Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

ενα φουστάνι, πράσινο, βεραμάν...




Το  πρώτο πράγμα που είδε στην κίνησή της ήταν το παρελθόν του. Δεν ήξερε γιατί αλλά το είδε αποτυπωμένο στο φουστάνι της με το που μπήκε στο οπτικό του πεδίο. Ηταν ένα καλοκαιρινό φουστάνι, από ελαφρύ ύφασμα, μακρύ, αφήνοντας από τα πόδια να φανούν μόνο οι λεπτοί αστράγαλοι και τα καλοσχηματισμένα δάκτυλα μέσα από τα σανδάλια της . Το χρώμα της επιδερμίδας ταιριαστό με το βεραμάν του υφάσματος,  το περπάτημά της ταιριαστό με το μυστήριο της ώριμης ηλικίας της. Την κοίταζε καθώς έβγαινε από το διπλανό μαγαζί και ερχόταν προς το μέρος του, ίδια όπως πλησιάζουν αδυσώπητες οι αναμνήσεις και τα απωθημένα τις ώρες που χαλαρώνει ο έλεγχος της καθημερινότητας. Ηταν καθισμένος και έπινε τον καφέ του στα "τραπεζάκια έξω" σ΄ ένα στενό πεζόδρομο, κουβεντιάζοντας με την ιδιοκτήτρια της καφετέριας την ώρα που σουρούπωνε. Θα μπορούσε να κατέβει στον δρόμο αλλά επέλεξε να περάσει από κοντά του, υπακούοντας ίσως στην  πιο ενδόμυχη παράκλησή  του. Το βλέμμα του ανέβηκε στη λεπτή μέση της και προσπέρασε ικανοποιημένο το στήθος για να καταλήξει στα ξανθά μαλιά της. Αντιπροσώπευε το τέλειο στον συγκεκριμένο χρόνο και  χώρο, ακριβώς όπως γίνεται με τις στιγμές που ένοιωθε ικανοποιημένος από τα κατορθώματα της ζωής του. 
Η καλησπέρα του την ξάφνιασε αλλά κι' αυτός ξαφνιάστηκε από την δική της. Το βεραμάν φουστάνι με το περιεχόμενό του προσπέρασε και  σταμάτησε στην βιτρίνα του επόμενου μαγαζιού. Περιεργαζόταν τα ρούχα χωρίς φυσικά να γυρίσει να κοιτάξει στα τραπεζάκια, ήξερε πως την έτρωγε με τα μάτια, δεν φανταζόταν όμως ότι περιεργαζόταν το φουστάνι της περισσότερο και όχι το σώμα της. Περίμενε πάνω από πέντε λεπτά κι όταν κατάλαβε ότι δεν θα σηκωθεί να της μιλήσει απομακρύνθηκε ήρεμα.
Το ίδιο φουστάνι φάνηκε μετά από λίγο να περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει αν ήταν σαν γλυκειά ανάμνηση ή σαν ξεχασμένο γραμμάτιο. Η φυσική δειλία του προτίμησε να φτιάξει μαζί της ένα υποθετικό σενάριο με χίλιες λύσεις παρά να δοκιμάσει την μοναδικότητα της πραγμάτωσης. Το φουστάνι απομακρύνθηκε όπως έφευγε το παρελθόν του κάθε που προσγειωνότανε  στο παρόν της καθημερινότητας. Συνέχισε την κουβέντα του με την ιδιοκτήτρια της καφετέριας που φυσικά έκανε πως δεν κατάλαβε τίποτε.

Την άλλη μέρα, την ίδια ώρα, αυτός ήταν πάλι εκεί αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία σ' ένα άτυπο ραντεβού που δεν ορίσθηκε ποτέ. Κάποια στιγμή όντως πέρασαν τα ίδια ξανθά μαλιά, το ίδιο γλυκό πρόσωπο, η ίδια λυγερή κορμοστασιά με την τονισμένη μέση, τα ίδια όμορφα ακροπόδια. Μόνο το φουστάνι είχε ένα άλλο χρώμα, απροσδιόριστο, που δεν ταίριαζε καθόλου με τις αναμνήσεις του...

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Το καπέλλο




Το πρώτο πράγμα που θυμότανε ήταν ένα καπέλλο. Οσο βαθιά κι αν έψαχνε στα παιδικά του χρόνια δεν έβρισκε κάτι πιο παλιό από εκείνο το πρωϊνό του Ιούνη. Ενα παιδικό καπέλλο, στυλ τζόκεϋ, άσπρο και πράσινο, αυτά τα χρώματα τα θυμότανε καλά, μπορεί όμως να είχε και άλλο χρώμα στις ταινίες του που δεν αποτυπώθηκε στο μυαλό του. Θυμότανε ακόμα ένα απλωμένο χεράκι -το δικό του- εξω από το παράθυρο της ωτομοτρίς καθώς διέσχιζε αργά τον θεσσαλικό κάμπο. Τα κιτρινισμένα στάχυα χόρευαν προς τα πίσω στην κίνηση του τραίνου και το χεράκι άνοιξε να τα χαιρετίσει όπως όταν η μανούλα του  έλεγε "κάνε γειά στην θεία ". Το καπέλλο δεν έπεσε κάτω, όπως θα περίμενε με την τρίχρονη λογική του, αλλά κινήθηκε προς τα πίσω. Το απλωμένο χεράκι έκανε μια κίνηση για να το πιάσει αλλά μάταια. Το καπέλλο προσγειώθηκε τελικά πάνω στα στάχυα, μπορούσε για λίγες στιγμές ακόμα να το κοιτάζει πριν χαθεί αμετάκλητα στο παρελθόν. Σημείωσε στο μυαλουδάκι του να γυρίσουν με τα πόδια να το μαζέψουν όταν θα έπιανε σταθμό το τραίνο ή να σταμάταγαν να το πάρουν όταν θα έκαναν το ταξίδι της επιστροφής το φθινόπωρο- δεν είχε ακόμα καλή αντίληψη για τον χρόνο, οι δυο μήνες ήταν για εκείνον "αύριο". Οταν το καπέλλο χάθηκε από τα μάτια του ένοιωσε για πρώτη φορά το συναίσθημα της απώλειας, ήταν κάτι που αναγνώρισε αργότερα σε πολλές στιγμές της ζωής του. Επίσης ήταν η πρώτη φορά που η μητρική ασπίδα, εκεί που έβρισκε πλήρη ασφάλεια όταν οτιδήποτε απειλούσε τις ισορροπίες του, δεν τον προστάτευσε. Περιέργως δεν έκλαψε, το σοκ της αποκάλυψης ότι ο κόσμος εκτείνεται και πέραν της σιγουριάς της μητρικής αγκαλιάς ήταν αποτρεπτικό, γύρισε και κοίταξε ερευνητικά την μανούλα του. " Δεν πειράζει, πασά μου, θα πάρουμε άλλο να μη μας καίει ο ήλιος το κεφαλάκι" την άκουσε να λέει. " Ναι, όμως εγώ θέλω αυτό" σκέφθηκε αλλά δεν το είπε. Είχε κερδίσει ένα καινούργιο συναίσθημα, αυτό της απώλειας και δεν ήθελε να το χάσει για ένα παλιοκαπέλλο. Δεν ήξερε βέβαια ακόμα ότι αυτό το συναίσθημα θα ήταν το πιο πιστό, θα τον ακολουθούσε μια ζωή, το νόμιζε τότε πολύτιμο, ήταν ακόμα μόνο τριών ετών.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

70 ετών...

.
Πολύχρονος !



Σαν ψέμματα μου φαίνεται πως πέρασαν τόσα χρόνια από εκείνη την μέρα του 65 όταν κάποιος συμμαθητής μου μου δάνεισε ένα ελ-πι εισαγωγής λέγοντας μου ότι είναι κάτι άλλο από τους Ρόλλινγκ  Στόουνς και τους Ανιμαλς που ακούγαμε ως τότε, τουλάχιστον είχαμε την ίδια άποψη για τους γλυκανάλατους Μπήτλς. Διαμορφωμένη τότε η μουσική κοινή γνώμη από τον Μαστοράκη και το ΜιούζικΜποξ είχε ξεκινήσει την χούντα στην μουσική πριν από τους συνταγματάρχες και φυσικά συνεχίσθηκε και την επταετία : όποια συγκροτήματα ή τραγουδιστές δεν του άρεσαν, δεν έπαιρνε την αντιπροσωπεία τους και τους έβρισκες μόνο στους σπάνιους και πανάκριβους δίσκους εισαγωγής- τουλάχιστον ήταν καλύτερης ποιότητας το βινύλιο. Ετσι  τραγουδιστές όπως ο Ντύλαν, ο Σλάϊ με τους ΦάμιλυΣτόουνς και άλλοι πολλοί έφθασαν στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση και την ανάθεση του Τρίτου Προγράμματος στον Μεγα Μάνο Χατζηδάκι ενώ συγκροτήματα-θρύλοι όπως οι Μπήτςμπόϋς ή οι ΤζοϋςΝτιβίζιον παρέμειναν στο περιθώριο εξαιτίας της πολιτικής που είχε χαράξει και ακολούθησαν λίγο πολύ όσοι τον διαδέχθηκαν στα πράγματα.
Το ελ-πι ήταν το Another Side of Bob Dylan και το πρώτο τραγούδι που "έγραψε" ήταν το All I really want to do.Θυμάμαι ακόμα το σχόλιό μου : Ενας άνθρωπος που τραγουδάει έτσι και με τέτοια φωνή είναι ή απατεώνας τραγουδιστής ή μεγαλοφυία. Ποντάρισα στην δεύτερη επιλογή και δεν έπεσα έξω.


Είναι δύσκολο να φαντασθεί κάποιος σήμερα ότι μέχρι το 75 σε όποιον μίλαγες για Μπομπ Ντύλαν στην Ελλάδα σε κοίταζε σαν ούφο. Μερικοί ψιθύριζαν ότι κάτι είχαν ακουστά, πρακτικά όμως η πρώτη επαφή τους έγινε με τα εξελληνισμένα "Αγγελος Εξάγγελος" και "Ο Παλιάτσος κι ο Ληστής" του Σαββόπουλου.
Οπως μοιάζει απίστευτο ότι εκείνα τα χρόνια  στην Αθήνα είμαστε μόνο πεντ' έξη που λατρεύαμε τον Ντύλαν και μαζευόμαστε έξω από την Φιλοντίσκ και τα άλλα δισκάδικα που έφερναν δίσκους εισαγωγής να προλάβουμε να αγοράσουμε τα ένα-δυό αντίτυπα που έφθαναν αραιά και που. Το 68, έχοντας πλέον ισχυρή πρόσβαση στο πι-εξ, βρέθηκα σε θέση ισχύος. Επαιρνα τους δίσκους του Ντύλαν σε αμερικάνικη έκδοση-πριν καν κυκλοφορήσουν στην Ευρώπη. Κάλυψα τα μέχρι τότε δισκογραφικά κενά μου αλλά έχασα την επαφή με τους ομοιοπαθούντες, δεν χρειαζόταν να περνάω για να ρωτάω αν ήρθε καινούργια παρτίδα. Από τότε δεν υπήρξε δίσκος του Ντύλαν που να λείπει από την συλλογή μου, εκτός από τις συλλογές των χιτς. Μάλιστα το "Dylan and the Death" είχε "ξεφύγει" από τους εισαγωγείς και ήρθε στην Ελλάδα κατόπιν παραγγελίας μου στο Μετρόπολις μια Μεγάλη Πέμπτη ελάχιστα χρόνια πριν την νέα χιλιετία.
Οντας περίπου μια δεκαετία μικρότερος από τον Ντύλαν εντυπωσιάσθηκα από τον τρόπο που  περιέγραφε και αντιμετώπιζε την ζωή σε κάθε ηλικία, καταγράφοντας τις εμπειρίες του και χωρίς να δίνει συμβουλές όπως νόμιζαν αρκετοί "αναλυτές" και "κριτικοί" του. Ισως η μοναδική εξαίρεση να ήταν στα τελευταία στιχάκια  "The Ballad of Frankie Lee and Judas Priest", ένα τραγούδι εναντίον των ναρκωτικών ουσιών
Well, the moral of the story
The moral of this song
Is simply that one should never be
Where one does not belong
So when you see your neighbor carryin’ somethin’
Help him with his load
And don’t go mistaking Paradise
For that home across the road
Μεγαλώνοντας πιο αργά από αυτόν διαπίστωνα πόσο δίκιο είχε ή καλύτερα ότι έβλεπε την ζωή με τα δικά μου μάτια, άρα οι εμπειρίες του μπορούσαν να γίνουν "οδηγός" μου, τηρουμένων βεβαίως αρκετών αναλογιών. Συγχρόνως η "υπόγεια" δράση της μουσικής του με οδήγησε και σε άλλα εξαιρετικά μουσικά μονοπάτια είτε σύγχρονα όπως του Χατζηδάκι με μια νέα, διαφορετική πιά γι' αυτόν ματιά ή του Fabrizzio de Andre είτε παλαιοτέρων όπως του Shubert ή του τιτάνα Verdi, σε μουσικές που είχαν αιτία να γραφτούν. Φυσικά τραγουδούσε διαφορετικά από τα πρώτα ελ-πί, γιατί τραγουδούσε πάντοτε  σε αρμονία με την ηλικία του και όχι βαστώντας ένα πετυχημένο εμπορικά στυλ.




Απειρες στιγμές στην ζωή μου μια κατάσταση χαράς, έρωτα, απογοήτευσης ή λύπης, μου έχει φέρει στο νου κάποιο από τα πολλά τραγούδια του. Παρακολουθώντας τις συνεντεύξεις του πληροφορήθηκα για το τι θα ήθελε να τραγουδήσει ακόμη στην καριέρα του : τραγούδια στα γαλλικά και τα ισπανικά. Φαίνεται οι φρασούλες που έχει ενσωματώσει " Attendez-vous, s’il vous plait" και "My darling, je vous aime beaucoup" στο Black Diamond Bay από το Desire και "No Ilores, mi querida,dios nos vigila,soon the horse will take us to Durango,agarrame, mi vida,soon the desert will be gone, soon you will be dancing the fandango"  στο Romance in Durango από το ίδιο ελ-πι, δεν τον ικανοποίησαν. Ισως και ο τίτλος του δίσκου να ήταν συμβολικός για τις ξενόγλωσσες επιθυμίες του, ποιός να ξέρει. Την άλλη του πάντως επιθυμία την ικανοποίησε πέρισυ όταν κυκλοφόρησε τον δίσκο με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια όπως θεωρεί αυτός ότι έπρεπε να εκτελούνται, ένα μικρό δείγμα  ακολουθεί :


Πάντως θεωρώ μεγαλύτερο προσόν του ότι δεν κόλλησε σε κάποιο από τα κατα καιρούς επιτυχημένα στυλ αλλά το άλλαζε πάντοτε όπως αλλάζει πάντοτε ένας άνθρωπος που ζει την ζωή του και δεν μένει κολλημένος σε όσα πέτυχε ή ακόμα χειρότερα τα αναπαραγάγει. Γιατί τίποτε δεν είναι πιο ανούσιο από το ξαναζεσταμένο φαγητό και πιο απεχθές από ένα 70άρη που προσπαθεί να τραγουδήσει σαν 20άρης.
Και η δημιουργία των  τραγουδιών σαν την ζωή είναι πολλά και ορμητικά στα νιάτα, λίγα και μεστά στις μεγάλες ηλικίες. Γεράματα δεν υπάρχουν γιατί άμα ζεις σωστά σε κάθε ηλικία ξαναγεννιέσαι !!


Χρόνια Πολλά !!
.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Επί τη επετείω

πλησιάζει η επέτειος της "εθνοσωτηρίου", ας την "τιμήσουμε"


Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.
Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση. Βασική εκπαίδευση και πρώτη άδεια μετά μετάθεση στον Πόρο. Πήγε να δει τον φίλο του μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον φίλο του. Εβλεπε γυναίκα μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της, Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή», Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.
Στο σπίτι η μάνα του πλησίασε ακούγοντας το τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά Φόρεσε το μπουφάν του και την φίλησε. «Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου» του είπε, σαν να τα ήξερε όλα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω απ’ την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε απ’ την πόρτα το κατάλαβε « Σ΄ αυτήν πάει, επάνω στον άλλο όροφο, ε άντρας είναι, ας πάει». Μετά με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τα κατάφερνε η παστρικιά, αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Από τα "Διαφυσικά"


Ενα κεφάλαιο από το βιβλίο "Transphysics" του gpoint.
Η συνταγή σαφώς και μπορεί να εκτελεσθεί, το αποτέλεσμα ξεπερνά κάθε προσδοκία !



 45 (μια συνταγή)
_____________________________________________________________________
  
    Η Φατιμά εκάστην πρωΐαν τα απαραίτητα ενήργει διά της οικίας την ευπρέπειαν. Είτα επέλυεν το καθημερινόν πρόβλημα των οικοκυρών « Τι θα μαγειρέψω σήμερα»,  συνοδεία μουσικής, εκ τινος ραδιοφωνικού σταθμού ή μαγνητοταινιών της συλλογής της. Η μεγίστη Φεϊρούζ ήτο πρώτη εις τας προτιμήσεις της. Εν τη καλή χαρά ευρισκομένη, διαφυσικήν μαγειρικήν  έμπνευσιν είχεν.
     Λαβούσα  τρία τέταρτα  του χιλιογράμμου πολτοποιημένου απάχου κρέατος κατά το ήμισυ χοιρείου και το υπόλοιπον εκ  μοσχαρίου, έθεσεν τούτο εις τηγάνιον μετ’ ελαιολάδου ολίγου και τινών κοχλιαρίων ύδατος. Προσέθεσεν δύο σκελίδας σκορόδου λεπτοτεμαχισμένας  και εράντισεν δι’ άλατος και πιπερίου, χορηγούσα άμα τον πολτόν εκ πέντε τοματών. Φλόγαν ήναψεν επί δώδεκα περίπου λεπτά. Εις ετέραν εστίαν εντός κοχλάζοντος ύδατος έθεσεν ήμισυ  του χιλιογράμμου επίπεδον ζυμαρικόν, το αποκαλούμενον lingue di passero υπό των Ιταλών, καί έβρασεν τούτο επί έξη λεπτά. Προηγουμένως  έθεσεν εις τον κλίβανον τρία λυκοπερσικά (μελιτζάνες) σχήματος φλάσκης τεμαχισμένα εις λωρίδας πάχους  ενός και ημίσεως εκατοστομέτρου και δι’ ελαιολάδου επιχρισμένα, επί έν εικοσάλεπτον. Είτα έλαβεν σφυρηλατημένον αβαθές στρόγγυλον μαγειρικόν σκεύος και έθεσεν το πρώτον το ζυμαρικόν  ραντίσασα τούτο μετά ρινισμάτων τυρού τύπου κεφαλογραβιέρας, περί τα διακόσια γραμμάρια. Κατόπιν τα λυκοπερσικά και επ’ αυτών το κρέας ετοποθέτησεν. Εν συνέχεία εν χιλιόγραμμον γάλακτος μετά δύο ωών, αλατοπιπερίου και τεσσάρων μεγάλων κοχλιαρίων σιταλεύρου θερμαινόμενον, συνεχώς ανεκίνει. Οτε το ιξώδες εις επιθυμητόν σημείον ήλθεν, ανάλογον του χυλού, δι’αυτού περιέχυσεν την  κατασκευήν και έθεσεν αύτην εν κλιβάνω δι’ ημίσειαν ώραν εις τους διακοσίους και είκοσι και πέντε βαθμούς της συνήθους κλίμακος.
     Ο Σωτήριος και η μήτηρ του εθαύμασαν την μαγειρικήν δεινότητά της. Ο ιατρός παρατηρών την λεπτήν ισορροπίαν μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, μεταξύ της βαρείας γεύσεως του μουσακά και της ελαφράς του pasticcio, διαφυσικώς ονόμασεν το έδεσμα μουστίτσιο.

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>><<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<< <

Το συγκεκριμμένο, συλλεκτικό βιβλίο διατίθεται μόνο υπό του δημιουργού του, αφιερωμένο  στον αναγνώστη κατόπιν συνέντευξης, όπου εκτιμάται  το ανοικτό μυαλό, η γνώση της γλώσσας,, η ηλικία (πνευματική) και η μουσική παιδεία του (υποψήφιου) αναγνώστη.
Το βιβλίο συνοδεύεται από μουσικό c.d. γιά την καλύτερη κατανόηση κάποιων κεφαλαίων και μία έμμετρη μετάφραση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον συγγραφέα.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η πρώτη γνωριμία

Η πρώτη γνωριμία

.

Ηταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κοινός, του μέσου όρου. Κι' όσο σκεπτόταν έτσι σε τίποτε δεν ξεχώριζε από το στατιστικό δείγμα. Αυτό το δείγμα που νιώθει τα εφτά από τα είκοσι πράγματα που συμβαίνουν και είναι απολύτως σίγουρο πως τα υπόλοιπα δεκατρία δεν υπάρχουν. Το λέει η θρησκεία, το λέει κι' η κοινωνία ... άρα έτσι θάναι !
Οπως η κοινωνία λέει και επιμένει ότι οι αρχιεπίσκοποι δεν πεθαίνουν αλλά κοιμούνται, ενώ οι πρωθυπουργοί απλά αναπαύονται, μόνο η πλέμπα πεθαίνει, έρχεται δηλαδή σε επαφή με την απαγορευμένη στην σκέψη και ενίοτε στην προφορά λέξη, τον θάνατο. 
Καθόλου περίεργο που δεν θυμότανε ποιός του εξήγησε για πρώτη φορά πως η επάρατη ασθένεια ήταν ο καρκίνος, αλλά εδώ υπήρχε μια διαφορά, ο καρκίνος δεν υπήρχε σαν λέξη όταν μιλούσε ενώ ο θάνατος δεν υπήρχε και σαν ιδέα, σαν έννοια όταν σκεφτότανε. Η κυριότερη αιτία, μα και δικαιολογία, ήταν πως έχουμε καιρό για τα γεράματα, τότε που - ίσως - δεν θα σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά τον χάρο.

Οταν τον ένιωσε πρώτη φορά δεν φόραγε μακριά μπέρτα με κουκούλα, ούτε βάσταγε δρεπάνι. Δεν είχε σχέση με το μυαλό του, μόνο με τις αισθήσεις του. Μια έντονη απορία υπήρχε στο κεφάλι του, απόρροια του αποσυντονισμού των αισθήσεων, η ακοή προηγείτο της όρασης και η γεύση της οσμής. Η αφή  ήταν καλά ριζωμένη μέσα του, δεν παραμορφώθηκε αλλά τα ερεθίσματά της είχαν λάθος συντονισμό με την χρονική αίσθηση των στιγμών εξ αιτίας της διαταραχής της όρασης, άλλα έβλεπε και άλλα αισθανόταν. Θύμιζε κάπως το μεθύσι, το πέρασμα της λογικής σε άλλες διαδικασίες. Θυμήθηκε τους στίχους από τις Βέδες :
(σε μετάφραση Ν. Τσιφόρου)

- Κι' ο Ηλιος είναι αλλοιώτικος από τον ήλιο

- Και το άσπρο αλλοιώτικο από το άσπρο
- Κι' όλα όσα βλέπουμε, το ομαλό και το λείο
- Το όμορφο και το ωραίο, διαφέρουνε πάντα μεταξύ τους
- Και μονάχα δυό πράματα είναι τα ίδια
- Και θα μείνουνε πάντα τα ίδια
- Οσοι αιώνες κι' αν περάσουνε
- Η "λογική" κι η "τρέλλα"

Εδώ βέβαια δεν έβλεπε την λογική των ανθρώπων σαν ωφελιμότητα και την τρέλλα σαν τις μυστηριακές θεωρίες που είναι ίδιες σε όλες τις χώρες, σε όλες τις θρησκείες και σε όλους τους αιώνες, όπως έκανε στο ποίημα ο μεταφραστής, αλλά σαν την αλλαγή των βάσεων δεδομένων : να ακούς πρώτα και να βλέπεις μετά, να γεύεσαι πρώτα και να μυρίζεις μετά, να ακουμπάς κάπου και να νοιώθεις την προηγούμενη επαφή...


Ηταν κάτι το πρωτόγνωρο, άρα και τρομακτικό, μια που ο φόβος στηρίζεται στην άγνοια. Και τότε, μέσα στην ομίχλη του άγνωστου, η αίσθηση που εγκαταλείπει τελευταία του έδωσε ένα γνωστό σημάδι της, τον πόνο, σαν μια κλωστή να τον κρατήσει στην ζωή. Ναι, ο πόνος, αυτή η διαταραγμένη αίσθηση αφής, ήταν η πρώτη που συντονίσθηκε με αυτόν τον χρόνο που αποκαλούσε πραγματικότητα. Κι' αυτή η αίσθηση του πόνου του φάνηκε τόσο οικεία και τόσο ανακουφιστικά γνωστή ώστε να σηματοδοτήσει την επιστροφή του στα τετριμένα πεδία των αισθήσεων της μοναξιάς. 

Είχε την πρώτη επαφή του με την αθέατη πλευρά της Σελήνης και τώρα γύριζε πίσω στο γνωστό από χρόνια πρόσωπό της, άλλοτε σκοτεινό κι' άλλοτε φωτισμένο, μα πάντοτε το ίδιο στραμμένο προς την γη των ζωντανών...

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Θάλαμος 6

Θάλαμος 6



Κάθε Χριστούγεννα, με δεδομένη την λιγότερη λάμψη τους όσο περνούν τα χρόνια, το μυαλό του πήγαινε σ' αυτό το διήγημα του Τσέχωφ, "Θάλαμος 6". Δεν είχε καμιά σχέση με την γιορτή το διήγημα, η βασική αναφορά του ήταν στο διαχωρισμό των δύο κόσμων, του Θαλάμου 6 στο νοσοκομείο κάποιας ρώσικης πολιτείας και τον υπόλοιπο κόσμο, δυό κομμάτια εντελώς ξένα μεταξύ τους με διαφορετικές πρακτικές, στο ένα σκληρή πραγματικότητα και στο άλλο η φούσκα που όλο ήτανε να σκάσει μα δεν έσκαγε γιατί μια άλλη μεγαλύτερη γεννιότανε  "κοινή συναινέσει". Του θύμιζε τόσο έντονα τον κοινωνικό περίγυρο με τους βολεμένους στο ψέμα τους - που σαν τα παιδάκια μαζεύονταν πολλοί και φωνάζαν δυνατά για να "νικήσουν"- κι' από την άλλη αυτούς που βίωναν και λάτρευαν την αλήθεια του πεσμένου στήθους, δεν παραμυθιαζότουσαν από το σουτιέν.

...οι εξωτερικοί άρρωστοι περίμεναν στριμωγμένοι σ' ένα μικρό σκοτεινό διάδρομο. Περνούσαν μπροστά τους οι υπάλληλοι του νοσοκομείου και οι μπόττες τους ξεσήκωναν σαματά καθώς βροντοχτυπούσαν στις πλάκες. Περνούσαν άρρωστοι χλωμοί, πετσί και κόκκαλο, τυλιγμένοι σε γαλάζιους μανδύες. Κουβαλούσαν πάπιες. Κουβαλούσαν πτώματα. Τους έδερναν τα ρεύματα.
Ο Αντρέϊ Εφίμιτς ξέρει για τους φθισικούς και γενικά για κάθε ευαίσθητο άτομο η αναμονή κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι σωστό μαρτύριο. Μα τι να κάνει ; Στο ιατρείο βρίσκει τον βοηθό του, τον Σεργκέϊ Σεργκέϊτς, έναν κοντόχοντρο ανθρωπάκο με φουσκωμένα μάγουλα, γυαλιστερά και ξυρισμένα, γλυκομίλητο και ευγενικό. Με την ολοκαίνουργη, φαρδειά φορεσιά του μοιάζει περισσότερο με συγκλητικό παρά με χειρούργο. Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς φοράει άσπρες γραβάτες, έχει άφθονη πελατεία και νοιώθει τον εαυτό του πολύ ανώτερο από τον Αντρέϊ Εφίμιτς που δεν έχει ούτε έναν πελάτη στην πόλη...
Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς είναι θεοφοβούμενος. Το εικόνισμα στο ιατρείο είναι αγορασμένο με δικά του λεφτά. Τις Κυριακές ένας άρρωστος διαβάζει μεγαλόφωνα τον Απόστολο κι' ύστερα ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς γυρίζει από θάλαμο σε θάλαμο και λιβανίζει τους αρρώστους.
Η ώρα είναι λίγη, οι άρρωστοι πολλοί, τι να κάνει ο γιατρός ; Περιορίζεται σε μερικές ερωτήσεις και γράφει την συνταγή για κάποιο γιατρικό, μια καταπραϋντική αλοιφή ας πούμε ή ρετσινόλαδο. Ο Αντρέϊ Εφίμιτς κάθεται σκεπτικός με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γρόθο του και ρωτάει στην τύχη, μηχανικά. Ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς κάθεται κι' αυτός πλάϊ, τρίβει τα χέρια του και κάπου-κάπου μπαίνει στη μέση :
- Υποφέρουμε και βασανιζόμαστε, γιατί δεν προσπέφτουμε στο έλεος του Κυρίου, λέει. Μάλιστα !

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ σπούδασε ιατρική στην Μόσχα. Κατά την διάρκεια των σπουδών του άρχισε να δημοσιεύει χιουμοριστικές σκηνές και μονόπρακτα στα περιοδικά της εποχής. Παρακολούθησε για πέντε έτη την σχολή του, ίσως γι' αυτό περιγράφει τόσο καθαρά τα διαφορετικά σκεπτικά των δύο γιατρών. Ο ίδιος δεν άσκησε ποτέ αμοιβόμενη ιατρική, εξ άλλου την διατριβή του δεν την τελείωσε ποτέ. Πρόλαβε όμως να δει την δυαδικότητα της ιατρικής - όπως και της κοινωνίας - και να την περιγράψει στον Θάλαμο 6.

- Εχετε την καλοσύνη να ντυθείτε ευγενέστατε, είπε ο Νικήτας ο φύλακας, ατάραχος. Εδώ είναι το κρεβάτι σας, παρακαλώ. Και έδειξε ένα άδειο κρεβάτι που κατά τα φαινόμενα μόλις το είχαν κουβαλήσει εκεί μέσα. Δεν είναι τίποτα, δόξασοι ο Θεός. Θα γίνεις καλά.
Ο Αντρέϊ Εφίμιτς τα κατάλαβε αμέσως όλα. Χωρίς να βγάλει μιλιά τράβηξε για το κρεβάτι που του έδειξε ο Νικήτας και κάθισε. Ο φύλακας στεκόταν ορθός και περίμενε. Γδύθηκε ολοτσίτσιδος και ένοιωσε ντροπή έτσι γυμνός μπροστά του. Υστερα φόρεσε τα ρούχα του νοσοκομείου. Το σώβρακο ήταν πολύ κοντό, το πουκάμισο πολύ μακρύ και ο μαντύας μύριζε καπνιστό ψάρι.
- Θα γίνεις καλά, έχει ο Θεός ! ξανάπε ο Νικήτας.
Κουβάριασε τα ρούχα του γιατρού, τα μάζεψε στη μασχάλη του και βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
- Δεν βαριέσαι ! το ίδιο κάνει... είπε μέσα του ο Αντρέϊ Εφίμιτς και τυλίχτηκε στη παλόκαπα. Πρόσεξε την καινούργια του φορεσιά, τον έκανε ίδιο κατάδικο. Δε βαριέσαι ! τι φράκο, τι στολή, τι αυτή η παλιόκαπα...το ίδιο είναι για μένα !
Μα...τι έγινε το ρολόϊ του ; και το πορτοφόλι του που βρισκότανε στην πλαϊνή τσέπη και τα τσιγάρα του ; Που τα πήγε ο Νικήτας ; ...Από δω και πέρα ως το θάνατό του ίσως να μην ξαναφορέσει πανταλόνι, γιλέκο, μπόττες... Στην αρχή του φάνηκε παράξενο, απίστευτο. ο Αντρέϊ Εφίμιτς ήταν σίγουρος πως καμμιά διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στο σπίτι του και τον Θάλαμο 6, ήταν βέβαιος πως όλος ο κόσμος ήταν παραλογισμός και " ματαιότης ματαιοτήτων". Και όμως τα χέρια του έτρεμαν, τα πόδια του είχαν μελανιάσει και ένοιωθε απελπισία στην ιδέα να τον δουν οι γνωστοί του με την παλιόκαπα του νοσοκομείου...

Σημασία πάντοτε δεν έχει το γεγονός αλλά η αιτία, όχι το συγκεκριμένο επεισόδιο αλλά η ανεξάρτητη μεθοδολογία που ακολουθείται. Υπάρχουν δυο γιατροί, ένας σκεπτόμενος κι' ένας πιστός στον Θεό (του). Η ιεραρχική  βαθμίδα αποδεικνύεται ότι δεν έχει σημασία στην πάλη των ιδεολογιών τους, το αποτέλεσμα είναι νομοτελειακό. Το σκεπτικό από το πάθημα του Αντρέϊ Εφίμιτς ταιριάζει γάντι και στην οικονομική αιχμαλωσία της Ελλάδας από το διεθνές κεφάλαιο, σαν το τίμημα του να ζεις το όνειρο κάποια λίγα χρόνια αντί να το ονειρεύεσαι και να χορταίνεις μ' αυτό, όπως επιβάλλουν οι "πολιτικά ή και θρησκευτικά ορθώς" σκεπτόμενοι. Μόνο που το ξύπνημα πάντα με θάνατο μοιάζει, ειδικά όταν οι ρώγες βλέπουν το πάτωμα

Οι νοσοκόμοι τον άδραξαν από χέρια και πόδια και τον κουβάλησαν στο εκκλησάκι. Τον παράτησαν εκεί ξαπλωμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα σ' ένα τραπέζι. Το φεγγάρι τρύπωνε από το παραθυράκι και φώτιζε το κουφάρι.
Το πρωΐ ο Σεργκέϊ Σεργκέϊτς μπήκε στο εκκλησάκι, προσευχήθηκε ευλαβικά στα πόδια του εσταυρωμένου και έκλεισε τα μάτια του παλιού διευθυντή του.
Την άλλη μέρα τον έθαψαν. Στην κηδεία του πήγαν μοναχά η σπιτονοικοκυρά του κι' ένας παλιός του φίλος.