Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Σαν παραμύθι (αναδημοσίευση από 2009)



Πριν περίπου 50 χρόνια κάποιος πιτσιρικάς κάθε φορά που έτρωγε μανταρίνι βάσταγε τα κουκούτσια στο στόμα του και προσπαθούσε φτύνοντάς τα, να περάσουν το δύο μέτρων μωσαϊκό της αυλής και να φτάσουν στο χώμα. Μερικές φορές το κατάφερνε και το πανηγύριζε σαν να έβαζε γκολ. Μικρός ήταν τότε, μυαλό δεν είχε - όπως λέμε οι μεγάλοι- ήταν ακόμη Παναθηναϊκός...
Κάποιο κουκούτσι βρήκε χώμα και φύτρωσε και αφού πέρασε την πρώτη δύσκολη χρονιά, να σκλήρυνει λιγάκι ο κορμός του φυτού, έβγαλε προστατευτικά αγκάθια κι' άρχισε να ανεβαίνει ψάχνοντας περισσότερο ήλιο μιά που οι πολυκατοικίες που φύτρωσαν μαζί του ψήλωσαν γρήγορα κι' απότομα. Ζήλευε και τις δυό βερυκοκιές του κήπου που στολίζονταν πιό γρήγορα-ακολουθόντας τις μυγδαλιές- με λουλούδια από τα τρία τους τα χρόνια. Η μανταρινίτσα, άγρια κι' αμπόλιαστη κατά την επιθυμία του δημιουργού της, πρωτόκανε λουλούδι στα οκτώ της αλλά δεν έδενε καρπό. Εφτασε δώδεκα ετών και μανταρίνι δεν καρποφόρησε. Ηταν ένα κρίσιμο σημείο καθώς οι βερυκοκιές είχαν θεριέψει και ο χώρος της μανταρινίτσας δεν ήταν ζωτικός, καλύτερα δεν ήταν δωτικός. Η επιθυμία του πρώην πιτσιρικά που την θεωρούσε κατά κάποιο τρόπο παιδί του την έσωσε από ξερίζωμα ή δραστικό κόψιμο. Κι' αυτή κάποια χρονιά, στα δεκατέσσερα, στα δεκαπέντε πρωτόκανε καρπό. Λίγα μανταρίνια μα εκλεκτά. Με πολλά κουκούτσια αλλά με λεπτή φλούδα στις φετούλες και τόσο άρωμα που αν άνοιγες ένα μόλις τόκοβες από το δένδρο, μοσχοβολούσε όλο το σπίτι.
Φυσικά αμέσως άλλαξε η αξιολόγησή της, η "κοινωνική" θέση της στην "οικογένεια" του κήπου. Ηταν η πρώτη του "πολιτική " πράξη στο οικογενειακό συμβούλιο όταν εισηγήθηκε την αναβάθμισή της, σαν ΠΑΟΚg's πιά, είχε μάθει να μη χωνεύει το τριφύλι, ήταν εχθρός των δένδρων του κήπου, αδυνάτιζε το χώμα, όπου το εύρισκε το ξερρίζωνε. Πρώτα της έκοψε τα αγκάθια γιά να μπορεί να φτάνει πιό εύκολα τους καρπούς, μετά την καθάρισε απ' τα ξερά κλαδάκια και της εξασφάλισε και μισό τσουβάλι κοπριά. Το τελευταίο δεν έκανε τίποτε. Σαν άγρια μεγαλωμένη παρέμεινε λιτοδίαιτη με μεγάλη παραγωγή τη μιά χρονιά κι' ανάπαυση με μικρή παραγωγή την επόμενη. Αλλά η ποιότητα των καρπών της είχε ήδη κατακτήσει όλα τα μέλη της οικογένειας. Τότε ήρθε και ο πρώτος τίτλος γιά τον ΠΑΟΚ, κέρδισε τον Παναθηναϊκό στον τελικό του κυπέλλου, στο Καραϊσκάκη...
Και πέρασαν χρόνια κι' ο κάποτε πιτσιρικάς παντρεύτηκε κι' έκανε δικό του σπίτι πάνω από το παιδικό του το δωμάτιο, τώρα ήταν πιό εύκολο αν έφτυνε τα κουκούτσια να πιάσουν χώμα και το έκανε όταν δεν τον βλέπανε. Αλλά δεν ξαναφύτρωσε μανταρινιά ίσως γιατί τα πράγματα είχαν πολύ ζορίσει όσον αφορούσαν τον ήλιο και τον αέρα. Δεν είχε μείνει μονοκατοικία πιά που να μην δόθηκε αντιπαροχή. Η μανταρινίτσα πήρε ένα περίεργο ψηλόλιγνο σχήμα προσπαθόντας να βρει καλύτερες συνθήκες, τον οδηγούσε στο κλάδεμα ξεραίνοντας τα κλαδιά που δεν είχαν καλή πρόσβαση σε ήλιο και αέρα.
......................................................................................... 
Πριν πέντε χρόνια χιόνισε άσχημα και η θερμοκρασία κατέβηκε κάτω από τους δέκα βαθμούς υπό το μηδέν. Τα ξινά υπέφεραν, περισσότερο βέβαια οι λεμονιές. Αλλά και η μανταρινίτσα έπαθε πανωλεθρία. Είχε και τα χρονάκια της, είχε και ο δικός της τα δικά του- μαζί με κάτι μέσες και γόνατα, εθεωρήθη ως ευδοκίμως τερματίσασα την σταδιοδρομία της και αφέθηκε στην τύχη της, ως γνωστόν τα δένδρα πεθαίνουν όρθια. Δεν ξαναάνθισε. Η γιαγιά που έμενε κάτω και πότιζε τον κάποτε κήπο είχε προ πολλού ακολουθήσει τον δρόμο που είχαν δείξει οι βερυκοκιές, κάποια χρόνια πριν. Κάποιοι καύσωνες καλοκαιριάτικοι που αντιμετωπίσθηκαν με πότισμα καθε είκοσι μέρες, όταν κάποιος περνούσε από την Αθήνα στο διάστημα των διακοπών του, συνέβαλαν στην συρρίκνωσή της. Το θεώρησα φυσικό.
Την κοίταζα πριν λίγες μέρες αναπολόντας τα παιδικά μου χρόνια. Τα περισσότερα κλαδάκια της ξερά, απεριποίητη μα διατηρόντας το χώμα κάτω από τα φύλλα σαν το μοναδικό σημείο του κήπου που δεν είχε καλυφθει από τριφύλι. Φέτος έβρεξε αρκετά και τ' αγριόχορτα φούντωσαν με την άνοιξη. Μιά μουσμουλιά εμφανίστηκε από το πουθενά, κάποιος θα πέταξε το κουκούτσι από τις δίπλα πολυκατοικίες- δεν πετάνε μόνο σκουπίδια όπως τους κατηγορώ. Την ξανακοίταξα σήμερα το πρωΐ, κάτι περίεργο έπιασε το μάτι μου στην όλη εικόνα...ναι έχει γεμίσει μπουμπούκια η μανταρινίτσα, γεμίζοντας με με τύψεις που δεν την πίστεψα και δεν φρόντισα να της καθαρίσω τα ξερά κλαδάκια να φανεί τουλάχιστον η ομορφιά της. Ισως είναι το κύκνειο άσμα της, ίσως όμως και να ξανακαρπίσει. 

Μάϊ σι σα που λένε κι' οι Ιταλοί, ποτέ δεν ξέρεις.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Δεν είναι διήγημα αλλά,,,


Κατά παράβαση...


Κατά παράβαση των συνηθειών μου δημοσιεύεται σήμερα εδώ μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Μάνου Χατζηδάκι, το 89, "φονική" για την σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα.

- Ζητούμε να μας πείτε πώς βλέπετε εσείς την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας; Πολλοί φρονούν ότι περνά σοβαρή κρίση, ότι απειλείται με ηθική σήψη, ίσως με διάλυση, αφήνοντας μας έξω από τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο.Συμμερίζεστε  αυτή την άποψη;
Μ.Χ.: Εγώ δε θα το έλεγα τόσο τραγικά, ότι μας αφήνει απ' έξω. Είναι μια μοιραία κατάληξη ενός κόσμου, που προετοιμάστηκε για την εξαφάνιση του. Κι εκεί νομίζω ότι έχει μεγάλο μερίδιο όλος ο μεταπολεμικός κόσμος και ειδικά ο μεταπολεμικός πολιτικός κόσμος. Δεν προετοιμάστηκε το σπάνιο είδος και το πολύ ακριβό, του ελεύθερου πολίτη. Το είδος του ελεύθερου πολίτη δεν προετοιμάστηκε.
Γι αυτό έγινε και η δικτατορία. Γιατί πότε έγινε η δικτατορία; Το 67. Λοιπόν φανταστείτε,  αν είχαμε αυτό το είδος του ελευθερου πολίτη, θα μπορούσε να σταθεί αυτή η κατηγορία ανθρώπων, τόσο ευτελής, έστω και δέκα μέρες μόνο; Δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ. Αλλά, βέβαια για σκεφτείτε ότι ο έλληνας πολίτης όχι μόνο της πόλης αλλα και της επαρχίας, του χωριού, τί είχε ν' αντιμετωπίσει όλα αυτά τα μεταπολέμικά χρόνια; Τον χωροφύλακα, τον εισαγγελέα, τον παπά. Αυτόν δεν τον αντιμετώπιζε και επί δικτατορίας; Ποιά ήταν η αλλαγή; Γιατί να ξεσηκωθεί;
-Σήμερα;
ΜΧ: Σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας θητείας.
- Δεν υπάρχουν ελεύθεροι πολίτες σήμερα κατά τη γνώμη σας;
ΜΧ: Ποιός τους προετοίμασε; Το σχολείο; Ξερουμε πολύ καλά τί προετοιμάζει το σχολείο. Ο στρατός; Ξέρουμε σε τί ανυποληψία ρίχνει τον νέο Έλληνα πολίτη ο στρατός για να του αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας από πάνω του. Πόσοι είναι εκείνοι που αντέχουν; Οι 10; Οι 20; Με τις σπουδές φεύγουν έξω και τελειώνει. Ποιοί μένουν εδώ;
- Έτσι όπως το λέτε είναι σαν να μην υπάρχει ελπίδα
ΜΧ: Εγώ δεν έχω καμμία ελπίδα, παρά αν γίνει κανένα θαύμα. Εγώ δεν πιστεύω ότι έχουμε σήμερα τη δύναμη να επιβιώσουμε.
-Σαν κρατος θεωρείτε ή σαν εθνική οντότης;
ΜΧ: Ως εθνική οντότης. Θα μείνουμε λιγάκι σαν νάνοι αλλοτινών καιρών. Και θα το δείτε όταν έρθει η πλήρης ένωση με την Ευρώπη, σε ποιά κατάσταση θα βρισκόμαστε. Ποιά είναι η υποδομή, για να υπάρξουν έστω ένα-δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της εθνικότητας μας;
-Αναρρωτιέμαι αν αυτή η απογοήτευση- αν μπορώ να την χαρακτηρίσω έτσι- που έχετε για το μέλλον, συμβιβάζεται με την έντονη παρουσία σας στα πολιτικά πράγματα, όχι βέβαια άμεσα σαν πολιτικός αλλά με την κριτική σας;
ΜΧ: Είμαι υποχρεωμένος κι αισθάνομαι όσο είμαι ζωντανός, να υπάρχω. και να υπάρχω με τις δυνάμεις μου, ασυμβίβαστες και με το μυαλό μου καθαρό. Όσο μπορεί να υπάρχει αυτό.
- "Τιμή εις εκείνους όπου εις την ζωήν των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες"
ΜΧ: Αλλιώς, αυτό δεν σημαίνει οτι έχω την αισιοδοξία ότι μπορεί ν' αλλάξει τίποτα, ιδιαίτερα στο άμεσο μέλλον. Και μην ξεχάμε, οτι σε τελευταία ανάλυση, οι μόνες στιγμές που σκεφθήκαμε σοβαρά ως έθνος, ήταν στις καταστροφές. Ας περάσουμε μια καταστροφή, μπας και σωθούμε σοβαρά.
- Δηλαδή εσείς δε φρονείτε ότι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος; Τί θα μπορούσε να γίνει κατά τη γνώμη σας;
ΜΧ: Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνιση μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Περί ποτών εν τη Σκωτία

O σοφός Σκωτσέζος


                                                                 
(tee, hee, heee)
.

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε με περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Στο σπίτι (απόσπασμα)



Απόσπασμα από το διήγημα "Ενα πλήρες 24ωρο"



Στο σπίτι 

Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το σπίτι που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’ άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ;
 Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.
Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.
Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. 
Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; 
Ποτέ δεν έμαθες.
Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι πρωτόγονοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. 
Ηταν ; δεν ήταν ; 
Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; 
Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ;
Αμ ο καφές ; 
Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;
Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.
Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.
Μόνος.

«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια μέρα τον χρόνο...

Χριστουγεννιάτικες Θεωρίες


Απογοητευμένος. Η μόνη λέξη που του ταίριαζε τόσο κι όμως κανείς δεν τολμούσε να του την αποδώσει. Ούτε ο καν ο μονογενής του, η βασική αιτία της απογοήτευσής του. Τόσες και τόσες φορές δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε μα κάτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει κι' ας νόμιζαν όλοι ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Κάποιο λάθος κάθε χρόνο επαναλαμβανότανε, άρχισε να σκέπτεται μήπως οφειλότανε στο ντι-εν-εϊ του που αναπόφευκτα μεταδιδότανε. Η μήπως έπρεπε να δοκιμάσει μ' άλλο λουλούδι ;
Σ' αυτά τα χώματα είχε αναγκασθεί να βάλει πολύ νερό στο κρασί του, πολύ ξεροκέφαλοι εκεί οι άνθρωποι βρε παιδάκι μου. Αναγκάσθηκε να μιμηθεί τις συνήθειές τους, όχι βέβαια σαν χρυσή βροχή, ούτε σαν ταύρος ή κύκνος αλλά σαν δαίμονας - μετά το αλλάξανε το όνομα άλλα τους θύμιζε, τον είπανε άγγελο. Αλλά από κηπουρική δεν είχε ιδέα. Εκεί στα ψηλά βουνά, στου Σινά τα μέρη, τίποτε δεν φύτρωνε, σαν ήρθε εδώ το πρώτο λουλούδι που είδε και του άρεσε έτυχε νάναι κρίνος. Δεν ήξερε πως κάθε χρόνο απ' το βολβό θα πεταγότανε ξανά και ξανά το άνθος του κρίνου, νόμιζε ότι άμα το κόψει μιά φορά πάει, τελείωσε. Η φυλετική μνήμη του φυτού όμως-κάτι απ΄αυτά τα χώματα θάχε πάρει - πανίσχυρη κι' ενισχυμένη με καινούργιες εμπειρίες έψαχνε τον αγγελό της, απαιτούσε και τον έβρισκε να ξαναδημιουργήσει δι' αυτού το ίδιο αποτέλεσμα, τη γένεση. Γιά τον κρίνο ήταν ένα παιχνιδάκι, πολύ πιό απλό σε σχέση με τη μαγική δύναμη που τον έκανε να φύεται. Και φυσικά δεν λάμβανε καθόλου υπ' όψιν του τις "παραγγελιές". Στερεότυπα κάθε χρόνο έδινε ίδιο προγραμματισμό κι' είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ασχετο αν αι βουλαί του υψίστου- έτσι τον έλεγε ήταν πολύ πιό ψηλός απ' τον κρίνο- ποθούσαν κάτι διαφορετικό. Δεν τον πολυχώνευε τον ξενόφερτο γιά να του κάνει τα χατήρια. Νόμιζε πως η γένεση ήταν κάτι σπουδαίο, η φύση όμως ήταν πολύ πιό ισχυρή -του τόδειχνε κάθε χρόνο.

Οπως η μύγα προσπαθεί μάταια να περάσει μέσα απ’ το τζάμι έτσι και το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν ερχότανε παρά τις δυό χιλιάδες και βάλε επαναλήψεις. Ούτε καν στο φύλο, κόντρα στις στατιστικές. Αυτός επέμενε, άρχισε να σκέφτεται την ολοκληρωτική σύγκρουση, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. Χρειαζόταν κάτι οπωσδήποτε να βγει απ’ το αδιέξοδο.
Ο κρίνος σκεπτότανε πολύ αργά γιά τα δικά μας δεδομένα. Μόνο τυχαία όμως δεν έλαβε το όνομά του, τόσο κοντά στο κρίνω. Δεν ήταν πολεμοχαρής για να του κάνει την χάρη, βρήκε μιά λύση να ησυχάσει. Τούδωσε μιά μέρα το χρόνο να γιορτάζει τη γένεση. Ολες τις άλλες γιόρταζε η Φύση.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Το μπλόκο της Κοκκινιάς


Η αιτιολογία των γεγονότων της παρακάτω εξιστόρησης είναι φανταστική

Το κοριτσάκι απάντησε ευγενικά στην ερώτηση του ηλικιωμένου που έσερνε τα πόδια του σε κάποιον δρόμο της Νίκαιας :
 - Δεν ξέρω που ακριβώς αλλά για τον Πειραιά θα έχει στάση σ' αυτόν τον δρόμο, περνάνε από δω το 800 και το Β14. μόνο που για να πάτε προς Πειραιά πρέπει να το πάρετε από την αριστερή πλευρά του δρόμου.
Ο ηλικιωμένος ευχαρίστησε το κοριτσάκι και συνέχισε την πορεία του παράλληλα με αυτό. Μετά από λίγο ένοιωσε ένα κύμα οδύνης να τον πνίγει, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και μακρόσυρτοι λυγμοί άρχισαν να τον ταράζουν. Το κοριτσάκι ανήσυχο έτρεξε κοντά του :
- Είστε καλά ;
- Ναι παιδί μου, απλά ήρθε στη θύμισή μου ένα παλιό γεγονός σ' αυτή την γειτονιά. Τριακόσιοι και βάλε νεκροί και κάμποσες χιλιάδες αιχμάλωτοι στο Χαϊδάρι ήταν τα θύματα.
- Α, λέτε για το μπλόκο της Κοκκινιάς, κάτι μας έχουν πει γι αυτό στο σχολείο.
- Κανένας όμως δεν ξέρει την πραγματική αιτία γι αυτό το κακό, ίσως είμαι ο τελευταίος που την ξέρω.
- Πως κι έτσι ;
- Ηξερα κάποια γερμανικά και δούλευα στο γερμανικό φρουραρχείο...
- Και ;
- Ξέρω την αιτία που ξεκίνησε αυτό το κακό
- Ποιά ήταν ;
- Η συνηθισμένη, cherchez la femme ( σερσέ λα φαμ)
- Δηλαδή ;
- Αναζητήσατε τη γυναίκα. Ολα για μια γυναίκα γίνονται, για μια γυναίκα ζούμε...
-  Πέστε μου την ιστορία σας παρακαλώ.
- Εντάξει.
Ο γεράκος κάθησε στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού και το κοριτσάκι βολεύτηκε δίπλα του.
- Ητανε μια γυναίκα όμορφη και παντρεμένη μ' έναν έλληνα. Ηξερε κι αυτή λίγα γερμανικά κι έπιασε δουλειά στο φρουραρχείο μαζί μου. Είμαστε τυχεροί όσοι δουλεύαμε εκεί γιατί εκτός από λεφτά είχαμε πρόσβαση και σε τρόφιμα που τότε τάβρισκες μόνο στην μαύρη αγορά. Οπως ήταν φυσικό ο διοικητής της έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτή το είπε στον άντρα της κι αυτός άφησε να εννοηθεί πως θα ήταν καλύτερα να μη τον απογοητεύσει γιατί που θα βρίσκανε λεφτά και τα τρόφιμα αν θύμωνε και την έδιωχνε. Εβαλε και το φαΐ των παιδιών της στην ζυγαριά του. Είχαμε γίνει φίλοι και μου τάλεγε εμένα τα παράπονά της.
Η γυναίκα δεν του είπε τίποτε αλλά σιχάθηκε τον άνδρα της βαθύτατα και μετά από λίγες μέρες ενέδωσε στις απαιτήσεις του γερμανού. Αισθανόταν πνιγμένη συναισθηματικά με τον γερμαναρά κι αναζητώντας διέξοδο, της γνώρισα και τα έφιαξε μ' έναν παντρεμένο φίλο μου, αντιστασιακό. Μ' αυτόν συναντιότουσαν στα κρυφά τα μεσημέρια, απ' όπου πέρναγε μετά την δουλειά της και πριν πάει στο σπίτι της, σ' ένα κρησφύγετο της οργάνωσής του. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα γιατί ήταν καταζητούμενος ενώ η σύζυγός του νόμιζε πως πολεμούσε στα βουνά. Η γυναίκα προσπαθώντας να βρει συναισθηματική ισορροπία δέθηκε περισσότερο απ' όσο έπρεπε με τον αντιστασιακό και ο γερμανός, που ενδιαφερόταν γι αυτήν περισσότερο από τον σύζυγό της, κάτι ψυλλιάστηκε. Εβαλε να την παρακολουθήσουν κι έμαθε όλα τα καθέκαστα με το νι και με το σίγμα.
Μυστήρια ράτσα αυτοί οι γερμανοί. Κακοί και σατανικά εκδικητικοί. Ο διοικητής μόλις έμαθε πως ο εραστής της δεν κυκλοφορούσε την μέρα κατάστρωσε ένα διεστραμμένο σχέδιο για να τον βγάλει από την μέση χωρίς να φανεί πως εκδικείται την ερωμένη του για τις απιστίες που του έκανε. Με το χάραμα της μέρας περικύκλωσε όλη την γειτονιά του κρησφύγετου και με τις ντουντούκες υποχρέωσε όλους τους άνδρες να παρουσιασθούν σε μια πλατεία. Για όσους δεν βγήκαν από το σπίτι τους η διαταγή ήταν μία : εκτέλεση επί τόπου. Ο αντιστασιακός ήταν ένα από τριακόσια τόσα θύματα εκείνου του πρωινού. Ποιός ξέρει πόσοι ακόμα χάθηκαν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι όπου πήγανε όσους  από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία έδειχναν οι κουκουλοφόροι ταγματασφαλίτες στους γερμανούς. Τόσος κόσμος χάθηκε άδικα για τα ξεπορτίσματα μιας γυναίκας.
- Και γώ...γυναίκα είμαι !
- Το βλέπω...γι αυτό να ξέρεις κόρη μου, μέχρι δυο είναι δεσμός, το πιο πάνω χαλασμός, λέει ο σοφός λαός.

 Η εξιστόρηση είχε ηρεμήσει τον γεράκο από την κρίση που πέρασε. Το κοριτσάκι τον κοίταξε κι ανασηκώνοντας τους ώμους του έστριψε στη γωνία.
Ηταν 17 τ' Αυγούστου το 94, 50 χρόνια μετά ...


Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις
Γιατί είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονών παιδί
στα σίδερα κλεισμένος
Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει
Να δεις του Χάρου το σπαθί
μανούλα πως τα φέρνει
αχ και την ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει

Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Τζίνα


(συνιστάται η παρακολούθηση του βίδδεο πριν την ανάγνωση)

Η Τζίνα βγαίνοντας από το σπίτι της είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο το αυτοκίνητό της. Δεν σκόπευε να το πάρει αλλά το μάτι της έπεσε στον καθρέπτη του συνοδηγού, δεν ήταν διπλωμένος. Η Τζίνα θυμόταν καλά πως τον είχε κλείσει όταν βγήκε από το αμάξι της. πάντοτε πρώτα τον έκλεινε και μετά κλείδωνε το αυτοκίνητό της, ήταν παλιά συνήθεια. Σκέφτηκε να τσεκάρει αν το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο για να διαπιστώσει αν ήταν δική της αφηρημάδα ή κάποιος της είχε βγάλει τον καθρέπτη από την θέση του. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και προχώρησε κάθετα στον δρόμο. Την ίδια στιγμή ο Παρασκευάς πατώντας το φρένο έπιασε εύκολα πάτωμα, κάποιο σωληνάκι είχε τρυπήσει. Κορνάρησε αλλά ήταν αργά. Το αυτοκίνητο βρήκε το σώμα της Τζίνας χωρίς να στριγγλίσουν τα φρένα, μόνο το ξερό γκουπ της πρόσκρουσης ακούστηκε. Λίγο μετά ήχος από τσαλακωμένες λαμαρίνες και σπασμένα γιαλιά ακολούθησαν την πορεία του αυτοκινήτου προς μια κολώνα, με τον Παρασκευά στην θέση του οδηγού. Η ζώνη προστατεύει σε προσκρούσεις μέχρι  κάποια χιλιόμετρα την ώρα, ο Παρασκευάς ήταν γρήγορος οδηγός.

Η Τζίνα έμενε σε κάποιο προάστειο της Μασσαλίας εδώ και κάποια χρόνια. Είχε εγκαταλείψει Ελλάδα, σύζυγο και παιδιά ακολουθώντας κάποιο περιθωριακό συγκρότημα που έπαιζε ένα μπερδεμένο είδος μέταλ μουσικής. Της είχε κλείσει το μάτι ο ντράμερ, ήπιε και κάτι χαπάκια και βρέθηκε να κάνει τουρνέ από χωριό σε στάνη στις μεσογειακές χώρες. Η Τζίνα νόμισε πως κτύπησε φλέβα και συνήλθε απότομα όταν ο ντράμερ την παράτησε σύξυλη γιατί αποφάσισε να δοθεί στον ομοφυλόφιλο έρωτα και του ήταν εμπόδιο. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη και την οικογένεια της φαινότανε πιο δύσκολη από την προσαρμογή της στο γαλλικό έδαφος, ήξερε και πέντε γαλλικά από το λύκειο. Παιδεύτηκε λίγο μέχρι που βρήκε ένα ζευγάρι ελληνοαμερικανούς  που την προσέλαβαν εσωτερική να φροντίζει το σπίτι και το καθυστερημένο παιδί τους. Είχε όμως καθημερινή έξοδο το απόγευμα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Δεν ήταν κι άσχημα, αν δεν υπήρχαν και οι σεξουαλικές απαιτήσεις του κυρίου θα ήταν εξαιρετικά. Γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να επενδύσει περισσότερο σ' αυτές από το να διατηρήσει την δουλειά της και νάχει κάποιες λογικές αυξήσεις μισθού. Στην αρχή δεν της ήταν τόσο ενοχλητικός ο κύριος αλλά τελευταία είχε φιάξει μια σχέση. Βγαίνανε μαζί στο εβδομαδιαίο ρεπό της και δεν ήθελε πια να ικανοποιεί τα γούστα του αφεντικού της, μια που με τον φίλο της την έβρισκε ιδιαίτερα στο κρεβάτι. Επρεπε να βρει έναν τρόπο να του το ξεκόψει χωρίς να χάσει την δουλειά της. Αυτό την απασχολούσε συνέχεια, τόσο που δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο του Παρασκευά καθώς διέσχιζε τον δρόμο.

Κι ο Παρασκευάς ένα πρώην ρεμάλι ήταν. Είχε καταταγεί στην Λεγεώνα των Ξένων και είχε πολεμήσει στην Αφρική για διάφορους φύλαρχους. Ηταν τόσο μπερδεμένος που δεν ήξερε για ποιόν πολεμούσε. Το μόνο που είχε μάθει ήταν να σκοτώνει πριν τον σκοτώσουνε, ήταν ο κανόνας στον εμφύλιο πόλεμο της μαύρης ηπείρου. Τελείωσε με την λεγεώνα όταν κάποτε μετά από μια φοβερή σφαγή σ' ένα χωριό που υπεράσπιζε, ψάχνοντας κρυψώνα χώθηκε σε μια μικρή αποθηκούλα μέχρι να φύγουν τα αντίπαλα στρατεύματα. Οταν έκανε να φύγει ένα μικρό χεράκι τον τράβηξε πίσω. Ενα υπερβολικά αδύνατο κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε ετών ξεφύτρωσε από το πουθενά και τον κοίταζε με τα πελώρια μάτια του. Επρεπε να διασχίσει την ζούγκλα χωρίς να γίνει αντιληπτός για να ξαναβρεί την μονάδα του, πράγμα αρκετά δύσκολο μόνος του και σχεδόν αδύνατο έχοντας ένα μικρό παιδί μαζί του, Το κοριτσάκι τον κοίταζε επίμονα σαν να του έλεγε τι θα συμβεί αν έπεφτε στα χέρια των εχθρών της φυλής του. Ηξερε και το είχε δει πολλές φορές. Πήρε την απόφαση του και σκότωσε το μικρό κοριτσάκι πριν φύγει μόνος του. Τα κατάφερε να βρει την μονάδα του και γύρισε στην Γαλλία όπου ανέλαβε την φύλαξη του ελληνικού προξενείου στην Μασσαλία. Για πολύ καιρό δεν μιλούσε σε άνθρωπο, μόνο τελευταία είχε φιάξει μια σχέση με κάποιαν που περιέργως ξέχναγε συνέχεια το όνομά της αλλά τα πήγαινε καλά μαζί της και σκόπευε να της ζητήσει να μονιμοποιήσουν την σχέση τους. Πίστευε πως το μικρό ελάττωμά του να μην θυμάται το όνομά της δεν ήταν εμπόδιο αλλά δεν ήταν σίγουρος για την απάντησή της.

Λένε πως στις τελευταίες στιγμές του ο άνθρωπος βλέπει το φιλμ της ζωής του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην Τζίνα δεν συνέβαινε αυτό. Καταλάβαινε βέβαια πως πέθαινε αλλά είχε επικεντρωθεί στην τελευταία έξοδό της σ' ένα μπιστρό με τον φίλο της. Θυμότανε πως της ζητούσε να προχωρούσαν τον δεσμό τους περισσότερο αλλά εκείνη το έβλεπε πιο ελαφρά, ήταν χαρούμενη που ήταν έτσι μαζί του και συνέχεια γέλαγε. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι για να δει το αυτοκίνητο που την κτύπησε αλλά δεν τα κατάφερε. Εσβησε μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.

Ο Παρασκευάς αντίθετα βρέθηκε σε θέση τέτοια ώστε η γυναίκα που ξεψυχούσε να είναι στο οπτικό πεδίο του. Και το δικό του φιλμ  ζωής περιορίστηκε στην τελευταία έξοδο με την φίλη του σ' ένα μπιστρό. Την φανταζότανε  να γελά χαρούμενη και δεν θυμότανε το όνομά της μα και την ίδια στιγμή την έβλεπε μέσα στα αίματα. Λίγο πριν το τέλος του συγκεντρώθηκε και μια κραυγή βγήκε από το στόμα του :
- Τζίνα !


(αυτό το βιδδεο είναι προαιρετικό)