποτέ τελείες. Απαγορεύεται το τάδε έλεγαν αλλά δεν έβαζαν τελεία και συνέχιζαν με το "κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται" μέχρι να αποδομηθεί εντελώς η απαγόρευση. Κι όμως αυτή ήταν η δουλειά του, να βγάζει το ψωμί του με λογική πάνω στο πιο τρελλό πράγμα του πλανήτη, την ελληνική νομοθεσία ! Κι εδώ θα μπορούσε να βασανίζει το μυαλό του μέρες ολόκληρες μέχρι να βρει την απάντηση στην κάθε ατέλεια του νομοθέτη αντί να την προσπεράσει εφαρμόζοντας την σε άλλους, όπως έκανε η πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών.
Καλή του ώρα !

Let me eat when I am hungry,
Let me drink when I am dry,
A dollar when I am hard up,
Religion when I die,
The whole world's a bottle,
And life's but a dram,
When the bottle gets empty,
It sure ain't worth a damn.




Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Little Susie


Ισως είναι σκληρό που αποκαλούσαν κάποιον Λίτλ Σούζυ αλλά αυτό του έμεινε. Ηταν από ένα τραγούδι των Ρόλινγκ Στόουνς παρμένο, ένα από τα καλύτερά τους. Ηξερε φυσικά ποιά ήταν η πραγματική "Λιτλ Σούζυ" στο τραγούδι καθώς και τις αεροπορικές βόλτες της για να πάρει αυτό που ήθελε. Κι η άλλη Λιτλ Σούζυ, ο κάποιος, τα ίδια και χειρότερα έκανε κι ύστερα τίποτε, εκτός από ένα παγωμένο επαγγελματικό χαμόγελο κι ένα θολό αλλοίθωρο βλέμμα - πως το κατάφερνε ; - γιατί στην ευθεία φαινόταν το αρπακτικό που είχε μέσα στις κόρες των ματιών του. Πάντως σαν κάποια αποδοχή του παρατσουκλιού ή για να θολώσει τα νερά, είχε δώσει αυτό το όνομα στο σκάφος του.

Είχε ακούσει πολλά γι αυτόν και τους τρόπους που χρησιμοποίησε για να κάνει λεφτά. Δεν τον ενοχλούσαν, στον καπιταλισμό όλα επιτρέπονται, ακόμα και το ξυλοφόρτωμα των γονέων όταν δεν βλέπουν πως η εν ζωή μεταβίβαση της περιουσίας τους είναι τροχοπέδη στα επαγγελματικά σχέδια. Ακόμα και η καταλήστευση του αδελφού του φαινόταν μέσα στο παιχνίδι, δεν του άρεσε ν' ανακατώνεται στα ενδοοικογενειακά, κάθε φαμίλια έχει τους δικούς της άγραφους νόμους. Τόσες και τόσες ανύπαντρες αδερφές είχε δει να μεταλλάσσονται σε υπηρέτριες της παντρεμένης αδελφής τους, άρα θα μπορούσε να δεχθεί το ίδιο και μεταξύ αδελφών. Μπορούσε ακόμα να ανεχθεί και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις του εφ' όσον βαστώντας κάποια προσχήματα λόγω παλιάς γνωριμίας δεν  τον περιλάμβαναν. Αλλά με τίποτε δεν μπορούσε να καταπιεί τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τις γυναίκες για κράχτες, ίσως να φώλιαζε κι η ζήλεια μέσα του για το πως τις έβρισκε και πως τις έπειθε να τις χρησιμοποιήσει  στα σχέδιά του. Και μιλάμε για πολλές και όλες εξαιρετικά όμορφες.

Τον συνάντησε  στην βόλτα του, την έκανε σχεδόν κάθε απόγευμα στον παραλιακό δρομάκο θαυμάζοντας τα χρώματα της δύσης στο δασάκι, στα βουνά και στην ακούνητη θάλασσα. Υπήρχε  κάτι αυτή τη φορά που έσπαγε την αρμονία της στιγμής, μια μικρή θαλαμηγός αγκυροβολημένη ατσούμπαλα και κόντρα σε κάθε λογική στα ρηχά, στη μέση μιας σκούλας(*), θρυματίζοντας το τοπίο. Κάτι περίπου σαν ένα σιδερένιο παγκάκι μέσα στην θάλασσα. Ηταν περισσότερο από φανερό πως ο ιδιοκτήτης περισσότερο ήθελε να τον δουν παρά να δει το ηλιοβασίλεμα καθισμένος ανακούρκουδα στην πλώρη κι έχοντας σε απόσταση ενός μέτρου, τον "κράχτη". Σ' όποιον δεν ήξερε, φάνταζε σαν ζευγαράκι που ελαφρά τσακωμένο προσπαθούσε να ηρεμήσει θαυμάζοντας την φύση, η καλλίγραμμη σιλουέττα και το ξανθό μαλλί της ίσως ήταν ένα κίνητρο παραπάνω για να ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Η συνέχεια ήταν γνωστή : επιτρεπότανε η ενασχόληση με την κοπελλιά αφού βεβαίως είχε προηγηθεί  η ενασχόληση με τον κύριο του σκάφους. Σαν ραντάρ ήταν τεντωμένα τ' αυτιά του σκαφούχου περιμένοντας ν' ακούσει κάποιο σχόλιο από την ακτή, αφορμή για μια αθώα πρόσκληση στο σκάφος.

Εστρεψε το βλέμμα προς την άλλη πλευρά και προχώρησε μέχρι το τέλος του δρόμου. Στην επιστροφή η επιβίβαση  κάποιου είχε ήδη γίνει κι η Λιτλ Σούζυ σήκωνε την άγκυρα τραβώντας για τα ανοιχτά και τα περαιτέρω...


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ο θείος μου κι εγώ

 

Ο θείος μου κι εγώ δεν είχαμε συγγενική σχέση. Μόνο αγάπη κι αλληλοεκτίμηση ο ένας για τα προσόντα του άλλου και μια κοινή ροπή στην καλώς εννοουμένη αλητεία- αν μπορεί να περιγράψει κάποιος έτσι τις χίπικες συνήθειες δυο μεσηλίκων.
Φυσικά το "θείος" το χρώσταγε το ότι ήταν μεγαλύτερος αλλά και στην πολυετή θητεία του στο εξωτερικό που του είχε δώσει μερικά από τα χαρακτηριστικά του "θείου από το Αμέρικα", η γενναιοδωρία ήταν ένα από αυτά. Ο "ανηψιός"  κρατούσε τις ισορροπίες με λεπτές επεμβάσεις όταν ήταν αναγκαίο στα έξοδα, ο θείος στα "έσοδα", δηλαδή στις γυναίκες που μπαίναν περιοδικά στην παρέα, σαν μεγαλύτερος ήταν περισσότερο εγκρατής.
Θαυμάζαμε το ωραίο σε όλες τις εκφάνσεις του από το άγουρο στήθος μιας δωδεκάχρονης κοπέλλας μέχρι το μολυβί χρώμα στα σύννεφα της καταιγίδας. Αυτό το χρώμα ήταν που μας τράβηξε στην κορυφή ενός λόφου να το θαυμάσουμε από "πιο κοντά" ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, μαζί με δυο γυναίκες. Ανεβαίναμε γρήγορα να προλάβουμε το φως της μέρας ενώ τα σύννεφα μας πλησίαζαν από την αντίθετη κατεύθυνση. Οταν φτάσαμε είχαν σχεδόν καλύψει όλον τον ουρανό κι ένα ελαφρό αεράκι προειδοποιούσε για την δυνατή βροχή. Το τοπίο έπαιρνε όλες τις σκούρες αποχρώσεις των χρωμάτων και η θάλασσα φαινόταν μωβ με μικρά άσπρα κυματάκια. Μπορεί στον λόφο να υπήρχε σχεδόν νηνεμία αλλά κάτω φυσούσε. Τα στοιχεία της φύσης συνέχιζαν το ανακάτεμά τους περιμένοντας το ξέσπασμα που ήρθε με την λάμψη της πρώτης αστραπής. Αμέσως, σαν λυμένα σκυλιά γεροί άνεμοι ξεφύτρωσαν από παντού και χοντρές στάλες βροχής μας κτύπαγαν σχεδόν οριζόντια. Ηταν το ξεκίνημα της καταιγίδας το οποίο υποδεχθήκαμε ουρλιάζοντας από χαρά μέχρις ότου το τελευταίο τετραγωνικό εκατοστό υφάσματος στα ρούχα μας να πολλαπλασιάσει το βάρος του από το νερό που συγκρατούσε. 
Οι γυναίκες μετά από μερικά επιφωνήματα θαυμασμού για όσα πρωτόγνωρα έβλεπαν, άρχισαν την γκρίνια για την βροχή, τους χάλαγε το ρίμμελ.  Βρήκαμε καταφύγιο σε μια μισογκρεμισμένη στάνη λίγο πιο κάτω και θαυμάζαμε την θέα όπως αχνοφαινότανε πίσω από τις πυκνές σταγόνες της βροχής μέχρι το σκοτάδι να καλύψει τα πάντα.  Βγάλαμε τα ρούχα μας να στεγνώσουν και  αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα εκεί. Βολευτήκαμε με όσα πράγματα κουβαλούσαν οι γυναικείες τσάντες, τα χαρτομάντηλα ήταν τα πιο πολύτιμα από αυτά. Καμμιά φορά χωρίς φαΐ, χωρίς ποτό, χωρίς ρούχα, χωρίς φως και χωρίς κρεβάτι περνάς καλύτερα.

Μετά από λίγες ώρες  ο ουρανός καθάρισε ενώ ένα φεγγάρι έφεγγε αρκετά. Οι γυναίκες θέλανε να τις συνοδεύσουμε στο χωριό αλλά εμείς είχαμε αποφασίσει να μείνουμε και τελικά φύγανε μόνες τους. Νοιώσαμε πιο ξανάλαφροι και χαζοκοιμηθήκαμε χωρίς τύψεις.

Την επαύριον της καταιγίδας, με το σκαρφάλωμα του ήλιου στη ράχη των βουνών είδαμε την θάλασσα. Ητανε ήρεμη, σαν να μη φύσηξε ποτέ άνεμος, γλυκοχρωματισμένη και ποθητή σαν την γυναίκα που κοιμάται ανάσκελα. Κατεβήκαμε τον λόφο τρέχοντας μέχρι την ακτή.

Προσκυνήσαμε και τραβήξαμε πέρα ψάχνoντας τα χνάρια που άφησαν οι αστραπές.