Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Ο σοφός Σκωτσέζος

Mark Chagall, The Drunkard, 1911-2

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε μα περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλκα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. 
Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Ο ουρανός και τα σύννεφα της νύχτας

.




Είναι κάποιες βραδιές, τριγύρω στην πανσέληνο, που ο ουρανός δεν μαυρίζει μα παίρνει στο μεσουράνημα το χρώμα το μπλέ το σκούρο, των πολύ βαθειών νερών. Τα μικρά κι' αδύνατα αστέρια χάνονται μέσα στο φέγγος, μόνο τα πρωτοκλασσάτα φαίνονται, μάλιστα σα να λάμπουνε πιότερο απ' το συνηθισμένο. Σύννεφα άσπρα, που δεν φέρνουνε βροχή, καλύπτουν τον μισό ουρανό ξεσέρνοντας καθώς ο άνεμος προστάζει, φιάχνοντας σχήματα που ο κάθε νους αλλιώς τα ερμηνεύει.
Κοιτάζει να δει τον Ποσειδώνα στ' άρμα του με τα λευκά τα άτια να το σέρνουν, παρασυρμένος απ΄το χρώμα τ' ουρανού ο ποιητής αλλά κι η μάνα του που ψάχνει τον δικό της θεό, με την ίδια την γενειάδα τον φαντάζεται. Κοιτάζει κι' ο πιτσιρικάς να δει τα σύννεφα να σχηματίζουν τον άγγελο τον φύλακά του με την ρομφαία, να, κάπως έτσι τον φαντάζεται. Πιο πεζή η γάτα κοιτάζει στα κλαδιά του δέντρου για κανένα κοιμισμένο πετινό τ' ουρανού.
Ο ερωτευμένος βλέπει την μορφή της να σκιαγραφείται απ' τα σύννεφα, μετά κοιτάζει τον αποσπερίτη και κάνει τις συγκρίσεις του, σκοτώνοντας την αμεροληψία στ' όνομα της ανάγκης του. Συνήθως η ανάγκη του τέτοια ώρα κοιμάται.
Ο ετοιμοθάνατος ψάχνει τον θάνατο να δει με το δρεπάνι του, έτσι το διάβασε κι' έτσι το περιμένει.
Τα σύννεφα κάνουν σε όλους το χατήρι, ακούν κάθε παραγγελιά και παίρνουνε το σχήμα. Μετά χάνονται στην άκρη του ορίζοντα. Το φεγγάρι περνάει το μεσουράνημα, το φως του λιγοστεύει κι' ο ουρανός μαυρίζει, δεν θυμίζει ωκεανό πια.
Στα καινούργια σύννεφα που ήρθανε οι άνθρωποι δεν ψάχνουν τίποτε πια στα σχήματά τους, φταίει το μαύρο φόντο, δεν τους εμπνέει όπως το μπλε των νερών.

Απογοητευμένα τα καινούργια σύννεφα φέρνουν την αυγή.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Χηρόλακας


Ο Χηρόλακας ήταν το μέρος που κλαίγανε οι χήρες κι οι μανάδες των ναυτικών που ναυάγησαν, μια χωμάτινη πλατεία εντελώς επίπεδη που χρησίμευε και σαν γήπεδο για ποδοσφαιρικούς αγώνες, η μια γραμμή του αράουτ ήταν η θάλασσα.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που το Γαλαξίδι έχασε την αίγλη του με την επικράτηση του ατμού, οι Γαλαξιδιώτες επέμεναν στα πανιά-την τέχνη τους, ησύχασε όμως ο τόπος από τους θρήνους των χαροκαμένων γυναικών. Ο Χηρόλακας εξελίχθηκε σε μιά ήρεμη γειτονιά, χωρίς μαγαζιά και φασαρία, όλα αυτά επικράτησαν στο άλλο λιμάνι, την αγορά. Οι Χηρολακιώτες όμως διατήρησαν τα σπίτια τους ενώ στην αγορά όλα τα παραλιακά αλλά και αρκετά σπίτια στα ενδότερα υπέκυψαν στον αδυσώπητο νόμο της...αγοράς και κατέληξαν μαγαζιά.
Ο Χηρόλακας σαν λιμάνι είναι αβαθής, μόνο βάρκες μπορούν να δέσουν. Πριν κάποια χρόνια υπήρχαν διχτυάρηδες και οκταποδολόγοι που είχαν εκεί το στέκι τους. Τα ψάρια τα πήγαιναν κατ' ευθείαν στα σπίτια των αγοραστών, δεν υπήρχε η έννοια της αγοράς με τα συνεπακόλουθά της όπως στο κεντρικό λιμάνι. Στις μέρες μας, δυο τρεις παραγαδιάρηδες και λίγοι ερασιτέχνες αράζουν τα βαρκάκια τους στα νερά του Χηρόλακα.
Η πλατεία έχει σήμερα στρωθεί με πλάκες και είναι η χαρά των μικρών παιδιών με τα ποδήλατα τους. Τα παγκάκια είναι στραμμένα προς την θάλασσα, ο όγκος του Παρνασσού με τους Δελφούς και το Χρισό λίγα μίλια μακριά δεσπόζει στο τοπίο. Πιο κάτω, το αποτελείωμα της Ιτέας, η Κίρρα, Ξηροπήγαδο για τους παλιούς που δεν μάθανε τα ονόματα από ταμπέλες, οριοθετεί με τα φώτα την νύχτα το χώρισμα της θάλασσας απ' την στεριά. Σε κάθε παγκάκι κάθε καλοκαιρινό βράδυ η ίδια παρέα σχολιάζει χαμηλόφωνα πολιτική και γειτόνους. Κάποιοι φέρνουν μαζί τους τις πλαστικές κατέκλρες τους, δεν τους χωράει όλους το παγκάκι. Ολα είναι γλυκά και ήρεμα στο Χηρόλακα, οι χήρες δεν κλαίνε πλέον, μόνο κανένα παιδάκι κλαίει σαν τύχει να πέσει από το ποδήλατό του.



Λατρεύω το ξημέρωμα στον Χηρόλακα με τα χρώματά του, ειδικά όπως φαίνεται μέσα απ' την θάλασσα, είναι η σχεδόν καθημερινή μου απόλαυση, χρόνος που κυλάει νοσταλγικά...


Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Εισαγωγή από το "Ιστορίες από το κοίλο ημισφαίριο

.


1. Πρόλογος

Κει που τελειώνει ο ωκεανός στο άλλο ημισφαίριο –λένε- υπάρχει μιά ομαλή ακτή γιά τους ναυαγούς. Την προτιμάνε από τα απόκρημνα βράχια και καθώς εκεί η αμμουδιά και το νερό λειώνουν το ένα μέσα στ’ άλλο, μπορείς να βγείς ακόμα και περπατώντας. Λίγο πιό πέρα όμως, στα πέντε μέτρα μπροστά, απλώνεται ένας μαντρότοιχος ψηλός, σ’ όλο το μήκος της ακτής, διαφυγή καμιά, πρέπει να τον περάσεις ή να γυρίσεις πίσω στην θάλασσα. Κανένας ναυαγός δεν ήξερε τι είναι πίσω από τον τοίχο, ο καθένας φανταζότανε ό,τι του έλειπε εκείνη τη στιγμή : άλλος φαΐ, άλλος κρασί, άλλος γυναίκες. Μερικοί από τους ναυαγούς νομίζανε ότι ήταν στο νησί των θησαυρών, διαμάντια και πολύτιμους λίθους φέρνανε στην φαντασία τους, τον τοίχο δεν τον υπολόγιζαν. Τρώγανε λίγες αχιβάδες και καβούρια, να πάρουνε δυνάμεις, ξαπλώνανε στον ήλιο κι’ ετοιμαζότουσαν γιά το μεγάλο σάλτο. Κι ‘ ο τοίχος όμως ετοιμαζότανε. Χρόνια τώρα και καιρούς έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του πως κανείς ανάξιος δεν θα περάσει. Και έβαζε όλη του τη τέχνη. Αλλού γινόταν γλιστερός αλλού αγκάθια έβγαζε, αλλού υποχωρούσαν τα στηρίγματα του μέχρι οι υποψήφιοι κατακτητές να πέσουν κάτω. Γιατί έτσι τους έβλεπε, σαν άγριους εποικιστές, νηστικούς να φάνε το φαΐ του, διψασμένους να πιούν το κρασί του, στερημένους να χαρούν τις γυναίκες του και πάντα άρπαγες, ν’ αρπάξουν το θησαυρό του. Και τότε αυτός ψήλωνε κατά βούληση για να μην τους αφήσει.  Στους πιό επίμονους διεκδικητές έκανε το μεγάλο κόλπο: έπαιρνε τα χρώματα και την υφή του ωκεανού, τους τρόμαζε, τους θύμιζε το χτες -θάλασσα σκούρα κι’ ουρανός μονάχα- σα ναυαγοί χάνανε τον προσανατολισμό τους κι αντί γιά πάνω, προς τα κάτω ή τα πλάγια σκαρφαλώνανε απελπισμένα. Στο τέλος τη λουρίδα της άμμου λατρεύανε κι’ εγκαταλείπανε τη προσπάθεια.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Τρία ζευγάρια παπούτσια

Τα παλιά χρόνια οι φωτογράφοι είχαν κάποια κουστούμια να εξυπηρετούν τους πελάτες τους που ήθελαν επίσημη φωτογράφηση. Δεν είχαν όμως παπούτσια, ίσως ήταν ακριβά εκείνη την εποχή. Αν δεν είχε και ο πελάτης, ο φωτογράφος "έκοβε" τα πόδια στην φωτογράφηση

.



Παρατηρούσε τα παπούτσια. Ισως ήταν το πιό ενδιαφέρον στην μικρή συγκέντρωση. Καμμιά δεκαπενταριά αποκομμένοι από την πραγματικότητα αριστεροί, όλοι πάνω από τα –ηντα, ένας δυό συνομήλικοι λογοτεχνίζοντες, δυό τρεις ξέμπαρκοι φίλοι των ομιλούντων. Οσοι νεαροί υπήρχανε στον χώρο είχαν τραβηχθεί επιδεικτικά μακριά μέσα την μεγάλη αίθουσα λες και φοβότουσαν μη μολυνθούν. Ηταν αρκετά νεαροί γιά να δηλώσουν από τώρα «αριστεροί» προτιμούσαν την ταμπέλλα του «ανένταχτου» όπως υποτίθεται πως ήταν το τιμώμενο πρόσωπο- το πιό ακριβό από τα τρία ζευγάρια παπούτσια. Ηταν στο χρώμα του κάστανου από ακριβό δέρμα- έκανε μπαμ-και μιά κάτασπρη πολύ χοντρή τρακτερωτή σόλα. Ηταν σαν ένα μικρό φρούριο, ένα άρμα μάχης έτοιμο να προστατέψει το πόδι που ήταν μέσα από κρύο, νερό, λακκούβα, κακοτεχνία και στραβοπάτημα. Σίγουρα είχε πάνω από 500 ευρώ το ζευγάρι, μεγάλη αξία, έτσι κι’ αλλιώς «εξαφάνιζε» την όποια αντίστοιχη του κατόχου, όπου μόνο τ’ ακούρευτα άσπρα μαλλιά του ήταν αξιοπρόσεκτα και αυτά μάλλον με αρνητικό τρόπο. Ισως να έφαιγε το όνομά του, συγκεκομμένο ξενικά προφερόμενο το μικρό του, όχι πρωτότυπο τόχε κι’ ο εραστής διάσημης γαλλίδας τραγουδίστριας, ίσως κι’ αυτός στα νιάτα του να τάφιαξε με καμμιά γαλλίδα τουρίστρια και το καθιέρωσε ή του το επέβαλε η γαλλίς προσπαθώντας να τον «ανεβάσει» κοινωνικά και λογοτεχνικά. Μετά βρέθηκε και ένα επίθετο σκέτο γεωμετρικό σχήμα όπως θα λέγαμε Τραπέζιος ή Ορθογώνιος. Κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν το δικό του ή τον κάλυπτε λογοτεχνικά, στην πραγματκότητα κανένας δεν ενδιαφερότανε. Βρέθηκε κάποτε στην μόδα όταν η πολυσυλλεκτικότητα κάποιων κομμάτων έδωσε στέγη σε διάφορους ανένταχτους σοβαρούς και μη, μερικοί το εξαργύρωσαν με ψήγματα δημοσιότητας και γνωριμιών χρήσιμων γιά τα μετέπειτα σκληρά χρόνια όταν η μπογιά έχει πιά ξεθωριάσει και μόνο τα παπούτσια εντυπωσίαζαν όσους δεν θέλανε ντε και καλά να εντυπωσιασθούν. Εδώ βέβαια δεν είχαμε τέτοια περίπτωση όλο το ακροατήριο άκουγε βαρυεστημένα έναν ανούσιο διάλογο μεταξύ δυό μεθυσμένων «προσωπικοτήτων» διανθισμένο με φιλοφρονήσεις που έφερναν αμήχανα χαμόγελα στα στόματα των «κομματικώς» παρευρισκομένων. Μόνο ένας από το ακροατήριο συμμετείχε που και που στην-ο θεός να την κάνει- κουβέντα, προφανώς μεθυσμένος και αυτός αλλά και φίλος τους. Δεν ξεχώριζε όμως από τα παπούτσια του δεν φόραγε τα πανάκριβα μαλακά γκρίζα μοκασίνια που αγκάλιαζαν τρυφερά τα ακριβοκαλτσωμένα πόδια του παρουσιαστή, βουλευτή πλέον της αριστεράς- σημείον των καιρών και του εκλογικού νόμου. Πολλές πιά οι έδρες κι’ άντε να βρεις στελέχη επώνυμα. Ξεπέσανε στους δημοσιογράφους όπως έκαναν και τα μεγάλα κόμματα, τουλάχιστον αυτοί έκαναν τους ηλικιωμένους να μην έχουν και πολύ μέλλον – κάτι κι’ αυτό. Η ιδιότητα του βουλευτή προσθέτει χαίτη λευκή στον τράχηλο και φαβορίτα α λα σταμάτη κόκκοτα -σαράντα χρόνια μετά- στις παρειές. Δερμάτινο σακάκι- το δέρμα αντιλόπη- και αντίστοιχο μαλακό παπούτσι, τρυφερό όπως τρυφερά φερότανε στους ψηφοφόρους μέχρι να του ζητήσουν κάτι. Εδώ φαινότανε η βουλευτική απειρία του : δεν υποσχότανε λαγούς με πετραχείλια όπως οι επαγγελματίες του είδους αλλά δήλωνε αναρμόδιος και έστριβε εντέχνως να συνεχίσει το πιοτό του.
Το τρίτο άξιο λόγου και χρημάτων ζευγάρι παπούτσια ανήκε σε ακραιφνή ακροδεξιό παγιδευμένο εδώ και χρόνια στο Πασόκ από τότε που τούδωσε ψωμί. Εχοντας κάποιο φιλότιμο θεωρούσε υποχρέωσή του να ψηφίζει τους διαδόχους του σωτήρα του, Αντρέα και να κάνει παρέα με αριστερούς κατά το πρότυπο των στελεχών του κινήματος. Από την άλλη βέβαια είχε βαρεθεί την στενοκεφαλιά των ομοϊδεατών του και του άρεσε να χαζεύει τις πιό όμορφες γκόμενες του χώρου και τις ατέλειωτες θεωρίες των αριστερών. Επειδή δεν καταλάβαινε τίποτε του φαινότανε ότι λέγανε σπουδαία πράγματα κι’ έκλεβε δυό τρεις φράσεις να τις πει αλλού και να εντυπωσιάσει. Γιατί όποτε μίλαγε και ειδικά σε γυναίκες, πάντα μίλαγε γιά τον πιό καταπληκτικό άνθρωπο που είχε γνωρίσει, το πιό καταπληκτικό έργο που είχε δει, το πιό καταπλητικό βιβλίο που είχε διαβάσει. Οταν δεν τούβγαινε τίποτε ήταν ικανός να αναφέρει τον πιό καταπληκτικό νεροχύτη που έπλυνε τα χέρια του. Βέβαια το μόνο καταπληκτικό που είχε επάνω του ήταν οι πανάκριβες μπότες που φτάνανε μέχρι τα μισα στο καλάμι του, τράβαγε όπως καθότανε ψηλά το παντελόνι του γιά να φαίνονται.
Αυτά τα τρία ζευγάρια παπούτσια αξιζαν περισσότερο από τα περίπου είκοσι που φόραγαν οι ακροατές, το διαισθανότανε, δεν ήταν θέμα υπολογισμών. Οταν αφηρημένοι, μ’ ένα χαζό χαμόγελο ευτυχίας ακούνε δυό επώνυμους μεθυσμένους να σιγανοπαραληρούν πως είναι δυνατόν ακριβό παπούτσι να σταθεί στα πόδια τους ;

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Φονική συνταγή





«Ελα μωρέ, φάε και συ λίγο να μη πάει χαμένο, εμένα μου πέρασε η όρεξη».
Δεν ήθελα και πολύ. Λιγούρης στο φαΐ και όχι μόνο, άμα το έχω μπροστά μου του δίνω και καταλαβαίνει. Υποκύπτω στους πειρασμούς είναι η ιδεολογία μου και η αποφυγή των πειρασμών η άμυνά μου.
Μαζί της. Διακοπή στις διακοπές μου. Εξ άλλου το μαζί της πάντα σαν διάλειμα είναι. Συμφωνία, όταν μπορούμε βγαίνουμε «να περάσουμε καλά» και τέλος. Πλήρης αδιαφορία - ούτε τηλέφωνο – στο νεκρό διάστημα, καμμιά υποχρέωση, καμμία δέσμευση, όταν κι’ αν μπορούμε κι’ οι δυό, χτες βράδυ μπορούσαμε. Μπορούσαμε ;
Αλλαι αι βουλαί του θεού (καθένας μας κι’ ένας μικρός θεός) και άλλα η μοίρα προστάζει (ίσως γι’ αυτό αποκαλούνε τις γυναίκες μοιραίες). Το μέλλον θα αποφασίσει γιά τη συνέχεια ή μη της σχέσης, το μέλλον είναι ουδέτερο στην ελληνική γλώσσα.
Ανδρας, γυναίκα, μέλλον, πιό ταιριαστή τριάδα μου φαίνεται από την πατήρ, υιός και (άγιο) πνεύμα που ακολουθώ στην οικογενειακή μου ζωή, ταυτίζοντας την κόρη μου με «εν είδει περιστεράς» ώστε να «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»
Αποφεύγω το βραδυνό φαγητό και το ξενύχτι μιά που σηκώνομαι από (ψαράδικη) συνήθεια τα χαράματα και δεν με πιάνει ύπνος το μεσημέρι. Χρόνια γνωστοί, το ξέρει και προσπαθεί να το σέβεται, όπως και εγώ προσπαθώ να σέβομαι τις δικές της συνήθειες, αλλά λόγω καύσωνα χθες βρεθήκαμε στις έντεκα μου μου. «Πεινάω σαν λύκαινα» μου είπε και ψιλοχάρηκα παρεξηγώντας το «φαΐ» με τα μεζεδάκια. Στίς τρεις τέσσερις μπουκιές χόρτασε. Συμβαίνει. Το μητρικό ένστικτο που γεννάω στις γυναίκες την οδήγησε να με μπουκώσει, υποχώρησα ελπίζοντας σε μιά (σύντομα) καλύτερη συνέχεια. Τελείωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ότι υπήρχε στα πιάτα.
- Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, είπε και τόπιασα το υπονοούμενο μιά που ξέρει πως δεν χορεύω παρά μόνο μεθυσμένος.
- Πάμε να ρίξουμε μιά ματιά στις βιτρίνες της Πατησίων ; Πως να χαλάσεις τέτοιο χατήρι, άσε που η βόλτα βοηθάει και στην χώνεψη. Μεγάλος δρόμος η Πατησίων και παντού βιτρίνες. Δεν ψωνίζω ποτέ μου ρούχα. Το αναθέτω σε κοντινά μου πρόσωπα μιά που είμαι δυσλεκτικός στις εικόνες, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι επάνω μου και σιχαίνομαι να προβάρω ρούχα και παπούτσια. Περισσότερο ενδιαφέρον γιά μένα έχουν οι βιτρίνες με τα ψυγεία και τα πλυντήρια αλλά σπανίζουν σε περπατιάρικους δρόμους, οι μπουτικ κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να περιγράψω τα σχόλια επί των ρούχων της συνοδού μου γιατί δεν τα άκουγα «έπαιζα» μέσα μου την ενάτη του Σούμπερτ, να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου και να καλμάρω. Συγχρόνως σκεπτόμουνα την σοφή παρατήρηση του Ντύλαν άμα σε πιάσει αγκαζέ μιά γυναίκα κάτι κακό γιά σένα έχει στο νού της. Με είχε πιάσει όντως αγκαζέ, πέρα από τις μέχρι τώρα συνήθειές της.
Η ώρα πλησιάζε την «τρίτην πρωϊνήν» «οι μικρές ώρες περνάνε γρήγορα, γι’ αυτό τις λεν μικρές» μου είχε πει κάποτε μιά νυκτερινή μου περιπέτεια, σοφή κουβέντα. Είχαμε εξαντλήσει τα δύο πεζοδρόμια της Πατησίων, στο αναπόφευκτο της στιγμής μου εξήγησε ότι ενδιαφερότανε πολύ γιά μένα, την υγεία μου και την ζωή μου αλλά απόψε δεν ήταν διαθέσιμη γιά περαιτέρω. Το πασπάλισε και με ολίγες φράσεις περί σύσφιγξης των σχέσεων μας, «μεγαλώνουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον», εκνευρίζομαι όταν οι γυναίκες χρησιμοποιούν αρσενικό γένος γιά να περιγράψουν τον εαυτόν τους, δεν το θεωρώ ισότητα αλλά άρνηση ταυτότητας.
Πήραμε την άγουσα προς άγραν ταξίου. Σκεπτόμουνα τον χαμένο μου ύπνο, όχι ιδιαίτερα προβληματισμένος, στα πενήντα τόσα μου ξέρω πως τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις διαρκούν όσο και η έκλειψη ηλίου. Και τότε τον είδα. Μάλλον τον είδαμε. Τον Νικόλα, κοινό μας γνωστό, οκτώ χρόνια μικρότερο απο μένα, αλλά να δείχνει εβδομηντάρης και βάλε. Θύμα του κόμμματος και του μυαλού του ο Νικόλας, χρυσό και άκακο παιδί, ψάχνει το μεροφάϊ – κυριολεκτικά- με το φανάρι. Κάποιο έντυπο υλικό πέταγε κάτω απ’ τις πόρτες με κομματική συνείδηση, ένα σε κάθε πόρτα και όχι καμμιά δεκαριά μαζί να τελειώνουνε πιό γρήγορα. Εξ άλλου άμα τελείωνε τη δουλειά του, τι θα έκανε, που θα πήγαινε ; Αστεγος χρόνια ξέρει ότι είναι βάρος σ’ όσους τον φιλοξενούνε, φροντίζει να τους ξαλαφρώσει από την παρουσία του όσο περισσότερο μπορεί..
Τον χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα της κεφαλής. Η συνοδός μου ήταν περισσότερο διαχυτική :
- Τι γίνεται Νικόλα, πως τα περνάς ;
Ο Νικόλας άνοιξε το χωρίς δόντια στόμα του:
- Τρώω πολύ- όταν έχω-, κοιμάμαι ελάχιστα, συνουσιάζομαι σπάνια,
-Φονικός συνδυασμός,είπε η δικιά μου, και τι κάνεις γι’ αυτό ;
"Και συ τι έκανες γι αυτό ;" σκέφτηκα και την  κοίταξα σαν να την έβλεπα πρώτη φορά. Ισως ήτανε αυτό το φωτοστέφανο γύρω απ’ το κεφάλι της που δεν είχα ποτέ μου προσέξει...

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Ρόδα είναι και γυρίζει...

Η εκ νέου υφυπουργοποίηση του "ξανθού" Ιωαννίδη επαληθεύει την φήμη ότι έψαχναν σε καφενεία και λέσχες "πολιτικούς" για να αναλάβουν υπουργεία και δείχνει το χάλι της ελληνικής κοινωνίας, εξ άλλου οι πολιτικοί είναι η βιτρίνα της. Νομίζω ότι ξανάγινε επίκαιρο ένα παλιό μου άρθρο.

 Μέρες που'ρχονται, χρόνια να θυμόμαστε

Οι νεότεροι ίσως δυσκολευτούν να αναγνωρίσουν κάποια σημεία και τέρατα...


Λες και ήταν χθες,
λες και ήταν χθες,
που φιλάκια σούδινα
στα χείλη τα βελούδινα...

Λες και ήταν χθές που το κουδούνι χτύπησε πρωΐ-πρωΐ και δεν ήταν ο γαλατάς...
Που πήγες στον ιππόδρομο όχι να παίξεις, μα σαν κρατούμενος- πολιτικά επικίνδυνος (το "ορθώς" και πιθανόν το "υπτίως" δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη)
Που βολεύτηκες μετά από την μεγαλοψυχία των συνταγματαρχών- δεν ήσουνα χαρακτηρισμένος, απλώς συνοδοιπόρος ήσουνα- έβαλες τα όνειρα σου στο σεντούκι κι' είπες ας δοκιμάσουμε κι' αυτούς- ποτέ δεν ξέρεις...
Το μεροκάματο σε απορρόφησε και η "δόξα" του ΠΑΟ στο Γουέμπλεϊ.
Αλλαξες κι' έρωτα, ήθελες σερμαγιά ν' ανοίξεις μαγαζάκι τώρα που αποχαρακτηρίσθηκες, η Ελευθερία βλέπεις, δεν είχε προίκα, η Κασσιανή είχε.

Ψήφισες "ΝΑΙ" στο σύνταγμα, "πιστεύω" σου να γίνει, έγινες και σύμβουλος δημοτικός "αριστήνδην", καμάρωνε η μαμά κι' έβριζε τους "φαλακροκόρακες του Στρασβούργου" που θέλαν να αποβάλλουν την Ελλάδα απ'την Ευρώπη - τα ζώα.

Μετά σαν γέμισε η τσέπη θυμήθηκες τις ευαισθησίες σου, ίσως έφταιγε και το γκομενάκι- απαραίτητο συμπλήρωμα της επιτυχίας- έβραζε το αίμα του από λαχτάρα γιά δωράκια και κοινωνική ισότητα. Σταμάτησες να βρίζεις τα τσογλάνια στο Πολυτεχνείο, ας δοκιμάσουμε και λίγο δημοκρατία είπες, ποτέ δεν ξέρεις.
Σου πήρε κάποιους μήνες μέχρι τον Ιούλιο που βγήκες με σημαίες "δικαιωμένος" να υποδεχθείς τον "Εθνάρχη"...οι σημαίες ήταν πιά πλαστικές.
Θυμήθηκες τις αντιστασιακές σου πράξεις- μιά φορά έκλεισες την τηλεόραση την ώρα που μιλούσε ο Πρόεδρος-Αντιβασιλεύς, παρέλειψες βέβαια να πείς το γιατί, δεν πειράζει και η δημοκρατία μεγαλόψυχη είναι.

Και πρίν και τότε τους ίδιους πελάτες είχες στην δουλειά σου κι' η μάνα σου η ίδια ήτανε- βάρυνε λίγο από τα χρόνια. Τους ίδιους είχες και μετά όταν την έχασες.
Μόνο γκομενάκια περήφανος άλλαζες- η γυναίκα είναι ιερό πράγμα δεν την αλλάζουμε, θρησκεία, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ και πάνω απ' όλα Ελλάδα, η χούντα έφυγε, τα συνθήματα όμως είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα στο μυαλό σου.
Μέχρι που κάποια μικρή σου είπε πως τα χιλιάρικά σου είναι ίδια με του γείτονα και σου γκρέμισε την αυτοπεποίθηση του εραστή, ναι μεν είχες περάσει στο "σοσιαλισμό" πλέον αλλά τέτοια ισοπέδωση δεν την άντεχες, ήρθε και ο προστάτης και "έκλεισες" σαν άντρας.
Ευτυχώς η γυναίκα σου εκεί, σαν την Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει.
Κι' άρχισες να κοιτάς απ' το παράθυρο, έξω στον κήπο...

Κι' άκουγε η μηλιά
κι' η κληματαριά
τις κουβέντες τις γλυκές
λες και ήταν χθες