Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Πριν πεθάνει η εκπαίδευση



 Η φωτό από γγουγγλ, ως συνήθως

Την παλιά εποχή στο Βαρβάκειο ήταν αρκετά συχνές οι υποδειγματικές και οι εξεταστικές διδασκαλίες, δηλαδή το μάθημα της ημέρας έκανε κάποιος έμπειρος καθηγητής και παρακολουθούσαν οι νεώτεροι ή κάποιος νέος που κρινότανε από τους υψηλόβαθμους που τον παρακολουθούσανε. Λίγοι οι μαθητές για τα τότε κρατούντα, σαραντάρες ήταν οι τάξεις στα πρότυπα -ενώ στα δημόσια οι εβδομήντα ήταν ο κανόνας- άφηναν αρκετό χώρο πίσω από τους μαθητές για τις καρέκλες των εξεταστών ή όσων είχαν έρθει για την επιμόρφωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο διδάσκων έπρεπε να "κερδίσει" την τάξη, να σπάσει δηλαδή τον πάγο της πρώτης του γνωριμίας με τους μαθητές. Το πρόβλημα είχαν βέβαια περισσότερο οι εξεταζόμενοι που θέλοντας να εξασφαλίσουν την συμμετοχή των μαθητών στην παράδοση του μαθήματος, έψαχναν απελπισένα κάποιον μαθητή να πιάσουν τον διάλογο. Η αγωνία τους ήταν έκδηλη, ας μη ξεχνάμε πως τότε υπήρχε η αξιολόγηση και ήταν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου, με 36 ώρες εβδομαδιαίο ωράριο αν δεν γίνονταν γυμνασιάρχες να μειωθεί το ωράριό τους, λίγοι προλάβαιναν να απολαύσουν την σύνταξή τους.
Σε μια τέτοια εξεταστική διδασκαλία ο καθηγητής  έπρεπε να "μυρίσει" το επίπεδο δυσκολίας που θα επέλεγε ώστε να συμβαδίζει με τα κέφια της τάξης.  Τα πολύ εύκολα ή πολύ δύσκολα θέματα προκαλούσαν την αδιαφορία των μαθητών και το μάθημα καταντούσε ένας ανιαρός μονόλογος του διδάσκοντος, με ερωτήσεις που κατέληγαν ρητορικές αφού κανένας δεν συμμετείχε. Τότε μερικοί έφταναν στο σημείο να παρακαλούν τους μαθητές, είτε με τα μάτια είτε με τα λόγια, χάνοντας την αξιοπρέπειά τους. Ηταν τραγικό θέαμα αλλά το πλήθος έχει άγρια ένστικτα, ιδίως όταν αποτελείται από πιτσιρικάδες και δεν λυπότανε  εύκολα.

Θυμάμαι κάποιον μαθηματικό που ενώ είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση αφού οι ερωτήσεις του πηγαίνανε στον βρόντο, διατηρούσε όλη την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά του και συνεχώς ανέβαζε το επίπεδο της διδασκαλίας του αντί να το χαμηλώσει όπως κάναν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις. Το εκτίμησα και άρχισα πρώτος να συμμετέχω στο μάθημα, σε λίγο ακολούθησαν και οι άλλοι μαθητές. Εγινε μια ωραία διδασκαλία κι όταν κτύπησε το κουδούνι με κοίταζε έντονα σαν να ήθελε να με ευχαριστήσει. Λογικά τον ξέχασα αμέσως, το διάλειμμα ήταν πάντα το πιο αγαπημένο πράγμα στο σχολείο.

Τον θυμήθηκα ή μάλλον με θυμήθηκε καμμιά δεκαριά χρόνια μετά όταν σαν φοιτητής στο μαθηματικό είχα επιλέξει τα Παιδαγωγικά σαν μάθημα επιλογής και πήγα στο Πειραματικό να παρακολουθήσω μια-δυό ώρες σαν εργαστήριο. Εγώ δεν τον γνώρισα αλλά αυτός αμέσως με θυμήθηκε και μου το είπε. Σταμάτησε να διδάσκει και πολύ φιλικά κι ευγενικά μου παραχώρησε την θέση του ενώ ο ίδιος κάνοντας τον μαθητή με ερωτήσεις-πάσσες με οδήγησε να βγάλω την άγνωστή μου διδασκαλία στον αφρό, γεμίζοντας με αυτοπεποίθηση για τις διδακτικές ικανότητες μου.  Ηταν μάλλον το καλύτερο ξεκίνημα που μπορούσα να φανταστώ στην διδακτική μου καριέρα !        

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η φωτογραφία


Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν...να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.
Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ' την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ' αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ' ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.
Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.
Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. 
Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.            

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο.τι φοβάμαι περισσότερο

                                                          

Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

4 επταετίες, 28 χρόνια

 (αναδημοσίευση )


Οχι, οχι !
Επηρεασμένος από την επέτειο του εικοστου όγδοου έτους του γάμου τους σκεπτότανε να αντιμετωπίσει μονόκραυγα την απαίτηση της να κατακτήσει κάθε σημείο του κορμιού του και συμβολικά της ψυχής του αφού την σωματική παράδοση θα ακολουθούσε η πνευματική, το πνεύμα πίσω απ’την σάρκα σέρνεται όσο η σάρκα το αξίζει, μετά αναδεικνύεται ο «πλούσιος εσωτερικός κόσμος» με τις ηθικές και τις αναστολές του.
Ελαφρώς περίεργο αλλά το αρσενικο σώμα ήταν το μήλο της έριδας σ’ αυτήν την ελληνοιταλική σχέση. Ισως ήταν η κρυφή αρμονία που είχε σμιλευθεί σ’ αυτό με τα χρόνια ...αλλά... αυτή δεν θα έπρεπε να ήταν κοινό κτήμα και των δύο ; Χωρίς την συμβολή του θηλυκού δεν θα είχε φθάσει σ’ αυτό το επίπεδο αισθητικής τελειότητας, δεν ήταν αποτέλεσμα υγιεινής διατροφής και γυμναστικής, αλλά η επίδραση της ιταλικής σχολής όπερας στην αισθησιακή ανάπτυξη της κοιλίτσας, στο προγούλι που θα μπορούσε να δώσει τις κατάλληλες αρμονικές γιά ηχητική τελειότητα και στην ακτινοβολία της πληρότητας του ολοκληρωμένου δρώμενου. Nαι, το αρσενικό ελληνικό του σώμα είχε γίνει η ενσάρκωση ενός μουσικού αριστουργήματος, ενός θησαυρού του οποίου την πατρότητα διεκδικούσαν τόσο ο κάτοχός του, όσο και η γυναίκα που το απολάμβανε.
Εικοσιοκτώ χρόνια μέχρι αυτόν τον Οκτώβρη όπου ο κόμπος έφτασε στο κτένι, η Ιταλίδα αισθάνθηκε εγκλωβισμένη στη σχέση της με το κατά κάποιο τρόπο δημιούργημά της, ήθελε να δοκιμάσει την τέχνη της και σε άλλα ανδρικά κορμιά, όπως τα καλογυμνασμένα από την Βουλγαρία, μερικοί λέγανε ότι απώτατος στόχος ήταν ένας Ρουμάνος ιδιοκτήτης πετραιολοπηγών. Οι έως τότε εξωσυζυγικές εμπειρίες της ήταν κάποιος Αιθίοπας και ένας Αλβανός μετανάστης, δεν θα μπορούσανε όμως να μετρήσουν σαν απιστίες, είχαν τελείως διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις ενώ η καθεστωτική ταυτότητα με τον Ελληνα ήταν το στήριγμα του μέχρι τότε έγγαμου βίου τους.
Στα εικοσιοκτώ χρόνια που μέτραγε μαζί της, οι μικρές προσπάθειες του αρσενικού να ανεξαρτοποιηθεί χαρακτηρίσθηκαν «οπερεττικές» και είχε πλέον αποδεχθει την μοίρα του, δεν πέρναγε άσχημα εξ άλλου μέχρι να λάβει το τελεσίγραφο της περί πλήρους παράδοσης. Και τώρα, ίσως να ήταν η ιδέα περισσότερο που τον ενοχλούσε παρά η ουσία, ποιό σημείο του κορμιού του άραγε να είχε μείνει ανεξερεύνητο ; Μήπως αυτό που συνωμοτικά αποκαλούσαν και οι δύο «ο βαπτιστικός» ; αποφεύγανε όμως να το χρησιμοποιούν συχνά αντίθετα με δικά της σημεία όπως «ο τροβατόρε» ή «η τραβιάτα» που είχαν πάντοτε τον πρώτο λόγο στις ερωτικές πρωτοβουλίες της.
Μπροστά στο φάσμα του χωρισμού, στην κατάρρευση μιάς μακροχρόνιας σχέσης, σαν φιλμ μιά ολόκληρη ζωή άρχισε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του παγιδευμένου αρσενικού. Στο εσωτερικό βούρκωμα που του προκαλούσε η απαίτηση της στέρησης μιάς κάποιας αμφιβόλου αξίας ελευθερίας άρχισε να ξαναβλέπει την αρχή της σχέσης τους, τις πρώτες νύχτες τους και τις πρώτες νότες, τα πρώτα κρυφοαγγίγματα της, αυτά που τον έκαναν πιό όμορφο, τόσο όμορφο ώστε να αξίζει την αγάπη της, ναι το παραδεχότανε ήτανε και δημιούργημα της ιταλίδας του. Ακριβώς όπως ιταλική ήταν η μελωδία που έντυσε μ’ ελληνικά λόγια ο Γιώργος Οικονομίδης και βγήκε το «κορόϊδο Μουσσολίνι», το πιό πετυχημένο τραγούδι ενός άλλου ελληνοϊταλικού πόλεμου, σε κάποιο πολύ πεζό και πρακτικό επίπεδο.
Μετά «έπαιξαν» στα μάτια του η ωριμότητα και η αρμονία της γνώσης του «αντίπαλου δέους και πόθου» που έκαναν τον καιρό να κυλάει τόσο γλυκά και να λαξεύει ομορφιές στα σώματά τους, κυρίως στο δικό του μέχρι να προκαλέσει τις έντονες διεκδικησεις κυριότητας εκ μέρους της.
Απέναντί του, σαν εχθρός η ωραιότατη Ιταλίδα, απαιτητική σαν ιδιοκτήτρια και αποφασισμένη όσο ένας χαρτοπαίκτης που τζογάρει την τελευταία του μάρκα. Αισθάνθηκε ένα πόνο γι’ αυτό που χάθηκε. Ητανε βέβαιος, είτε δεχότανε τους όρους της, είτε όχι ποτέ τίποτε δεν θα ήταν ξανά όπως πρώτα, το γιαλί είχε ραγίσει οριστικά.
Το «οχι» του φάνηκε σαν κραυγή λαού, ίσως και όχλου.
Την κοίταξε κατάματα :
- Alors, c’ est la guerre (*), είπε, είναι ιστορικά εξακριβωμένο...


(*) στα γαλλικά : τότε, έχουμε πόλεμο

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η Τερψιθέα και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών


 
( αναδημοσίευση  με το τέλος του παρατεταμένου εφέτος θέρους )
Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι, οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο, όταν τα φώτα ξανάσβησαν. Μετά, τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα, και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Φιλόθεου βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κοροϊδευτικά...


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Τρανός ανήφορος




Πέτρες και χώματα, δεμένα με θυμάρι κι άγρια σκίνα να συγκρατιούνται απ' την βαρύτητα και πιο κάτω, πολύ πιο κάτω, το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας γιατί κι ο βυθός συνέχιζε το ίδιο κατακόρυφος σαν το ψωμί όταν το κόβει το μαχαίρι.
Ετσι ήταν ο τόπος κι η λαϊκή σοφία τούδωσε τ' όνομα Τρανός Ανήφορος γιατί από κάτω δεν υπήρχε κάποιο πέρασμα όπως στη Χαμοπάσα ή ακτή όπου μπορούσε να πιάσει πλεούμενο όπως στην Κακιά Σκάλα, της παραλίας οι βράχοι ήταν πεντάμετροι, εξάμετροι και κατακόρυφοι, σ' ελάχιστα σημεία κατέβαιναν στα ένα δυο μέτρα και σ' αυτά πηγαίναν οι παλιοί ψαράδες των πετρόψαρων να ρίξουν τα αγκίστρια τους σ' ατρύγητα νερά. Τα πετρόψαρα δύσκολα αλλάζουν τόπο κι άμα ψαρέψεις σ' ενα μέρος πρέπει να περάσει μήνας και βάλε για να ξανάρθει ψάρι από αλλού.
Σε χρόνια δύσκολα που οι βάρκες δεν είχαν μηχανές, ο τρανός ανήφορος ήταν πολύ μακριά για να πάς με κουπί και πολύ επικίνδυνο να πας με πανί, μια που έπρεπε να ξεμακρύνεις κάβο κι ο καιρός απρόβλεπτος για την επιστροφή. Ετσι έμενε αψάρευτος από δίχτυα και παραγάδια κι ήταν τόπος ιδανικός για τους ερασιτέχνες της παραλίας. Δια ξηράς ήταν πιο εύκολα προσπελάσιμος, γύρω στη μια ώρα περπάτημα απ' το χωριό για να φτάσεις στο μέρος κι ίσως άλλη τόση το προσεκτικό κατέβασμα μέχρι τα βράχια της ακρογιαλιάς. Κι η αμοιβή ; πετρόψαρα, χανοπέρδικες και γύλια, ίσως και μερικοί νταβλιάδες. 
Τα πετρόψαρα, περιφρονημένα ψάρια από τους μανάβηδες δεν αντέχουν τον πάγο, είναι της άμεσης κατανάλωσης μα έχουν γλυκειά, πολύ γλυκειά σάρκα για τους γνώστες του είδους που συναγωνιζότουσαν τα αγριοκάτσικα στον Τρανό Ανήφορο μέχρι να βρούν το μετερίζι τους και να γυρίσουν με την λεία τους, δυο-τρία κιλά πολύχρωμα ψαράκια. Πέρα από το τηγάνι, η κακαβιά από πετρόψαρα, όπως την φιάχνανε οι τεχνίτρες μαγείρισσες του χωριού, έβαζε κάτω και την καλύτερη μπουγιαμπέσα.

Απέναντι, στα τριάντα μέτρα περίπου, βράχος θεώρατος και κατακόρυφος σχημάτιζε με τον Τρανό Ανήφορο, το Στενό και το νερό στο ανάμεσο να πιάνει τα πενήντα μέτρα βάθος, ένα σχεδόν φιορδ κάπου στον Κορινθιακό, άντρο παλιά των πειρατών από το Χάλαιον και την Οιάνθη. Τα χρόνια τα παλιά, κουρσεύανε τα πλοία που τράβαγαν για το μαντείο των Δελφών όταν ήταν ακόμα στις δόξες του. Κατάσπαρτος ναυάγια ο βυθός, ήταν για τους κουρσάρους του βυθού παράδεισος τα χρόνια του πενήντα, όταν στολές και σύνεργα κατάδυσης ελάχιστοι είχαν, κυρίως ξένοι και ... πληροφορημένοι. Η ελληνική κοινωνία- και το λιμενικό μαζί- πολλά χρόνια αργότερα έμαθε την ιστορία του τόπου, κυρίως από τις εργασίες του Lucien  Lerat. Ακόμα και σήμερα πολλοί ξέρουν λάθος τις αντιστοιχίες των αρχαίων πόλεων με τα σημερινά χωριά που φύτρωσαν στη θέση τους, δεν έκαναν τον κόπο ούτε τις περιηγήσεις του Παυσανία να κοιτάξουν.
Ηδη από την δεκαετία του 60 ο βυθός θα έπρεπε να είχε "σκουπισθεί" από τις συχνές επισκέψεις των δυτών. μερικοί από αυτούς τα βράδια που γυρίζαν στο χωριό χαρίζανε ή πουλούσαν σε εξεφτελιστικές τιμές τους ροφούς που ψάρευαν σαν μπουζουριέρα, για νάχουν την υποστήριξή τους και να θολώνουν τα νερά. Πέφτανε τέσσερις-πέντε μαζί και δένανε ψάρια και ευρήματα σε σκοινιά που κρέμονταν από τσαμαδούρες για να μην ανεβαίνουν επάνω κάθε τόσο. Οι υπόλοιποι από το σκάφος  τα μάζευαν και ξανάριχναν πίσω το σκοινί άδειο.
Μια τέτοια σκηνή παρακολουθούσαμε πιτσιρικάδες σαν τελειώσαμε το ψάρεμά μας στον Τρανό Ανήφορο, τέλη του πενήντα-αρχές του εξήντα. Ενα πλεούμενο αγκυροβολημένο στα διακόσια περίπου μέτρα έξω από το Στενό, τέσσερις τσαμαδούρες κόκκινες, ενωμένες με σκοινί και ισάριθμοι βουτηχτάδες με τις μαύρες στολές τους έβγαιναν που και που στην επιφάνεια να πάρουνε ανάσες. Είμαστε στα μισά της πλαγιάς ανεβαίνοντας δύσκολα και νοιώθοντας για τα καλά τι πάει να πει...τρανός ανήφορος. Κάποια στιγμή που σταματήσαμε για ανάσες είχαμε την φαεινή ιδέα να φωνάξουμε σ' αυτούς από το πλεούμενο. Πραγματικά κάποιοι βγήκανε από μέσα, μας είδανε, μπήκανε μέσα και όταν ξαναβγήκανε φάνηκε σαν να μας κοίταγαν. Τότε ήταν που ακούσαμε ένα ελαφρό σφύριγμα κάπου κοντά μας και είδαμε κάτι πετρούλες να αναπηδάνε ξαφνιασμένες και να παίρνουν τον κατήφορο. Με το δεύτερο ή τρίτο σφύριγμα συνειδητοποιήσαμε πως μας πυροβολούσαν με σιγαστήρα !! Οσο τρανός και νάταν ο ανήφορος μπροστά στον τρόμο μας άρχισε να φαίνεται σαν λεωφόρος, με την ψυχή στο στόμα φτάσαμε γρήγορα επάνω στην δημοσιά. Στο σκάφος επικρατούσε ησυχία, όλοι είχαν μπει ξανά μέσα.
Γυρίσαμε πίσω και δώσαμε τα ψάρια στη μάνα του φίλου μου που μας έφτιαξε κακαβιά. Την φάγαμε βουτώντας μέσα από μια φραντζόλα ψωμί ο καθένας και δεν ξαναπήγαμε ποτε στον Τρανό Ανήφορο, συνεχίσαμε να ψαρεύουμε πετρόψαρα σε μέρη όπου υπήρχαν πιο λίγα αλλά ήταν περισσότερο ήσυχα.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Της Αγίας Αφροδίτης

Διήγημα μικρόν και ...υπερθρησκευτικόν (όπως λέμε υπερρεαλιστικόν, κάπως έτσι)

Χθες ήταν μια μέρα όπως όλες πλην διαφορετική όπως πάντοτε διαπιστώνουμε, γι αυτό κάθε μέρα έχει την ημερομηνία της, κι αν εξαιρέσεις κάτι ψιλομπερδέματα τα παλιά χρόνια με την αλλαγή του ημερολογίου και τους σκληροπυρηνικούς παλαιοημερολογίτες, η κάθε μια μέρα έχει την μοναδικότητά της σαν ημερομηνία.
Αυτά είναι τετριμμένες σοφίες που ενώ είναι βαθύτατα κατανοητές δεν υπολογίζονται στην σύγχρονη σκέψη...

Στο ξεκίνημα της μέρας, όπως κάθε σωστός άνθρωπος  που κάνει διακοπές βρέθηκα στο μέσον του Κρισσαίου κόλπου. Την προσοχή μου από τα λυθρίνια απέσπασαν δυο μύγες που βρέθηκαν μεσοπέλαγα, απορούσα πως. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, οι δυο μύγες ερωτοτροπούσαν συνεχώς χωρίς να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τις διώξω αλλά μετά θυμήθηκα τι έπαθε ο Πάντου στην Μαχαμπαράτα όταν σκότωσε δυο ελάφια την στιγμή της ερωτικής τους κορύφωσης και άφησα τα έντομα ήσυχα στην λατρεία της Αφροδίτης- πως αλλιώς να περιγράψω τις κολημένες τους κοιλιές. Γιατί βεβαίως η Αφροδίτη ήταν η θεά του έρωτα και της καρποφορίας, παντρεμένη μάλιστα με τον κουτσό και κακάσχημο Ηφαιστο  γιατί ο έρως χρόνια-συγγνώμην,  φάτσες δεν κοιτά...

Και μια που πιάσαμε τα περί καρποφορίας...



Αυτό, το μακρουλό και πιο χοντρό από την βάση των φύλλων της μπανανιάς πράμα, είναι το μπουμπούκι της μπανανιάς. Το ανακάλυψα γυρίζοντας από το ψάρεμα και συνειρμικά το θεώρησα σαν φυσιολογική κατάληξη του χάπενινιγκ με τις μύγες. Δεν ανθίζει εύκολα η μπανανιά στα μέρη μας, ούτε βέβαια ζευγαρώνουν οι μύγες σε βάρκες στη μέση του πουθενά.
Λογικό μου φαίνεται οι αρχαίοι ημών πρόγονοι να απέδιδαν τέτοια πράγματα σε θεότητες όπως η Αφροδίτη. Για κάθε φαινόμενο οι αρχαίοι είχαν και μια θεότητα και καθάριζαν. Σαν πολυθεϊστές δεν είχαν πρόβλημα με τους θεούς άλλων θρησκειών αντίθετα με τους μονοθεϊστές - ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού. Οι μονοθεϊστές ανέθεταν καθήκοντα αρχιστράτηγου στον θεό τους ο οποίος ώφειλε να κατατροπώσει τους αντίπαλους θεούς, αν έχανε έφταιγε ο λαός που έχασε την πίστη του ποτέ ο αρχιστράτηγος...
Μάλιστα και στις πολεμικές κραυγές τους ανακάτευαν τους θεούς τους, μερικές κατέληξαν σύγχρονα ονόματα. Αντίθετα οι πολυθεϊστές τα πολεμικά καθήκοντα τα είχαν αναθέσει στον μακράν χειρότερο εκπρόσωπό τους τον Αρη, που εκτός από θεός του πολέμου ήταν και αναμφισβήτητα ο θεός της βλακείας. Τέτοιες κασκαρίκες από θνητούς κανένας άλλος θεός δεν έπαθε - ακόμα τον δέρνει ο Διομήδης- αν εξαιρέσεις ίσως το γκάστρωμα της Αφροδίτης από κάποιον βοσκό. Ε, γι αυτό τους ζευγαρώσανε παρανόμως και τους έκανε ρεζίλι ο Ηφαιστος με το αόρατο δίκτυ του.
Επίσης οι πολυθείστές δεν μισούσαν αλλά σέβονταν τους άλλους θεούς. Στην Ιλιάδα διαβάζουμε τα παθήματα του Αχιλλέα όταν περηφανεύθηκε στον Αστεροπαίο πως ο δικός του παπούς και θεός είναι ανώτερος από τον ποταμό Αξιό, παπού του Αστεροπαίου. Τότε φούσκωσε το ποτάμι κι ο Αχιλλέας έκλαιγε σαν κοριτσάκι για να γλυτώσει από την οργή του κατώτερου θεού γιατί μπορεί να ήταν κατώτερος αλλά ήταν θεός κι όχι θνητός και οι δικοί του θεοί τον άφησαν να τυρρανισθεί μέχρι να μάθει να σέβεται και τους ξεπεσμένους θεούς.

Οι μονοθεϊστές επικράτησαν αλλά και οι πολυθεϊστές πήραν την μικρή εκδίκηση τους με τους πολυάριθμους αγίους και αγίες που χρειάσθηκαν να ανακυρηχθούν ώστε να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες, υποχρεώθηκαν οι μονοθεϊστές, πλην Εβραίων, να το κάνουν.
Μόνο που ενώ -σύμφωνα με τους ιστορικούς- έχουν αγιοποιηθεί πόρνες, δολοφόνοι, παιδοκτόνοι και λοιποί ανανήψαντες, δεν είχαν την γενναιότητα να ανακυρήξουν αγίους και τους εκθρονισμένους θεούς του Δωδεκάθεου και η καϋμένη η Αφροδίτη έμεινε αγία μόνο στη συνείδηση των ερωτευμένων.