Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η αλήθεια για την Εύα

 οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ' ευθύνη τους


Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε. 
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ' αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος. 
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.  
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως 
 και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.
Εδώ αρχίσανε τα δύσκολα γιατί πρωτόπλαστοι ήτανε, δεν ξέρανε πολλά πράγματα, όταν βγάζανε τα φύλλα τους, του Αδάμ του φαινότανε, της Εύας έπρεπε να σκύψεις (ή να σκύψει) για να το δεις, συμφωνήσανε πως του Αδάμ είναι το πιο σπουδαίο μια που άλλαζε σχήμα και μέγεθος. Είδε όμως η ακόρεστη Εύα πως αυτό δεν δούλευε πάντα, κουραζότανε και την έπιασε το δήθεν φιλότιμο " Αδαμούλη, άσε τις οικιακές δουλειές, θα τις κάνω εγώ, εσύ να μην κουράζεσαι". 
Του καλάρεσε αυτό του τύπου και σε λίγο  της ανέθεσε και την συλλογή των φρούτων " Ευάκι, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα να διαλέγεις τα ώριμα"  και τόριξε  στην τηλεόραση και το ανατοληλίκι, ξάπλα, μάσα και διαταγές, δόστου "Ευάκι αυτό" και δόστου "Ευάκι το άλλο". Κι από εκείνο που της άρεσε, όποτε του έκανε κέφι, αλλιώς "νοιώθω κουρασμένος αγάπη μου, θα μου λείπουν βιταμίνες, άσε, μιαν άλλη φορά"
Το Ευάκι ξινίστηκε. Εκανε τόσες θυσίες τσάμπα και βερεσέ, καλύτερα πέρναγε πριν του αποκαλύψει ποιά ηταν η πηγή της ευτυχίας της. Αρχισε να χάνει το κέφι της, να παραμελεί τις δουλειές της και μια μέρα που βαριότανε να σιδερώσει καλά το φύλλο συκής του Αδάμ, πέρασε ο θεός μια βόλτα από εκεί κι ειδε τα καμπανέλια του Αδάμ να κρέμονται από κάτω. Αυτός δεν είχε τέτοια και θύμωσε. Την κατσάδιασε την Ευούλα σαν ακαμάτα και τους έριξε από δέκα μέρες νηστεία. Εριξε κι ένα συρματόπλεγμα στον κήπο με τα φρούτα νάναι σίγουρος, από φαΐ τουλάχιστον, γιατί  όταν λέμε νηστεία εννοούμε από την παλιά, όχι μονάχα στο φαγητό...
Το Ευάκι έκανε σκέρτσα " Ελα ρε Αδάμ και ποιός μας βλέπει ;" χέστης όμως ο Αδάμ έτρεμε να παραβιάσει τον λόγο του θεού.
Αυτό ήταν βαρύ για την Εύα. Κανείς να μην της αναγνωρίζει τίποτε απ όσα έκανε και να μένει κι απότιστη από πάνω, παραπάει.
Αρχισε να το σκέπτεται κι από εκεί ξεκίνησαν όλα.
Το θηλυκό μυαλό της γένησε τον όφι, μακρύ και παιχνιδιάρη -κάτι να της θυμίζει- κι ο όφις σαν καλό παιδί λεπτό κι ευέλικτο πέρναγε μέσα από το συρματόπλεγμα για το μάζεμα των φρούτων, να ταΐζει την μανούλα του αγνοώντας την απαγόρευση κι άφηνε τον Αδάμ στην δίαιτα. Μόνο που σαν μικρός και άβγαλτος έκανε φασαρία μια φορά που της πήγε κάτι μήλα, τους είδε ο θεός, τσαντίστηκε που παραβίασε την νηστεία και την έδιωξε από τον παράδεισο. Του όφι του την χάρισε γιατί ήτανε μικρός, από τότε έχει φίδια στον παράδεισο, αν πάτε θα τα δείτε ! Είχε την πρωτοκαθεδρία από την Φύση και την εξουσία γι αυτό. Ζήλευε λίγο τις χαρές των ανθρώπων αλλά έστειλε και τον Αδάμ μαζί της γιατί μόνο του και μαγκούφη δεν ήθελε ουτε να τον βλέπει, ειδικά με ασιδέρωτο το φύλλο-εσώρρουχό του. Το Ευάκι του άρεσε να το βλέπει, είχε ωραίο μουτράκι και μπάνικο κορμάκι, μόνο τι τούβρισκε του Αδάμ δεν μπορούσε να καταλάβει. Το χάρισμα της γένεσης το αφαίρεσε από το μυαλό της και το περιόρισε στην διαιώνιση του είδους με τον γνωστό τρόπο και με ωδίνες για τιμωρία.
Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δεν θα γενιόμαστε εμείς αλλά πέστε μου είσαστε σίγουροι πως έφταιγε η Εύα γι αυτό ;






 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Το πιατάκι





Το Λελουδάς ή Λελούδας ήταν μάλλον παρατσούκλι αλλά έτσι ήταν γνωστός στα μπιλιαρδάδικα. Ψηλός, λεπτός, με σκληρά χαρακτηριστικά και μαλλί "κομοδινέ" από το βάψιμο, ζούσε από τα στοιχήματα στο μπιλιάρδο κι επειδή ήταν αρκετά γνωστός για την τέχνη του στο αμερικέν ελάχιστοι αντίπαλοι απληροφόρητοι υπήρχαν  στο γαλλικό, οπότε αναγκαζόταν να παίζει σε κατά κάποιο τρόπο μικτά παιχνίδια όπου χρειαζόταν και τύχη εκτός από ικανότητα, Ενα τέτοιο ήταν το (απαγορευμένο) πιατάκι, δηλαδή κάθε παίκτης προσπαθούσε να κάνει καραμπόλες χωρίς καμία μπάλλα να κτυπήσει ένα πιατάκι από φλιτζάνι καφέ που βρισκότανε ακριβώς στο κέντρο του μπιλιάρδου. Υπήρχε ένα αρχικό ποσό για κάθε διαγωνιζόμενο -συνήθως 10 δραχμές- και κάθε φορά που κάποια μπάλλα ακούμπαγε το πιατάκι ο υπαίτιος πρόσθετε ένα δίφραγκο στον κουμπαρά. Νικητής ήταν όποιος έκανε τρεις ή τέσσερις καραμπόλες σερί, ανάλογα με την δυναμικότητά του. Ο Λελουδάς έπαιζε για 7 σερί όπου δεν τον ξέρανε καλά και για 8 όπου τον ξέρανε.

Η Ρεγγίνα ήταν ένα ιδιόμορφο πολυεπίπεδο σφαιριστήριο, Στα υπόγεια είχε ποδοσφαιράκια και πιγκπόγκ, στο ισόγειο σουβλάκια και μπιλιάρδα για αρχάριους και στον εξώστη τα καλά μπιλιάρδα. Η διεύθυνση τα είχε βρει με τις αρχές της περιοχής και ήταν το καταφύγιο αρκετών πιτσιρικάδων που έτρεμε το φυλλοκάρδι τους στα άλλα σφαιριστήρια μη τους πιάσουν γιατί απαγορευόταν στους κάτω των 18. Υπήρχαν βέβαια κάποιες προϋποθέσεις για να άφηνε τον πιτσιρικά το κατάστημα, να μην είναι ώρα σχολείου και να είναι σε γνώση της οικογένειάς του.
Αλήτες δεν υπήρχαν στην Ρεγγίνα, με το που εμφανιζότουσαν μαυραγορίτες εισιτηρίων, λαθρέμποροι αμερικάνικων τσιγάρων  και άλλα μπουμπούκια για στοιχήματα σε ποδοσφαιράκι, το αφεντικό τους έδιωχνε αμέσως με την απειλή της αστυνομίας, Απο τη άλλη δεν αποθάρρυνε τα στοιχήματα αλλά πάντοτε στους σταθερούς πελάτες του και στα πλαίσια του καλώς αγωνίζεσθαι.

Λογικό ήταν κάποια εποχή ο Λελουδάς να ρίξει άγκυρα στην Ρεγγίνα και να βγάζει τα προς το ζην από το πιατάκι. Πολλές φορές ώσπου να μαζευτούν όλοι οι στοιχηματίες, οι πρώτοι έπαιζαν καμιά παρτίδα γαλλικό τετράδα να περάσει η ώρα, η παρουσία του Λελουδά ήταν καταλυτική βέβαια σ' αυτήν αλλά κανένας δεν έδινε σημασία γιατί το ποσό που θα πλήρωνε η χαμένη δυάδα για το μπιλιάρδο ήταν ασήμαντο μπροστά στον τζόγο που θα επακολουθούσε. Πιο πολύς κόπος ήταν η πορεία προς το ταμείο στο ισόγειο που έκαναν οι χαμένοι παρά το ποσό.

Κάποιο απογευματάκι, ώσπου να μαζευτούν όλοι ο Λελουδάς διάλεξε έναν πιτσιρικά κι ο Σάκης -ένας έμπειρος παίκτης- έναν άλλο και ξεκινήσανε μια παρτίδα στα πέντε κορδόνια (100 καραμπόλες) να περάσει η ώρα ώσπου ν' αρχίσει το πιατάκι. Οι παίκτες δεν ερχότουσαν κι ο Λελουδάς έκανε "καθυστέρηση" δηλαδή δεν τελείωνε το παιχνίδι ενώ μπορούσε μια που δεν είχε ακόμα κόσμο για τζόγο. Για την παρτίδα δεν ανησυχούσε, ήτανε καμιά σαρανταριά καραμπόλες μπροστά. Ο πιτσιρικάς της άλλης δυάδας είχε αποδεχθεί την ήττα του και τράβαγε κάποιες ανοιχτές καραμπόλες χωρίς να μετράει. Απλά σφύριζε μονότονα το "Warm", ένα τραγούδι που το είχε βαπτίσει έτσι από τις  δυο-τρεις φορές που το άκουσε στο ράδιο και δεν μπορούσε να το βρει σε δίσκο ούτε ο γείτονας του, ο Γιάννης Πετρίδης. Η ώρα πέρναγε, το σφύριγμα συνεχιζότανε μέχρι που κάποια στιγμή ο Σάκης γελώντας είπε στον πιτσιρικά " Σταμάτα πια, 42 έκανες, νικήσαμε ! " Από πείρα ήξερε πως αν έλεγε στον πιτσιρικά "άντε, κάνε δυο-τρεις ακόμα και τους φάγαμε" το πιθανότερο θα ήταν να τον έπνιγε το άγχος.


Η διαδρομή του Λελουδά προς το ταμείο ήταν μοναδική και ιστορική. Υπήρχε μια ικανοποίηση του πλήθους για την αποκαθήλωση  ενός θρύλου-ισχυριζόταν πως δεν είχε πληρώσει ποτέ το μπιλιάρδο που έπαιζε- αλλά εκείνο που τον τσάκιζε ήταν το ειρωνικό βλέμμα του μαγαζάτορα, σαν να εκδικήθηκε για τα τόσα φράγκα που είχε κερδίσει από τους πελάτες του.
Οι τζογαδόροι δεν μαζεύτηκαν,δεν παίχτηκε πιατάκι, ο θριαμβευτής πιτσιρικάς έφυγε κι ο Λελουδάς ρώτησε τον μαγαζάτορα πως λέγανε τον πιτσιρικά που του έκανε τέτοια κασκαρίκα. Ο μαγαζάτορας ήξερε αλλά είπε απλά στον Λελουδά :
- Δεν ξέρω, οι φίλοι του όμως τον φωνάζουν Τζι.





Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Η (παρα)μόρφωση του μανάβη



Η λέξη μανάβης αρχικά αναφερότανε σ' αυτόν που πούλαγε φρέσκα προϊόντα, λαχανικά ή ψάρια. Οι παλιοί ψαράδες παρέδιδαν την ψαριά τους στον μανάβη που αναλάμβανε να την διαθέσει. Δεν ήταν εύκολη δουλειά γιατί πάγος και ψυγεία δεν υπήρχαν άρα η πραμάτεια έπρεπε να φύγει γρήγορα, πριν αρχίζουν να μυρίζουν τα ψάρια. Κάπως πιο εύκολη ήταν η δουλειά του αν πούλαγε ζαρζαβατικά και φρούτα, οπότε είχε όλη την μέρα περιθώριο αντί για τις λίγες ώρες του ιχθυοπώλη.
Ο μανάβης έπρεπε να είναι αητός, να ξέρει να πουλήσει κι όχι να περιμένει τον πελάτη να αγοράσει. Ηταν η διαφορά που χαρακτήριζε μια εποχή, ο αεικίνητος και ετοιμόλογος μανάβης και ο χοντρός μπακάλης, καθισμένος με την ποδιά του στο ταμείο, ήρεμος πως αν δεν αγοράσεις ρύζι σήμερα, θα το αγοράσεις αύριο, ενώ το αύριο δεν υπήρχε για τον μανάβη αν δεν έδινε την πραμάτειά του,
Ο μανάβης ήταν και αητός στους υπολογισμούς της τιμής με το μυαλό ενώ ο μπακάλης χρησιμοποιούσε μολύβι και τεφτέρι με ύφος δασκαλίστικο.

Σήμερα με τα ψυγεία και τα κομπιουτεράκια ο καθένας μπορεί να κάνει τον μανάβη στις λαϊκιές και τον μπακάλη στα σούπερμάρκετ το μόνο προσόν που ίσως χρειάζεται στην πραγματικότητα είναι το μόνιμο χαμόγελο. Πλην όμως κάτι η οικονομική κρίση που δυσκόλεψε την πώληση ειδών που δεν είναι στα απολύτως απαραίτητα ή ανήκουν στα ακριβά ανάγκασε τους πωλητές να μπουν σε ξένα χωράφια αυτά της επιμόρφωσης, η οποία είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη εφ' όσον όμως προϋπάρχει η μόρφωση.

Στην λαϊκή που πηγαίνω σπάω πλάκα μ' έναν μανάβη που όποιο προϊόν του πρωτοβγεί στον μπάγκο το διαφημίζει σαν ... όψιμο. Και προσθέτει μετά με ύφος ειδήμονα " Πρώτης κοπής !! "
Περισσότερο όμως μου αρέσει το στυλ ενός ψαρά με παραγάδια αφρού που πιάνει τόνους και ξιφιούς. Τα ψάρια τεμαχίζονται και χωρίζονται σε φέτες ολοστρόγγυλες από την ουρά και φεγγαροειδείς από την κοιλιά που αναπαύονται μέσα σε τρίμματα από πάγο περιμένοντας τον αγοραστή. Είναι θέμα αν έχει πάρει απολυτήριο από νηπιαγωγείο.
- Εχουν ίδια τιμή από την ουρά κι από την κοιλιά ; ρωτάει η κάποιας ηλικίας πιθανή πελάτισσα
-Ναι, κυρία μου.
- Και ποιά κομάτια είναι πιο καλά ;
- Κοιτάξτε, στο φαΐ είναι καλύτερη η ουρά, στην υγεία όμως είναι καλύτερα τα κομμάτια της κοιλιάς γιατί έχουν περισσότερα ω-λιπαρά !!

Τουλάχιστον ο γύφτος που αντικατάστησε με το ντάτσουν του τον πλανόδιο με το γαϊδαράκι διατηρεί την αυθεντικότητά του.

Από την άλλη συνειδητοποιώ την οικονομική κρίση όταν βλέπω τον Μ., ιδιοκτήτη ανεμότρατας να γυρίζει το χωριό με το (πολυτελέστατο) βανάκι-ψυγείο του για να πουλήσει κάποια κιλά γάβρο Οταν άραζε η τράτα κάποτε γινότανε χαμός από παρακάλια για λίγες γαρίδες και καραβίδες ΠΡΙΝ πέσει επάνω τους το βορικό για να μη μαυρίζουν κι ο πάγος για την μεταφορά τους. Το πούλημα στην λιανική είχε τριπλάσια τιμή από την χοντρική και το μεροκάματα του Μ. ηταν τετραψήφιο.
- Αστα φίλε, δεν έχει λεφτά ο κόσμος να αγοράσει καλό πράμα, γάβρο και σαρδέλλα να βγαίνει το μεροκάματο.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Ο Αμερικάνος

από τιος εφημερίδες...

Ενας Αμερικάνος...Φαραώ μετά από 37 χρόνια κατάφερε να κατακτήσει τις τρεις πολυτιμότερες κούρσες της Αμερικής, το θρυλικό Triple Crown

American Pharoah


από τον Βενάρδο τον ερημίτη αντιγράφω...

 Αμερικάνος ήταν το παρατσούκλι που πήρε αβίαστα όταν αποφάσισε, στα 55 του, να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη από την Νέα Υόρκη όπου πήγε πιτσιρικάς, σκάρτα είκοσι παρατώντας εδώ σπουδές και οικογένεια.
Μαθημένος σε άλλον τρόπο ζωής χρησιμοποιούσε πολλές φορές την φράση "εσείς οι Ελληνες" θέλοντας να τονίσει την διαφορά νοοτροπίας και όχι την φυλετική. Εκδήλωνε αρκετές φορές αυτή την ειδοποιό διαφορά όταν έψαχνε στο τηλέφωνο ή δια ζώσης τον υπεύθυνο για κάποιες από τις συνηθισμένες τρελλές αποφάσεις των κρατούντων που φυσικά είχαν συχνά σαν αποτέλεσμα την απόσυρση ή την αδράνεια ή και ακόμα το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα όπως π.χ. το κίνητρο της εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ που επιβάρυνε σημαντικά το Δημόσιο αντί να το ελαφρύνει.
"Πρέπει να επιστρέψουν τα λεφτά αυτοί που τα πήραν αλλιώς δεν θα μπορέσετε να ορθοποδήσετε", έλεγε, "αν δεν τα πάρεις από αυτούς που ευνοήθηκαν παράλογα, δεν πρόκειται να υπάρξει αποδοχή στα μέτρα που πάρθηκαν για την κρίση, ο καθένας θα ζητάει εξαίρεση και με το δίκιο του και στο τέλος θα γίνει μια τρύπα στο νερό".
Με το ίδιο σκεπτικό αντιμετώπιζε  τα προβλήματα με τους γείτονες παραμένοντας μοναχικός αφού κανένας δεν σκεπτότανε το κοινό καλό αλλά μοναχά την πάρτη του. Σιγά-σιγά συνήθισε στην μοναξιά του αφού με ελάχιστες εξαιρέσεις πάλι μοναξιά αισθανότανε με όποιον κι αν συζήταγε. Μόνο με τους παλιούς συμμαθητές του -που ήξερε τον χαρακτήρα τους- συντηρούσε έναν διάλογο, τις περισσότερες φορές  τηλεφωνικό και στο επίπεδο της τότε ηλικίας, ήταν από τα λίγα πράγματα που τον έκαναν να χαμογελά.
Λιγόλογος ποτέ δεν εξιστορούσε τι έκανε στην Νέα Υόρκη  εκτός από το ότι παντρεύτηκε, χώρισε και δεν έκανε παιδιά, βασικός λόγος για την πρώϊμη επιστροφή του. Τα εν Ελλάδι ενδιαφέροντα του ήταν -εκτός από την πολιτική- η γατούλα του και ο τζόγος και συγκεκριμμένα ο ιππόδρομος. Συνηθισμένος στην καθημερινή ιπποδρομιακή εφημερίδα της Αμερικής με την οποίαν μπορούσε να περάσει ολόκληρη την μέρα του μελετώντας, αναζητούσε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα όπου μόνο κάτι θλιβερά περιοδικά κυκλοφορούσαν- όσο μεγαλύτερη η κυκλοφορία τους, τόσο περισσότερο παραπληροφορούν τον κόσμο, ίδια με τις πολιτικές σας εφημερίδες, έλεγε. Σαν ασκήσεις μνημονικού προσπαθούσε μέσω των γενεαλογικών στοιχείων να αναλύσει τις ελληνικές κούρσες στην αρχή, μετά παρακολουθώντας τις συστηματικά άρχισε να σχηματίζει την δική του άποψη. Δεν ήταν φιλοχρήματος για να τον ενδιαφέρει το κέρδος, αλλά έβλεπε το παιχνίδι του σαν προσωπικό στοίχημα, τρελλαινόταν όταν έχανε. Με το ίδιο σκεπτικό παρακολουθούσε τις διεθνείς μεγάλες ιπποδρομίες και φυσικά πάνω από όλα τις κούρσες του Τριπλ Κράουν. Οπως πολύς κόσμος απογοητευότανε που εδώ και τόσα χρόνια δεν βρισκότανε ένα άλογο να το κατακτήσει. 
Πολύ μικρότερο ήταν το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο, αν και έπαιζε καλή μπαλίτσα μικρός.
Ετσι πέρναγε ο καιρός μέχρι που κάποτε τα τηλεφωνήματά του αραίωσαν πολύ, κι ο ίδιος δεν σήκωνε το ακουστικό. Κάποιος από τους ελάχιστους συνομιλητές του ενημέρωσε την αστυνομία. Τον βρήκαν σπίτι του νεκρό από καρδιά.

Καλή του ώρα

++

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Πριν πεθάνει η εκπαίδευση



 Η φωτό από γγουγγλ, ως συνήθως

Την παλιά εποχή στο Βαρβάκειο ήταν αρκετά συχνές οι υποδειγματικές και οι εξεταστικές διδασκαλίες, δηλαδή το μάθημα της ημέρας έκανε κάποιος έμπειρος καθηγητής και παρακολουθούσαν οι νεώτεροι ή κάποιος νέος που κρινότανε από τους υψηλόβαθμους που τον παρακολουθούσανε. Λίγοι οι μαθητές για τα τότε κρατούντα, σαραντάρες ήταν οι τάξεις στα πρότυπα -ενώ στα δημόσια οι εβδομήντα ήταν ο κανόνας- άφηναν αρκετό χώρο πίσω από τους μαθητές για τις καρέκλες των εξεταστών ή όσων είχαν έρθει για την επιμόρφωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο διδάσκων έπρεπε να "κερδίσει" την τάξη, να σπάσει δηλαδή τον πάγο της πρώτης του γνωριμίας με τους μαθητές. Το πρόβλημα είχαν βέβαια περισσότερο οι εξεταζόμενοι που θέλοντας να εξασφαλίσουν την συμμετοχή των μαθητών στην παράδοση του μαθήματος, έψαχναν απελπισένα κάποιον μαθητή να πιάσουν τον διάλογο. Η αγωνία τους ήταν έκδηλη, ας μη ξεχνάμε πως τότε υπήρχε η αξιολόγηση και ήταν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου, με 36 ώρες εβδομαδιαίο ωράριο αν δεν γίνονταν γυμνασιάρχες να μειωθεί το ωράριό τους, λίγοι προλάβαιναν να απολαύσουν την σύνταξή τους.
Σε μια τέτοια εξεταστική διδασκαλία ο καθηγητής  έπρεπε να "μυρίσει" το επίπεδο δυσκολίας που θα επέλεγε ώστε να συμβαδίζει με τα κέφια της τάξης.  Τα πολύ εύκολα ή πολύ δύσκολα θέματα προκαλούσαν την αδιαφορία των μαθητών και το μάθημα καταντούσε ένας ανιαρός μονόλογος του διδάσκοντος, με ερωτήσεις που κατέληγαν ρητορικές αφού κανένας δεν συμμετείχε. Τότε μερικοί έφταναν στο σημείο να παρακαλούν τους μαθητές, είτε με τα μάτια είτε με τα λόγια, χάνοντας την αξιοπρέπειά τους. Ηταν τραγικό θέαμα αλλά το πλήθος έχει άγρια ένστικτα, ιδίως όταν αποτελείται από πιτσιρικάδες και δεν λυπότανε  εύκολα.

Θυμάμαι κάποιον μαθηματικό που ενώ είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση αφού οι ερωτήσεις του πηγαίνανε στον βρόντο, διατηρούσε όλη την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά του και συνεχώς ανέβαζε το επίπεδο της διδασκαλίας του αντί να το χαμηλώσει όπως κάναν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις. Το εκτίμησα και άρχισα πρώτος να συμμετέχω στο μάθημα, σε λίγο ακολούθησαν και οι άλλοι μαθητές. Εγινε μια ωραία διδασκαλία κι όταν κτύπησε το κουδούνι με κοίταζε έντονα σαν να ήθελε να με ευχαριστήσει. Λογικά τον ξέχασα αμέσως, το διάλειμμα ήταν πάντα το πιο αγαπημένο πράγμα στο σχολείο.

Τον θυμήθηκα ή μάλλον με θυμήθηκε καμμιά δεκαριά χρόνια μετά όταν σαν φοιτητής στο μαθηματικό είχα επιλέξει τα Παιδαγωγικά σαν μάθημα επιλογής και πήγα στο Πειραματικό να παρακολουθήσω μια-δυό ώρες σαν εργαστήριο. Εγώ δεν τον γνώρισα αλλά αυτός αμέσως με θυμήθηκε και μου το είπε. Σταμάτησε να διδάσκει και πολύ φιλικά κι ευγενικά μου παραχώρησε την θέση του ενώ ο ίδιος κάνοντας τον μαθητή με ερωτήσεις-πάσσες με οδήγησε να βγάλω την άγνωστή μου διδασκαλία στον αφρό, γεμίζοντας με αυτοπεποίθηση για τις διδακτικές ικανότητες μου.  Ηταν μάλλον το καλύτερο ξεκίνημα που μπορούσα να φανταστώ στην διδακτική μου καριέρα !        

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η φωτογραφία


Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν...να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.
Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ' την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ' αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ' ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.
Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.
Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. 
Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.            

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο.τι φοβάμαι περισσότερο

                                                          

Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.