Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Τα χοντρόσολα παπούτσια



  


 Η φωτό από τον γούγλη πάντοτε


 
Το μάτι του έπεσε πρώτα εκεί, στα χοντρόσολα παπούτσια που φόραγε, μόλις είχαν έρθει στην μόδα και δεν τα είχε ξαναδεί. Υστερα βέβαια, ανεβάζοντας τη ματιά του εντόπισε πολλά πιο ενδιαφέροντα σημεία στο κορμί της, στο πρόσωπό της, στα μαλλιά της. Ειδικά όταν χαμήλωσε να πιάσει κάτι, γυρισμένη στο πλάϊ με τα οπίσθιά της να ακουμπούν στις φτέρνες της ζήλεψε την τύχη των παπουτσιών κι ευχήθηκε μια μέρα νάρθει η δική του σειρά στο θείο άγγιγμα. Φυσικά δεν σκόπευε να μείνει στις ευχές και προσευχές.

Ητανε μία το μεσημέρι επιστρέφοντας από την υπηρεσία του η πρώτη φορά που την είδε, μέχρι τότε την άκουγε μόνο. Υπήρχαν δυο διαμερίσματα στον τελευταίο όροφο της τριόροφης κατοικίας, αυτός βάσταγε το ένα και η κάτοχος των παπουτσιών το άλλο μαζί με τον άντρα της κι ένα τουλάχιστον παιδί απ' όσα είχε ακούσει. Δεν την είχε δει μέχρι τη στιγμή που ανεβαίνοντας τις στριφογυριστές σκάλες φάνηκαν από την ανοικτή πόρτα της πρώτα τα παπούτσια της και μετά η ίδια.
Θεά.

Η πόρτα έκλεισε γρήγορα κι η οπτασία χάθηκε αλλά καμιά φορά η τύχη τα φέρνει βολικά. Πως τούρθε σε λίγο να καθαρίσει τη τζαμαρία της κουζίνας προς τον φωταγωγό που είχε ουκ ολίγη λίγδα και σκαρφάλωσε στο μπάγκο της κουζίνας για να φτάσει. Την ίδια στιγμή διαπίστωσε πως κι η θεά είχε την ίδια σκέψη και του χαμογέλαγε βλέποντας τις μάλλον αδέξιες κινήσεις του. Οταν ανοίξανε τα παράθυρα να καθαρίσουν και την έξω μεριά συστηθήκανε, αυτή γυναίκα τραπεζικού που γύρναγε στις τρισήμισυ μαζί με τον εξάχρονο γιό της κι αυτός να κάνει τη θητεία του σ' αυτόν το ξένο τόπο, απ' τις επτά μέχρι τη μία. Τον φώναξε το απόγευμα για καφέ και του γνώρισε τον σύζυγο, συμπαθέστατο και μανιώδη κυνηγό. Σε λίγες μέρες άρχισε να τον φωνάζει για φαγητό -αμαρτία να μαγειρεύεις σκοτωμένος απ' τη δουλειά, του είπε- και γίνανε κολητάρια ειδικά στο διάστημα μιάμισυ με τρεις που περιμένανε τον σύζυγο και τον γιό της  για να φάνε. Της άρεσε το χαρτάκι και τα κατάφερνε αρκετά καλά στη ξερή, βοηθούσης και της τύχης αλλά πέραν τούτου ουδέν και είχε σταματήσει να την σκέπτεται αλλιώς, ειδικά από τότε που ανέλαβε και το πλύσιμο των ρούχων του.


Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα κτύπησε τη πόρτα του μια καλοβαλμένη πιτσιρίκα  που ψιθυρίζοντας κάποιες αστείες δικαιολογίες του ζήτησε να περάσει τη νύχτα εκεί. Μετά από λίγο είχε γδυθεί μόνη της και ήταν πρόθυμη να του κάνει όλα τα χατήρια. Αισθάνθηκε λίγο άσχημα όταν αργότερα του κτύπησαν οι φίλοι του, οι γείτονες και δεν τους άνοιξε, αλλά την άλλη μέρα στο τραπέζι ο σύζυγος της θεάς έδειξε κατανόηση, κι αυτός στη θέση του το ίδιο θάκανε. "Να κάνετε λιγότερη φασαρία" του διαμαρτυρήθηκε γελώντας η θεά. Το βραδάκι τσούπ, η πιτσιρίκα ήρθε πάλι, αυτή τη φορά είχε φέρει και προμήθειες για την ολονυκτία, ουΐσκι και ξερούς καρπούς. Κάποια στιγμή, μαύρα μεσάνυκτα άκουσε ένα δυνατό γυναικείο βογγητό  από το διπλανό διαμέρισμα " ωχ, κάτι θάπαθε η θεά μου" είπε κι ετοιμάστηκε να πάει να βοηθήσει. "Κάτσε κάτω" του είπε η πιτσιρίκα "θα το φχαριστιέται η κυρία, δεν το κατάλαβες ;". Το βογγητό ακούστηκε χαμηλότερο μερικές φορές ακόμα και πραγματικά το πρωΐ που της κτύπησε τη πόρτα με μια αστεία δικαιολογία, απλά και μόνο για να την τσεκάρει, η θεά είχε σημάδια "προηγηθείσης ευτυχίας".
Η πιτσιρίκα ήρθε μερικά βράδια ακόμα κι εξαφανίστηκε όπως περίπου είχε εμφανισθεί. 

" Ωχ, θα μου ξανάρθει να μου πει πως είναι έγκυος σε κάνα μήνα" είπε στη θεά του ο νέος και άρχισαν να καταστρώνουν μαζί το σχέδιο αντιμετώπισης που περιλάμβανε κι ένα γυναικολόγο, ξάδερφο της θεάς.
Πιτσιρίκας απούσης ξανάρχισαν να παίζουν ξερή αλλά τώρα η τύχη δεν την πολυ βοηθούσε, ίσως γιατί άρχισε πάλι να φοράει τα χοντρόσολα παπούτσια, της το είχε πει πως εκεί έπεσε το μάτι του  όταν την πρωτοείδε. Πραγματικά σε κάνα μήνα η πιτσιρίκα εμφανίσθηκε ως εγκυμονούσα και αντιμετωπίσθηκε παγερά και στα πλαίσια της συνυπευθυνότητας. Βοήθησαν μάλλον και τα λόγια που της είπε ιδιαιτέρως η θεά, που αποδείχθηκε πληροφορημένη για το παρελθόν της πιτσιρίκας κι έτσι δεν ξαναφάνηκε.
Μετά από αυτό το περιστατικό άρχισε να παρατηρεί κάποιες διαφορές επάνω στην θεά του. Εβρισκε πως ο χαρακτήρας της είχε λίγο βαρύνει όπως και το βλέμμα της. Ειδικά ένα μεσημέρι που καθώς μαγείρευε με τη νυχτικιά και τις παντόφλες της όταν,
χωρίς να το θέλει, από μια αδέξια κίνηση τα χέρια του βρέθηκαν στα στήθια της. Λίγες μέρες πριν κάτι παρόμοιο το είχε αντιμετωπίσει μ' ένα κελλαριστό γέλιο της, ενώ τώρα με απόλυτη σιωπή και μια μάλλον επιτηδευμένη ενόχληση. Αποφάσισε να μάθει τι γίνεται προκαλώντας την μ' ένα στοίχημα στη ξερή :
- Αν κερδίσεις θα σου αγοράσω τον δίσκο που σ' αρέσει, αν χάσεις θα μου μαγειρέψεις το φαγητό που μ' αρέσει.
- Θα σε κερδίσω, του είπε ανόρεκτα.
- Μεγάλα λόγια μη λες, με μηδέν θα χάσεις.
Η παρτίδα είχε φτάσει στη μέση και η θεά δεν είχε γράψει ακόμα πόντο, ο αντίπαλος την δούλευε
- Με μηδέν θα χάσεις.
- Ο,τι στοίχημα θέλεις, με μηδέν δεν χάνω.
- Ενα φιλί ερωτικό ;
- Κι εσύ τι θα χάσεις ;
- Δούλος σου για δυο μέρες, να με κάνεις ό,τι θέλεις !
Τον κοίταξε με αθώα κακία.
- Ο,τι θέλω ;
- Ναι, ότι θέλεις !
- Πάει ! να σε δω να σφουγγαρίζεις τις σκάλες και τι στον κόσμο !
Η παρτίδα έγινε πλέον ο στόχος της ζωής του. Ενδόμυχες προσευχές στη θεά τύχη και απέραντη προσήλωση στο παιχνίδι, τόση που δεν έβλεπε πως η θεά ήθελε να χάσει, μόνο στην τελευταία χαρτωσιά όταν έκανε κάποιο χοντρό λάθος για να μη πάρει πόντο και ζήτησε να πάρει το φύλλο της πίσω, το κατάλαβε και την έβγαλε από τη δύσκολη θέση :
- Το χαρτί έφαγε χώμα, ας πρόσεχες. Εχασες.
Ετοιμάστηκε να πάρει το έπαθλό του όταν την είδε να του λέει ένα λεπτό, να πηγαίνει στη κάμαρά της και να γυρίζει φορώντας τα χοντρόσολα παπούτσια της αντί για τις παντόφλες, το νυχτικό δεν το άλλαξε.
Την αγκάλιασε για να την φιλήσει ενώ αυτή ακίνητη είχε το ύφος της γυναίκας που κάνει αγγαρεία αλλά δεν προχώρησε. Κατέβηκε στα πόδια της και χαϊδεύοντας τις κνήμες της, της έβγαλε απαλά τα παπούτσια. Βαστώντας με το ένα χέρι την φτέρνα πέρασε ένα δάκτυλό του άλλου χεριού από την πατούσα της μέχρι τα ακροδάκτυλα. Την αισθάνθηκε να ανατριχιάζει. Υστερα το δάκτυλό του γύρισε πίσω και ακολούθησε την εσωτερική γραμμή του ποδιού της μέχρι τη ρίζα του όπου βρήκε τον στόχο του. Οταν ξανανανέβηκε να την φιλήσει η μάσκα της αγγαρείας είχε φύγει από το πρόσωπό της. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του και σε λίγο η κραυγή της βγήκε δυνατή αλλά δεν ξεπέρασε τους τοίχους του σπιτιού της.


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Το τρόπαιο




Το τρόπαιο ήταν κρεμασμένο στην κεραία του αυτοκινήτου δίπλα από το παράθυρο του οδηγού αλλά πιο ψηλά, έξω από το οπτικό του πεδίο και το είχε ξεχάσει. Το μυαλό του ήταν γεμάτο από τις όμορφες εικόνες και τους ήχους της μέρας. Οδηγούσε εντελώς μηχανικά και βασανιστικά αργά, προσπαθώντας να επιμηκύνει την νιρβάνα που ζούσε. Αναπόφευκτα το αυτοκίνητο έφτασε στο τέρμα της διαδρομής του και μαζί ήρθε και η αναπόφευκτη στιγμή των αποχαιρετισμών. Βγήκε από το αυτοκίνητο και περνώντας μπροστά από το καπό, της άνοιξε την πόρτα. Απέφευγε να πάει από την πίσω πλευρά του αμαξιού ξέροντας πως αυτό το κάνουν οι σωφέρ κι αυτός ήθελε να είναι ευγενικός αλλά όχι δουλικός μαζί της. Αγκαλιάστηκαν αμέσως μόλις βγήκαν κι άρχισαν τα μακρόσυρτα φιλιά τους. Αργά την νύχτα δεν υπήρχε ψυχή να τους δει και κοίταζαν να καλύψουν τον χαμένο καιρό μέσα στο αμάξι όπου το οδήγημα απαιτούσε να χαϊδεύει μόνο ο ένας τα μαλιά του άλλου.
"Θα αργήσεις" του είπε  ξεκολλώντας προσωρινά από πάνω του. 
" Εχεις δίκιο" της απάντησε κι έκανε να φύγει αλλά του έπιασε το χέρι  και οδηγώντας το μέσα από τη φούστα στην γυμνή σάρκα της, τον ρώτησε με λατρεία " Ξέχασες τίποτε ;"

Ηταν τα χαράματα μιας όμορφης καλοκαιρινής μέρας όταν ξεκίνησαν την εκδρομή τους αναζητώντας τη δροσιά στα ψηλά. Είχαν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εξαφανίζοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους τον καθημερινό τους εαυτό ζούσαν κάθε δεκαπέντε μέρες μια μέρα όπως θέλανε, μια ανάσα από την κουραστική ρουτίνα των δεσμεύσεών τους. Ηταν η συμφωνία τους και η προσπάθεια να διαφυλάξουν τη σχέση τους, μια σχέση έξω από τις συμβατικότητες και τα τετριμένα, Μια σχέση στηριγμένη στην απόλυτη ειλικρίνεια και φυσικά ή μάλλον υποχρεωτικά ... παράνομη.
Το αυτοκίνητο κέρδιζε συνεχώς υψόμετρο μέχρι που στα χίλια τετρακόσια ένα συμπαθητικό χωριουδάκι φάνηκε μεσ' στην πρασινάδα. Η ώρα θα πλησίαζε τις δέκα όταν μπήκαν πιασμένοι χέρι-χέρι στο καφενειο του χωριού, γεμάτο από χωρικούς που απολάμβαναν το καφεδάκι τους μετά την πρωϊνή γεωργική εργασία.
Δεν υπήρχε γυναίκα μέσα στο καφενείο-που ακούστηκε τέτοιο πράμα στο χωριό ;- όλες ήτανε στα σπίτια τους ετοιμάζοντας το μεσημεριανό φαΐ κι απλώνοντας τραχανά. Οι καφενόβιοι έτρωγαν με τα μάτια τους την πρωτευουσιάνα με την μίνι φούστα και το βαθύ ντεκολτέ στο στήθος, το μυαλό τους πήγαινε μια στη γυναίκα τους και μια στη κατσίκα τους, ίσως γιατί τους τη θύμιζε στη γύμνια. Ατάραχο το ζευγαράκι διάλεξε ένα γωνιακό τραπεζάκι και παράγγειλε δυο χαμομήλια κι ένα τάβλι. Κάνοντας τον σταυρό του το γκαρσόνι  απομακρύνθηκε να εκτελέσει την παραγγελιά. Σε λίγο όλο το καφενείο ψιθύριζε  κλείνοντας πονηρά το μάτι " Δικοί μας είναι αφού πίνουν χαμομήλι, θα κρυώσανε φαίνεται, το βράδυ είχε ψύχρα στο δασάκι".
Το χαμομήλι άχνιζε και τα ζάρια άστραφταν μα ο αγώνας ήταν άνισος γιατί πέρα από την γνώση η τύχη ήταν μονόπλευρα με τον οδηγό και πριν καλά-καλά κρυώσουν τα ροφήματα το σκορ ήταν κοντά στο πέντε-μηδέν. Ολο το καφενείο παρακολουθούσε, δήθεν αδιάφορα, με την άκρη των ματιών. Η ρέντα συνεχιζότανε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του με την τελευταία ζαριά "Ξέρεις την ποινή για όποιον χάνει με μηδέν, έτσι δεν είναι ;".

 Περίμενε να την δει να σηκώνεται και να βαδίζει προς την τουαλέττα αλλά αυτή ψύχραιμη, με το χαμόγελο στα χείλη και κοιτώντας τον στα μάτια, έβαλε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι και τα ξανάβγαλε προσφέροντας του το εσώρρουχό της. Ενας ψίθυρος διέτρεξε το καφενείο απ' άκρη σ' άκρη. Μερικοί δεν είχαν πάρει χαμπάρι τι έγινε και ρωτούσαν ενώ πολλοί αρνιότουσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Ελαφρά αμήχανος ο νικητής το βάσταγε στο αριστερό του χέρι μέχρι να πιούν το χαμομήλι τους. Μετά, βγαίνοντας απ΄το καφενείο το έδεσε στην κεραία του αυτοκινήτου, τρόπαιο μιας μέρας. " Θα σου επιστραφεί με το τέλος της ημέρας" της είπε κι αυτή τον φίλησε δίχως ίχνος κακίας. Οι μισοί θαμώνες του καφενείου είχαν βγει έξω από την αίθουσα και τους κοίταζαν. Ενας τους έβρισε αλλά δεν τούδωσαν σημασία, μπήκαν στο αμάξι και συνέχισαν την εκδρομή τους. Είχαν πολλά να κάνουν μεχρι το βράδυ.  

Ξεκρέμασε το εσώρρουχό της και της το έδωσε. Την κοίταζε να το φοράει με κινήσεις ζαρκαδιού και στα μάτια του ξανάπαιξαν οι εικόνες από την υπέροχη μέρα που πέρασε μαζί της. Στο δρόμο για το σπίτι του δάκρυσε. Δεν ήταν τόσο γιατί δεν είχε το θάρρος να της ζητήσει να είναι κάθε μέρα μαζί όσο γιατί ήξερε πως έτσι θα το σκότωνε μια ώρα αρχύτερα. 
Πριν μπει στο σπίτι του σκούπισε τα μάτια του να αποφύγει τις περιττές ερωτήσεις, πήρε το μισοαδιάφορο, χαζοχαρούμενο ύφος του  και είπε στη γυναίκα του πόσο του έλειψε όλη τη μέρα, αυτό ήταν που ήθελε να ακούσει.


Το τραγούδι που ήθελα για επιδόρπιο υπάρχει στην ίδια ανάρτηση στον βενάρδο τον ερημίτη

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Περί οίνου



...ρέε δ' άμβροτον αίμα θεοίο
ιχώρ, οίός πέρ τε ρέει μακάρεσι θεοίσιν
ου γαρ σίτον έδουσ' ου πίνουσ' αίθοπα οίνον,
τούνεκ' αναίμονες εισί και αθάνατοι καλέονται
(Ιλιάδα, ραψ Ε)
Ρέει το αίμα της θεάς και άφθαρτον είν’ εκείνο,
το έχουν μόν’ οι μάκαρες θεοί και ιχώρ το λέγουν.
Οίνον δεν πίνουν οι θεοί, μήτε σιτάρι τρώγουν,
κι είναι δια τούτο αναίματοι και αθάνατοι καλούνται.
( μετάφραση Ιακ. Πολυλά)

 
.
Πιτσιρίκι μ’ έστελνε η θεία μου να ψωνίσω στο μπακάλικο του χωριού. Σκοτεινός χώρος, γεμάτος αρώματα και λίγδα. Κρασοβάρελα πάνω, πετρέλαιο κάτω, υποτυπώδες ψυγείο κι’ η μυρωδιά απ’ τις παστές σαρδέλες να υπερισχύει. Το τενεκεδάκι  με τις αντζούγιες μόνιμα ανοικτό και κάθε τόσο να φεύγουνε πεντ’ έξη σε μια λαδόκολλα για το μοναδικό τραπεζάκι και τις λιγοστές καρέκλες. Στα ανήλιαγα, δυο-τρεις ψαράδες κι’ ο κυρ Ιξίονας, ο προύχοντας, καθισμένοι στο σιδερένιο τραπεζάκι, μπερδεμένοι στα ψίχουλα του ψωμιού και στα υγρά της ντομάτας, συνόδευαν το κρασάκι τους μ’ αλίπαστα και ταγγισμένο κεφαλοτύρι. Σερβίτσιο μοναχό είχαν μαχαίρια και ποτηράκια της ρακής. Κουβέντιαζαν ήσυχα, οι ψαράδες για τον καθημερινό τους μόχθο κι’ ο κυρ Ιξίονας τα δικά του. Χανόταν ο καθένας στα λόγια του και σπάνια τα μπλέκανε σε κάτι κοινό. Ισως γιατί τα κοινά ήταν επώδυνα, ίσως η ζάλη του κρασιού. Το χωριό δεν είχε ταβέρνα, μόνο ένα θορυβώδικο μαγέρικο, το χρυσό τηγάνι το λέγανε περιπαικτικά, τηγανητά μόνο μαγείρευε, στο ίδιο πάντα λάδι.
Η γυναίκα του κυρ Ιξίονα -υγιέστατη- φώναζε το μοναδικό ταξί του χωριού για να την πάει πεντακόσια μέτρα πιο πέρα στο «φιλολογικόν τέϊον» που διοργάνωναν άλλες κυρίες του χωριού, δικαιολογία γιά να πέσουν στην λατρεία του μπαλλαντέρ και του φάντη.
Ηταν και μια ευκαιρία να μένει μόνη η κόρη με το φίλο της που έκανε τη θητεία του στο ναυτικό μέσα στο σπίτι του κυρ Ιξίονα με τις πολλές γνωριμίες. Εδινε το «παρών»  στην μονάδα του κάθε πρώτη και δεκάξη του μηνός και τις υπόλοιπες μέρες φύλαγε σκοπιά στην κρεβατοκάμαρά της. Τ’ άκουγα αυτά πιτσιρικάς μα δεν τα καταλάβαινα. Μόνο μου ερώτημα ήτανε τι δουλειά είχε ο κυρ Ιξίονας με τους «παρακατιανούς». Τόσα λεφτά είχε, μπορούσε να πάει κάπου καλύτερα, να φάει κάτι καλύτερο, βρε αδερφέ.
 
Μου λύθηκε η απορία ένα πρωΐ όπως περίμενα να κόψει
ο μπακάλης το χαλβά που του παρήγγειλα. Μπήκε φουριόζα μια γειτόνισσα γαλιάντρα και διέκρινε στα σκοτάδια την μορφή του προύχοντα :
- Πάλι τα πίνεις πρωΐ-πρωΐ, κυρ Ιξίονα ;
Μετέωρο το χέρι με το κρασί, δεν έφτασε στο στόμα. Θες η στιγμή, θες το κρασί, περίλυπη ακούστηκε η φωνή του κυρ Ιξίονα :
-Με μια γυναίκα τρελλή και μια κόρη πουτάνα, τι θες να κάνω κυρά Λένη ;

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Αυτοκριτική



Ο μοναχικός συγγραφέας είχε βάλει στο μάτι την γυναίκα του πλησίον του. Δεν ήξερε γιατί. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα ούτε του είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον, μάλλον του είχε μπει η ιδέα πως μια περιπέτεια μαζί της θα ξεκόλλαγε το μυαλό του και θα μπορούσε επιτέλους να γράψει το επόμενο αριστούργημά του, αυτό που υπήρχε ήδη στο κεφάλι του αλλά ήταν τόσο μπερδεμένο. Το πρόβλημά του ήταν πως είχε χάσει το θράσος ή την αδιαφορία της νεότητάς του, τον ενοχλούσε πως ήξερε τον σύζυγο, του μίλαγε σχεδόν κάθε μέρα, ήταν γείτονες. Θα προτιμούσε να μην έχει επαφές μαζί του, να μην χαίρεται για την άγνοιά του. Για την γυναίκα του δεν είχε αμφιβολία, ήξερε καλά πως στις γυναίκες μετά τα πενήντα τέτοιες πράξεις έχουν γι αυτές την έννοια της ευπρόσδεκτης δωρεάς, γίνονται αποδεκτές με ενθουσιασμό αλλά και σιωπηλά. Ακόμα και όταν για αστείο είχε πει σε κάποια, κάποιας ηλικίας να τον επισκεφθεί φορώντας φούστα αλλά χωρίς κυλόττα ήρθε να του αποδείξει σηκώνοντας το ρούχο της  πως ήταν  έτοιμη και "τοις κείνου ρήμασι πειθομένη".

Δεν ήταν συνηθισμένος συγγραφέας, έγραφε σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο που ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να το υποπτευθούν και μετρημένοι στο δάκτυλα του  ενός χεριού αυτοί που μπορούσαν να το καταλάβουν. Το λογοτεχνικό ταλέντο του έκανε τα βιβλία του σχετικά αρεστά στο κοινό όπως οι ερωτικές σκηνές κάνουν ενδιαφέρουσα μια κινηματογραφική ταινία υψηλής διανόησης. Μπορεί το πολύ κοινό να μην καταλαβαίνει τι γίνεται στην ταινία αλλά βλέπει την κορμάρα της τάδε, ικανοποιείται  και το παίζει και κουλτουριάρης στους άλλους.
" Ο Σκηνοθετίδης ; Ααα, φοβερός σκηνοθέτης, όλο νοήματα. Και τι τέχνη στον φακό, στο μοντάζ, πως διαλέγει τα σενάρια, ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης ! "
Στην πραγματικότητα το κοινό δεν καταλάβαινε τίποτε αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία αφού το είχε δημιουργήσει ο διάσημος Σκηνοθετίδης που φυσικά  δεν τον ήξερε προσωπικά και ούτε ποτέ του είχε ζητήσει την γνώμη του. Εξ άλλου του είχε εμπιστοσύνη, για να το κινηματογραφήσει αυτός έτσι, κάτι θα ήξερε και φυσικά δεν θα τον ρώταγε ποτέ αν κατάλαβε το έργο. Είναι σίγουρο πως το ίδιο έργο αν το υπέγραφε κάποιος ... Αγνωστίδης θα πήγαινε άπατο.

Κάτι άστραψε μέσα του. Θυμήθηκε τις δικές του εμπειρίες όταν σ' ένα δύσκολο βιβλίο του, ζήτησε την γνώμη των αναγνωστών του. Κάποιοι λίγοι άγνωστοι του έστειλαν την κριτική τους με ημέιλ, ήταν οι ελάχιστοι που είχαν πάρει μυρουδιά από το βιβλίο του κι ένας τον έβρισε. Του έκανε εντύπωση πως κανένας δεν του έγραψε απορίες ή δεν του ζήτησε διευκρινήσεις για σημεία που δεν κατάλαβε. Μετά έψαξε τους γνωστούς του, τις καθημερινές συναναστροφές. Πάλι τα ίδια. Κανείς δεν είχε απορία, κανείς δεν ήθελε να συζητήσουν το βιβλίο του. Πρόσεξε πως πολλοί από τότε που αγόρασαν το βιβλίο του εξαφανίσθηκαν από την ζωή του.
Το φιλοσόφησε.
"Οταν κάτι δεν καταλαβαίνεις, αν δεν ξέρεις τον δημιουργό, τον φαντάζεσαι σαν μια μεγαλοφυΐα και δέχεσαι ό,τι σου σερβίρει κι ας μη το καταλαβαίνεις. Οταν όμως ξέρεις τον δημιουργό, το βλέπεις καθημερινά και τον θεωρείς άνθρωπο σαν και σένα, δεν μπορείς να δεχθείς πως αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι μεγαλοφυές, προτιμάς να το χαρακτηρίσεις μαλακία. Αν φυσικά ξέρεις προσωπικά τον δημιουργό αυτά τα σκέπτεσαι αλλά δεν του τα λες, αποφεύγεις τις κουβέντες μαζί του"

Ενα σαρδόνιο χαμόγελο αποτυπώθηκε τα χείλη του. Επιασε ένα αντίτυπο από το πιο στριφνό του έργο κι άρχισε να γράφει μια αφιέρωση στον άντρα της γειτόνισσάς του...

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια πολλά...περάσανε ή κάποιος έβαλε την ¨αγια νύχτα¨σε σιντί




Δεν έψαχνε να βρει την Αλήθεια. 

Την δική του την αλήθεια έψαχνε. Μέσα στις χριστουγεννιάτικες μπάλλες που γίνονται παραμορφωτικά κυρτά κάτοπτρα σαν πλησιάσεις γιά να δεις. Αντιγραφή της κοινωνίας. Όσο πιό κοντά πλησίαζε κάποιον, τόσο πιό παραμορφωμένος του φαινότανε. Από μακριά όλα φαινότουσαν κανονικά. Μα τι του θύμιζαν ;
Δεν έψαχνε να βρεί άν ήταν σωστή η ημερομηνία της γέννησης του ήλιου ή αν εορτάζανε την του Διός την γέννηση, του Βούδα, του Μωάμεθ, όλοι θεία βρέφη ξεκινήσανε, στο δρόμο κάνανε τις διαφορές.
Ούτε τα έθιμα τα παμπάλαια, τα μισοξεχασμένα, με το σιτάρι στο πάτωμα, απλά και φτωχικά, χωρίς ξενόφερτες γαλοπούλες και τραπέζια αφθονίας. Το μέτρο έψαχνε, το αναλλοίωτο, ό,τι ήτανε πίσω από τις φανφάρες και τα τραγούδια.
Θυμήθηκε που κατέβηκε στο υπόγειο στα ξεσκέπαστα πιθάρια με το λάδι. Oταν τα φέρανε απ΄το χωριό τα βάλανε εκεί, σε δροσερό μέρος το λάδι διατηρείται καλύτερα, φτάνει ν’ αερίζεται. Σε κάθε πιθάρι ισορροπούσε στο χείλος του γατζωμένο με τα νύχια κι’ ένα ποντίκι. Βουτούσε την μακριά ουρά του μεσ’ στο λάδι κι’ ύστερα την έγλειφε και φτού κι’ απ’ την αρχή. Είχε μιά αρμονία το όλον θέαμα, ένα συγχρονισμό   ομάδας, έδειχνε τη δύναμη της δομής της κοινωνίας τους. Γύρισε επάνω, στον κόσμο του, στα χαμογελαστά πρόσωπα των συγκατοίκων του. Δέντρο ή καραβάκι ; Θέμα πολιτικής τοποθέτησης, κάποιος το είπε στάση ζωής. Με χαμόγελο όλα αυτά βεβαίως, γιορτές έχουμε. Φυσικά και στα δυό
για στολίδια θα βάζανε μπάλλες, απ' αυτές που παραμορφώνουν την εικόνα σου σαν πλησιάζεις.
«Χρόνια πολλά » περάσανε και τίποτε δεν άλλαξε, σκέφτηκε με πικρία καθώς άλλοι αντάλλασσαν ευχές συμμορφωμένοι στο κλίμα το γιορταστικό. Κάποιος πρότεινε να ρίξουνε φωτοβολίδες, ήταν στη μόδα τα τελευταία χρόνια σ’ όλες τις γιορτές. Είδε το γάτο χορτασμένο και τετράπαχο απ΄τις κονσέρβες να κοιμάται μακαρίως. Θα ξύπναγε άραγε με τα βεγγαλικά ;
Βγήκε στο κήπο στο φως του φεγγαριού. Ηθελε ν' αποφύγει τις φωτοβολίδες, πικρές μνήμες του φέρνανε. Πιό πέρα στη γραμμή μερικά απλωμένα ρούχα κρέμονταν. Κάτι πουκάμισα, κάλτσες και σώβρακα. Αναρωτήθηκε αν ήθελε να τ’ αγγίξει, αν θα βρισκόταν ένας που θάθελε να τ' αγγίξει. 

Αρχισαν να βγαίνουν όλοι στο κήπο, οι κυρίες με τις εσάρπες τους. Κάποιος έβαλε την άγια νύχτα σε σιντί. Τα κρεμασμένα ρούχα κυματίσανε στο ελαφρό αεράκι και φεγγοβόλησαν στη λάμψη των βεγγαλικών του γείτονα. Ενα σκυλί γάβγισε, ξεσηκωθήκαν και τ' άλλα. Μετά την άγια νύχτα, ένα τραγούδι από σκυλάδικο ακούστηκε. Πανευτυχείς οι πάντες κουνιόντουσαν στο ρυθμό του, τσιφτετέλι μεσ’ στο κήπο.
Τα ρούχα χάσανε το μονοπώλιο να μοιάζουν με φαντάσματα, ήτανε κι’ ακίνητα, κρεμασμένα στα σκοινιά. Ο γάτος βγήκε βαριεστημένος στη βεράντα.

Μπήκε ξανά στο υπόγειο. Τα ποντίκια συνέχιζαν τη δουλειά τους μ’ αρμονικές κινήσεις, συγχρονισμένα σαν τα μέλη μιάς ορχήστρας. Επιτέλους χαμογέλασε.
«Καλά Χριστούγεννα» σκέφτηκε.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Η μικρή γαρίδα, η διαφανής




Η μκρή γαρίδα η διαφανής ζη σε πολύ ρηχά νερά και πολύ σπάνια υπερβαίνει τα πέντε εκατοστά σε μήκος. Είναι διαφανής αλλά φέρει στο σώμα της σκοτεινές ραβδώσεις και λίγες μπλε και πορτοκαλί βούλες στα άκρα της.  Η εμφάνισή της προσφέρει αρκετή παράλλαξη γι αυτό δραστηριοποιείται το ίδιο την ημέρα και την νύκτα. Δεν έχει την ικανότητα να χώνεται στην άμμο όπως οι μεγαλύτερες ξαδέρφες της γι αυτό κρύβεται σε κοιλότητες από βράχους και πέτρες ή μέσα στα φύκια. Δεν παρουσιάζει κανένα εμπορικό ενδιαφέρον μόνο οι ερασιτέχνες ψαράδες την χρησιμοποιούν σαν δόλωμα ζωντανή για μουρμούρες, λαβράκια, τσιπούρες στα μέρη που μπορούν να την αποχιάσουν μέσα στα φύκια. Τις διατηρούν ζωντανες σ' ένα τρύπιο τενεκάκι που κρέμεται απ' την βάρκα. Πολλές φορές παρασέρνεται από τα κύματα και καταλήγει να ζη στις λιμνούλες των βράχων μαζί με καβουράκια και ψιλοψαράκια. Εκεί την κυνηγάνε με τις ώρες τα πιτσιρίκια να την πιάσουν στις χούφτες τους. 



Μια μικρή γαρίδα διαφανής ζούσε στα ρηχά, στις σκιές των βράχων. Γνωριστήκαμε όταν έβαλα τα πόδια μου στο νερό και ήρθε να τα τσιμπήσει από περιέργεια, ήταν τρομερά μεγάλα για το μέγεθος της ώστε να τα δει σαν εχθρό, αυτή για εχθρούς ήξερε τα καβούρια με τις δαγκάνες και τα ψαράκια που ορεγότουσαν την τρυφερή της σάρκα. Αυτά όμως τα απέφευγε εύκολα με τις χορευτικές κινήσεις της μέχρι να κρυφτεί -θαλάσσιο κυκλάμινο- στου βράχου την σχισμάδα. 
Σαν μπήκαν τα πόδια στο νερό η ξινή μυρουδιά τους έδιωξε φοβισμένα τα περισσότερα σπουργίτια της ακρογιαλιάς, ψαράκια, αχινούς και αστερίες. Τα καβουράκια μέσα στα κοχύλια και τα σαλιγκάρια της θάλασσας πήραν το σήμα και ξεκίνησαν σιγά-σιγά, θάκαναν ώρες για να φτάσουν, εξ  άλλου μόνο νεκρά σώματα έτρωγαν και δεν είχαν πάρει το σήμα του θανάτου. Τα κανονικά καβουράκια το σκεπτότουσαν αλλά η μόνιμη φοβία τους δεν τα άφηνε να κάνουν το μεγάλο βήμα, το ίδιο κι ένα χταποδάκι που ξεμύτισε από το θαλάμι του αλλά το σκέφτηκε καλύτερα νικώντας την περιέργειά του. 
Η μικρή γαριδα η διαφανής ξεκίνησε τοίχο-τοίχο γλυστρώντες με το πλάϊ μέσα στο νερό. Που και που τιναζότανε απότομα προς τα πίσω για να αποφύγει κάποιον φανταστικό αόρατο εχθρό  σαν έπαιρναν σήμα από διαταραχή των νερών οι ευαίσθητες κεραίες της.  Κάποια στιγμή έγειρε λοξά ώστε το χρώμα από τα πολυάριθμα ποδαράκια στο κάτω μέρος της κοιλιάς να ταιριάζουν με το χρώμα της άμμου και να την κάνουν δυσδιάκριτη και έτσι διήνυσε το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής της από τα βράχια μέχρι τα πόδια μου.
Στην αρχή ένοιωσα ένα ανεπαίσθητο γαργάλημα ειδικά όταν άρχισε να ψάχνει το κενό ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο και το δεύτερο δάκτυλο, μετά ένα σχετικά οξύ τσίμπημα όταν αποφάσισε να δοκιμάσει αυτό το πελώριο λευκό που έβλεπε με τις μικροσκοπικές δαγκάνες της. Η κίνησή μου την έκανε να οπισθοχωρήσει επιφυλακτικά μα σύντομα επανήλθε. Αρχισα να κουνάω κατά διαστήματα τα δάκτυλα του ποδιού μου και κάθε φορά η γαριδούλα τιναζότανε ταραγμένη. Μετά από λίγο συνήθισε τις διαταραχές του νερού κι έχασε αρκετά από την επιφυλακτικότητά της. Ηταν η κατάλληλη στιγμή για να γονατίσω και να βαλω τις χούφτεςμου στο νερό. Εμεινα για λίγο ακίνητος για να την καθησυχάσω  και μετά κάνοντας κούπα την κάθε μου παλάμη άρχισα να την πλησιάζω από δυο κατευθύνσεις.
Η μικρή γαριδούλα η διαφανής στριμώχτηκε στο πόδι μου ψάχνοντας για σχισμάδα να κρυφτεί. Λίγο-λίγο οι δυό μου παλάμες τις έκοβαν κάθε οδό διαφυγής αναγκάζοντας την ν' ανεβαίνει προς την επιφάνεια του νερού. Μ' ένα σάλτο και βγαίνοντας από το νερό ξέφυγε από την παγίδα των χεριών μου και κατευθύνθηκε πάλι προς τα πόδια μου. Η ίδια στρατηγική επαναλήφθηκε αλλά τώρα με τις παλάμες πιο κάθετα δυσκολεύοντας το πήδημα-διαφυγή. Λίγο πριν την επιφάνεια οι παλάμες έκλεισαν παγιδεύοντας την μικρή γαριδούλα. Το νερό κύλησε από τα ενωμένα χέρια, η γαριδούλα βρέθηκε σ' ένα αφιλόξενο περιβάλλον με τις κεραίες της κολημένες στο σώμα της να μην μπορούν να τις δώσουν πληροφορίες για το που βρίσκεται, ήταν σχεδιασμένες να λειτουργούν μόνο μέσα στο νερό.
Μια απότομη κίνηση χώρισε το κεφάλι από την ουρά κόβοντας το νήμα της ζωής της γαριδούλας. Η γλυκειά σάρκα της ουράς ήταν η ανταμοιβή του κόπου μου και μια μάταια προσπάθεια επιστροφής  στα μικράτα μου, όταν όλος ο κόσμος έλαμπε και δεν υπήρχανε χαράτσια και μνημόνια να κόψουν ξαφνικά την ζωή μας στα δύο, όπως το σώμα της γαριδούλας. Εφτυσα τα τσόφλια από την γαριδούλα με την ίδια περιφρόνηση σαν να ήτανε ο εφοριακός του δικαστικού που ρύθμιζε τις προσαυξήσεις.
Σαν πραγματώθηκε η εκδίκηση στη φαντασίωσή μου, απέμεινε στο στόμα μια γλύκα, μια ζαλάδα στο μυαλό και της γαριδούλας το κεφάλι μέσα στο νερό να γίνεται τροφή για τις άλλες γαριδούλες, ίδια σαν τους ανθρώπους που μοιράζονται τα υπάρχοντα αυτού που φεύγει...

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Το πρώτο κεφάλαιο των Διαφυσικών







1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον
«Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο : Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.