Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

 
αφιερωμένο εξαιρετικά στον (+) zio, τον Αντώνη Π.


Το αεράκι φύσαγε απαλά στην παραλία της Πάτρας κι’ ανακάτευε τα μαλλιά του Ρικάρντο. Καθισμένος άκομψα στη πολυθρόνα του, με τη μάσκα στα μάτια και το κεφάλι της στολής του ακουμπισμένο σε μιά καρέκλα δίπλα, ένοιωθε υπερβολικά βαρύς. Είχε ένα βάρος ανυπόφορο στο στήθος - τι ειρωνεία - το βάρος της εντελώς άδειας καρδιάς.
Σκεφτόταν μελωδικά την Αμέλεια - άλλη ειρωνεία το όνομά της - ας προτιμούσε ν’ αγαπήσει την Εμμέλεια, μα η καρδιά του αλλιώς κτύπαγε τότε, κανείς δεν αγάπησε με το μυαλό ή με τ’ αφτί μα με κριτήρια ευάλωτα περισσότερο στην όραση και την αφή. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, δεν τα κατάφερε. Απ’ την αρχή τόξερε πως ήταν παντρεμένη με τον Ρενάτο, τον φίλο και υπάλληλό του, νόμιζε πως αν ακούσει το «σ’ αγαπώ» απ’ τα χείλια της θα ήταν ευτυχής και ικανοποιημένος. Τ’ άκουσε, μα τότε μόνο ακόρεστα πεινασμένος ένοιωσε, ο πλατωνικός του έρωτας έγινε ανυπόφορα σαρκικός και απαιτητικός.
Αρχισε να στέλνει τον Ρενάτο σε πολυήμερες αποστολές γιά νάναι μαζί της μα δεν χόρταινε, την ήθελε όλο και περισσότερο, σε σημείο που την τρόμαζε, δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Την σκεπτότανε συνέχεια ακόμα και στον ύπνο του ακόμα κι’ όταν ήταν δίπλα του ξαπλωμένη. Μόνο όταν ήταν στην αγκαλιά της ησύχαζε, τότε αναπλήρωνε τα κενά του ύπνου του και χώνευε τις απαντήσεις της στα ανεξάντλητα ερωτήματά του. Τότε ήταν που της είπε γιά πρώτη φορά πολύ ήρεμα κι’ απλά, όπως λέμε καλημέρα, πως αν τον αφήσει την τρίτη φορά που θα την συναντήσει θα την σκοτώσει. Γέλασε και χάϊδεψε το στήθος του με τα μαλλιά της. «Δεν κάνεις γιά δολοφόνος» του είπε αλλά αμέσως το βλέμμα της σκοτείνιασε από την πιθανότητα να’ λεγε την αλήθεια. Της είπε πως μέχρι τότε είχε σκοτώσει δύο ανθρώπους, αλλά δεν τον πίστεψε. Μετά το ξέχασε, μετά χωρίσανε, μετά συναντηθήκανε δυό φορές και σήμερα θα’ ταν η τρίτη, στο Καρναβάλι της Πάτρας. Με τις στολές και τις μάσκες τους βέβαια, μα οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά.
Ο Ρικάρντο στράφηκε στον άλλο υπάλληλό του, τον Οσκαρ που τον συνόδευε :

- Δεν σε χρειάζομαι άλλο Οσκαρ, πήγαινε καμμιά βόλτα θα σε δω το βράδυ στο χορό των μεταμφιεσμένων.
Ο Οσκαρ σηκώθηκε. Γι’ αυτόν ο μεγαλύτερος χορός των μεταμφιεσμένων ήταν η κοινωνία, ειδικά των καλοβολεμένων. Ηξερε για τη σχέση του αφεντικού του με την Αμέλεια. Δεν ήξερε βέβαια τα αισθήματα του Ρικάρντο, νόμιζε πως είναι μιά συνηθισμένη σχέση στα πλαίσια της διοικητικής υπεροχής, το αφεντικό πηδάει τη σύζυγο του υπαλλήλου, ευτυχώς ο ίδιος ήταν ανύπαντρος. Πολλές φορές σκεπτότανε να πετάξει μιά μπόμπα, τη δική του μπόμπα στους μασκαρεμένους ταγούς της κοινωνίας αλλά ξεθύμαινε μόλις άρχιζε να σκέπτότανε πως φιάχνουνε μιά μπόμπα. Μισούσε ιδιαίτερα τις καλοντυμένες και καλοστολισμένες κυρίες της «καλής κοινωνίας» με τα σινιέ ρούχα, το μαλλί απ’ το κομμωτήριο και το μόνιμο ερώτημα αν είναι ωραιότερες από το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Σκεπτότανε ακόμη να βάλει μιά μπόμπα σ’ ένα μουσείο, ούτως ή άλλως όλοι οι βολεμένοι, μεταμφιεσμένοι σαν αγάλματα ήταν γιά τον Οσκαρ, άμα δεν μπορείς να κτυπήσεις τον γάϊδαρο, βαράς το σαμάρι. Αυτή η σκέψη τον ηρέμησε κάπως, θα ήταν μιά καλή εκδίκηση στην μασκαρεμένη κοινωνία των διασημοτήτων. Είχε δυό-τρεις ώρες καιρό μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Πήγε μέχρι το σταθμό και χάζευε τα τραίνα, το λιμάνι πάντοτε τούφερνε άσχημες σκέψεις.


Η Αμέλεια δεν ήξερε πως κι’ ο Ρικάρντο ήτανε στην Πάτρα σε αντίθεση με τον άντρα της που ήξερε τις κινήσεις του αφεντικού του. Είχε μάθει τελευταίος, όπως γίνεται με τους απατημένους συζύγους, ότι κάτι έτρεχε με τους δυό τους και μάλιστα όταν ήταν πολύ αργά - είχανε ήδη χωρίσει. Του είπε ότι είχε λήξει η υπόθεση χωρίς να γίνει τίποτε σοβαρό, δεν την πίστεψε αλλά της είπε πως δεν ασχολείται με τελειωμένες υποθέσεις, του υποσχέθηκε ότι θα κοιτάζει μόνο το σπίτι της στο εξής και συνέχισαν να ζούνε τη ζωή τους κάτω από την καθημερινή μάσκα της ευτυχίας των, όπως γίνεται σ΄όλη την κοινωνία των παντρεμένων. Περιμένανε τις Απόκριες γιά ν’ αλλάξουν μάσκα. Κανείς τους δεν θυμότανε το πως αλλά αποφασίσανε να πάνε χωριστά στο χορό. Παρ’ όλες τις αλληλοϋποσχέσεις γιά κοινό και ήσυχο βίο η πιθανότητα μιάς εφήμερης γνωριμίας τους συγκινούσε αρκετά και η μέρα το επέτρεπε.
Η Αμέλεια ξόδευε ασυλλόγιστα ώρες μπροστά στον καθρέπτη της φροντίζοντας την ομορφιά της που θα την σκέπαζε βεβαίως η μάσκα κι’ η στολή. Ο Ρενάτο ξάπλωσε κοιτάζοντας την στολή του. Ηταν μιά στολή ιππότη. Αναρωτήθηκε τι στολή θα φορούσε το αφεντικό του, δεν μπόρεσε όμως να βρεί ικανοποιητική λύση και τα παράτησε. Σιγά-σιγά τα βλέφαρά του έγειραν και όταν ξύπνησε ήταν μόνος στο δωμάτιο. Είχε πιά σκοτεινιάσει και η Αμέλεια είχε φύγει γιά τον χορό. Καμμιά εικοσαριά στολές της ήταν απλωμένες παντού. Προσπάθησε με την μέθοδο του αποκλεισμού να καταλάβει ποιά φόρεσε αλλά δεν τα κατάφερε. Θύμωσε με τον εαυτό του. Βρισκότανε σε μειονεκτική θέση απέναντί της, αυτή θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει, αυτός όχι. Υστερα το ξανασκέφτηκε. Διαλέγοντας κομμάτια από τις στολές της Αμέλειας έφιαξε την δική του αμφίεση. Ντύθηκε τραβεστί αλλά κάτω από τα ρούχα διατήρησε τον οπλισμό του ιππότη. Ηταν σίγουρα μη αναγνωρίσιμος.


Ο Οσκαρ δεν προβληματιζότανε. Οντας μόνος και μοναχικός δεν είχε τίποτε να κρύψει από κανένα. Δεν του χρειαζότανε η ανωνυμία της στολής, μιά μάσκα του ήταν αρκετή. Παράτησε τα τραίνα και ξεκίνησε γιά τον χορό. Το μυαλό του γύριζε στην παιδική του ηλικία όταν ήταν ανέμελος και πραγματικά απολάμβανε τις Αποκριές. Μετά οι επιλογές στη ζωή του και η φυσική του δειλία τον οδήγησαν στην εργένικη υπαλληλική ζωή. Δεν είχε σχέδια γιά το μέλλον, δεν τον ενδιάφερε ν’ αποκτήσει σχέσεις. Παρακολουθούσε τις ζωές των άλλων, έβλεπε τα παθήματά τους και μακάριζε τον εαυτό του που έμεινε κλεισμένος στο καβούκι του. Φυσικά δεν έβλεπε τις στιγμές ευτυχίας των άλλων, είχε καταντήσει ασεξουαλικός εδώ και πολλά χρόνια. Η εταιρία που δούλευε και το αφεντικό του ήταν τα μόνα ενδιαφέροντά του, για όλα τα άλλα είχε ένα καλά θαμμένο μίσος που δεν έβγαινε εύκολα στην επιφάνεια. Η αιτία φυσικά ήταν η εκούσια μη ενεργή συμμετοχή του στη κοινωνική ζωή. Ο χορός ήταν μιά ευκαιρία να ξεφύγει λίγο απ’ την ανία του, κυρίως η μουσική. Του άρεσαν πολύ τα κομμάτια που είχαν κάτι το παιδικό και ένα τέτοιο ακριβώς έπαιζαν όταν μπήκε στην αίθουσα του χορού. Ενα ζευγάρι - μαρκήσιος και μαρκησία- το χόρευε με αργές κινήσεις περασμένων αιώνων. Θύμιζαν έντονα το χορό που έκαναν τα αγαλματάκια σε κάτι ρολόγια αντίκες. Ο Οσκαρ μαγεμένος πλησίασε και παρακολουθούσε, το ζευγάρι στροβιλιζότανε αργά και ρυθμικά. Είχε μιά έντονη αθωότητα ο χορός τους, τόσο έντονη που ο Οσκαρ αισθάνθηκε να ξυπνάνε τα δολοφονικά του ένστικτα. Θυμήθηκε τον εαυτό του πιτσιρίκι όταν έβλεπε τα αθώα νεογέννητα κλωσσοπουλάκια και από την αγάπη του τα στραγγάλιζε ώστε να μείνουνε πάντοτε μικρά, να μη γίνουν μεγάλες σιχαμερές βρώμικες κότες και κοκόρια, αυτή η σκέψη τον εξόργιζε και όπλιζε τα χεράκια του με μίσος. Αρχισε να ψάχνει με το μάτι του ένα γύρω μήπως βρεί κάτι γιά δολοφονικό όργανο. Δεν βρήκε τίποτε και το μίσος του ξεφούσκωσε. Παρακολουθούσε τώρα το ζευγάρι πιό χαλαρά κ’ απολάμβανε τον χορό του.
- Οσκαρ εσύ δεν είσαι ;
- Κι’ εσύ είσαι ο Ρενάτο !
Ο Ρενάτο ένοιωσε απογοητευμένος. Τόση προσπάθεια γιά μεταμφίεση πήγε χαμένη, ο Οσκαρ τον γνώρισε με την πρώτη.
- Μα πως με βρήκες ;
- Απ’ τη φωνή.
Ο Ρενάτο συνήλθε. Η στολή του ήταν καλή, απλά δεν θάπρεπε να μιλάει.
- Οσκαρ, τι στολή φοράει το αφεντικό, ξέρεις ;
- Ξέρω, μα δεν σου λέω. Εχει τους λόγους του να μη θέλει να τον γνωρίζουν.
- Οσκαρ πρέπει να μου πεις !
- Δεν βλέπω τον λόγο.
Ο Ρενάτο σήκωσε μερικά από τα γυναικεία ρούχα του. Ενα ξίφος, συμπλήρωμα της στολής του ιππότη, φάνηκε ολοκάθαρα. Στο μυαλό του Οσκαρ ξαναγύρισαν οι δολοφονικές σκέψεις
- Εκεί, αριστερά, με τη μαύρη κάππα, αυτός είναι.
- Δεν τον ξεχωρίζω.
- Αυτός με τη κόκκινη μάσκα, αυτός είναι.
- Εισαι σίγουρος ;
- Δεν βλέπεις την Αμέλεια κοντά του ;

Η ομορφιά της Αμέλειας δεν ήταν δυνατόν να κρυφτεί πίσω από μάσκες και στολές. Μιά αύρα την τύλιγε ειδικά αυτή την στιγμή που προσπαθούσε να σαγηνεύσει ξανά τον Ρικάρντο και να τον κάνει να ξεχάσει τον σκοπό του. Ειχε διακρίνει την αποφασιστικότητα στο βλέμμα του και θυμήθηκε τα απειλητικά λόγια του αμέσως μόλις τον συνάντησε. Αγωνιζότανε με όπλο την γοητεία της να επιβιώσει. Τα χέρια του Ρικάρντο ήταν ακουμπισμένα στο στέρνο της, τα δάχτυλά του τύλιγαν τρυφερά το λαιμό της, κρατώντας το κεφάλι της ακίνητο. Θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να την φιλήσει ή να την πνίξει. Τα λόγια της γλύστραγαν στο μέρος όπου κάποτε είχε καρδιά και χάνονταν αλλά το σώμα του σπαρταρούσε στο πλησίασμά της. Η Αμέλεια τόνοιωσε. Σταμάτησε τον χείμαρο των λέξεων και άφησε το στόμα της μισάνοιχτο, έτοιμη να δεχθεί το φιλί του. Τα χέρια του έσφιξαν λίγο περισσότερο τον λαιμό της. Ηταν λάθος τακτικής απ’ τη μεριά της αυτή η ηθελημένη παράδοση. Το σταμάτημα της ομιλίας απελευθέρωσε το μυαλό του κι' αυτό νίκησε το πάθος του σώματος. Μιά λάμψη στα μάτια της του απέσπασε στιγμιαία την προσοχή και χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο:

- Θυμήσου, πρόλαβε να του πεί. Μα ο Ρικάρντο δεν είχε τίποτε πιά ευχάριστο να θυμηθεί, η καρδιά του ήτανε άδεια. Την θυμότανε συχνά, πάντα με κακία και παράπονο, πάντα σκεπτότανε πως θα εκδικηθεί. Μόνο στα όνειρά του, σ΄αυτά τα περίεργα όνειρά του, πότε με κλειστά και πότε μ’ ανοικτά τα μάτια ήταν πραγματικά ευτυχισμένος μαζί της. Τότε ήταν κοντά του πρόσχαρη όπως παλιά, ένοιωθε την σάρκα της και τα μαλιά της στα χέρια του, την γλύκα των φιλιών της στα χείλια του. Ποτέ σ΄αυτά τα λεπτά δεν κατάλαβε αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος, δεν είχε όμως κενά μνήμης ότι άλλο συνέβαινε καταγραφότανε στο μυαλό του σαν να το ζούσε κανονικά. Θυμότανε παραδείγματος χάρη την εξέλιξη ενός αγώνα και την ίδια ώρα έκανε έρωτα με την Αμέλεια, την δική του Αμέλεια, αυτή που έτρεφε στην φαντασία του και την λάτρευε όσο τίποτε άλλο. Οταν έβγαινε από τό όνειρο τσεκάριζε τα γεγονότα που είχε ζήσει, η εξέλιξη του αγώνα ήταν πραγματική, ίσως και με την Αμέλεια να ήταν σε κάποια άλλη διάσταση. Σε κατάσταση πλήρους ελέγχου ήταν πάντοτε θυμωμένος μαζί της:
- Θυμάμαι, της απήντησε κι’ έσφιξε περισσότερο τον λαιμό της. Σφυρίζοντας βγήκε ο αέρας από το στήθος της μα καινούργιος δεν μπήκε. Το πρόσωπό της άρχισε να σκουραίνει πίσω απ΄την μάσκα. Τέλεια διχασμένος ο Ρικάρντο με τα χέρια έσφιγγε το λαιμό της και την ίδια στιγμή στό όνειρό του, πανευτυχής δεχότανε τα χάδια της και την αποδοχή της, τον ελαφρό αναστεναγμό της καθώς έμπαινε μέσα της. Και το δικό του πρόσωπο πίσω απ΄την μάσκα άρχισε να σκουραίνει.
Ο Οσκαρ ακολουθούσε από κοντά τον Ρενάτο που πάλευε μέσα στο πλήθος να πλησιάσει τον Ρικάρντο και την Αμέλεια. Είχε μετανοιώσει ελαφρά που πρόδωσε τ’ αφεντικό του αλλά η θέα του ξίφους ξύπνησε όλα τα καταπιεσμένα απωθημένα του γιά την Αμέλεια. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ το θάρρος γιά μιά τέτοια πράξη, μόνο την σκεπτότανε. Ηθελε τώρα να δει άν ο Ρενάτο είχε το θάρρος να το κάνει. Από την άλλη μεριά μισούσε την Αμέλεια, η ομορφιά της ήταν άχρηστη γι’ αυτόν και αιτία τόσων συμφορών, στην ηθική του, η τιμωρία της ήτανε δίκαιη. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο Ρενάτο τον Ρικάρντο ήθελε να σκοτώσει μέχρι που άκουσε την κραυγή του :
- Ατιμε άντρα !
Ο Ρικάρντο είχε φθάσει στην κορύφωση του οργασμού του και η Αμέλεια ένα σκαλοπάτι πριν απ’ το θάνατο. Το βλέμμα του, άδειο, έπεσε πάνω στον τραβεστί με την γνωστή φωνή. Μετά συνέχισε την ονείρωξή του και το τελειωτικό σφίξιμο. Το σώμα της Αμέλειας λύθηκε κι’ ο Ρενάτο τράβηξε το σπαθί του.

- Εγώ ! ούρλιαξε ο Οσκαρ και του πήρε το σπαθί απ’ το χέρι. Ο Ρενάτο τον άφησε να κάνει την βρώμικη δουλειά ενώ ο Ρικάρντο στον κόσμο του απολάμβανε τα χάδια και τα φιλιά μετά την κορύφωση. Με μιά απότομη κίνηση ο Οσκαρ κάρφωσε το σπαθί στο στήθος του απορημένου Ρενάτο.
- Η εταιρία πάνω απ’ όλα, έσκουξε περήφανος ο Οσκαρ, πρώτη φορά στη ζωή του έκανε κάτι.
Ο Ρενάτο έπεσε κάτω ψυχορραγώντας. Ο Ρικάρντο άφησε την Αμέλεια που σωριάστηκε νεκρή πάνω στον Ρενάτο. Ψύχραιμος και ήρεμος ο Ρικάρντο έβγαλε τη μάσκα του τραβεστί:
- Ρενάτο !
- Μη λές τ’ όνομά μου, σε παρακαλώ. Πιστά σε υπηρέτησα κι’ εσύ ξελόγιασες την γυναίκα μου, δεν σεβάστηκες τ’ όνομά μου.
- Μόλις την έπνιξα, Ρενάτο.
- Τότε νάσαι καλά, σε συγχωρώ. Αυτήν ήθελα να σκοτώσω μα κάτι μ’ έπιασε και τάβαλα μαζί σου. Σε συγχωρώ και σένα Οσκαρ, και τους δυό σας συγχωρώ.
Ο Οσκαρ ήθελε να του κλείσει τα μάτια μα δεν ήταν γεννημένος να ολοκληρώσει μιά δουλειά. Ηταν γεννημένος βοηθητικός και σήμερα είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Ο Ρικάρντο με ολύμπια ψυχραιμία έκλεισε τα μάτια του υπαλλήλου του σαν ανταπόδωση γιά την συγγνώμη του. Υστερα έρριξε μιά τελευταία ματιά στο πτώμα της Αμέλειας. Του φάνηκε τόσο ξένο χωρίς την αύρα της γοητείας του, ήταν σαν να μην την ήξερε ποτέ. Τ’ αφτιά του πλημμυρίσανε από το φινάλε της όπερας un ballo in maschera. Πάντα του άρεσε πολύ.
"Σε αφήνω, τώρα Αμέλεια" σκέφτηκε "Αντίο "
Το πλήθος των μεταμφιεσμένων είχε κάνει ένα κύκλο γύρω απ' τη σκηνή του δράματος. Κάποιος φώναξε " Ω, νύχτα γεμάτη τρόμο"
Ο Ρικάρντο του έρριξε μιά αδιάφορη ματιά.
- Πάμε Οσκαρ, είπε, ο χορός τελείωσε.
Δεν ονειρεύτηκε ποτέ ξανά.


 Αμέσως μετά απολαύστε την Μαρία Κάλας, αξεπέραστη Αμέλια, στην άρια "morro, ma prima in grazia"