Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Βέρντι...

Είναι μια επιλογή από τις όπερες του Βέρντι, με χρονική σειρά και έναν-κατά την κρίση μου- χαρακτηρισμό. Ακολουθεί ένα κομμάτι από κάθε όπερα.

1. Η πιο παλιά.................................................................Oberto, conte di Bonifacio

2. Η πιο αποτυχημένη.....................................................Un giorno di regno



3. Η πιο επαναστατική....................................................Nabucco

4. Η πιο θρησκευτική.....................................................I Lombardi a la prima crocciata

5. Η πιο δραματική ........................................................Ernani



6. Η πιο ρομαντική.........................................................I due Foscari

7. Η πιο εξωτική.............................................................Alzira

8. Η πιο πατριωτική........................................................ Attila

9. Η πιο θεατρική.............................................................Macbeth



10. Η πιο κλασσική...........................................................Luisa Miller

11. Η πιο ποιοτική...........................................................Rigoletto

12. Η πιο αναγνωρίσιμη ..................................................Il Trovatore

13. Η πιο δημοφιλής .......................................................La Traviata



14. Η πιο αντιστασιακή.....................................................Vespri Siciliani



15. Η πιο πολιτική............................................................Simone Boccanegra

16. Η πιο μελωδική..........................................................Un ballo in maschera

17. Η πιο ιστορική..............................................................La forza del destino

18. Η πιο φιλοσοφημένη....................................................Don Carlos

19. Η πιο χλιδάτη..............................................................Αida

20. Η πιο παθιασμένη.......................................................Otello

21. Η πιο χαρούμενη.........................................................Falstaff







Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Η φωτογραφία

 

Τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, ένας imagemaker φέρνει το πουλαίν του για φωτογράφιση


- Το ξεφτισμένο στις ραφές
πουκάμισο- μετάξι
χώστο μεσ' στο καβάλο
Κουμπί δεν έχει το κολλάρο
το παπιγιόν να σφίγγει
Κι’ η τρύπα απ’ το τσιγάρο ούτε που φαίνεται.

Σακάκι σμόκιν
και ταινία θαλασσιά
διαγώνια στο στήθος
Παράσημο στο πέτο

Λεκές δερματικός
καφέ
στο πάνω μέρος του λαιμού - Υπάρχει το φουλάρι.
Στη μέση ο ζωστήρας, φτηνός κροκόδειλος.
Η τσάκιση στο παντελόνι, αυτή μετράει

ά ψ ο γ η.


Πενθούντα νύχια άκοφτα
- Βάλε τα χέρια μεσ’ στις τσέπες, το ρολόι να φαίνεται
-Το ρολόι, σταματημένο είναι !
- Κανένας δεν ρωτά τι ώρα είναι.

Καπέλλο επίσημο και δανεικό
- Μα να φοράμε ψηλό καπέλλο
και νάμαστε ξυπόλυτοι ;;
- Φωτογράφε, μη πάρεις τα πόδια !


- Η στάση του κορμιού
τα πάντα καθορίζει
έξω το στήθος
μέσα το πηγούνι


- Χαμογελάστε, παρακαλώ...



με πλάγια ο imagemaker, με έντονα ο πολιτευτής, με υπογραμμισμένα ο φωτογράφος

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Η Νίτσα, η μανιόλια και τα χόρτα της

Το παρόν διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του  Νίκου Σαραντάκου "οι¨λέξεις έχουν την δική τους ιστορία"  (  https://sarantakos.wordpress.com/ )



Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή "Νίτσα με λένε".
Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά "νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε". Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της τυπική.
Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα "παρκάρανε" δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν που να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τους έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά
 - Εχεις μητέρα ;
- Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.
- Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.
- Είναι φυλακή.
- Γιατί ;
- Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !

Οι τρεις διδάσκοντες στρατεύσιμοι αξιωματικοί είχαν τα γραφεία τους μαζί με την δακτυλογράφο, οι  διδάσκοντες στρατεύσιμοι υπαξιωματικοί και ναύτες δεν είχαν τέτοιες πολυτέλειες, ανήκαν αλλού.
Η Νίτσα κοκκίνιζε μέχρι τ' αυτιά της όταν οι νεαροί μιλώντας ελεύθερα χρησιμοποιούσαν τις καθημερινές "κακές" λέξεις όπως διάολε, μαλάκα, γαμώτο και σταματούσε το κτύπημα στη μηχανή της. Η Νίτσα δεν είχε συναντήσει ποτέ αυτές τις λέξεις στην Καινή Διαθήκη και διαμαρτυρήθηκε στον Διευθυντή Σπουδών (Δ.Σ.). Ο Δ.Σ. , πρώην δάσκαλος που προτίμησε την σιγουριά του στρατού από τις μεταθέσεις και το καθημερινό μάθημα στα δημοτικά, φώναξε τους νεαρούς στο γραφείο του :
- Ρε παιδιά, μην την τσιγκλάτε την αραχνιασμένη και μας κάνει καμιά κασκαρίκα. Υπάρχει καλύτερο βόλεμα από δω ;  Δευτέρα στις 11 έρχεστε, Παρασκευή στις 11 φεύγετε, 12 διδακτικές ώρες όλες κι όλες, κάθε μέρα εξόδου κι ο μισθός να πέφτει, σε σχολείο διπλάσια θα δουλεύατε και δεν θάχατε το Σάββατο ελεύθερο ! Κάντε μια προσπάθεια να μην την ενοχλείτε, μη μας καρφώσει και χάσουμε την βολή μας.

Η στρατιωτική σχολή ήταν μέσα στην νησιώτικη πόλη. Εποχές προ έητζ, με τριακόσους ενεργούς άντρες και χίλιες πεντακόσιες τουρίστριες να αλλάζουν κάθε Πέμπτη στη σεζόν που άνοιγε τον Μάρτη κι έκλεινε τον Δεκέμβρη. Ολη η πόλη επαγγελματικά είχε προσαρμοσθεί σ' αυτήν την κατάσταση, ο τουρισμός είχε χαλάσει τα πατροπαράδοτα αρβανίτικα ήθη. Οι έχοντες την οικονομική άνεση έστελναν τα κορίτσια σχολείο στην Αθήνα. Η θέση της ντόπιας γυναίκας ήταν εξαιρετικά δύσκολη γιατί γινότανε άμεση σύγκριση με τις ξένες που ερχότουσαν για την "εβδομάδα του σεξ". Επρεπε ή να λειτουργήσουν σαν τις ξένες ή να σηκώσουν απόρθητα τείχη σαν την Νίτσα, η εκκλησία ήταν απαραίτητο βοήθημα στην δεύτερη επιλογή.

Από τους τρεις νεαρούς μόνο ο ένας κατάφερνε να μην λέει τις λέξεις που ενοχλούσαν την Νίτσα κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να τον ξεχωρίζει. Αυτός προσπαθούσε να δικαιολογήσει τους συναδέλφους του λέγοντας πως ναι μεν είναι κακές λέξεις αλλά δεν τις εννοούν, όταν κάποιος λέει γαμώτο, δεν υπονοεί την σεξουαλική πράξη και τέτοια. Μετά προθυμοποιήθηκε να της υπαγορεύει τα κείμενα που αντέγραφε για να τελειώνει πιο γρήγορα την δουλειά της. Αρχισε έτσι να κερδίζει την εμπιστοσύνη της, στο λέγε-λέγε ο νεαρός την είδε να κρυφοχαμογελά μια φορά που του ξέφυγε ένα γαμώτο και την άλλη μέρα του πρόσφερε ένα λουλούδι μανιόλιας !!
Εντυπωσιάσθηκε ο νεαρός, δεν είχε ξαναδεί ούτε ξαναμυρίσει τόσο μεγάλο και τόσο ωραίο λουλούδι. Το δούλεμα από τους άλλους δυο νεαρούς πήγαινε σύννεφο αλλά τότε ήταν που είδαν το πρώτο σημάδι της μεταμόρφωσης της Νίτσας. Ηταν ένα πρωΐ που η Νίτσα έλειπε κι ένας νεαρός αξιωματικός είχε την φαεινή ιδέα να πάρει  τηλέφωνο από το γραφείο του την Γενική Επιστασία και να ρωτήσει με άγριο ύφος :
- Ηρθαν  οι  ναυτοπρόσκοποι ;
Φυσικά το έκλεισε αμέσως  σκασμένος στα γέλια που πάγωσαν όταν είδε την Νίτσα στην πόρτα μ' ένα ερωτηματικό στο βλέμμα. Εν τω μεταξύ ένας χαμός επικρατούσε στο στρατόπεδο που έπρεπε να ευπρεπισθεί στα γρήγορα, να αγορασθούν αναψυκτικά για το κέρασμα και να βρεθούν στρατεύσιμοι ομιλούντες την γαλλικήν γιατί μέσα στο χαμό κάποιος είπε κάτι για γάλλους ναυτοπρόσκοπους και έγινε πιστευτός. Έκείνη την ώρα κανένας δεν έψαχνε ποιός έκανε το πρώτο τηλεφώνημα αλλά μετά από δυο ώρες που κατάλαβαν πως δεν θα ερχότουσαν οι ναυτοπρόσκοποι άρχισε το ψάξιμο. Οταν το τηλέφωνο κτύπησε στο γραφείο καθηγητών το σήκωσε η Νίτσα και κοιτάζοντας έντονα στα μάτια τον νεαρό σημαιοφόρο, διαβεβαίωσε τον διοικητή πως κανένας δεν τηλεφώνησε από εκεί. Μετά από αυτό, κι αφού ο δράστης ενημέρωσε τους άλλους δυο για την γενναία πράξη της Νίτσας, οι τέσσερις τους γίνανε μια παρέα στο γραφείο κι όταν ο Δ.Σ. άκουσε την Νίτσα να  λέει "ασ'το διάλο" σταυροκοπήθηκε και ρώτησε με τρόπο αν την είχανε μεθύσει.

Η Νίτσα, σαν αγαθή και φιλεύσπλαχνη χριστιανή, προθυμοποίηθηκε να πλένει και να σιδερώνει την στολή του "δικού της"αξιωματικού, γιατί "στο στεγνοκαθαριστήριο δεν κάνουνε σωστή δουλειά" ενώ σε καθημερινή βάση στο διάλειμμα, κατά τις 10, έβγαζε ένα ταπεράκι με πίττες και μεζεδάκια για ...μπρέκφαστ, κι από τότε που προσκλήθηκε κι ο Δ.Σ., φιλοτιμήθηκε να φέρνει αυτός  το κρασί ή το τσίπουρο. Οι συζητήσεις είχαν ανοίξει αρκετά πλέον, σε θέματα αδιανόητα πριν λίγους μήνες, εκείνο που δεν άνοιξε ποτέ ήταν το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου που της ζητούσε ο Δ.Σ. Το οχυρό του κότσου είχε πέσει  όταν της το ζήτησε ο νεαρός που ξεκίνησε την μεταμόρφωσή της πάνω στο τσούγγρισμα των ποτηριών. Το όνομά της το ψιθύρισε στο αυτί του κι αυτός, τάφος σκέτος, δεν το μοιράστηκε ποτέ του με κανένα από τους συμπότες του.

Οταν τελείωσε την θητεία του η Νίτσα του είπε πως θα του κάνει ένα δώρο. Το δώρο ήταν μια τσάντα χόρτα που τα μάζεψε η ίδια ακολουθώντας μια παμπάλαια μυστική συνταγή. Δεν ήταν από ένα είδος, ήταν από πολλά είδη αλλά σε ορισμένη αναλογία το καθένα. Τα έβρασε η μάνα του που κι αυτή έμεινε έκπληκτη από το αποτέλεσμα, δεν είχε φάει ποτέ νοστιμότερα χόρτα. Το ίδιο κι ο κάποτε αξιωματικός που δεν θυμότανε πια ούτε το πρόσωπο ούτε το όνομα της δακτυλογράφου, αλλά τα χόρτα της δεν τα ξέχασε ποτέ. Αγόρασε όμως ένα δενδρύλιο μανιόλιας και τόβαλε στον κήπο του νάχει τα άνθη της στις αρχές του Ιούνη, να τα μυρίζει και να τα θαυμάζει

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Διήγημα μου, που μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο που δημοσιεύθηκε και σχολιάσθηκε, στην διεύθυνση :

https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/

Πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα...

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Ο μπάρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας

Η  βαρκούλα, με τους δυο νεαρούς μέσα, γυρίζοντας από το κοντινό ψάρεμα, μέσα στον όρμο του λιμανιού, ήρθε κι έδεσε δίπλα στην καμπινάτη βάρκα. Ο γέρος που ήταν μέσα ρώτησε κλασσικά :
- Είχε τίποτε ;
Ο ένας νεαρός έδειξε στον μπάρμπα- Θύμιο ένα λυθρινάκι ίσαμε το δάκτυλό του :
- Να τέτοια ψάρια είχε...
- Τι να σου κάνει κι ετούτο το πεδίον, απάντησε ο γέρος, ψαρεύεται συνεχώς, δεν αφήνουν τα ψάρια να μεγαλώσουν. Παλαιόθεν είχε καλά ψάρια, μέχρι και αστακούς έπιανα. 
- Αστακούς ;
- Ναι, ερυθροφαίους με κυανάς παρειάς !

Ο μπάρμπα-Θύμιος συνταξιούχος αστυνομικός διευθυντής- του Τμήματος Ηθών- προσπαθούσε να μιμηθεί τον δικτάτορα στις ελληνικούρες. Οπως οι περισσότεροι το φαιό το πέρναγε για καφέ χρώμα, δεν φανταζότανε πως η φαιά του ουσία είχε μια ταπεινή γκρίζα απόχρωση. Λεπτομέρειες. Η χούντα τον είχε αξιοποιήσει ορίζοντάς τον πρόεδρο του ναυτικού ομίλου του χωριού. Η γενική γραμμή ήταν "κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο" αλλά σ' αυτό το παραθαλάσσιο χωριό αντί για γυμναστήριο κτίσανε μια αποθήκη για τα σκάφη και ένα αναψυκτήριο από πάνω, το βάπτισαν ναυτικό όμιλο, έφιαξαν και μια επιτροπή με πρόεδρο τον μπάρμπα-Θύμιο και μέλη που δεν ξαναπάτησαν παρά μόνο όταν είχανε καμιά εκδήλωση, για το κέρασμα. Αθλητές δεν είχανε και τα κωπηλατικά σκάφη δεν βγήκανε ποτέ από την αποθήκη. Εφιαξαν όμως μια προβλήτα που απάγγιαζε μια χαρά και φέρανε τις ψαρόβαρκες τους οι κάτοικοι. 

 Ο άλλος νεαρός είπε στον μπάρμπα-Θύμιο :
- Πιάσαμε βέβαια κι αυτά... και σήκωσε δυο λυθρινάρες της μισής οκάς η καθεμιά.
Ο μπαρμπα-Θύμιος στραβοκατάπιε.
- Μπράβο σας, ψέλλισε και χώθηκε στην καμπίνα της βάρκας του. Υπήρχε πάντοτε ένας άτυπος συναγωνισμός ανάμεσα στους ερασιτέχνες ψαράδες που άραζαν τις βάρκες τους εκεί. Ο ίδιος σπάνια έπιανε κάνα λυθρινάκι που του το τηγάνιζε ο καφετζής του ομίλου.

Το αναψυκτήριο του ομίλου ήταν ο τόπος συγκέντρωσης της νεολαίας του χωριού, κυρίως της αθηναϊκής που πέρναγε τα καλοκαίρια της εδώ, και της ντόπιας, όσης δεν φοβότανε να συγχρωτισθεί μαζί της. Ισως το υποχρεωτικό πηλίκιο που φοράγανε στο σχολείο να είχε παίξει τον ρόλο του στα αγόρια, τα τοπικά κορίτσια δεν τα άφηναν οι μανάδες τους σε μικτές παρέες. Είχε μέρος για βουτιές, μέρος για ρακέττες, καμπίνες και τον γερο-Χαράλαμπο να φιάχνει καφέδες και να σερβίρει πορτοκαλάδες και ουζάκια.Υπήρχε μια κάποια κακή φήμη στους μεγάλους για τους νεαρούς πρωτευουσιάνους που καπνίζανε, ακούγανε ροκ και χορεύανε με τα κορίτσια της παρέας. Ισως να οφειλότανε στα κουτσομπολιά του Χαράλαμπου που μάταια το πάλευε μήπως και γίνει τίποτε με τις πιτσιρίκες κι έβγαζε έτσι το άχτι του. Τους έλεγε διάφορα περί της μεγάλης του πείρας από την ζωή, αλλά -φανερά τουλάχιστον- δεν τσίμπησε καμιά. Τις σπάνιες φορές που ερχότανε καμιά τουρίστρια της τάριχνε στο αγγλικό. Της έδειχνε τον Παρνασσό απέναντι και αναστέναζε " Δις ιζ Ντέλφι, δη όμφαλους οφ δη ερθ " και τέτοια, μέχρι να τον μαζέψει ο πρώην αστυνομικός διευθυντής. 

Ο μπάρμπα-Θύμιος είχε πάρει με καλό μάτι τους νεαρούς γιατί δεν εύρισκε άλλους να ακούσουνε τις ιστορίες του, οι χωρικοί τον είχανε στην άκρη, δεν εμπιστεύονταν τους αστυνομικούς. 
Ο υπενωματάρχης και οι χωροφύλακες δεν τολμούσανε να κάτσουν μαζί μ' έναν αξιωματικό της αστυνομίας, ακόμα κι όταν ήταν στην σύνταξη. Υπήρχε και μια άλλη φήμη που τον συνόδευε, ο μπακάλης και μοναδικός προμηθευτής πετρελαίου στο χωριό ορκιζότανε πως ποτέ δεν είχε αγοράσει πετρέλαιο από αυτόν.
- Και πως κινεί την βάρκα ;
- Λένε πως σηκώνεται πολύ πρωί, πριν ξυπνήσουν οι ψαράδες και παίρνει λίγο-λίγο πετρέλαιο από όλες τις άλλες βάρκες να μην τον καταλάβουνε και βολεύεται.

- Οι άντρες στις χριστιανικές κοινωνίες έχουν την ευκαιρία μέχρι τα σαράντα τους να βάλουνε μυαλό, ύστερα είναι αργά, έλεγε  με ύφος Νέστορα ο μπάρμπα-Θύμιος στους νεαρούς.
- Στις μουσουλμανικές κοινωνίες η ευκαιρία του άντρα να βάλει μυαλό είναι μέχρι να παντρευτεί. Αμα δεν διαλέξει σωστά του δίνει η θρησκεία του το δικαίωμα να παντρευτεί και δεύτερη φορά κι αυτός νομίζει πως τώρα τάχα ξέρει να διαλέξει γυναίκα και φορτώνεται δεύτερο βαρίδι, μπορεί και τρίτο αν έχει τα λεφτά. Είναι το ίδιο με τις γυναίκες στον τόπο μας. Σημασία έχει με ποιόν θα πρωτοπάνε, εκεί κρίνονται. Αμα στραβοδιαλέξει τον πρώτο κι όλοι οι άλλοι πάρτον ένα και κτύπα τον άλλον θα είναι και θα γυρίζει χωρίς να στεριώνει πουθενά, σαν την άδικη κατάρα. Αυτά τα ξέρανε οι παλιοί γι αυτό είχανε τα συνοικέσια και γι' αυτό η εκκλησία μας δεν επιτρέπει δευτεροπαντρειές σε άντρες και γυναίκες. Να δούμε τώρα αν η Εθνική Κυβέρνηση μπορεί να μας ξαναγυρίσει στον σωστό δρόμο από τις ανηθικότητες των αριστερών!

Οι νεαροί δεν τον χώνευαν αλλά δεν του τόδειχναν για να μη τους διώξει από τον χώρο, ο όμιλος ήταν περίπου ιδιοκτησία του. Ενα βράδυ, οι πιο τολμηροί από αυτούς σπάσανε την κλειδαριά και μπήκαν στην καμπίνα της βάρκας του. Του πήραν τις δυο πετονιές που είχε και τρία πακέττα 555-θρή φάιβς- τα εγγλέζικα τσιγάρα που κάπνιζε. Τις πετονιές τις πέταξαν, δεν ήταν σόι, τα τσιγάρα τα κάπνισαν κρυφά. Ενας βούτηξε στο νερό και προσπάθησε να βγάλει τον πίρο της βάρκας, να την βουλιάξει, μα δεν τα κατάφερε.
Την άλλη μέρα ο μπάρμπα -Θύμιος τους έλεγε πως του κλέψανε τέσσερις πετονιές και πέντε πακέττα τσιγάρα- από τα ακριβά.
- Θα τους βρώ που θα μου πάνε, αλήτες είναι, όχι καλά παιδιά όπως εσείς !
Το φούσκωμα των κλοπιμαίων παρέσυρε και τα τελευταία απομεινάρια της εκτίμησης των νεαρών.

Οι κάτοικοι του Γαλαξιδιού είχαν νοοτροπία νησιώτικη. Στην ουσία δεν υπήρχε δρόμος που να τους ενώνει με την υπόλοιπη Ελλάδα, η συγκοινωνία γινότανε με καΐκια μέχρι την κοντινή πολιτεία, την Ιτέα, μισή ώρα δρόμο, τρεις φορές την ημέρα. Η χούντα υλοποίησε ένα νατοϊκό σχέδιο κι έφιαξε έναν δρόμο όλο παραλία να ενώνει δυό μέρη που η διαδρομή τους στα Φωκικά του Παυσανία περιγράφεται σαν άθλος. Το νατοϊκό σκεπτικό ήταν να μπορούν να κάνουν απόβαση σε όλη την ακτογραμμή της Στερεάς Ελλάδας. Το έργο το ανέλαβαν ο Σκαπανέας με την ΜΟΜΑ.  Το ονόμασαν Εθνική Οδός Ιτέας-Ναυπάκτου και ήταν ένας άθλιος δρόμος, αλλά δρόμος ! Η χούντα κέρδισε την συμπάθεια των τοπικών πληθυσμών, ιδίως εκείνων των αρβανίτικων χωριών από το Γαλαξίδι μέχρι την Ναύπακτο που ήταν κτισμένα στα βουνά για τον φόβο των πειρατών και τώρα που κατέβηκαν στην θάλασσα, στον δρόμο ελληνοποίησαν τα ονόματά τους... πρώην Βίδαβη, Κίσελη, Βιτρινίτσα κ.λ.π.  δόσανε την θέση του σε εύηχα ονόματα όπως Αγιοι Πάντες, Πάνορμος και Ερατεινή. Ο δρόμος έκανε κάποια χρόνια να ενώσει τα δυό κομμάτια του στην Χαμοπάσα, η Κακιά Σκάλα ωχριά μπροστά της. (*)
Υπήρξε κάποια δυσαρέσκεια των ντόπιων στον "πολιτισμό" που έφερε το άνοιγμα του δρόμου, ένα δείγμα ήταν οι ονομασίες των δρόμων του Γαλαξιδιού, απαραίτητες για τους ξένους που τώρα μπορούσαν να έρθουν οδικώς.  Εκεί που ξέρανε το καντούνι του Αγίου Νικολάου, τον δρόμο της αγοράς και την πλατεία, τα Μανουσάκια- φαίνεται θα φυτρώνανε κάποτε εκεί- είδανε με έκπληξη κάτι μπλε ταμπέλες, οδός 21ης Απριλίου, οδός Εθνεγέρσεως, πλατεία Ηρώων και τέτοια. Ηταν μια ενόχληση στον συντηρητισμό τους.
Αλλά μεγαλύτερη ήταν η έκπληξη των κατοίκων όταν κάποιο πρωΐ είδαν μουτζουρωμένα τα ονόματα των δρόμων και από πάνω γραμμένα οδός Δημοκρατίας, οδός Συγγρού, οδός Πειραιώς και άλλα μη εθνικόφρονα. Η έκπληξη έγινε απέχθεια όταν μάθανε πως το ίδιο βράδυ  κάποιοι είχαν ζωγραφίσει στον πίσω τοίχο του κτιρίου της χωροφυλακής ένα κατακόκκινο σφυροδρέπανο !
Τέλος, σκάρτα εκατό  μέτρα από ένα σπίτι, το Μητροπουλέϊκο, στον μοναδικό τοίχο που είχε απομείνει από το κάποτε μπακάλικο, κάτω από την επιγραφή : 
ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ  
"Ο ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΟΣ"
κάποιος είχε γράψει με μπογιά, μια λέξη μοναχά :
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η χωροφυλακή πέρασε στο ντούκου το θέμα, ασβέστωσε το σφυροδρέπανο αμέσως και κατέβασε τις μουτζουρωμένες και ξαναγραμένες πινακίδες προς ικανοποίηση των ντόπιων που δεν τις χώνεψαν ποτέ. Η λέξη ελευθερία καλύφθηκε με μαύρη μπογιά λίγες ώρες μετά, από ενέργειες κατοίκων με εθνικόφρονες ανησυχίες. Αποκατεστάθη η τάξις ! Το θέμα ξεχάστηκε σιγά-σιγά. Μόνο κάποιοι νεαροί επέμεναν να κουρδίζουν τον πάλαι ποτέ αστυνομικό διευθυντή πως είναι θέμα τιμής να βρεθούν "οι αλήτες που τα έκαναν" και τον καλούσαν να αναλάβει δράση. Κι αυτός να τους λέει πως δεν έχει πληροφοριοδότες στο χωριό- ποτέ τους δεν τον συμπάθησαν οι ντόπιοι, ήταν γαλαξιδιοτόγαμπρος- κι αν θέλουν οι νεαροί μπορούν να βοηθήσουν, αν τυχόν ακούσουν κάτι.
- Είμαι σίγουρος πως είναι οι ίδιοι αλήτες που έκλεψαν τις πετονιές και τα τσιγάρα από την βάρκα μου, έλεγε.

Και δεν είχε άδικο αλλά δεν τόμαθε ποτέ.

(*) 
https://
www.youtube.com/watch?v=pm1k2LlTIQc&ab_channel=ifantisteo
Διευκρίνηση : Η διήγηση στηρίζεται σε μεγάλο μέρος από αληθινά γεγονότα. Η αναγραφή της λέξης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σε τοίχο έγινε  μετά το γνωστό ποίημα της Κωστούλας Μητροπούλου "ο Δρόμος" που μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος, δεν ήταν η αφορμή.


Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Η θεια



Θα ήταν δέκα η ώρα το βράδυ όταν ένα χέρι τον τράβηξε απ' το μπράτσο.
- Πάμε !
Το ύφος του φίλου του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Παράτησε σύξυλη την κοπέλλα να συνεχίσει μόνη  της τον χορό και τον ακολούθησε. Στον δρόμο ο φίλος του εξήγησε πως μια γιαγιά βρέθηκε στην θάλασσα και την προλάβανε πριν πνιγεί αλλά είχε πιει νερό και είχανε την χρεία του. Ο φίλος του ήταν φοιτητής της ιατρικής, για τους απλοϊκούς χωρικούς ήταν ήδη γιατρός. Τον ήθελε μαζί του γιατί είχε πικρή πείρα από τους κατοίκους του χωριού, ήθελε κάποιον να μπορέσει να συνενοηθεί μαζί του, αν του τύχαινε ανάγκη από βοήθεια.
Δεν τον πολυάκουγε. Στο μυαλό του είχε ακόμα τις αναλογίες της κοπέλλας, στο μπλουζ μελετούσε το ανάγλυφό της συνοδεία μουσικής και τον διέκοψε. Αλλά η φιλία ήταν πάνω από τέτοια.

Ηταν μια παράξενη μέρα. Είχε αποφασίσει να μεθύσει για να δει πως είναι, μέχρι τότε δεν τα είχε καταφέρει. Στηριζότανε στην παρουσία του φίλου του, του φοιτητή της ιατρικής, όχι τόσο για τις γνώσεις του όσο για την αντοχή του στο ποτό. Ηθελε νάναι σίγουρος πως κάποιος θα τον φρόντιζε αν μέθαγε.  Ο φίλος του είχε έναν εκπληκτικό σωματότυπο, νόμιζες πως ήταν ο μίστερ-Ελλάς ενώ δεν γυμναζότανε καθόλου !! Είχε τέτοια δύναμη και αντοχές που θεωρούσε απίθανο το να μεθύσει ποτέ.
Είχαν ξεκινήσει το απόγευμα με μπίρες και παγωτά στο αναψυκτήριο, μετά ουζάκια με μεζέδες στο καφενείο και κρασί με μακαρονάδα στην μοναδική ταβέρνα του χωριού. Ο "γιατρός" είχε φάει διπλή μερίδα αλλά το στομάχι του ήτανε πλάκα λες κι ήταν νηστικός ! Το βράδυ, στο πάρτυ όπου τους αναζήτησαν, αυτός έπινε βότκα, ο "γιατρός" ουίσκι αλλά ακόμα ήταν κι οι δύο εντελώς νηφάλιοι.

Στο σπίτι της γιαγιάς κόσμος πολύς κι ανήσυχος υποδέχθηκε τον "γιατρό" και τον "βοηθό" του. Τους έκαναν χώρο να περάσουν στο δωμάτιο όπου είχαν ξαπλωμένη την γιαγιά με στεγνά ρούχα και βγήκαν έξω κλείνοντας την πόρτα. Η γιαγιά είχε κλειστά μάτια κι αρνιόταν να μιλήσει. Σε μια μαύρη μαντήλα είχαν τυλίξει τα μαλιά της, έξω από το σκουτί που την σκέπαζε περίσσευαν οι κάλτσες στα πόδια της, μαύρες κι αυτές . Το πρόσωπό της κέρινο, όλο ρυτίδες, τα μάτια της τα είχε σφαλιστά.
Μετά από κάποιες προσπάθειες ο "γιατρός" είδε κι απόειδε, κατάλαβε πως δεν θα του μιλήσει. Της έβαλε θερμόμετρο στο στόμα και της πήρε τον σφυγμό. Φαινότανε να είναι καλά αλλά θέλησε να μάθει περισσότερα. Της ξεκούμπωσε την πουκαμίσα κι έβαλε το αφτί του πάνω στην γυμνή σάρκα του στήθους της ν' αφουγγρασθεί την καρδιά της. Ο "βοηθός" έμεινε άναυδος. Οι ζάρες του προσώπου της αραίωναν στον λαιμό και εξαφανιζότουσαν στο στέρνο. Και πιο κάτω ολόρθα δυο μικρά στήθια κάτασπρα, πιο λαχταριστά κι από δεσποινίδας, λεία, με τέλεια συμμετρικές ρόγες. Ηταν περισσότερο από σίγουρο πως ποτέ τους ήλιος δεν τα είδε, μάλλον ούτε και άλλο αντρικό βλέμμα. Ενας κρυμμένος θησαυρος. Ο "γιατρός" ατάραχος έκανε την εξέτασή του και την ξαναέντυσε, μετά μαζί με τον "βοηθό" του πήγαν στους συγκεντρωμένους συγγενείς της για τις οδηγίες.

Από τις διηγήσεις των συγγενών της μάθανε την ιστορία της. Μικρή αρραβωνιάστηκε ναυτικό που μπάρκαρε και χάθηκε στα νερά του Ινδικού. Μια που δεν βρέθηκε το πτώμα του, πάντοτε μια ελπίδα ζωντανή υπήρχε στην γιαγιά πως θα γυρίσει - της τόχε υποσχεθεί. Δεν ξανακοίταξε άλλον για άντρα. Πέρασε μια ζωή σαν κόρη περιμένοντας τον και μετά σαν θεία που φρόντιζε τ' ανήψια της, μέχρι που με τα χρόνια έγινε θεια για τα καλά. Ετσι φώναζαν στο χωριό όλες τις γριές.
- Θα λαχτάρησε φαίνεται  η θεια να δροσίσει τα πόδια της και μπήκε στο νερό, νύχτα ήταν και κάπου θα παραπάτησε, έβγαλε το συμπέρασμα ο αρχηγός των συγγενών. Αφού λες πως είναι εντάξει, όλα καλά, γιατρέ μου, ευχαριστούμε και να πας στο καλό.

Γύρισαν πίσω στο πάρτυ και το πιοτό. Ο "βοηθός" δεν είχε κέφι να χορέψει, έπινε μόνο. Ηταν συγκλονισμένος από το απρόσμενο θέαμα που του έτυχε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί τι κρυβότανε κάτω από τα ρούχα μιας θειας. Η βότκα του ζωγράφιζε τα στήθια της όλο και πιο έντονα, περισσότερο από απορία και θαυμασμό, παρά από επιθυμία.

Αισθάνθηκε να τον τραβάνε από το μπράτσο ξανά. Αυτή την φορά τα πράγματα ήταν άσχημα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά ο "γιατρός" ήταν τύφλα στο μεθύσι. Δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Μαζί με έναν εθελοντή τον κρέμασαν από τους ώμους τους και τον πήγαν σπίτι του. Τα πόδια του σέρνονταν στο χώμα, το παντελόνι του ήταν λερωμένο. Περασμένες δύο τη νύχτα βγήκε η μάνα του να τον παραλάβει. Τράβηξε πρώτα τα μαλλιά της και μετά έκανε γροθιά το χέρι της με προτεταμένο τον διπλωμένο δείχτη, τον έβαλε μέσα στα δόντια της κι άρχισε το μοιρολόι " Αάχ, τι του κάνατε του παιδιού μου, πως τον καταντήσατε έτσι τον γιατρό μου, τον επιστήμονά μου, άι,άι, άιιι". Τα δυο παιδιά την ηρέμησαν, τον περιποιήθηκαν και τον έβαλαν για ύπνο. Μετά χώρισαν οι δρόμοι τους, ο "βοηθός" πήρε τον παραλιακό να αναπνεύσει λίγο δροσερό αέρα.

Οπως περπάταγε κουρασμένος και μισοζαλισμένος του φάνηκε πως είδε στο φεγγαρόφωτο μια σκιά να κινείται μέσα στην θάλασσα προς τα κει που βάθαιναν τα νερά. Είχε δει φευγαλέα για να κρίνει αλλά ώσπου να συγκεντρωθεί δεν φαινότανε τίποτε πια. Απ' το μυαλό του πέρασε πως μπορεί και να του φάνηκε, είχε πιεί αρκετά, μπορεί ακόμα η σκιά να έφτασε στα άπατα και να μη φαινότανε πια. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, οι ατμοί της βότκας έκαναν τον ύπνο απαιτητικό.

Το μεσημέρι που ξύπνησε άκουσε την καμπάνα της. Αυτή την φορά η θεια τα κατάφερε.

πρωτοδημοσιεύτηκε στις 11-2-2018 στον ιστότοπο  https://sarantakos.wordpress.com



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Της πετονιάς καμώματα



Εχω μια συνήθεια : δεν μπορώ να κάνω μπάνιο χωρίς μάσκα και βατραχοπέδιλα πάνω από 5 λεπτά, ενώ με τα τσαμασίρια μου ξεχνάω να βγω. Μ' αρέσει να ψάχνω για χταπόδια, για μύδια, για δολώματα αλλά γενικά, όταν ψάχνεις...βρίσκεις.  Σε προ κρίσης εποχές τα χαρτονομίσματα ήταν σε ημερήσια διάταξη- έχουν και μια ιδιότητα μέσα στο νερό, απλώνουν και γίνονται ευδιάκριτα. Ασύλληπτο ρεκόρ μου σε μια ερημική παραλία, τρία δεκαχίλιαρα απλωμένα στην άμμο σαν πετσετάκια...Με το ευρώ σφίξαν τα πράγματα, μόνο μια φορά ένα πενηντάρικο και κάτι ταλληροδεκάρικα στη χάση και τη φέξη. Πάνε οι καλές εποχές που βούταγε ο κόσμος με τα χιλιάρικα στα μαγιό. Κατά τα άλλα μαχαίρια, ταψιά (!), κινητά, βραχιόλια κ.λ.π., ήταν και είναι στην ημερησία διάταξη.
Εκεί όμως που γίνεται χαμός είναι στα βαρίδια και τις σκαλωμένες πετονιές που έχω την συνήθεια να τις μαζεύω τυλίγοντας τες στο σκουπόξυλο που βαστάω - με μια τρίαινα στην άκρη για χταπόδια και σουπιές. Τις ξετυλίγω μετά σπίτι, τις ματίζω και δένω μ' αυτές πέτρες που ρίχνω για ρεμέτζο σε τόπους που αν ρίξεις άγκυρα αποκλείεται να την σηκώσεις αλλά φυσικά κρατάνε καλά ψάρια. Εννοείται πως δεν σηκώνω πίσω την πέτρα, αν δεν έχει ρεύματα να σπάσουν την πετονιά τότε της δένω ένα φελουδάκι και την χρησιμοποιώ κι άλλη φορά. Δεν ξεκινάω για τέτοιο ψάρεμα με λιγότερο από τρεις πέτρες με τις αντίστοιχες πετονιές.
Τα βαρίδια όλο και λέω πως θα τα λιώσω να κάνω δικά μου όπως τα θέλω κι όλο εκεί βρίσκονται.

Κολύμπαγα στα ρηχά μιας βραχονησίδας την επαύριο μιας μεγάλης θαλασσοταραχής όταν είδα  στον πάτο μια πετονιά κι άρχισα να την τυλίγω στο καμάκι. Σε λίγο είδα κι έναν σαργό σε αφύσικη στάση, λογικό μια που ήταν αγκιστρωμένος στο κομμάτι από ένα παραγάδι που είχε εξωκείλει, δεν ήταν πετονιά αυτό που βρήκα. Τελικά ήταν καμμιά εικοσαριά αγκίστρια με δυο καλούς σαργούς, ένα σπαράκι  κι έναν τεράστιο τρουπολόγο. Σπίτι τύλιξα το κομμάτι από το παραγάδι σε μια πλαστική μπουκάλα του νερού, έφαγα βραστό τον τρουπολόγο  και διαολίστηκα στη σκέψη πως εκεί που κολύμπαγαν τα καπή του χωριού, μου είχε πει ο γιός μου πως είχε δει τσιπούρες να σκάβουν την άμμο μεσημεριάτικα.  Αφού το καλοσκέφτηκα, έσπασα καμιά εικοσαριά πορφύρες τις έβαλα σ' ένα σακουλάκι, πήρα το μπουκάλι με το παραγάδι και μπήκα στο νερό. Πλησιάζοντας τις γραίες βούτηξα στον πάτο κι έδεσα την άκρη σε μια πέτρα του βυθού. Υστερα απομακρυνόμενος από εκεί που κολυμπούσαν ξετύλιγα από το μπουκάλι, δόλωσα τα υπόλοιπα αγκίστρια, πήρα μια άλλη πέτρα για τέρμα και κολύμπαγα με τεντωμένο το παραγάδι προς το σημείο που ήθελα να είναι το τέρμα του. Σε δυο ώρες που ξαναβούτηξα είχε τέσσερις μισόκιλες τσιπούρες τις οποίες ξαγκίστρωνα στον πάτο κι έβαζα στην σακούλα που έχω στην μέση για τα χταπόδια. Μία μου την κοπάνησε στο ξεψάρισμα, δεν πρόλαβα να τις κόψω τα σπάραχνα. Το παραγαδάκι παρέμεινε στον πάτο όπου κάθε τόσο το δόλωνα "εν πλω" αλλά τωρα μόνο σαργουδάκια και λιγδοπούλες μου έδινε. Είχε χάσει και κάποια αγκίστρια, είχαν μείνει μόνο καμιά δεκαπενταριά κι ο καιρός άρχισε να κρυώνει δεν ήταν να βουτάς άλλη ώρα εκτός από το μεσημέρι. Το σκέφτηκα και αποφάσισα να του βάλω τσαμαδούρες και να το χειρίζομαι από την βάρκα αλλά νάναι κρυφό γιατί υπήρχε ακόμα κόσμος που έκανε μπάνιο. Πράγματι έδεσα στις πέτρες της αρχής και του τέλους από ένα σκοινί που σταμάταγε μια οργιά κάτω από την επιφάνεια του νερού και συνέχιζε με λεπτή πετονιά που τέλειωνε σ' ένα φελλό από μπουκάλα του κρασιού. Τραβούσα με προσοχή την πετονιά μέχρι να πιάσω το σκοινί , ανέβαζα την πέτρα, έπιανα την πετονιά, ξανάριχνα την πέτρα και ξεψάριζα-ξαναδόλωνα το παραγάδι  από την βάρκα. Ετσι μπορούσα να το σηκώσω το σούρουπο ή το χάραμα, ώρες που δεν ήταν κατάλληλες για μπάνιο όταν και αν κατάφερνα να βρω τον φελλό της αρχής ή του τέλους, πράγμα σχεδόν αδύνατο αν η θάλασσα δεν ήτανε λάδι. Ετσι έχασα δυο τρεις μέρες στο περίμενε μέχρι που ένα βραδάκι βρήκα τον φελλό κι άρχισα να σηκώνω το παρατημένο  παραγαδάκι. Μια περκούλα ήταν πιασμένη κι όπως την ξεψάριζα είδα κάτι να ασπρίζει δυο-τρία αγκίστρια παραπέρα. Μια δίκιλη γοργόνα βγήκε εξαντλημένη φούσκα στον αφρό. Δεν το ξανάριξα από τότε θεωρόντας πως ότι είχε να μου δώσει το παραγαδάκι, μου τόδωσε, Να μην είμαστε και πλεονέκτες !

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Ενα όνειρο

 ... I dreamed a dream that made me sad
Concerning myself and the first few friends I had...


...And many a road taken by many a first friend
And each one I've never seen again...

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας ενώ πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να πάρει συγκεκριμένη θέση. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η σταθερή παραμονή σ’ ένα σημείο  ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα τα περιττά να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει έτσι την ανηφόρα. Αντίθετα ο Αχιλλέας προσπαθόντας ν' ανέβει, μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του και κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνιος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο λίγο πιο ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα κατρακυλήσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν αυτός ο ίδιος στ' όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για πιο σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο του σπιτιού του, στο σύγχρονο σπίτι του καταμεσής αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.


Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.


Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ξανά

Εις μνήμην φίλων παλιών και καλών

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Κερατώ



Ενα κεφάλαιο από ένα διήγημα...


Η Κερατώ βλαστημούσε τη τύχη της. Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο δεν λειτουργούσε και το οδήγημα της φαινότανε κουραστικό. Μη μπορώντας μόνη της να φτιάξει κάποιο σενάριο αναλογιζότανε πως έμπλεξε σε τούτη την ιστορία. Ολα ξεκίνησαν απ’ το ότι βαριότανε να κάνει μόνο μια δουλειά αλλά δεν ήταν ικανή να κάνει δυο ταυτόχρονα. Συνήθιζε την ώρα της μηχανικής της δουλειάς να μιλάει με τις ώρες στο τηλέφωνο. Αρχικά με φίλες, έπειτα με γνωστούς κι’ αγνώστους, αυτοί ήταν καλύτεροι πελάτες, όταν βαριότουσαν τη συζήτηση η Κερατώ άρχιζε τα νάζια και τις αόρατες υποσχέσεις και η κουβέντα ξανάναβε, ενώ οι φίλες της δεν τσιμπάγανε, την ξέρανε καλά και δεν είχαν τίποτε να περιμένουν απ’ αυτή. Μόνο ο λογαριασμός του τηλεφώνου την τρόμαζε που ανέβαινε συνέχεια. Ανακάλυψε την επικοινωνία μέσω κομπιούτερ. Εχασε βέβαια το πλεονέκτημα της γλυκειάς φωνής της, αλλά ο λογαριασμός της μειώθηκε αισθητά και τρελλαινόταν να βλέπει στην οθόνη τα λόγια της. Σιγά-σιγά νόμισε πως έχει λογοτεχνική φλέβα. Της άρεσε ακόμη που μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο, να μη ξέρει ο άλλος καθόλου πως είναι, ούτε το φύλο της και το κυριότερο μπορούσε να μιλά με πολλούς ταυτόχρονα. Γρήγορα βέβαια όλοι κατάλαβαν ότι πρόκειται για γυναίκα, ο θηλυκός χαρακτήρας της ξεχείλιζε παντού. Δεν ενοχλήθηκε καθόλου, ίσα- ίσα το επεδίωκε και χρησιμοποίησε μερικά από τα παλιά κόλπα του τηλεφώνου. Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως μιλάει με άντρες, αλλά η γυναικεία αυτοπεποίθηση της χρειαζότανε μια τόνωση, όπως και το στήθος της που είχε πέσει, άλλο πρόβλημα αυτό. Και εντάξει μ’ ένα καλό σουτιέν βολευότανε η κατάσταση αλλά την ώρα της αλήθειας, όταν στεκότανε γυμνή μπροστά στον καθρέπτη της να λατρέψει το είδωλό της, οι ρόγες της βλέπαν το πάτωμα. Ετρεμε στην ιδέα ότι κάποιος πιθανός εραστής θα την απέρριπτε γι’ αυτό. Πιθανός εραστής...μόνο για τον Πόντιο ήτανε σίγουρη ότι ήτανε άνδρας, γιά όλους τους άλλους διατηρούσε μια επιφύλαξη. Αχ, το διαδίκτυο...προσφέρει πολλά αλλά και το μυστήριο της προσωπικότητας. Τώρα καταλάβαινε ότι το παιχνίδι είναι αμφίδρομο, δεν ήταν κυρίαρχη όπως στο τηλέφωνο.
Μια Πόρσε τη προσπέρασε μουγκρίζοντας. Ενοιωσε μια ανατριχίλα στο υπογάστριο ενώ ασυναίσθητα το δεξί της χέρι χούφτωσε το λεβιέ. Πάντα η Πόρσε της έφερνε στο νου τον ιδανικό άντρα. «Με τέτοια βυζιά, μωρή ;» θύμωσε με τον εαυτό της. Στο βάθος του μυαλού της έψαχνε τρόπο για να βρει τα χρήματα της αποκατάστασης. «Γιατί η άλλη, η Μιμή, καλύτερη είναι ;» αναρωτήθηκε. « Ολο το κόλπο είναι να τυλίξω πρώτα ένα λεφτά να μου τα πληρώσει αυτός, κι’ αν δεν μπορώ με το σώμα μου, μπορώ με τη πέννα μου» έριξε ενέσεις ηθικού στον εαυτό της. Η απομάκρυνση της Πόρσε την επανέφερε στα λογοτεχνικά της αφήνοντας ένα στεναγμό ερωτικής απογοήτευσης. Εξ άλλου τα λογοτεχνικά της ήταν η αιτία ή το πρόσχημα που ταξίδευε. Θα περνάγανε μαζί με τον Πόντιο μια ίσως και δυο –αν της άρεσε μέρες στην Πάτρα, είχανε ραντεβού στα τυφλά.


Αν βέβαια τον γνώριζε από τις -ποιος ξέρει αν ήτανε αληθινές- περιγραφές στο κομπιούτερ. Της είχε πει πως ήταν κοντούλης και θα φόραγε μπότες  με ψηλά τακούνια για να αισθάνεται καλύτερα «κι’εγώ θα φοράω το ενισχυμένο σουτιέν» σκέφτηκε, πισωγυρίζοντας ελαφρά. « Ε, κάτι το λογοτεχνικό θα υπάρχει στη περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είπε φωναχτά κι’ ύστερα θαύμασε το ταλέντο της στις ωραίες εκφράσεις. «Δεν μπορεί, ο Πόντιος με τις ευαίσθητες κεραίες του θα πιάσει στον αέρα μια τέτοια φράση, ίσως…κάποιος άλλος» ταξίδευε στις φαντασιώσεις της. Η σκέψη του Πόντιου της έφερε πίσω στο μυαλό τον ανταγωνισμό. Επρεπε να φτάσει πριν απ’ αυτόν, να μάθει το έδαφος πρώτη, να πιάσει τα καλά περάσματα.
Οταν την προσπέρασε ένα κατσαριδάκι κατάλαβε πως η ενασχόληση του νου δεν συμβιβάζεται με γρήγορη οδήγηση, ειδικά όταν τα θέματα καίνε. Γιατί όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει ήταν σε υπερδιέγερση. Το ένστικτό της, της έλεγε ότι κάτι σπουδαίο θα προκύψει στο Καρναβάλι. Φτάνει να φερθεί έξυπνα για να μη το χάσει. Χαμογέλασε. Της φάνηκε πως το στήθος της ανέβηκε δυο πόντους. Κόλλημα κι’ αυτό. Από τότε που διάβασε σ’ ένα βιβλίο πως ο Ντ’ Αννούτσιο, ο μεγάλος ποιητής έδιωξε την ερωμένη του δηλώνοντας σαν δικαιολογία επίσημα «πέσαν τα βυζιά της» της εγινε μόνιμος μπελάς. Γιατί σαν λογοτεχνική ψυχή πλέον, ονειρεύοτανε τον εαυτό της δίπλα σ΄ένα μεγάλο, καταξιωμένο ποιητή. Στο μεταξύ βέβαια την έδερνε η ερωτική πείνα, κολλημένη στο κομπιούτερ όλη μέρα. Βελτιωνόταν όμως λογοτεχνικά, από μια άποψη ετοίμαζε τον εαυτό της γι’ αυτά που νόμιζε ότι της άξιζαν, τόσος καιρός δεν θα πήγαινε χαμένος. . Ταξίδευε για τη γη της επαγγελίας ήταν σίγουρη .
Αποφάσισε να κάνει μια στάση για καφέ στο Κιάτο

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Φίλιππος



Το Φίλιππος ήταν παρατσούκλι. Ηταν κάποιος νέος (τότε), γόνος καλής και εύπορης οικογένειας (τότε) με μιά έφεση σε τζογάρισμα κάθε είδους, από πρέφα καπίκι στο καφενείο μέχρι την ρουλέττα στο ΜονΠαρνές. Και φυσικά από το ρεπερτόριό του δεν μπορούσε να λείψει ο βασιλιάς των τυχερών παιχνιδιών, ο ιππόδρομος.
Ο Φίλιππος μετά το τότε εξατάξιο γυμνάσιο πήγε στην Αγγλία να σπουδάσει μηχανικός. Κάτι τα άλογα, κάτι τα σκυλιά κατάφερε να σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Χαβάη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα του στείλαν λεφτά και του είπαν να φέρει από το Βέλγιο μια Μερσεντές, ήταν συνηθισμένο τότε να φέρνουν αυτοκίνητα από το Βέλγιο, ήταν πιο φτηνά απ' ότι στην Ελλάδα.
Κατάφερε να επιστρέψει με ένα Χίλλμαν Ιμπ, πιθανόν να είχε  και ιππόδρομο στο Βέλγιο, καζίνο είχε σίγουρα... Παρουσιάστηκε να κάνει το στρατιωτικό του και όταν έγινε αξιωματικός ήρθε στο Πεντάγωνο οπότε οι επισκέψεις του στο Φαληρικό Δέλτα ήταν χωρίς απουσίες. Μάλιστα επειδή δεν προλάβαινε να αλλάξει, άφηνε το πηλίκιόν του στο αμάξι και  ερχόταν με την στολή του στον ιππόδρομο προκαλώντας κρυφά χαμόγελα όταν τον έβλεπαν καλοκαιριάτικα να φοράει διπλοκουμπωμένη μια καπαρντίνα για να μην φαίνεται η στολή...
Αντίθετα έβαζε το στρατιωτικό πηλίκιον όταν οδηγούσε για να μπορεί να κάνει ψιλοπαραβάσεις ερχόμενος ή φεύγοντας, χούντα είχαμε τότε...  Οπως ερχότανε, συχνά έφερνε μαζί του τον πατέρα ενός αναβάτη που δούλευε σαν πολιτικό προσωπικό στο Πεντάγωνο. Οπως ήταν φυσικό ο πατέρας του (μέτριου) αναβάτη του έλεγε τα προγνωστικά του γιού του, τα οποία απέφευγε να παίξει ο ίδιος ή τα έπαιζε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος είχε και μια αδυναμία σε ένα άλογο, τον Σάαντ Ακάρ, ένα αραβικό στέγιερ, δηλαδή το άλογο ακολουθούσε με τα τελευταία και προσπαθούσε στο τέλος να καλύψει την διαφορά. Εκτός σπανίων περιπτώσεων δεν προλάβαινε να τα καταφέρει, είχε δε μόνιμο αναβάτη τον γιο του εργαζόμενου στο Πεντάγωνο, μέτριο αναβάτη, αντικειμενικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τρέχει ο Σάαντ Ακάρ κι ο Φίλιππος να μην έχει στοιχηματίσει επάνω του. 

Μια μέρα ο πατέρας του αναβάτη είπε στον Φίλιππο πως ο γιός του θα του πει την ώρα της επίδειξης ένα άλογο στην προτελευταία κούρσα.  Του είπε να περιμένει να πάρουν τα άλογα οδηγίες στο πάντοκ- τον χώρο της επίδειξης- ώστε να είναι χίλια τοις εκατό σίγουροι αλλά να μην το παίξουνε πάρα πολλά λεφτά να μην καταλάβουν πως τους έδωσε την πληροφορία. Ο Φίλιππος ειδοποίησε έναν δικό του πιτσιρικά να τον πάρει από πίσω σ΄αυτήν την κούρσα και να παίξει γι αυτόν τα εννιά κατοστάρικα που τούδωσε σε όποιο άλογο παίξει ο ίδιος, αυτός θα  έπαιζε μόνος του άλλα τρία. Τα άλογα γυρίζανε στο πάντοκ κι ο αναβάτης έκανε σήμα στον πατέρα του πως θα κερδίσει αυτός. Ο πατέρας έκοψε εξη πενηντάρικα σύνθετα στο άλογο του γιού του, ο πιτσιρικάς πονηρός πήγε στα εικοσάρικα κι έκοψε πενήντα εικοσάρικα -τα πέντε δικά του. Δεν μπορούσανε να παίξουνε γκανιάν, δηλαδή απλή νίκη του αλόγου, γιατί θα ρίχνανε πολύ την απόδοση. Ας κέρδιζε και μετά θα ψάχνανε να βρούνε τον νικητή της τελευταίας ιπποδρομίας, έτρεχαν  μόνο έξη άλογα και ένα από αυτά ήταν ο Σάαντ Ακάρ με αναβάτη φυσικά τον γιο. 

Η κούρσα έγινε και όντως ο γιός κέρδισε με ικανοποιητικές αποδόσεις. Ο Φίλιππος και ο πατέρας έπιασαν θέση στο πάντοκ να ρωτήσουν τον γιο για την επόμενη κούρσα. Ο γιός βγήκε στο πάντοκ κι άκουσε τις οδηγίες του προπονητού του " Δεν έχουμε σπουδαία τύχη με αυτούς τους αντιπάλους. Καλύτερα αυτή την φορά να τον πας με τα πρώτα άλογα να δούμε πως αποδίδει με τέτοια διαδρομή και την άλλη φορά βλέπουμε". Ο αναβάτης ανέβηκε στον Σάαντ Ακάρ και με κουνήματα της κεφαλής τους έδειξε να μην παίξουν τον ίδιο και τους πρότεινε δυο άλλα άλογα.
Ο Φίλιππας πήρε τα σύνθετά του από τον μικρό και πήγε να παρακολουθήσει τον πατέρα  να δει που θα τα βάλει. Πραγματικά ο πατέρας άκουσε τον γιό του και τα μοίρασε στα δύο άλογα που του είπε. Ο Φίλιππος έβαλε κι αυτός εκεί τα πιο πολλά και κάτι λίγα στα άλλα τρία άλογα. Μόνο στον Σάαντ Ακάρ δεν έβαλε αφού είχε την πληροφορία.
Ο πιτσιρικάς ήθελε να πληρωθεί σίγουρα και με πεντε εικοσάρικα που είχε μπορούσε να καλύψει πέντε άλογα αλλά έτρεχαν έξη. Προτίμησε να τα πουλήσει και μόλις φώναξε "πουλάω" και πριν αρχίσουν τα παζάρια ένας του φώναξε " Πόσα έχεις ; τα αγοράζω όλα με εκατό κι ας κάνουνε ογδόντα".
Ηταν συνηθισμένο τότε να πουλάνε τα σύνθετα όταν είχε κερδίσει το άλογο στο πρώτο σκέλος, ήταν ένας τρόπος να βγάλουν κάποιο παραπάνω κέρδος από το να έπαιζαν το άλογο απλά να κερδίσει αλλά παραμόνευε κι ο κίνδυνος να μην έχουν κέρδος αν δεν έβρισκαν αγοραστή και αναγκάζονταν να ψάξουν τον νικητή της επόμενης ιπποδρομίας.
Οι άλλοι υποψήφιοι αγοραστές φύγανε κι ο πιτσιρικάς τούδωσε τέσσερα σύνθετα και τσέπιασε οκτακόσια  (οι τιμές στον ιππόδρομο  ήταν στο δεκάρικο) κι έβαλε το πέμπτο σύνθετο στο άλογο που τα έβαλε ο αγοραστής.


Με το που δόθηκε η εκκίνηση ο Σάαντ Ακάρ βρέθηκε με το βήμα του στην πρώτη θέση. Καθώς δεν πιέστηκε καθόλου στο τέλος  είχε τις δυνάμεις και κέρδισε απομακρυνόμενος σημαντικά από τα άλλα άλογα. Ο πιτσιρικάς είδε τον αγοραστή που πανηγύριζε και προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του. Ηξερε πως είχε κερδίσει πάνω από δέκα χιλιάρικα. Ο Φίλιππος κοίταζε σαν χαμένος τον πατέρα που κατέβηκε στον στίβο να υποδεχθεί τον γιό του που γύρναγε για την καθιερωμένη φωτογραφία του νικητή σαν βρεγμένη γάτα...
- Να, τον μούτζωσε, ήθελα νάξερα ποιός μαλάκας σε έκανε, είπε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ιδιοκτητών του αλόγου και των φίλων τους.
Ενας αστυφύλακας έκανε να κινηθεί προς αυτόν αλλά ο Φίλιππος που ήταν συμπονιάρης και καλό παιδί, του έδειξε την ταυτότητα του αξιωματικού και απομακρύνθηκε. Πήρε τον πατέρα στο αυτοκίνητό του, έβαλε το πηλίκιο κι άρχισαν να ανεβαίνουν την Συγγρού...

Για την ιστορία το "σίγουρο" άλογο που κέρδισε ήταν όντως σίγουρο γιατι κέρδισε ντοπαρισμένο, αποδείχθηκε μετά !

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες και γεγονότα του Τζι



Δεν έμαθε ποτέ του σωστά αγγλικά πέρα από τα γκομενικά για τις τουρίστριες στην προ έητζ εποχή και όσα του χρειάζονταν για να καταλάβει τους στίχους του αγαπημένου του Μπομπ Ντύλαν που πρόσφατα τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Η αιτία βρίσκεται πολύ μακριά, πίσω στην εποχή που με κοντά παντελονάκια γράφτηκε μετά την πρώτη στην δεύτερη τάξη  στο IAS όπως λεγόταν το ξενόγλωσσο φροντιστήριο της γειτονιάς του. Επεσε σ' εναν δάσκαλο τον κύριον Ι., Αιγυπτιώτη εγγλεζοαναθρεμένο που μίλαγε με στόμφο στους μαθητές κι ευλογούσε συνέχεια τα γένια του : " Σας φαίνεται δύσκολη η ορθογραφία των Αγγλικών ... φυσικό είναι αφού δεν διαβάζετε. Δεν διαβάζετε ! Εγώ στην ηλικία σας διάβαζα και ήμουνα άσσος στα Αγγλικά, άσσος στην Γεωμετρία, άσσος στην Ιστορία, άσσος στην Γεωγραφία..."
Ο μικρός τότε Τζι δεν άντεξε : " κι εγώ είμαι άσσος στην Γεωγραφία κι ας μην διαβάζω, τι σχέση έχει με την λόξα των εγγλέζων άλλα να γράφουν κι άλλα να προφέρουν ;"

Προϋπήρχε μια κόντρα μεταξύ τους όταν ο Τζι για να του αποδείξει την λόξα στην ορθογραφία των αγγλικών έγραψε στον πίνακα την λέξη ghoti και του ζήτησε  να την διαβάσει. "Γκόουτι" έρριξε άδεια να πιάσει γεμάτα ο προφέσσορας, "Fish" ανεφώνησε θριαμβευτικά ο Τζι και φρόντισε να του εξηγήσει :
gh = f  όπως στο enough
o = i   όπως στο women
ti = sh   όπως στο motion

"Σοφιστείες" είπε ο κύριος Ι. "κάτσε κάτω"
Ο Τζι κάθισε αλλά του την είχε φυλαγμένη και τώρα που νόμισε πως τον παίρνει του βγήκε με κόκκινο...
Ο κ. Ι. δέχτηκε την πρόκληση :  Θα σου κάνω μια ερώτηση στην  Γεωγραφία κι αν την απαντήσεις εγώ θα κατέβω από την έδρα να διδάξεις εσύ! "
Ο Τζι σκούντησε με το πόδι τον διπλανό του, αυτός μπήκε στο νόημα, ούτε αυτός χώνευε τον κ.Ι. " Αλήθεια, κύριε, θα κατεβείτε;"
"Μιλάω πάντα σοβαρά" απάντησε ο κ.Ι.
"Λοιπόν", συνέχισε, "ποιά είναι η πρωτεύουσα της Ισλανδίας ;"
"Ρεϋκγιαβικ" απάντησε στη στιγμή ο Τζι.
" Οχι, Ρεκτζάβικ" είπε με εξεζητημένη ισλανδική προφορά ο προφέσσορας, "έχασες".
Ενας μακρόσυρτος ψίθυρος αποδοκιμασίας ακούστηκε από τους σπασίκλες της τάξης που είχαν πάρει το μέρος του δάσκαλου κι δεν είχαν πάρει χαμπάρι πως ήταν η ίδια λέξη.
Ο Τζι αισθάνθηκε αδικημένος, σηκώθηκε, βγήκε από την αίθουσα αγνοώντας τις φωνές του κ.Ι. και δεν ξαναπάτησε στο φροντιστήριο.

15 χρόνια μετά ο Τζι, καθηγητής μαθηματικών πια, άκουγε τον κ.Ι. να ζητάει απεγνωσμένα από τον φίλο του που είχε πρακτορείο Προ-Πο ένα καλό μαθηματικό για τον γιό του που είχε πρόβλημα κ.λ.π.
Φυσικά ο πράκτορας του σύστησε τον Τζι. Χωρίς να τον αναγνωρίσει ο κ.Ι.  τον παρακάλεσε να πάνε τώρα αμέσως στο σπίτι του για μάθημα. Οταν άνοιξε την πόρτα του είπε " Περάστε κύριε καθηγητά μου". 
"Τώρα μιλάς σωστά" του είπε ο Τζι και του θύμισε την πρώτη γνωριμία τους.
Ο κ.Ι. έτρεμε μήπως φύγει και μείνει ο γιος του χωρίς μάθημα.
"Είδες πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη ;" του είπε ο Τζι που είχε πάρει ήδη την μικρή εκδίκησή του.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Τζι πήγε στο ναυτικό όπου έγινε αξιωματικός. Οντας ναύτης τις μέρες της βασικής εκπαίδευσης ένας πιτσιρικάς μόνιμος δίοπος τον τιμώρησε, μόνο αυτόν, με μια μέρα περιορισμό προς παραδειγματισμό άλλων για μια παράβαση που οι άλλοι είχαν κάνει σε μεγαλύτερο βαθμό. Δεν ήταν τίποτε σπουδαίο γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είχε εξόδου τότε αλλά ο Τζι ένοιωσε αδικημένος και τον σημάδεψε. Κάποιους μήνες μετά αξιωματικός πια στην μονάδα του ο Τζι  βρήκε στο καρέ των αξιωματικών τον δίοπο, κορδωμένο υπαξιωματικό πια, κελευστή, το συνήθιζαν οι μόνιμοι να κάθονται στο καρέ των αξιωματικών παρ' οτι δεν είχαν το δικαίωμα.
Ο Τζι τον έπιασε δήθεν στο μαλακό...
"Θυμάσαι τότε εκεί, κάποιον που τιμώρησες γιατί έτσι σου κατέβηκε ; Μικρός που είναι ο κόσμος ... δεν ξέρεις πως εδώ απαγορεύεται να συχνάζουν υπαξιωματικοί ;"
Ο δίοπας τον θυμήθηκε και χλώμιασε. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
"Πως λέγεσαι, αναφορά", τον διέταξε ο Τζι.
"Ευπειθώς αναφέρω κελευστής Τάδε Ταδόπουλος" κλαρίνο ο δικός του.
" Πήγαινε και θα δεις τι σε περιμένει". Ο πρώην δίοπας εξαφανίστηκε και φυσικά ο Τζι δεν ζήτησε ποτέ την τιμωρία του, του έφτανε ο φόβος που πήρε, όπως τότε η αγωνία του κ.Ι.

Και στις δύο περιπτώσεις ο Τζι ανήκε στις ευπαθείς τάξεις -μαθητής και ναύτης- όταν τον αδίκησαν. Σαν καθηγητής μετά δεν ήταν εύκολο να τον αδικήσουν με τέτοιον τρόπο-για προαγωγές και τέτοια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ και είχε ησυχάσει από αυτά, μέχρι που ξαναβρέθηκε στην ευπαθή τάξη των συνταξιούχων.
Τελευταία ο Τζι ξανααισθάνεται αδικημένος από ανθρωπο δικό του, πράγμα που δεν το περίμενε. Αλλά δεν ξέρει αν αυτή την φορά όταν βρεθεί σε θέση ισχύος με το πρόσωπο που τον έχει αδικήσει, αν θα αρκεστεί στην τρομάρα που θα του δόσει ή αν θα ζητήσει κάτι πιο ουσιαστικό. Αν βέβαια και την τρίτη φορά τα φέρει έτσι η μοίρα.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Σαν παραμύθι (αναδημοσίευση από 2009)



Πριν περίπου 50 χρόνια κάποιος πιτσιρικάς κάθε φορά που έτρωγε μανταρίνι βάσταγε τα κουκούτσια στο στόμα του και προσπαθούσε φτύνοντάς τα, να περάσουν το δύο μέτρων μωσαϊκό της αυλής και να φτάσουν στο χώμα. Μερικές φορές το κατάφερνε και το πανηγύριζε σαν να έβαζε γκολ. Μικρός ήταν τότε, μυαλό δεν είχε - όπως λέμε οι μεγάλοι- ήταν ακόμη Παναθηναϊκός...
Κάποιο κουκούτσι βρήκε χώμα και φύτρωσε και αφού πέρασε την πρώτη δύσκολη χρονιά, να σκλήρυνει λιγάκι ο κορμός του φυτού, έβγαλε προστατευτικά αγκάθια κι' άρχισε να ανεβαίνει ψάχνοντας περισσότερο ήλιο μιά που οι πολυκατοικίες που φύτρωσαν μαζί του ψήλωσαν γρήγορα κι' απότομα. Ζήλευε και τις δυό βερυκοκιές του κήπου που στολίζονταν πιό γρήγορα-ακολουθόντας τις μυγδαλιές- με λουλούδια από τα τρία τους τα χρόνια. Η μανταρινίτσα, άγρια κι' αμπόλιαστη κατά την επιθυμία του δημιουργού της, πρωτόκανε λουλούδι στα οκτώ της αλλά δεν έδενε καρπό. Εφτασε δώδεκα ετών και μανταρίνι δεν καρποφόρησε. Ηταν ένα κρίσιμο σημείο καθώς οι βερυκοκιές είχαν θεριέψει και ο χώρος της μανταρινίτσας δεν ήταν ζωτικός, καλύτερα δεν ήταν δωτικός. Η επιθυμία του πρώην πιτσιρικά που την θεωρούσε κατά κάποιο τρόπο παιδί του την έσωσε από ξερίζωμα ή δραστικό κόψιμο. Κι' αυτή κάποια χρονιά, στα δεκατέσσερα, στα δεκαπέντε πρωτόκανε καρπό. Λίγα μανταρίνια μα εκλεκτά. Με πολλά κουκούτσια αλλά με λεπτή φλούδα στις φετούλες και τόσο άρωμα που αν άνοιγες ένα μόλις τόκοβες από το δένδρο, μοσχοβολούσε όλο το σπίτι.
Φυσικά αμέσως άλλαξε η αξιολόγησή της, η "κοινωνική" θέση της στην "οικογένεια" του κήπου. Ηταν η πρώτη του "πολιτική " πράξη στο οικογενειακό συμβούλιο όταν εισηγήθηκε την αναβάθμισή της, σαν ΠΑΟΚg's πιά, είχε μάθει να μη χωνεύει το τριφύλι, ήταν εχθρός των δένδρων του κήπου, αδυνάτιζε το χώμα, όπου το εύρισκε το ξερρίζωνε. Πρώτα της έκοψε τα αγκάθια γιά να μπορεί να φτάνει πιό εύκολα τους καρπούς, μετά την καθάρισε απ' τα ξερά κλαδάκια και της εξασφάλισε και μισό τσουβάλι κοπριά. Το τελευταίο δεν έκανε τίποτε. Σαν άγρια μεγαλωμένη παρέμεινε λιτοδίαιτη με μεγάλη παραγωγή τη μιά χρονιά κι' ανάπαυση με μικρή παραγωγή την επόμενη. Αλλά η ποιότητα των καρπών της είχε ήδη κατακτήσει όλα τα μέλη της οικογένειας. Τότε ήρθε και ο πρώτος τίτλος γιά τον ΠΑΟΚ, κέρδισε τον Παναθηναϊκό στον τελικό του κυπέλλου, στο Καραϊσκάκη...
Και πέρασαν χρόνια κι' ο κάποτε πιτσιρικάς παντρεύτηκε κι' έκανε δικό του σπίτι πάνω από το παιδικό του το δωμάτιο, τώρα ήταν πιό εύκολο αν έφτυνε τα κουκούτσια να πιάσουν χώμα και το έκανε όταν δεν τον βλέπανε. Αλλά δεν ξαναφύτρωσε μανταρινιά ίσως γιατί τα πράγματα είχαν πολύ ζορίσει όσον αφορούσαν τον ήλιο και τον αέρα. Δεν είχε μείνει μονοκατοικία πιά που να μην δόθηκε αντιπαροχή. Η μανταρινίτσα πήρε ένα περίεργο ψηλόλιγνο σχήμα προσπαθόντας να βρει καλύτερες συνθήκες, τον οδηγούσε στο κλάδεμα ξεραίνοντας τα κλαδιά που δεν είχαν καλή πρόσβαση σε ήλιο και αέρα.
......................................................................................... 
Πριν πέντε χρόνια χιόνισε άσχημα και η θερμοκρασία κατέβηκε κάτω από τους δέκα βαθμούς υπό το μηδέν. Τα ξινά υπέφεραν, περισσότερο βέβαια οι λεμονιές. Αλλά και η μανταρινίτσα έπαθε πανωλεθρία. Είχε και τα χρονάκια της, είχε και ο δικός της τα δικά του- μαζί με κάτι μέσες και γόνατα, εθεωρήθη ως ευδοκίμως τερματίσασα την σταδιοδρομία της και αφέθηκε στην τύχη της, ως γνωστόν τα δένδρα πεθαίνουν όρθια. Δεν ξαναάνθισε. Η γιαγιά που έμενε κάτω και πότιζε τον κάποτε κήπο είχε προ πολλού ακολουθήσει τον δρόμο που είχαν δείξει οι βερυκοκιές, κάποια χρόνια πριν. Κάποιοι καύσωνες καλοκαιριάτικοι που αντιμετωπίσθηκαν με πότισμα καθε είκοσι μέρες, όταν κάποιος περνούσε από την Αθήνα στο διάστημα των διακοπών του, συνέβαλαν στην συρρίκνωσή της. Το θεώρησα φυσικό.
Την κοίταζα πριν λίγες μέρες αναπολόντας τα παιδικά μου χρόνια. Τα περισσότερα κλαδάκια της ξερά, απεριποίητη μα διατηρόντας το χώμα κάτω από τα φύλλα σαν το μοναδικό σημείο του κήπου που δεν είχε καλυφθει από τριφύλι. Φέτος έβρεξε αρκετά και τ' αγριόχορτα φούντωσαν με την άνοιξη. Μιά μουσμουλιά εμφανίστηκε από το πουθενά, κάποιος θα πέταξε το κουκούτσι από τις δίπλα πολυκατοικίες- δεν πετάνε μόνο σκουπίδια όπως τους κατηγορώ. Την ξανακοίταξα σήμερα το πρωΐ, κάτι περίεργο έπιασε το μάτι μου στην όλη εικόνα...ναι έχει γεμίσει μπουμπούκια η μανταρινίτσα, γεμίζοντας με με τύψεις που δεν την πίστεψα και δεν φρόντισα να της καθαρίσω τα ξερά κλαδάκια να φανεί τουλάχιστον η ομορφιά της. Ισως είναι το κύκνειο άσμα της, ίσως όμως και να ξανακαρπίσει. 

Μάϊ σι σα που λένε κι' οι Ιταλοί, ποτέ δεν ξέρεις.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Δεν είναι διήγημα αλλά,,,


Κατά παράβαση...


Κατά παράβαση των συνηθειών μου δημοσιεύεται σήμερα εδώ μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Μάνου Χατζηδάκι, το 89, "φονική" για την σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα.

- Ζητούμε να μας πείτε πώς βλέπετε εσείς την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας; Πολλοί φρονούν ότι περνά σοβαρή κρίση, ότι απειλείται με ηθική σήψη, ίσως με διάλυση, αφήνοντας μας έξω από τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο.Συμμερίζεστε  αυτή την άποψη;
Μ.Χ.: Εγώ δε θα το έλεγα τόσο τραγικά, ότι μας αφήνει απ' έξω. Είναι μια μοιραία κατάληξη ενός κόσμου, που προετοιμάστηκε για την εξαφάνιση του. Κι εκεί νομίζω ότι έχει μεγάλο μερίδιο όλος ο μεταπολεμικός κόσμος και ειδικά ο μεταπολεμικός πολιτικός κόσμος. Δεν προετοιμάστηκε το σπάνιο είδος και το πολύ ακριβό, του ελεύθερου πολίτη. Το είδος του ελεύθερου πολίτη δεν προετοιμάστηκε.
Γι αυτό έγινε και η δικτατορία. Γιατί πότε έγινε η δικτατορία; Το 67. Λοιπόν φανταστείτε,  αν είχαμε αυτό το είδος του ελευθερου πολίτη, θα μπορούσε να σταθεί αυτή η κατηγορία ανθρώπων, τόσο ευτελής, έστω και δέκα μέρες μόνο; Δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ. Αλλά, βέβαια για σκεφτείτε ότι ο έλληνας πολίτης όχι μόνο της πόλης αλλα και της επαρχίας, του χωριού, τί είχε ν' αντιμετωπίσει όλα αυτά τα μεταπολέμικά χρόνια; Τον χωροφύλακα, τον εισαγγελέα, τον παπά. Αυτόν δεν τον αντιμετώπιζε και επί δικτατορίας; Ποιά ήταν η αλλαγή; Γιατί να ξεσηκωθεί;
-Σήμερα;
ΜΧ: Σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας θητείας.
- Δεν υπάρχουν ελεύθεροι πολίτες σήμερα κατά τη γνώμη σας;
ΜΧ: Ποιός τους προετοίμασε; Το σχολείο; Ξερουμε πολύ καλά τί προετοιμάζει το σχολείο. Ο στρατός; Ξέρουμε σε τί ανυποληψία ρίχνει τον νέο Έλληνα πολίτη ο στρατός για να του αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας από πάνω του. Πόσοι είναι εκείνοι που αντέχουν; Οι 10; Οι 20; Με τις σπουδές φεύγουν έξω και τελειώνει. Ποιοί μένουν εδώ;
- Έτσι όπως το λέτε είναι σαν να μην υπάρχει ελπίδα
ΜΧ: Εγώ δεν έχω καμμία ελπίδα, παρά αν γίνει κανένα θαύμα. Εγώ δεν πιστεύω ότι έχουμε σήμερα τη δύναμη να επιβιώσουμε.
-Σαν κρατος θεωρείτε ή σαν εθνική οντότης;
ΜΧ: Ως εθνική οντότης. Θα μείνουμε λιγάκι σαν νάνοι αλλοτινών καιρών. Και θα το δείτε όταν έρθει η πλήρης ένωση με την Ευρώπη, σε ποιά κατάσταση θα βρισκόμαστε. Ποιά είναι η υποδομή, για να υπάρξουν έστω ένα-δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της εθνικότητας μας;
-Αναρρωτιέμαι αν αυτή η απογοήτευση- αν μπορώ να την χαρακτηρίσω έτσι- που έχετε για το μέλλον, συμβιβάζεται με την έντονη παρουσία σας στα πολιτικά πράγματα, όχι βέβαια άμεσα σαν πολιτικός αλλά με την κριτική σας;
ΜΧ: Είμαι υποχρεωμένος κι αισθάνομαι όσο είμαι ζωντανός, να υπάρχω. και να υπάρχω με τις δυνάμεις μου, ασυμβίβαστες και με το μυαλό μου καθαρό. Όσο μπορεί να υπάρχει αυτό.
- "Τιμή εις εκείνους όπου εις την ζωήν των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες"
ΜΧ: Αλλιώς, αυτό δεν σημαίνει οτι έχω την αισιοδοξία ότι μπορεί ν' αλλάξει τίποτα, ιδιαίτερα στο άμεσο μέλλον. Και μην ξεχάμε, οτι σε τελευταία ανάλυση, οι μόνες στιγμές που σκεφθήκαμε σοβαρά ως έθνος, ήταν στις καταστροφές. Ας περάσουμε μια καταστροφή, μπας και σωθούμε σοβαρά.
- Δηλαδή εσείς δε φρονείτε ότι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος; Τί θα μπορούσε να γίνει κατά τη γνώμη σας;
ΜΧ: Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνιση μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Περί ποτών εν τη Σκωτία

O σοφός Σκωτσέζος


                                                                 
(tee, hee, heee)
.

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε με περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Στο σπίτι (απόσπασμα)



Απόσπασμα από το διήγημα "Ενα πλήρες 24ωρο"



Στο σπίτι 

Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το σπίτι που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’ άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ;
 Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.
Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.
Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. 
Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; 
Ποτέ δεν έμαθες.
Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι πρωτόγονοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. 
Ηταν ; δεν ήταν ; 
Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; 
Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ;
Αμ ο καφές ; 
Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;
Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.
Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.
Μόνος.

«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.