Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ενα πλήρες 24ωρο

Το  "Ενα πλήρες 24ωρο" είναι ένα διήγημα-μυθιστόρημα που έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης και κόλλησε στα σκαριά της έκδοσης. οπως λέει και ο τίτλος του είναι ένας κύκλος 24 ωρών. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα "δίωρο"




στο λεωφορείο



Πίσω-πίσω, σ’ αντικρυστά καθίσματα. Να λες καμμιά κουβέντα και να βλέπεις το πρόσωπο του συνομιλητή σου χωρίς να στραβολαιμιάζεις. Στο «ανάποδα» καθισμένος εσύ, ο Βάλντεκ δεν το μπορεί, ζαλίζεται. Συμβαίνει κυρίως σ’ όσους δεν οδηγούν, θέλουν να βλέπουνε μπροστά όταν ταξιδεύουν. Εσύ, αντίθετα, παρατηρείς καλύτερα προς τα πίσω γιατί ποτέ δεν ξεπερνάς τον στόχο. Θυμίζει λίγο παρελθόν βέβαια αλλά μάλλον καλύτερα, να ξυπνάνε πόνοι κι’ αναμνήσεις. Σαν μεγαλώνεις πρέπει να πονάς. Αμα ξυπνήσεις ένα πρωϊνό και δεν πονάς πάει να πει πως πέθανες λέγανε κάτι γέροι - κάτι θα ξέρανε!

Κι’ όμως δεν έχεις κέφια γιά κουβέντα σήμερα. Τι να πείτε και να μην το ξέρεις ; Ολα τα ίδια πιά σου φαίνονται, διεθνή και ένσημα, φόνοι και τροχαία, ειδήσεις που αφορούνε τη ζωή άλλων σχολιάζουμε, μα ολόϊδια με τα «δικά» μας νέα είναι. Κι’ αντί γιά διαφημίσεις έχουμε καμμιά πρόταση γιά μιά καλή ταβέρνα. Αμα βγεί το συναίσθημα απ’ την συζήτηση, σαν τις ειδήσεις στην τηλεόραση είναι. Αστο καλύτερα.
Λες να φταίει ο πρώτος καφές που δεν τον ήπιες στην ώρα σου ; Μπορεί. Μα αυτό θα συζητήσεις με τον Βάλντεκ ; Τι να ξέρει αυτός, δεν άργησε ποτέ του να ξυπνήσει – έχουν κάτι από γερμανική πειθαρχία οι Πολωνοί και καπάκι τη γυναίκα του – αδύνατον να του συμβεί. Ετσι είναι. Αμα τα σκέπτεσαι, δεν μιλάς καθόλου.


Ενα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε τραβά την προσοχή σου μέχρι να γίνει κουκίδα στο βάθος του δρόμου. Κανένας πρώην εθνικόφρονας θα μένει σκέφτηκες, μπορεί και νά’τανε άβαφτο απ’ το καιρό της χούντας. Τότε όσοι φοβόντουσαν δείχνανε την εθνικοφροσύνη τους με κάθε τρόπο. Ακριβώς όπως με κάθε τρόπο βγήκανε αντιστασιακοί έπειτα. Οι μισοί αξιωματούχοι Ελληνες υπήρξαν «διπλοί πράκτορες» είχαν πάει με την χούντα γιά να την πολεμήσουν «εκ των έσω», απεδείχθη εκ των υστέρων.Οι άλλοι μισοί ήταν εξορία πραγματική ή εικονική.


Τώρα γιατί βλέπεις τον Βάλντεκ και το μυαλό σου πάει στη γυναίκα του ; Επειδή δεν μιλάει ή επειδή σένα σου λείπει η γυναίκα ; Ξέχασες τόσο πολύ πως είναι οι γυναίκες που τις μπερδεύεις με τους παντρεμένους ; Δεν έχεις κι’ άδικο, γυναίκα-παντρεμένος παν’ μαζί σαν ξεπεράσεις κάποια –ήντα.

Τραντάχτηκες απ‘ τη λακκούβα. Κι’ ο Βάλντεκ το ίδιο. Κοιταχτήκατε και χαμογέλασε. Και σύ το ίδιο. Υστερα έστρεψες το βλέμμα στο παράθυρο είδες τα μαλλιά μιάς γυναίκας κι’ αναστέναξες ελαφρά.


Σαν φτάσατε στο τόπο να χωρίσετε πήρες τον δρόμο σου με το κεφάλι κάτω. Κάποια σκέψη σου ξέφευγε, ήσουνα σίγουρος. Κάποιο ονειροπόλημα, κάποια σκηνή να ξαναπαίξεις σαν νοσταλγία απ’ τη ζωή. Ναι, τη Μαρία τη Ρουμάνα. Πόσο καιρό έχεις να την δείς ; Τρία χρόνια ; Τέσσερα ; Ποιός ξέρει. Την θυμάσαι όμως καλά. Το βλέμμα της, το ύψος της, το στήθος της, τα ακροδάχτυλα των ποδιών της. Κομμάτι-κομμάτι την θυμάσαι, όχι ολόκληρη.

Σαν τότε. Τότε που σου συγύριζε την κάμαρη κάθε Κυριακή πρωΐ. 
Εικοσπεντάρα κι’ ο άντρας της να παίρνει τηλέφωνο κάθε μιά ώρα στην αρχή. Κι’ η ίδια σαν αγρίμι φοβισμένη να μην βλέπει την ώρα να φύγει. Μα τα λεφτά της λείπανε, τα λίγα που της έδινες τάπαιζε στοίχημα στο ίδιο πρακτορείο με σένα. Εκεί την γνώρισες και της πρότεινες δουλειά ελπίζοντας να είναι μόνη. Σου βγήκε παντρεμένη δεν σε πείραξε, μάλλον ανακουφίστηκες. Ηταν και που μίλαγε ελάχιστα ελληνικά, καλύτερα νάχεις και το κεφάλι σου ήσυχο. Καμμιά φορά την κοίταγες σαν νάτανε άγαλμα. Ψηλή γυναίκα, καλά κρεατωμένη, νταρντάνα που λέμε, καλή στη δουλειά της, με συμπαθητικό πρόσωπο. Μήνες ερχότανε κάθε Κυριακή μέχρι που ένα καλοκαίρι έφυγε γιά διακοπές στη Ρουμανία. Οταν γύρισε ξανάρχισε τη δουλειά μα τώρα ήταν πιό γλυκό το βλέμμα της. Τότε πρόσεξες την ομορφιά της. Είχες δει την ομορφιά της ψυχής να καθρεπτίζεται στο πρόσωπο, πρώτη φορά την έβλεπες να καθρεπτίζεται στο σώμα. Αυτό το γεροδεμένο κορμί με τα μούσκλα να σαλεύουν στη πλάτη της καθώς με το φανελλάκι βούρτσιζε γονατιστή το χαλί, ήταν εκπληκτική εικόνα. Θυμήθηκες που σούλεγε ότι ήταν αθλήτρια στο χαντμπολ και στο τζούντο, άλήθεια έλεγε, τότε το κατάλαβες. Τα πόδια της γερά αθλητικά σε προκαλούσαν ν’ ακολουθήσεις με το μάτι τη γραμμή τους μέχρι τα τέλεια ημισφαίρια, πιό πάνω μιά μέση λυγερή. Μέχρι εκεί το άντεχες, μα μόλις σηκώθηκε κι’ είδες τα στήθη της να διαγράφονται κάτω απ’ το φανελλάκι κόντρα στους νόμους του μεγέθους και της βαρύτητας, πληγή στα σωθικά σου. Δεν ήθελες έρωτα απ’ αυτά αλλά ανάσα, τόσο συνυφασμένα με την εικόνα της ζωής σου φάνηκαν. Και σου φάνηκε. Και στα μάτια σου και σ’ όλη την ύπαρξή σου φάνηκε και την κλόνισε. Ηρεμα κάθισε στη καρέκλα δίπλα σου και άναψε τσιγάρο. Ντρεπόσουνα αλλά θα πέθαινες αν δεν τόκανες, άγγιξες ελαφρά το στήθος της πιο κάτω απ΄τη θηλή. Καμμία αντίδραση, ένα μικρό σκοτείνιασμα στα μάτια. Πολύ ελαφρά το δάκτυλο πέρασε πάνω απ’ τη θηλή. Ισως να μάντεψε τι θέλεις την άλλη στιγμή το κεφάλι σου βρέθηκε στ’ αναπαυτικότερα μαξιλάρια. Αέρας και ζωή μπήκαν στο στήθος σου. Πόσο κράτησε δεν ξέρεις. Μετά την είδες σαν βουρκωμένη να σε σπρώχνει ελαφρά και καθόλου πειστικά λέγοντας πως ήρθε γιά δουλειά και πως αυτή φταίει. Δεν επέμεινες. Που να της εξηγείς και σε ποιά γλώσσα πως δεν το είδες αντρας-γυναίκα αλλά άνθρωπος-άνθρωπος και πως αυτή η ομορφιά, η αλληλεγγύη της σάρκας γιά την σάρκα είν’ η πηγή της ζωής ; 
Τα μάτια σου λάμπανε, είχες κερδίσει μιά φίλη που δεν θα ξανάβλεπες ποτέ, δεν ήσουν μικρός να ξεγελαστείς. Ενα τηλέφωνο, μιά δικαιολογία την άλλη Κυριακή, δεν την ξανάδες, ούτε την έψαξες ποτέ πιά. Αραιά και που την έφερνες στη μνήμη σαν σου τελείωνε ο αγέρας στα πλεμόνια. Δεν ήταν καν η εικόνα της, ήταν η ιδέα της που λάτρεψες και μιά υπόσχεση πως θάρθει μια Κυριακή, στα τυφλά.

Στο σπίτι




Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, πάρε το διαδρομάκι δίπλα απ’ το κτίριο που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα, όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνήθισες να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ; Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι.

Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα, βρήκες τραπέζι, κάθισες. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες.

Μιά φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, το θυμάσαι ; 
Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. Ηταν η ίδια ή κάποια φίλη που της έμοιαζε ; Ποτέ δεν έμαθες.

Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι προγόνοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις. Ηταν ; δεν ήταν ; Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει. και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν στο δίνουν. Υπήρχε άραγε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ; Αμ ο καφές ; Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα, διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ;

Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της, Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη.

Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία.. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού - την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως.


«Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Το κοράκι



Μικρός δεν ήξερε τι σήμαινε η λέξη, όχι το πουλί βέβαια αλλά σαν παρατσούκλι γι αυτούς που κουβαλάνε τα φέρετρα. Λογικό ήταν αφού απέφευγε τις κηδείες, του άρεσε η φράση "οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους αποθαμένους". Πλησιάζοντας τα τριάντα βέβαια, αναγκάσθηκε να συμμετέχει σε τέτοιου είδους τελετές μιας και οι νεκροί ήταν πλέον του στενού οικογενειακού κύκλου και η ηλικία του δεν επέτρεπε δικαιολογίες. Τότε όμως η απάντηση "κοράκι" στην ερώτηση "τι δουλειά κάνεις ;" δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική.
Ετσι τους γνώρισε και πάνω στην δουλειά, κατάλαβε ποιό ακριβώς είναι το "κομοδινί" χρώμα που έχουν στα μαλλιά τους, ασσορτί με το μαύρο κουστούμι και την μαύρη γραβάτα πάνω στο άσπρο πουκάμισο, κατανόησε το "σοβαρό" τους ύφος και έμεινε έκπληκτος που ο "δικός" του, ο Νικόλας, διατηρούσε όλα αυτά τα στοιχεία και εκτός εργασίας. Εργασία, δευτέρα φύσις, που λένε...

Αρχικά τον είχε περάσει για πολύ σπουδαίο. Καθόταν σοβαρός, καλοντυμένος με το κουστούμι και την μαύρη γραβάτα, πάντα αμίλητος στο τραπεζάκι του, στο θορυβώδες από τους χαρτοπαίκτες καφενείο, πίνοντας το ουζάκι του ή σπανιότερα πορτοκαλάδα - δεν ήξερε τότε πως ήταν χορτασμένος από καφέδες στη δουλειά του. Τον είχε δει όμως να παίζει κάποιες φορές κουμ-καν με τους μεγάλους, αυτός και οι πιτσιρικάδες της παρέας του παίζανε πρέφα φτηνιάρικη, ίσα-ίσα να πληρώσει ο κερδισμένος τα ουζάκια με τα κέρδη. Στα μάτια του έφηβου τα περίπου σαράντα με πενήντα χρόνια του τον κατέτασσαν στην κατηγορία των μεγάλων και οικονομικά ισχυρών. Η σύγκριση γινόταν βέβαια με το πενιχρό φοιτητικό του χαρτζηλίκι και την δική του ηλικία.
Την πρώτη φορά που τον πρόσεξε καλύτερα ήταν σ' ένα καυγά στο κουμ-καν όπου διαπληκτιζότανε λεκτικά με τους άλλους. Σχημάτισε την εντύπωση πως είχε δίκιο από τον τόνο της φωνής του-ήταν σαν να τον έπνιγε- αν και τα λόγια που έλεγε ήταν ακατάληπτα, είχε χαθεί κάθε ειρμός από την σκέψη του. Απομακρύνθηκε από το τραπέζι όπου έπαιζε μ' ένα ύφος θιγμένης αξιοπρέπειας και μονολογώντας που και που. Θα τον είχε ξεχάσει αν δεν ερχόταν με την καρέκλα του να ζητήσει την άδεια να παρακολουθήσει το παιχνίδι τους, μήπως ηρεμήσει- έτσι είπε. Κάθισε δίπλα του και με σκουντήματα του ποδιού του τον οδήγησε σε κάποιες πετυχημένες επιλογές. Κέρδισε την συμπάθειά του και την εκτίμηση για τις γνώσεις του. Από τότε ήταν συχνός θεατής της πρέφας των νεαρών, με εύστοχες παρατητρήσεις στην απειρία του παιξίματός των. Μετά από λίγο έγινε ο τέταρτος της παρέας- παίζανε με τεμπέλη πλέον- και κανόνιζε να χάνει ώστε να πληρώνει τα ουζάκια των πιτσιρικάδων.

Εχοντας γίνει αναπόσπαστο μέλος της παρέας, όπως ήταν φυσικό άρχισαν να συζητάνε για διάφορα θέματα και τότε πίσω από το προσωπείο της σοβαρότητας φάνηκε η δουλειά και ο αληθινός χαρακτήρας του Νικόλα. Χωρισμένος, μ' ένα παιδί που τόβλεπε μια φορά κάθε δυο μήνες έσερνε το κορμί του και την καλά κρυμμένη μιζέρια του απ' την δουλειά στο σπίτι, από κει στο καφενείο και μετά ξανά σπίτι. Από συνήθεια δεν έβγαζε τα ρούχα της δουλειάς εκτός από τα άσπρα γάντια. Τις λίγες φορές που δεν ερχότανε στο καφενείο πήγαινε τον χειμώνα σινεμά για να βγάλει γκόμενες- έτσι έλεγε- με την αλάνθαστη μέθοδό του : φρόντιζε και καθόταν δίπλα σε όποιαν του άρεσε και σιγά-σιγά ακουμπούσε το γόνατό του στο δικό της. Αν δεν αποτραβιότανε έβαζε το χέρι του στο γόνατό της και αν δεν αντιδρούσε το χέρι του τράβαγε την ανηφόρα μέχρι τον τελικό στόχο. "Οταν βάλεις το δάκτυλό σου μέσα της, ότι να της προτείνεις στις τουαλέττες του σινεμά, θα το δεχθεί" έλεγε στα αποχαυνωμένα μειράκια. "Το μυστικό είναι να ξέρεις να σταματάς όταν δεν βλέπεις ανταπόκριση, να μην πιέζεις τα πράματα". 

Το καλοκαίρι στα θερινά τα σινεμά δεν μπορούσε να δουλέψει το σύστημα, δεν υπήρχαν τα σκοτάδια της κλειστής αίθουσας κι ο Νικόλας αναζητούσε τις παρτεναίρ-θύματά του στις πλαζ : "Ξαπλώνεις και κανονίζεις να φαίνεται λίγο το πουλί σου από αυτήν που σ' ενδιαφέρει και της χαμογελάς. Αν δεις και σου χαμογελάσει όλα εντάξει, μαζέψου και πιάσε κουβέντα, τόχει πάρει το μήνυμά της. Αν σε βρίσει ή σε αγριοκοιτάξει κάνε τον προσβεβλημένο λόγω της αφηρημάδας σου και οπωσδήποτε ζήτα συγγνώμη."

Ομορφάντρας ο Νικόλας, ψηλός και κορμάρα και με πρόσωπο ηθοποιού που βάφει τα μαλλιά αλά γόης του Χόλλυγουντ, πρέπει να είχε τις επιτυχίες του, κυρίως σε κυρίες που πλησίαζε η ημερομηνία λήξης τους, οι συμβουλές του πρακτικά ήταν άχρηστες για τους πιτσιρικάδες εκτός και κυνήγαγαν παρωχημένες. Μόνο μία συμβουλή του φαινότανε ν' αξίζει :
"Είναι απίστευτο, έλεγε ο Νικόλας, πως η γυναίκα πάνω στην μεγάλη στενοχώρια της για τον χαμό κάποιου δικού της, γίνεται επιρρεπής στο σεξ. Φτάνει να ξέρεις να την πλησιάσεις με λόγια παρηγορητικά και αυστηρά φιλικές χειρονομίες μέχρι να ηρεμήσει. Τότε της έρχεται η όρεξη κι εσύ έχεις ήδη τα χέρια σου επάνω της. Εκμεταλλεύσου το".
Το ίδιο, έλεγε ο Νικόλας συμβαίνει και στα νοσοκομεία όταν κινδυνεύει η ζωή κάποιου συγγενούς της, βρίσκεται στην ίδια ψυχολογική κατάσταση.

Δεν είχε προλάβει να δοκιμάσει τις συμβουλές του Νικόλα όταν μιλώντας για την δουλειά του κατάλαβε πως ήταν τερατολόγος και σταμάτησε να δίνει βάση στα λεγόμενά του :
¨Εμένα που με βλέπετε έχουνε δει πράματα και θάματα τα μάτια μου στο νεκροτομείο. Παιδιά που να ψάχνεσαι γιατί πέθαναν και ερείπια που ν' απορείς πως ζούσαν. Αλλά ποτέ δεν έχουν δει πολύ πλούσιους ή πολύ διάσημους, πάντοτε τα φέρετρά τους είναι αδειανά. Κάποια στιγμή το κανονίζουν, κάνουν πως πέθαναν και πάνε και ζούνε σε κάποιο νησί όπου είναι μονάχα πλούσιοι και διάσημοι, μακριά από τα μάτια του κόσμου, χωρίς γορίλλες προστασίας και ενοχλητικούς παπαράτσι. Ούτε κινδυνεύουν να τους σκοτώσουν οι εχθροί κι οι ανταγωνιστές τους ή οι κακοποιοί για λύτρα. Κάνουν  και μια μεγαλοπρεπή κηδεία για τα μάτια του κόσμου, αλλά άκου εμένα, το φέρετρο είναι άδειο και το εσωτερικό του είναι στον επίγειο κρυφό παράδεισο. Αχ τι κάνουνε τα φράγκα και που να τα βρεις..."

Μετά σταμάτησε να έρχεται στο καφενείο. Ισως κι ο ίδιος ο Νικόλας συνειδητοποιώντας πως παραανοίχθηκε, άλλαξε στέκι και χάθηκε. Μπορεί ακόμα να κέρδισε το πρώτο λαχνό του λαχείου και να πήγε στο κρυφό νησί για τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Ποτέ δεν έμαθε γιατί απέφευγε τις κηδείες εκείνο τον καιρό...

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Φονική συνταγή




«Ελα μωρέ, φάε και συ λίγο να μη πάει χαμένο, εμένα μου πέρασε η όρεξη».
Δεν ήθελα και πολύ. Λιγούρης στο φαΐ και όχι μόνο, άμα το έχω μπροστά μου του δίνω και καταλαβαίνει. Υποκύπτω στους πειρασμούς είναι η ιδεολογία μου και η αποφυγή των πειρασμών η άμυνά μου.
Μαζί της. Διακοπή στις διακοπές μου. Εξ άλλου το μαζί της πάντα σαν διάλειμα είναι. Συμφωνία, όταν μπορούμε βγαίνουμε «να περάσουμε καλά» και τέλος. Πλήρης αδιαφορία - ούτε τηλέφωνο – στο νεκρό διάστημα, καμμιά υποχρέωση, καμμία δέσμευση, όταν κι’ αν μπορούμε κι’ οι δυό, χτες βράδυ μπορούσαμε. Μπορούσαμε ;
Αλλαι αι βουλαί του θεού (καθένας μας κι’ ένας μικρός θεός) και άλλα η μοίρα προστάζει (ίσως γι’ αυτό αποκαλούνε τις γυναίκες μοιραίες). Το μέλλον θα αποφασίσει γιά τη συνέχεια ή μη της σχέσης, το μέλλον είναι ουδέτερο στην ελληνική γλώσσα.
Ανδρας, γυναίκα, μέλλον, πιό ταιριαστή τριάδα μου φαίνεται από την πατήρ, υιός και (άγιο) πνεύμα που ακολουθώ στην οικογενειακή μου ζωή, ταυτίζοντας την κόρη μου με «εν είδει περιστεράς» ώστε να «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»
Αποφεύγω το βραδυνό φαγητό και το ξενύχτι μιά που σηκώνομαι από (ψαράδικη) συνήθεια τα χαράματα και δεν με πιάνει ύπνος το μεσημέρι. Χρόνια γνωστοί, το ξέρει και προσπαθεί να το σέβεται, όπως και εγώ προσπαθώ να σέβομαι τις δικές της συνήθειες, αλλά λόγω καύσωνα χθες βρεθήκαμε στις έντεκα μου μου. «Πεινάω σαν λύκαινα» μου είπε και ψιλοχάρηκα παρεξηγώντας το «φαΐ» με τα μεζεδάκια. Στίς τρεις τέσσερις μπουκιές χόρτασε. Συμβαίνει. Το μητρικό ένστικτο που γεννάω στις γυναίκες την οδήγησε να με μπουκώσει, υποχώρησα ελπίζοντας σε μιά (σύντομα) καλύτερη συνέχεια. Τελείωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ότι υπήρχε στα πιάτα.
« Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» είπε και τόπιασα το υπονοούμενο μιά που ξέρει πως δεν χορεύω παρά μόνο μεθυσμένος.
« Πάμε να ρίξουμε μιά ματιά στις βιτρίνες της Πατησίων ;» Πως να χαλάσεις τέτοιο χατήρι, άσε που η βόλτα βοηθάει και στην χώνεψη. Μεγάλος δρόμος η Πατησίων και παντού βιτρίνες. Δεν ψωνίζω ποτέ μου ρούχα. Το αναθέτω σε κοντινά μου πρόσωπα μιά που είμαι δυσλεκτικός στις εικόνες, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι επάνω μου και σιχαίνομαι να προβάρω ρούχα και παπούτσια. Περισσότερο ενδιαφέρον γιά μένα έχουν οι βιτρίνες με τα ψυγεία και τα πλυντήρια αλλά σπανίζουν σε περπατιάρικους δρόμους, οι μπουτικ κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να περιγράψω τα σχόλια επί των ρούχων της συνοδού μου γιατί δεν τα άκουγα «έπαιζα» μέσα μου την ενάτη του Σούμπερτ, να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου και να καλμάρω. Συγχρόνως σκεπτόμουνα την σοφή παρατήρηση του Ντύλαν άμα σε πιάσει αγκαζέ μιά γυναίκα κάτι κακό γιά σένα έχει στο νού της. Με είχε πιάσει όντως αγκαζέ, πέρα από τις μέχρι τώρα συνήθειές της.
Η ώρα πλησιάζε την «τρίτην πρωϊνήν» «οι μικρές ώρες περνάνε γρήγορα, γι’ αυτό τις λεν μικρές» μου είχε πει κάποτε μιά νυκτερινή μου περιπέτεια, σοφή κουβέντα. Είχαμε εξαντλήσει τα δύο πεζοδρόμια της Πατησίων, στο αναπόφευκτο της στιγμής μου εξήγησε ότι ενδιαφερότανε πολύ γιά μένα, την υγεία μου και την ζωή μου αλλά απόψε δεν ήταν διαθέσιμη γιά περαιτέρω. Το πασπάλισε και με ολίγες φράσεις περί σύσφιγξης των σχέσεων μας, «μεγαλώνουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον», εκνευρίζομαι όταν οι γυναίκες χρησιμοποιούν αρσενικό γένος γιά να περιγράψουν τον εαυτόν τους, δεν το θεωρώ ισότητα αλλά άρνηση ταυτότητας.
Πήραμε την άγουσα προς άγραν ταξίου. Σκεπτόμουνα τον χαμένο μου ύπνο, όχι ιδιαίτερα προβληματισμένος, στα πενήντα τόσα μου ξέρω πως τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις διαρκούν όσο και η έκλειψη ηλίου. Και τότε τον είδα. Μάλλον τον είδαμε. Τον Νικόλα, κοινό μας γνωστό, οκτώ χρόνια μικρότερο απο μένα αλλά να δείχνει εβδομηντάρης και βάλε. Θύμα του κόμματος και του μυαλού του ο Νικόλας, χρυσό και άκακο παιδί, ψάχνει το μεροφάϊ – κυριολεκτικά- με το φανάρι. Κάποιο έντυπο υλικό πέταγε κάτω απ’ τις πόρτες με κομματική συνείδηση, ένα σε κάθε πόρτα και όχι καμμιά δεκαριά μαζί να τελειώνουνε πιό γρήγορα. Εξ άλλου άμα τελείωνε τη δουλειά του, τι θα έκανε, που θα πήγαινε ; Αστεγος χρόνια ξέρει ότι είναι βάρος σ’ όσους τον φιλοξενούνε και φροντίζει να τους ξαλαφρώσει από την παρουσία του όσο περισσότερο μπορεί..
Τον χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα της κεφαλής. Η συνοδός μου ήταν περισσότερο διαχυτική :
«Τι γίνεται Νικόλα, πως τα περνάς ;»
Ο Νικόλας άνοιξε το χωρίς δόντια στόμα του:
«Τρώω πολύ- όταν έχω-, κοιμάμαι ελάχιστα, συνουσιάζομαι σπάνια»
«Φονικός συνδυασμός» είπε η δικιά μου « και τι κάνεις γι’ αυτό;»
Σκέφτηκα όσα αυτή έκανε πριν λίγο και την κοίταξα σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. 
Ισως ήτανε αυτό το φωτοστέφανο γύρω απ’ το κεφάλι της που δεν είχα ποτέ μου προσέξει...
 
(αναδημοσίευση από το www.gpointsbreeze.blogspot.com) 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Οι καλοκαιρινές διακοπές ενός νεανία

Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Γς

Σαν ήτανε μικρός τα πάντα αγαπούσε. Και το μπάνιο και τις ρακέττες και τον χορό και την βόλτα στο δάσος και το ψάρεμα. κι είχε σε κάθε ένα από αυτά και το δικό του ταίρι. Μ' άλλην εκολύμπαγε μακριά μέχρις ένα νησάκι, με άλλην έπαιζε ρακέττες και την μάθαινε, με άλλη χόρευε και τον μάθαινε και μ' άλλην επερπάταγε το βράδι στο δασάκι να λεν τα σώψυχά τους. Μόνο στο ψάρεμα επήγαινε μ' αρσενική παρέα υπακούοντας στα λόγια ενός ιρλανδέζου γερόλυκου που τον έπαιρνε μαζί του κάποτε στο ιστιοφόρο του αφήνοντας στην στεριά γυναίκα, κόρη κι εγγονή : στο σκαρί η γυναίκα είναι φασαρία και γρουσουζιά.
Εξ άλλου όλες μαζί δεν χωράγανε κι αν έβαζε την μία στο σκαρί θα ζήλευαν οι άλλες ενώ ήθελε να διατηρεί την ισορροπία μ' όλες τις φίλες του και μ' όλες ειχε τις ιδιαίτερες στιγμές του, στο νησάκι, στ' αποδυτήρια μετά τις ρακέττες, στις τουαλέττες της ντισκοτέκ και σαν έχαναν τον δρόμο στο δασάκι. Ηξερε πως αυτό δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα αλλά κοίταζε να το μακροημερεύσει όσο μπορούσε, είχε το χάρισμα να αναγνωρίζει τις ευτυχισμένες του στιγμές όσο τις ζούσε κι όχι μετά, σαν τους πολλούς ανθρώπους. Το μυστικό της επιτυχίας του δεν ήταν τόσο η μυστικότητα, λίγο-πολύ κάθε κοπέλλα κάτι θάχε ψυλλιαστεί, αλλά το ακριβοδίκαιο μοίρασμα του χρόνου του σε όλες και η ικανότητά του να τους φέρνεται σαν απλός φίλος όταν στην παρέα ήταν όλες μαζί.

Κάθε πράγμα έχει το κόστος του και το δικό του ήταν ο ύπνος. Η βόλτα στο δασάκι μετά την ντίσκο τέλειωνε κατά τις δύο και το ψάρεμα ξεκίναγε στις πέντε. Ο μεσημεριανός ύπνος γινότανε θυσία στις ρακέττες και τα κενά του πρωινού ήταν για να τον στέλνει η μάνα του στις δουλειές του σπιτιούαλλιώς αφιερωμένα στο ταίρι του στο μακρινο κολύμπι, τόσο ώστς να μην γφτάνουν εκεί οι αδιάκριτες ματιές. Κάθε 20ήμερο περίπου έπεφτε ξερός και κοιμότανε μια ολόκληρη ημέρα να γεμίσει τα κενά  κι έτσι πέρναγε τους τρεις περίπου μήνες των καλοκαιρινών διακοπών του.

Αυτή η έλλειψη ύπνου έκανε δύσκολο το πρωινό ξύπνημα για ψάρεμα μέχρι που μερικές φορές παρακαλούσε μέσα του να φυσήξει ώστε να αναβληθεί αλλιώς ήταν αδύνατον να αντισταθεί στην πρόκληση της ήρεμης θάλασσας. Το πρωινό ξύπνημα το είχε αναλάβει ο συμψαράς του που δεν είχε τόσο εντατικό ωράριο όπως ο ίδιος, δεν είχε αντικείμενο. Κι επειδή μερικές φορές δεν άκουγε το σφύριγμά του, για να μην ξυπνήσουν τον υπόλοιπο κόσμο είχαν συμφωνήσει να τραβάει το σπαγκάκι που ήταν δεμένο στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του  και που κρέμιότανε από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου μέχρι σχεδόν το πεζοδρόμιο.
Η λύση ήταν έξυπνη αλλά αποδείχθηκε καταστροφική όταν ανακοινώθηκε μεγαλόστομα σ' όλη την παρέα μέσα στην ντισκοτέκ. Ο φίλος του, μόνο ψαράς και πατέρας της ιδέας, θέλησε να κλέψει λίγη από την δόξα του  πολυάσχολου φίλου του.

Η πρώτη που τράβηξε το σκοινάκι στις τρεισίμιση το βράδυ ήταν η κοπέλλα της ντισκοτέκ, μάλλον επειδή είχαν πολλή κίνηση οι τουαλέττες εκείνο την νύχτα. Την καλωσόρισε αλλά είδε κι έπαθε να την διώξει πριν έρθει ο συμψαράς του και στο ψάρεμα κουτούλαγε. Του υποσχέθηκε πως δεν θα ξανάρθει νυχτιάτικα. Την επόμενη νύχτα ήρθε η "ρακέττες" στις τέσσερις, πράγμα που τον εξέπληξε, την θεωρούσε -μέχρι τότε- πιο συνεσταλμένη απ' όλες. Το αίσθημα της δίκαιης μοιρασιάς που τον διακατείχε δεν του επέτρεψε να την αφήσει παραπονεμένη, απέσπασε όμως κι απ' αυτήν  υπόσχεση πως δεν θα επαναληφθεί.

Η τρίτη νυχτιά ήταν το βατερλό του. Ενοιωσε ένα τράβηγμα στο δάκτυλο του ποδιού του, είδε από το παράθυρο την "βόλτα στο δασάκι" και κατέβηκε αποφασισμένος να την διώξει γιατί μόλις πριν μια ώρα ήσαντε μαζί. Ανοίγοντας την πόρτα βρέθηκε μπροστά στο ταίρι του στο μακρινό κολύμπι. Την αγκάλιασε τρυφερά ενώ έψαχνε τρόπο να την σουτάρει. Μισοζαλισμένος από το ξενύχτι δεν κατάλαβε  πως για κάποιαν άλλη κατέβηκε με αποτέλεσμα η "βόλτα στο δασάκι" να βάλει τις φωνές και με το δίκιο της. Ανέλαβε να καθαρίσει η "μακρινό κολύμπι" και ο καυγάς γενικεύτηκε σαν πέρασαν από εκεί -εντελώς τυχαία- η "ντισκοτέκ" και  η "ρακέττες"...


Καθισμένος σήμερα στο ίδιο πάντα μέρος πίνει το ουζάκι του και παίζει καμιά παρτίδα σκάκι αν βρεθεί αντίπαλος. Παρακολουθεί τα καλαμίδια του που είναι στεριωμένα σε δυο τρίποδες και πιάνει τίποτε ψαράκια που μπαίνουνε στα βρώμικα νερά του λιμανιού. Αρνείται πεισματικά να μπει σε βάρκα, δεν μπαίνει στην ντίσκο του χωριού κι είναι ο μόνος ίσως παραθεριστής που δεν κάνει την βόλτα του στο δασάκι. Για τις ρακέττες ούτε συζήτηση με τα αρθριτικά του. Εχει την φήμη του καλού ανθρώπου και του πιο πιστού συζύγου, δεν ρίχνει το βλέμμα του σε άλλη γυναίκα εκτός από την δικιά του. Μερικοί λένε πως ήταν το πρότυπο που είχε στο μυαλό του ο Χάϊνριχ Μπελ όταν περιέγραφε τον κλασσικό, μονογαμικό άνδρα σ' ένα βιβλίο του...

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Δωμάτιο στον χρόνο




Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, σχεδόν τετράγωνο και ψηλοντάβανο, χώραγε όλες τις αναμνήσεις.
Το πάτωμα, ξύλινο με τάβλες πλανισμένες, περασμένες λαδομπογιά έσβηνε ίχνη κι υποψίες
Ψευδοροφή από κόντρα-πλακέ, έσταζε κάθε που το κουνάβι της στέγης πείραζε τη σειρά των κεραμιδιώνε.
Δυό τοίχοι ξώτεροι από πέτρα χοντρή, της Μασίλλιας, ένας τσεσμές κι από την άλλη σύνορο, πέρα για πέρα μια ντουλάπα, χωρούσε όλα τα σκεπάσματα και τις ντροπές του κόσμου.
Το παραθύρι ένα, ανοιγμένο στον πέτρινο τον τοίχο σημάδευε τη  θάλασσα κι ένα νησάκι που χρύσιζε στην κάθε ανατολή του ήλιου. Στο περβάζι του πέρασαν ώρες ξαπλωμένα πιτσιρίκια κι η γάτα του σπιτιού.
Ενα παλιό φωτιστικό να κρέμεται κι ένα μικρούλι πορτατίφ στο μάρμαρο του κομοδίνου ήταν οι πινελιές του πολιτισμού που ήρθε με το ρεύμα.
Το νερό δεν ήρθε ποτέ.
Μια παλιακή λεκάνη και μια κανάτα, από άσπρη πορσελάνη και τα δυό, περίμεναν μπροστά στον καθρέπτη της τουαλέττας να ξεπλύνουν πρωίνές τσίμπλες και χρόνιες αμαρτίες. Πιο δίπλα κρέμονταν οι πετσέτες με τ' αρχικά του νοικοκύρη κεντημένα από χέρια εγγλέζικα.
Μία καρέκλα περίμενε τον επισκέπτη επί ματαίω.
Και στη γωνιά, σ' ένα μεγάλο ξύλινο σεντούκι, με χρυσαφένια κλειδαριά  και καλογυαλισμένο, τσαλακωμένο μέσα του κρυβότανε το τζίνι του σπιτιού.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Ο,τι φοβάμαι περισσότερο


Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Ο Αγιος Τζι




Ο Αγιος Τζι ζούσε σε μια βραχονησίδα ενός κλειστού κόλπου, μια σταλιά πράμα, ούτε τριακόσια τετραγωνικά. Την βραχονησίδα την λέγανε Αη Τζίμη από το παρατσούκλι του Αη Δημήτρη. Θα έπρεπε να είχανε κτίσει ένα προσκυνητάρι τον καιρό που κατέβηκαν οι ορεσίβιοι στο νησάκι για να γλυτώσουν το μακελειό  απ' τις ορδές των Σλάβων, τούτοι οι κατακτητές δεν μπαίναν στο νερό ποτές. Ηταν κι οι μόνοι που βρήκαν το δρόμο για το αποκομμένο από την πραγματικότητα χωριό των ορεσίβιων, οι Οθωμανοί στα τετρακόσια τόσα χρόνια σκλαβιάς δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους εκεί. Το προσκυνητάρι το έχτισε αργότερα ο Αγιος Τζι από βότσαλα και όστρακα  πληρώνοντας το χρέος των συγχωριανών του.
Σαν υποχώρησαν οι Σλάβοι οι ορεσίβιοι επανήλθαν στις εστίες τους πλην ενός γεροπαράξενου που τον λέγανε Γιωργή αλλά για συντομία και αναδρομική ξενομανία οι συντοπίτες του τον φώναζαν Τζι. Κάποιοι λέγανε πως φοβήθηκε πολύ τους Σλάβους και δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, κάποιοι άλλοι πως φοβότανε τον άντρα της Μαρίας που τους έκανε μια νύχτα τσακωτούς όταν δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον πόθο τους σε μια νησίδα πηγμένη από ανθρώπους. Αυτή η πολυκοσμία  ήταν και η προσωρινή σωτηρία του αλλά πίσω στο χωριό κάπου θα μπορούσε να τον ξεμοναχιάσει και να τον καθαρίσει. Γιατί ήτανε σίγουρο πως ο Τζι δεν θα αντιστεκότανε, ήτανε του χαρακτήρα του να μη χτυπά ανθρώπους και ζώα.
Αλλοι πάλι λέγανε πως πρώτη του φορά γεύτηκε θαλασσινούς μαζέδες, ήπιε βρόχινο νερό από τη φυσική τη στέρνα της βραχονησίδας αντί για ποταμίσιο και δεν θέλησε να ξαναγυρίσει στα τουλουμοτύρια και τις μυζήθρες του χωριού του. 
Γεγονός είναι πως η Μαρία προτίμησε τη σιγουριά στο σπίτι του άνοστου συζύγου της παρά την ερημική ζωή που της πρότεινε ο Τζι. Γύρισε σαν βρεγμένη γάτα μαζί του και μαζί με το υπόλοιπο χωριό σαν φύγανε οι Σλάβοι και δεν ξαναπάτησε ποτέ το πόδι της στον Αη Τζίμη, όπως και όλοι οι συγχωριανοί της. Σε λίγο καιρό ξεχάσανε και τον Αη Τζίμη και τον Τζι δίνοντας του την ευκαιρία να αγιάσει. Οι όρκοι και τα λόγια τα μεγάλα για μια καλύβα, καβούρια και φιλιά ξεχάσθηκαν  κι ο Τζι απαλλαγμένος από συμβατικές υποχρεώσεις δεν έφτιαξε ποτέ του καλύβα, την έβγαζε σε μια μικρή βραχοσπηλιά παρέα με γλαρους, φώκιες και νεράιδες.  

Τα πρώτα σημάδια αγιοποίησης που φανερώθηκαν στον Τζι ήταν στα νύχια των χεριών και τον ποδιών του. Σταμάτησαν να μεγαλώνουν και εξαφάνισαν το πρόβλημα της κοπής τους μιας και ο Τζι δεν είχε προνοήσει να πάρει εργαλεία μαζί του εξόν ένα πηρούνι που το κουβάλαγε πάντοτε μαζί του από τότε που ζούσε στο χωριό, ώστε να μπορεί να φάει αν εμφανιζότανε φαΐ μπροστά του. Μετά το ίδιο έγινε με τα γένια και τα μαλιά του τα οποία σταμάτησαν την ανάπτυξή τους σε μήκος αρμόζον με την αγιότητα της προσωπικότητάς του.
Αλλοι πάλι λένε πως στην αγιοποίησή του συνέβαλε και η κατανάλωση αγρίων σκόρδων που αφθονούσαν στην βραχονησίδα αλλά πιθανόν αυτοί να είχαν μπερδέψει τις διαδικασίες αγιοποίησης με τις αντίστοιχες της αποβρυκολακοποίησης. Τα άγρια σκόρδα, ανάποδα απ' ό,τι νομίζει ο πολύς κόσμος δεν έχουν έντονη σκορδίλα, έχουν μεγαλύτερες και λιγότερες σκελίδες και είναι πολύ υγιεινά και...κατανυκτικά, μιας και προκαλούν υπνηλία και ψιλοπαραισθήσεις, απαραίτητα πράγματα για την καριέρα ενός κοσμοπολίτη προσεχώς αγίου και όχι  εμπόδιο στην καριέρα ενός ερημίτη αγίου.

Το δεύτερο σημάδι ήταν η κατανίκηση του πειρασμού που ερχόταν με την μορφή γοργόνας κάποιες γλυκές καλοκαιρινές βραδιές, όταν η σκέψη του την έφερνε εκεί. Το σφυρηλάτημα του χαρακτήρα του πέρασε από τα γυμνά στήθη της και τα χάδια της θελκτικότατης ουράς της χωρίς να ενδώσει στον πειρασμό. Οι κακές γλώσσες λένε πως η υπερκατανάλωση σκόρδων είχε ρίξει την πίεσή του σε τέτοιο βαθμό που κάθε στυτική λειτουργία να είναι ανέφικτη αλλά επειδή τα πιεσόμετρα δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί και κανείς, μα κανείς δεν μέτρησε ποτέ την πίεση του αγίου Τζι, είμαστε υποχρεωμένοι να προσκυνήσουμε μπροστά στο θαύμα της αποφυγής τέτοιου πειρασμού- όσοι έχουν εμπειρίες με γοργόνες, ξέρουν για τι πράμα μιλάμε.

Το τρίτο σημάδι ήταν η συμπεριφορά καρκίνων, μαλακίων και κεφαλοπόδων τα οποία εγκατέλειπαν την θάλασσα και αυτοβούλως μετέβαιναν στην θρακιά όπου σιγοψηνότουσαν για να προσφέρουν το σαρκίο τους τροφή στον Αγιο Τζι. Αρκούσε ένα σκίρτημα του άδειου στομαχιού του για να εμπνεύσει στα θαλασσινά ένα πνεύμα αλληλεγγύης και αλληλεξάρτησης μεταξύ των πλασμάτων που εμοιράζοντο την βραχονησίδα και της οποίας ο Αγιος Τζι ήταν προφανώς η κορυφή της ζωικής και πνευματικής πυραμίδας.

Τέλος τέταρτο, τελευταίο και μη επιδεχόμενο καμμίαν αμφισβήτηση γεγονός ήταν το μοσχοβόλημα του λειψάνου του όταν βρέθηκε χωρίς νάχει λειώσει, τριακόσια πενήντα χρόνια μετά, όταν και ξαναπάτησε ανθρώπινο, αμαρτωλό, πόδι την νήσον του Αη Τζίμη.