Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η εποχή της ωριμότητας

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )


Mia madre mi disse - Non devi giocare   Μου είπε η μάνα μου -Δεν πρέπει να παίζεις
con gli zingari nel bosco                           με τους αθίγγανους στο δάσος                                           


Οταν γεννήθηκα μόλις είχαν ανακαλυφθεί οι πέτρες και τα γειτονικά δέντρα τα είπανε άλσος γιατί τους θύμιζαν την θάλασσα. Η θάλασσα είχε αποτραβηχτεί στην στέρνα του Δευκαλίωνα αφήνοντας χώρο για περισσότερα στεριανά πλάσματα και μερικά εναέρια ίσως. Θυμάμαι μερικά ζουζούνια σαν ήμουνα λίγων χιλιάδων ετών αλλά μετά δεν τα ξανάδα. Μερικοί είπανε ότι ο Γιλγαμές ανακάλυψε στα ταξίδια του το πρώτο εντομοκτόνο αλλά δεν το βρήκα στην βικυπέντια οπότε το μεταφέρω με επιφύλαξη.
Στα πρώτα μου νιάτα φύλαγα τα κοπάδια του πατέρα μου, τώρα τι πατέρας ήταν αυτός αφού ποτέ δεν τον είδα, δεν ξέρω. Εμαθα να παίζω σουραύλι και να συνομιλώ με τα ερπετά, αυτά μου μάθανε ότι είχα πατέρα. Η μητέρα ανακαλύφθηκε αργότερα, μαζί με την Γένεση.
Μην σας παραξενεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός μου γεννήθηκε μετά από μένα, ούτε ότι ήταν δίδυμος με την πρώτη γυναίκα που εμφανίστηκε στη Γη, αυτή δεν ήταν αδερφή μου καθόλου. Ούτε η μάνα του που ήταν η δεύτερη γυναίκα πάνω στην Γη, μετά την κόρη της, ούτε αυτή ήταν αδερφή μου. Από ενα καπρίτσιο, μάλλον μουσικό, ο χρόνος σταμάτησε τα πισωγυρίσματα μόλις φανήκαν οι πρωτόλειοι θεοί. Οι επόμενοι, παρ' όλο το παντοδύναμό τους, δεν κατάφεραν να τον πείσουν να πισωγυρίσει. Κάτι ακούγεται για έναν πλαστικό χειρουργό στο απώτερο μέλλον, δεν είναι σίγουρο όμως, δεν το είπανε στις ειδήσεις στην τιβί.

Στα δεύτερα μου νιάτα τα γειτονικά δέντρα τα είπανε δάσος, τα αρχικά γράμματα τα πήρανε από την φράση "ΔενΑπαντώ" αφού τα δέντρα είχανε χάσει πια την μιλιά τους από αυτά που βλέπανε. Το τέλος της λέξης το αφήσανε το ίδιο. 

Οι κουκουβάγιες στα κλαδιά τους εξακολουθούσαν να δίνουν λάθος συμβουλές στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τον ζωτικό χώρο τους, τα ποντίκια επίσης. Τα ιερά φίδια κρύφτηκαν να περιμένουν καλύτερες συνθήκες, τ' αρπακτικά πτηνά κόντεψαν να τα αφανίσουν, κάποιοι τα χαρακτήρισαν σοφά αυτά τα πτηνά.
Οι ανεμώνες άρχισαν να ανθίζουν κάθε άνοιξη ανοίγοντας τον χορό των εποχών. Μόνο το κυκλάμινο μου έμεινε πιστό. Και το επικουρικό ταμείο μου.

Στα τρίτα μου νιάτα από μια σεξουαλική υπερδιέγερση άρχισα να σπέρνω παιδιά. Χρυσή βροχή. Ανακάλυψα το θέατρο κι' ήμουνα ο πρώτος θεατής που πρωταγωνίστησε σαν υποβολέας. Τα γειτονικά δέντρα πλέον τα λέγανε "μπόσκο" σε κάποια χαλκιδαίικη διάλεκτο. Οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχωρίζουν τα χρώματα, η πράσινη φυλή των δεσμοφυλάκων ήρθε νομοτελειακά, το ίδιο και το τέλος της Καρχηδόνας. Από τον Σκιπίωνα προέκυψε η λέξη σκίφο (*)
στα ιταλικά και σκύβω στα ελληνικά, το ύψιλον ήταν πάντα το ελληνικό "ι". Η κατασκευή αρωμάτων ήταν ακόμα στα σπάργανα, το ίδιο και οι πανεπιστημιακές έδρες. Ο ήλιος όμως και το φεγγάρι εξακολουθούσαν να βγαίνουν από την ανατολή και να σέρνονται στον ορίζοντα προς την δύση.

Στα τελευταία μου νιάτα ανακάλυψα όσα δεν είχα ανακαλύψει στα προηγούμενα, τα υπόλοιπα θα μείνουνε για πάντα στο σκοτάδι. Τα γειτονικά δέντρα πλέον δεν υπήρχανε, μόνο κάτι πουλιά, όρνεα μάλλον, που τα λέγανε φοίνικες. Την πρασινάδα πλέον την λέγανε γκαζόν και το πλέον, πλοίον. Η θάλασσα το σκεφτότανε να ξαναγυρίσει, να δώσει το αλς για ένα νέο ξεκίνημα στο άλσος που είχε γίνει πια δάσος κι ένα χάδι στους σκληρούς σπόρους των κουκουναριών. Η ίδια περίμενε από την στέρνα να χαμηλώσει τα χείλη της για να μπορέσει να βγει. Οι γυναίκες συμπυκνώθηκαν, έγιναν μόνο μία, δυσκολευόμουνα να βρώ τον στόχο. Οι άγγελοι άρχισαν να επισκέπτονται την γη με το παλιό τους όνομα και χωρίς κρίνα. Οι πέτρες τραβάγανε ξανά πίσω στα ηφαίστεια, τα απολιθωμένα κυπαρίσια διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην ζωή. Το σημείο βρασμού περιορίστηκε σε θερμοκρασία δωματίου, τα καινούργια υγρά ήταν ανταγωνιστικά προς την θάλάσσα και ο Νηρέας, τόσο απασχολημένος.


Ετσι αποφάσισα να περάσω από την νιότη στην ωριμότητα.


 (*) schifo = αηδής

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )

Ma il bosco era scuro l'erba già verde     Αλλά το δάσος είναι σκοτεινό, η χλόη πρασίνισε
lì venne Sally con un tamburello               κι έρχεται η Σάλλυ με το ταμπουρίνο της
ma il bosco era scuro l'erba già alta         μα
το δάσος είναι σκοτεινό κι η χλόη έχει  πια ψηλώσει
dite a mia madre che non tornerò.           πείτε στην μάνα μου πως δεν θα γυρίσω πίσω

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Συμβαίνει ( μόνο ; ) στην Ελλάδα...

.


Πάρτε κυράδες μια carte postale
un souvenir d' Athenes...

Ωραίες μου κυράδες
πουλάω πανεράδες...





Η Miss Otta Thiafimissis (προφέρεται όττα διαφιμίσις) ήταν μια κρεολή εκπληκτικής ομορφιάς, μίγμα σκουρόχρωμης ιθαγενούς μητέρας και «εξευγενισμένου» λευκού πατέρα, προϊόντα αμφότερα πολύχρονων γονιδιακών επιλογών με σκοπό την επιβίωση και την βελτίωση του είδους.
Στους λευκούς που κατέκτησαν τις εύφορες πεδιάδες και τα καλά βοσκοτόπια και αργότερα ίδρυσαν βιομηχανικά κέντρα, η «φυσική» επιλογή πέρασε στα χέρια των γυναικών σαν αποτέλεσμα του οικογενειακού «περισσεύματος» που αποθηκευόταν σπίτι και έδωσε περισσότερη εξουσία στις διαχειρίστριες παρά στους δημιουργούς του. Ουσιαστικά οι γυναίκες επέλεγαν και πέρα από τις λίγες αναπόφευκτες εξαιρέσεις οι άσχημοι άντρες δεν μπορούσαν να μεταδώσουν εύκολα τα γονίδιά τους, η αντρική λευκή φυλή βελτιώθηκε σωματικά και φυσιογνωμικά, νομοτελειακά.
Αντίθετα στα πολύπαθα νησιά των ωκεανών οι τυφώνες δεν ευνοούσαν την συσσώρευση αγαθών ούτε η ζέστη την συντήρησή τους. Καθημερινός αγώνας το φαΐ παλεύοντας τα κύματα και την ζούγκλα έδωσαν εξουσία και επιλογή στο δυνατότερο αρσενικό. Οι στερούμενες φυσικής ομορφιάς δεν βρήκαν άλλα πεδία να αναπτύξουν τα προσόντα τους, γονιδιακά καταδικάστηκαν σε αφανισμό, τα λουλουδένια στεφάνια ταιριάζουνε στις όμορφες και τα λουλούδια αφθονούν στα νησιά αυτά.
Η Miss Otta συγκέντρωνε τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο πόλους καταγωγής της και πούλαγε αυτό που είχε, την εμφάνιση της. Ο χώρος δράσης της ήταν αυτός που λέμε καλλιτεχνικός, κοντά στο βοτανικός, αν συσχετίσουμε τον βασιλικό με την γλάστρα Εμφανιζότανε σε παρουσιάσεις, πρεμιέρες, θεατρικά δρώμενα, δημοπρασίες και συναφή ανθρωπομαζώματα, μέχρι και σε γιορτή της δημοκρατίας είπανε ότι την είδανε- αλλά αυτό δεν είναι εξακριβωμένο. Εκμεταλλευόμενη την παγκοσμιοποίηση έκανε διεθνή καριέρα στην Ευρώπη όπου ο μάναντζέρ της έβρισκε πρόσφορο έδαφος - το ημιεξωτικό πουλάει, το σκέτο εξωτικό τρομάζει – ήταν ένα από τα σλόγκαν του. Βέβαια ο ίδιος προτιμούσε να συστήνεται σαν καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος, το μάναντζερ του έκανε κάπως συγκεχυμένο αλλά η μις Οττα δεν ήξερε καλά ελληνικά ακόμη- ίσως και να μη μάθαινε ποτέ.
Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήλκε την καταγωγή εξ ενός ορεινού, μα πάρα πολύ ορεινού χωρίου, ίσαμε πέντε όρη κατ’ άλλους πέντε όρια, η αλήθεια στην βυζαντινή της εκδοχή ήταν πέντε όρνια. Τα κριτήρια επιλογής εις τους ορεσίβιους διαφέρουν των πεδινών και νησιωτών, η αντοχή στις κακουχίες είναι το κυριότερον και η εμφάνιση το τελευταίο. Με την πάροδο των ετών, την έλευση του ηλεκτρικού ρεύματος και του δορυφορικού πιάτου οι ορεσίβιοι διαπίστωσαν ότι υστερούσαν εμφανισιακώς πλην όμως υπερτερούσαν σαφώς σε ταχύτητα σκέψης, κρυψίνοιαν, πονηρίαν και άλλα σχετικά εφόδια γιά πετυχημένη καριέρα, τα μικρά και γουρουνίσια μάτια τους –προσόν στην χιονοθύελλα- δεν ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Ξεχύθηκαν στις πόλεις και θριάμβευσαν, ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήταν ένας από αυτούς.
Ενα άλλο σλόγκαν, ίσως η αιτία της επιτυχίας του ήταν περίπου ομόηχο με το «πουλαίν» του : Μη εις ώτα διαφημίσεις, αλλ’ εις όμματα. Δεν πίστευε στις ηχητικές διαφημίσεις, ήταν της εικόνας και ακόμη καλύτερα της ζωντανής παρουσίας, με αυτήν έκτισε την καριέρα του και τώρα με την κρεολή σκόπευε να την απογειώσει.
Η μις Οττα έπινε τον καφέ της στην καφετέριά του, έτρωγε το φαΐ της στο εστιατόριό του και έπινε το ποτό της στο μπαρ του. Η παρουσία της ήταν αρκετή γιά να διαφημίσει τα μαγαζιά του σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Κάποτε σ’ ένα μαγαζί του διάφοροι γνωστοί του έλεγαν να τυπώσει φέιγ-βολάν ή να διαφημισθεί στους τοπικούς ραδιοσταθμούς όπως όλοι. Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος και πετυχημένος μαγαζάτορας τους κοίταξε σταθερά και επίμονα στα μάτια. Υστερα είπε :
«Μισώ τας διαφημίσεις. Προσπαθούνε να σε πείσουνε ότι θα είσαι ο πρώτος που θα κερδίσει κάτι, ο πρώτος που θα καταφέρει το ακατόρθωτο, ο πρώτος που θα σκεφθεί ότι δεν σκέφθηκε κανένας έως τώρα. Μισώ τας διαφημίσεις»
Η μις Οττα Διαφιμίσις νομίζοντας πως την φώναξε έκανε την εμφάνισή της από την πόρτα της κουζίνας..

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Σε ήχο πλάγιο, τρία δεύτερα




Ενάμιση.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα το ενάμιση, το έβλεπε παντού στην κάθε μέρα του, στην δική του πραγματικότητα. Το ενάμιση είχε αντικαταστήσει την μονάδα  στην ζωή του, αφού σε κάθε πράγμα έβλεπε κι ένα μισό να το ακολουθεί, σαν ξωτικό που βλέπουν μόνο οι αλλοπαρμένοι ή οι νουνεχείς ενορατικοί.
Στην πραγματικότητα ίσως ήταν μια χρονική αντανάκλαση μετρημένη σε γήινα χρόνια. Πράγματι έναμισης χρόνος είχε περάσει από τότε που πέθανε ή από τότε που γεννήθηκε, ήταν ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα από την μεριά που το έβλεπες αλλά ήταν μιάμιση ζωή όταν την ζούσες, τουλάχιστον απ' την σκοπιά των ζωντανών.
Στο κρεβάτι του, ημίδιπλο, έπιανε χώρο μόνο για έναν αλλά σε σκέτο μονό κρεβάτι δεν βολευότανε για να κοιμηθεί, είχε την αίσθηση ότι κρεμιότανε στο κενό ενώ στο διπλό δεν κοιμότανε αγωνιώντας να βρει τα όριά του. Στο φαγητό του, αφού τελείωνε την μερίδα του ανακάλυπτε πως πείναγε κι άλλο, ήθελε μισή μερίδα ακόμα για να χορτάσει. Μιάμιση οδοντοστοιχία στο στόμα να μασάει, μ' ενάμιση μάτι έβλεπε, τ' άλλο μισό ο καταρράκτης θόλωνε, ενάμιση χέρι τούχε αφήσει η τενοντίτιδα κι ενάμιση πόδι τ' αρθριτικά. Ενάμισης όροφος το ρημαγμένο σπιτικό του και μιάμιση γυναίκα στην ζωή του μέτραγε, σαν έκανε τον λογαριασμό με τιμιότητα. Την είχε μάθει για τα καλά αυτήν την τιμιότητα στο μέτρημα, τις στιγμές που έτρεχαν οι ήχοι μα η εικόνα είχε παγώσει και δεν ήταν σινεμά ή τηλεόραση, ήταν η ίδια η ζωή του που τούκανε παιχνίδι, να συνεχίσει να την ζει σαν από θαύμα, μα και να κουβαλάει δεμένη αναπόσπαστα μιάν άλλη ακόμα, την μισή του που γενήθηκε σ' αυτή την συγκυρία.
Πάντα πίστευε πως υπήρχε και μια άλλη παράλληλη ζωή σε άλλο κόσμο, που θα την συναντούσε σαν άλλαζε ευθεία, με τον θάνατο. Στην περίπτωσή του, από ένα μπλέξιμο της μοίρας, το πέρασμα του δεν ολοκληρώθηκε, ήταν σαν να απέκτησε έναν καινούργιο εαυτό, μισό αυτή την φορά, που έβλεπε τα πάντα από την άλλη πλευρά του νομίσματος αλλά δεν μπορούσε να τα αξιοποιήσει, ως γνωστόν οι παράλληλες ευθείες δεν συναντώνται παρά σ' ελάχιστες πτυχές του χωροχρόνου.
Το πρόβλημά του δεν ήταν ότι έβλεπε με ενάμιση μάτι από τον καταρράκτη αλλά ότι και η ψυχή του "έβλεπε" κι  αυτή μ' ενάμιση μάτι, σε κάθε συναίσθημα αυτό το μισό τον ενοχλούσε είτε έλειπε, είτε περίσσευε. Στα νιάτα του είχε ζήσει αυτό που λέμε διπλή ζωή, όπως οι περισσότεροι των ανθρώπων -συνειδητά ή όχι- αλλά η κούραση και η απόλαυση τον γύρισε -όπως όλους ή σχεδόν όλους- σε μονές επιλογές. Τούτο το πράγμα όμως με τον ενάμιση βίο ήταν απίστευτα κουραστικό αλλά και φορτικό μιας και δεν του έδινε το περιθώριο της επιλογής, μόνο την υποψία, την βεβαιότητα θα μπορούσε να ισχυρισθεί, πως έμαθε τον τρόπο της παραγωγής των φαντασμάτων. Μέχρι τότε πίστευε ότι τα φαντάσματα ήταν γυναίκες άπιστες, τυλιγμένες μ' ένα σεντόνι που πήγαιναν τις άγριες τις ώρες να βρουν τον παράνομο εραστή τους, τώρα ο κόσμος των σκιών του είχε γίνει πιο οικείος.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει το ίδιο ήταν ότι ήθελε, αισθανότανε, χρειαζότανε την γυναίκα σαν το άλλο του μισό μα όχι πια για να γίνουν οι δύο "εις σάρκαν μία" αλλά για να ολοκληρώσει την διπλή του οντότητα. Φυσικά όμως καμια φυσιολογική γυναίκα δεν ήθελε ενάμισυ άντρα για συμπλήρωμα και οι πιθανότητες να βρεί γυναίκα με ενάμιση εαυτό σαν τον ίδιον ήταν απειροελάχιστες.
Παρατηρώντας την γάτα του σκέφτηκε πως για πρώτη φορά δεν είχε βρει να δώσει το μικρό της και μεγάλωνε μαζί με την μάνα του, είχε γίνει ήδη μισό γατάκι αλλά σίγουρα δεν θα έμενε εκεί, οι γάτες -λένε- έχουν επτά ψυχές και όχι μιάμιση ...

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Με μούσι τον καιρό της χούντας




Με μούσι τον καιρό της χούντας


 Το περίμενε πως και πώς να τελειώσει το Λύκειο και να αφήσει γένια. Δεν ήταν μόνο λόγοι αισθητικής, το εξαιρετικά λεπτό του δέρμα υπέφερε από τα ξυραφάκια, μετά από κάθε ξύρισμα κοκκίνιζε και πρηζότανε σαν να είχε φάει μια ντουζίνα χαστούκια. Επρεπε να περάσει μισή ώρα για να εμφανισθεί σαν άνθρωπος. Όταν στις 21 Απριλίου του 67 η «εθνοσωτήριος» έπαιρνε πραξικοπηματικά τα ηνία του κράτους δεν φανταζότανε τι επίδραση θα είχε στις τρίχες του προσώπου του. Κι’ όμως…

Η χούντα είχε άποψη επί παντός επιστητού και φυσικά πάντοτε ανάλογη του μορφωτικού επιπέδου των πρωταγωνιστών της. Οσον αφορούσε την εμφάνιση των γυναικών περιορίσθηκε στο μήκος της φούστας, διαφωνώντας κάθετα με τις προτάσεις της Μαίρης  της Κουάντ για το μίνι. Εχουν αποτυπωθεί σκηνές απείρου κάλλους με τον Παττακό να μετράει το μάκρος της φούστας των γυναικών στον δρόμο, αλλά επειδή στην στρατιωτική χούντα δεν υπήρχαν γυναίκες, δεν υπήρχε και γυναικείο πρότυπο για προβολή.  Αντίθετα σους άνδρες - και συγκεκριμένα στον τομέα της τριχοφυΐας - υπήρχαν το μοντέλο του κουστουμαρισμένου  και πάντοτε φρεσκοκουρεμένου Παπαδόπουλου με το α λα Χίτλερ μουστάκι του  και το μοντέλο του εντελώς φαλακρού  και πάντοτε κόντρα ξυρισμένου Παττακού.
Ξεπερνά τα όρια της φαντασίας το πόσο επηρεάζει η εικόνα του ηγέτη τα γούστα του λαού, ήταν κάτι που θα το καταλάβαινε πολύ αργότερα, όταν η μισή Ελλάδα φόραγε το ζιβάγκο του Αντρέα. Τότε με την τηλεόραση στα σπάργανα και τα περιορισμένα θέματα που έδειχνε, η επίδραση της εικόνας του Παπαδόπουλου  και η συχνότητα των διαγγελμάτων του καθόριζε και τα εμφανισιακά πρότυπα στις περισσότερες οικογένειες.. Στην δική του οικογένεια, αφού άκουσε μερικά σχόλια περί εμφάνισης  κομμουνιστοσυμμορίτη,  εαμοβούλγαρου και τα σχετικά, είχε μια φαεινή ιδέα : έκλεισε τον ήχο της τηλεόρασης την ώρα που μίλαγε ο δικτάτορας. Ηταν τόσο γελοίες οι κινήσεις του που ο πατέρας του δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα γέλια. Μέχρι τότε όλη η προσοχή του ήταν στο να καταλάβει τις ασυνάρτητες ελληνικούρες που αμόλαγε ο Παπαδόπουλος και όπως γίνεται συνήθως, επειδή πολλές δεν τις καταλάβαινε, τις θεωρούσε πολύ σπουδαίες. Οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να αποφανθούν αν ήθελε και τάλεγε ώστε να προκαλέσει τον εκ της απορίας θαυμασμό ή του ξέφευγαν, αλλά ο πατέρας του απαλλάχτηκε από την «επαναστατική» επιρροή και συναίνεσε στο μούσι του γιού του. Την ίδια μέθοδο,  του ακατάληπτου, ακολούθησαν και κάποιοι σκηνοθέτες εκείνη την εποχή κερδίζοντας φεστιβαλικά βραβεία, η φοβισμένη κριτική επιτροπή φοβότανε μήπως αδικήσει κανένα αριστούργημα και βράβευε ότι δεν καταλάβαινε !!

Πέρα όμως από το στενό οικογενειακό περιβάλλον οι τρίχες δεν έτυχαν τη ανάλογης υποδοχής. Ο γενειοφόρος αντιμετωπιζότανε ως εν δυνάμει ύποπτος για την ασφάλεια του καθεστώτος, με αποτέλεσμα τις συχνότατες επισκέψεις στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων με μόνη αιτιολογία  το μούσι. Μάλιστα οι περισσότεροι φίλοι του τον έκοψαν από παρέα γιατί τους έσερναν κι αυτούς κάθε τόσο στο τμήμα μόνο και μόνο επειδή κάθονταν στο ίδιο τραπέζι της Φωκίωνος  Νέγρη με τον «ύποπτο» μουσάτο.
Το βιολί της κυψελιώτικης προσαγωγής του, στο τότε τμήμα της οδού Υακίνθου, βάστηξε πάνω από δυο χρόνια. Το αποκορύφωμα ήταν όταν τον πιάσανε την ώρα που άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του με το κλειδί. Ο «μυστικός» που τον είχε χρεωθεί έμενε λίγα σπίτια πιο πάνω και μια που τον είδε περνώντας, τον θυμήθηκε.  Η διαδικασία στο τμήμα ήταν πάντοτε η ίδια : στην αρχή «πιάνο» με τα δακτυλικά αποτυπώματα, μετά κάποιες τυπικές ερωτήσεις, λίγο στουπί για το σκούπισμα των χεριών και η καθιερωμένη αναμονή μέχρι να έρθουν τα αποτελέσματα των αποτυπωμάτων από την ασφάλεια. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως οι μπάτσοι μάλλον καλαμπούριζαν για να περνάνε την ώρα τους, έπρεπε απλά να συμπληρώσουν κάποιον αριθμό προσαγωγών για να φανεί πως κάνουν την δουλειά τους. Το κατάλαβε τυχαία. Σε ένα γεμάτο μπλόκο, περισσότερα από είκοσι άτομα, θεώρησε ότι είχε «αρχαιότητα» λόγω των πολλών συλλήψεων και ζήτησε να δώσει πρώτος αποτυπώματα. Ο «δικός» του μυστικός τον διέταξε χαιρέκακα να μπει τελευταίος στην σειρά μόλις του θύμισε ότι ακριβώς το προηγούμενο βράδυ είχε προσαχθεί ξανά από τον ίδιο.  « Λες να έγινα σήμερα καταζητούμενος» τον ρώτησε χωρίς να πάρει απάντηση. Λόγω του μεγάλου πλήθους, σαν τελευταίος στην σειρά δεν χωρούσε στην αίθουσα οπότε βρέθηκε στις σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο της Τμήματος. Από εκεί μπορούσε να δει τον δρόμο και την ελευθερία του. Το καλοσκέφτηκε, πήρε το πιο αθώο ύφος του και πέρασε καμαρωτός από τον φρουρό της εξωτερικής πόρτας πηγαίνοντας σπίτι του. Ισως ήταν σύμπτωση αλλά δεν τον πήρανε ποτέ  ξανά για αποτυπώματα από τότε !

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Επί πώλου όνου

 .



Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν  μια περηφάνεια απ' τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί "γάϊδαρος του νησιού" τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις...
Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι' απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε  μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του.
Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε " εξ αδιαιρέτου " σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν' αποφεύγουν  πειρατές κι' Εγγλέζους.  Τ' αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν' ανασταίνουν, τ' άλλο τ' αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα  κληρονομικά στρέμματα  φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ' αγώγια.
Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ' αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ' άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν' αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ' αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα
Κι' ήρθε κι' έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ' άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ'αγώγια, μ' ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ' αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι' άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ' άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του.
Ο κυρ Μέντιος τ' αγαπούσε και τα δυό τ' αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ' στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του.
Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν "δεδομένο", μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη.
Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Κάργιες και γλάροι


Ενώ στην ζωή τα πουλιά έχουν δύο γένη, δεν έχω ακούσει ακόμα τίποτε για ομοφυλόφιλα πουλιά, στην ελληνική γλώσσα  έχουν τρία. Ο μηχανισμός με τον οποίον παίρνουν το γένος τους μου είναι άγνωστος, ίσως να πηγάζει από την λεγόμενη λαϊκή σοφία, ίσως και να είναι τυχαίος. Πάντως ο γλάρος ακούγεται πάντα "αρσενικός", η κάργια "θηλυκιά" ενώ το σπουργίτι  ουδέτερο. Περιέργως το γεράκι "δίνει" την γερακίνα ενώ το κοράκι τον κόρακα και ναι μεν λέμε "ο γέρακας" αλλά "η κορακίνα" είναι μάλλον αδόκιμος όρος, άκρη δεν βρίσκεται.


Στο μέρος που πέρασα το καλοκαίρι μου παρατηρούσα από την βάρκα μου το σούρουπο και την αυγή την συμπεριφορά των δύο εκπροσώπων των πτηνών που επικρατούσαν στην περιοχή, τους γλάρους και τις κάργιες. Κακόφωνα πουλιά και τα δύο διεκδικούσαν τις δυο βραχονησίδες, σκάρτο μισό μίλι απ' την στεριά, για να περάσουν τις νύχτες τους. Αμερόληπτος στην σύγκριση δεν θα μπορούσα να είμαι μια που έχω αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις φιλίας με έναν γλάρο, τον ονομάζω -κλασσικά-Ιωνάθαν εδώ και χρόνια. Τον ξεχωρίζω από τους άλλους από ένα σημάδι στο ράμφος του και πλησιάζει την βάρκα μου μόλις αγκυροβολήσω, περιμένοντας τον μεζέ του. Μάλιστα φέτος πλησίαζε την βάρκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά και με εντυπωσίασε όταν ήρθε σχεδόν δίπλα μου μόλις είδε ότι είχα πιάσει κάποιον σπάρο ενω ήταν αδιάφορος όταν ανέβαζα λιθρινάκια. Είχε ήδη μάθει ποιά ψαράκια προορίζονταν γι' αυτόν. Μάλιστα πέρισυ μου έκανε μια επίδειξη της σοφίας του όταν μια μέρα δεν με πλησίασε καθόλου. Ηταν η μέρα που για μυστήριους λόγους, ιερά μυστικά της θάλασσας, τα ψάρια δεν έτρωγαν καθόλου.
Πιθανόν και οι κάργιες να είναι το ίδιο ή και περισσότερο έξυπνες αλλά να μην είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω, αυτό συνέβαινε και με τις γυναίκες τα παλιά χρόνια όταν δεν βγαίνανε από το σπίτι τους ενώ οι άντρες κρίνονταν κάθε μέρα στον στίβο της βιοπάλης. Οι εμπειρίες μου από τις κάργιες περιορίζονταν στην άφιξή τους το σούρουπο στις βραχονησίδες και την αναχώρησή τους από εκεί το πρωϊνό. Οι εμπειρίες μου από τις γυναίκες που δεν έβγαιναν από το σπίτι τους είναι ακόμα λιγότερες αλλά περιέργως τις ταυτίζω στο μυαλό μου με τις κάργιες, έτσι τις αποκαλούσανε και οι ντόπιοι χωρικοί. Αντίθετα τις γυναίκες που συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού τις λέγανε κουρούνες, μια λέξη που στην τοπική διάλεκτο αντικαθιστούσε νοηματικά το "καϋμένες". Υπάρχει και ο αντίστοιχος αντρικός όρος, "κουρούνης" αποκαλείται ο βασανισμένος από τις ατυχίες της ζωής.


Η κάργια δίνει την εντύπωση μαύρου πουλιού ενώ στην πραγματκότητα είναι γκρίζα σκούρα. Και ο γλάρος δίνει την εντύπωση άσπρου πουλιού ενώ έχει αρκετά γκρίζα ανοικτά φτερά. Εκτός από το χρώμα, άσπρο-μαύρο, υπάρχει μεγάλη διαφορά και στο πέταγμα των δύο πτηνών. Ο γλάρος γλιστράει περήφανα τον αέρα,. πλανάρει εύκολα και έχει μια αρμονία στις κινήσεις του. Αντίθετα η κάργια σχεδόν δεν μπορεί να πετάξει σε ευθεία γραμμή, κτυπάει άτσαλα και άρρυθμα τα φτερά της και δίνει την εντύπωση πως υποφέρει για να κάνει μια μικρή διαδρομή.
Το σούρουπο οι κάργιες καταφθάνουν κράζοντας στα νησάκια σε μεγάλες ομάδες ακολουθούμενες από κάποια   μεμονωμένα άτομα που προσπαθούν απεγνωσμένα να προφτάσουν το κοπάδι.Είναι απίστευτη η φασαρία που κάνουν λες και θέλουν να ξορκίσουν την νύχτα που έρχεται.  Συνήθως διαλέγουν την βραχονησίδα που βρίσκονται οι γλάροι τους οποίους διώχνουν με ταχύτατες διαδικασίες παρ' ότι είναι αισθητά πιο μικρόσωμες από αυτούς. Κάνουν όμως πολύ περισσότερο θόρυβο από αυτούς καθώς τσακώνονται μεταξύ τους για τις καλύτερες θέσεις. Ισως αυτή η φασαρία και η εριστικότητα να είναι η αιτία της επικράτησης τους στον αγώνα για το νυκτερινό κατάλυμα με τους αντίζηλους γλάρους. Μετά, μόλις μια κάργια ξεκινήσει για το άλλο νησάκι που κατέφυγαν οι γλάροι, όλο το κοπάδι ακολουθεί διώχνοντας ξανά τα γλαρόνια. Αυτό γίνεται αρκετές φορές μέχρι να σουρουπώσει για τα καλά. Τις ημέρες που έχει κακοκαιρία οι κάργιες κουρνιάζουν στα ψηλά κλαριά των ευκάλυπτων της στεριάς.ενώ οι γλάροι προστατεύονται σε βραχοσπηλιές.
Με το χάραμα της μέρας πρώτοι οι γλάροι διασκορπίζονται πλησιάζοντας τις ψαρόβαρκες που βρίσκονται στους τόπους τους από τα μαύρα σκοτάδια. Κάθε γλάρος υπερασπίζεται την επικράτειά του από τους αντιζήλους του χαμηλώνοντας το κεφάλι σε μια επιθετική στάση και αφήνοντας μια μακρόσυρτη κραυγή. Μετά, όταν οι ψαράδες τελειώσουν με το νετάρισμα στα παραγάδια και στα δίχτυα, οι γλάροι αρχίζουν τις περιπολίες της μέρας από ψηλά, ψάχνοντας για τροφή.

Σαν φέξει για τα καλά οι κάργιες ξεκινάνε κοπαδιαστά την επιστροφή τους στην στεριά. Τώρα πετάνε  χωρίς πολλή φασαρία, αλλά πάλι άτσαλα κι' άγαρμπα. Πλησιάζοντας στην στεριά η κάθε μια πηγαίνει ειρηνικά στον ζωτικό της χώρο, που τον έχουν ορίσει από μόνες τους ,με τους άγραφιυς νόμους του κοπαδιού, χωρίς συμβόλαια και τίτλους ιδιοκτησίας, χωρίς δικηγόρους και τοπογράφους μηχανικούς...

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Τσιάο, μπέλλο

Τσιάο, μπέλλο

.

Την είδε λίγο πριν σκοτεινιάσει ντυμένη στα λευκά. Εβγαζε το εγγονάκι της βόλτα με το καροτσάκι και δικαιολογούσε πλήρως τον τίτλο που της είχε απονείμει ο Αντόνιο πολλά χρόνια πριν : λα ντόννα ιντραμοντάμπιλε, πάει να πει η κυρία που παραμένει η ίδια με τα χρόνια.
Η αλήθεια ήταν ότι περίμενε να την δει  νωρίτερα, αυτή την χρονιά το καλοκαίρι είχε αρχίσει νωρίς και η ...αμετάβλητη κυρία δεν έχανε ποτέ την ευκαρία για ένα θαλασσινό μπάνιο, ίσως ήταν το μυστικό της. Φυσικά δεν χρησιμοποιούσε αντηλιακά και κρέμες, το δέρμα της, δέρμα έφηβης, είχε πάρει το μόνιμο σκούρο χρώμα που έχουν οι ψαράδες και οι άλλοι εργάτες της θάλασσας, χωρίς βέβαια τις ζάρες και τις ρυτίδες τους.
Την κοίταξε ερωτηματικά μετά τις πρώτες τυπικότητες προσπαθώντας να μαντέψει. Τον έβγαλε γρήγορα από τον κόπο : "Θα τα έμαθες για τον Αντώνη, φαντάζομαι ... δεν άντεξε ... δυστυχώς". Ο άντρας της φάνηκε σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με ένα άλλο εγγονάκι. Χαιρέτησε καλοδιάθετα διώχνοντας την κουβέντα από τα δυσάρεστα. Ισως η φροντίδα του να συντηρεί πειστικά γύρω του πάντοτε ένα χαρούμενο περιβάλλον να ήταν το κύριο συστατικό για την απίστευτη συντήρηση της ομορφιάς της γυναίκας του.

Το χρώμα του θανάτου ήταν πάντοτε μία από τις αναπάντητες ερωτήσεις του. Από έμπνευση πίστευε πως ήταν κάτι σαν το πορτοκαλλί, κάτι σαν το χρώμα που έβλεπε να σχηματίζεται στα βλέφαρα όταν έστρεφε τα κλειστά του μάτια στον ήλιο. Σε πολύ έντονα ερωτικές στιγμές, όταν το πάθος δοκίμαζε τα όρια της αντοχής,  διάφορες ερωμένες προσπάθησαν να τον πείσουν ότι το μωβ χρώμα ήταν πιο ταιριαστό. Σχεδόν τα κατάφεραν μέχρι που είδε εκείνο το έργο, το "η παράσταση αρχίζει"  (all that jazz, του Bob Fosse). Η σκηνοθετική  άποψη για το σενάριο και η πολύ καλή μουσική του έργου τον έπεισαν ότι ο θάνατος εμφανίζεται με την μορφή μιας όμορφης γυναίκας ντυμένης στα λευκά.

Ηταν το τρίτο καλοκαίρι που περίμενε να δει τον Αντώνη και κάθε φορά η ντόννα ιντραμοντάμπιλε του έφερνε τα νέα του. Ηταν όμως η μοναδική φορά που στην πρώτη τους  συνάντηση έτυχε να φοράει άσπρα.

Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός που ζούσε στην αυλή
με ένα κανάτι κι ένα κρεβάτι και με κρασί πολύ
είχε δυο μάτια γαλανά κι αχτένιστα μαλλιά
κι ένα λουλούδι πάντα φορούσε στα ρούχα τα παλιά

Ο κυρ Αντώνης βιάζεται να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρά του θέλει να θυμηθεί
ό,τι ποτέ δεν έζησε μες τ' όνειρό του ζει
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο τον βρίσκει η χαραυγή

Μα ένα βράδυ ο κυρ Αντώνης στρώνει να κοιμηθεί
κι όταν ξυπνάμε τον καρτεράμε στην πόρτα να φανεί
μα ο κυρ Αντώνης δε θα βγει ποτέ του στην αυλή
αφού για πάντα μες τ' όνειρό του θέλησε πια να ζει
Στα τρία αυτά χρόνια τηλεφώνησε μόνο μια φορά, δεν του άρεσαν τα τηλεφωνήματα του Αντόνιο και τον καταλάβαινε καλά. Εκτός αυτού του όφειλε τον απαιτούμενο σεβασμό, ήταν μεγαλύτερός του περίπου είκοσι χρόνια. Υπήρχε μια μακρινή συγγένεια μεταξύ τους που δεν την έψαξαν ποτέ. Τον αποκαλούσε "τσίο" δηλαδή θείε και ήταν ο "νιπότε", ο ανηψιος, είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας, στην πραγματικότητα ήταν ξαδέρφια.

Ο Αντώνης, παντρεμένος με Ιταλίδα σταδιοδρόμησε στην γείτονα χώρα και όταν πενηντάρισε θυμήθηκε τα πάτρια εδάφη. Αγόρασε ένα σπίτι στον τόπο της καταγωγής του και επέστρεψε σαν "Αντόνιο", ασορτί με τον ευρωπαϊκό αέρα που απέπνεε. Αντίστοιχα στην Ιταλία κυκλοφορούσε ως " Τόνυ" και εκεί ο "ευρωπαίκός" αέρας τον βοηθούσε στις δουλειές του, εξάλλου χειριζότανε άνετα τα αγγλικά- πρόβλημα για τους περισσότερους Ιταλούς-, τα γαλλικά και βελτίωνε συνεχώς τα ρώσσικά του.

Δέθηκαν περισσότερο ένα καλοκαίρι που ο τσίο ήλθε πιο νωρίς, χωρίς οικογένεια, για κάτι μικροεπισκευές του σπιτιού του. Ετυχε και ο νιπότε να είναι χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις και το απόλαυσαν. Ντυμένοι μόνο μ' ένα πράγμα κάτι μεταξύ μαγιό και σορτς, χωρίς πετσέτα, γύρναγαν με την βάρκα από παραλία σε παραλία.. Μοναδικά εφόδια ήταν τα τσιγάρα τους και κάνα δυό μπουκάλια νερό. Κουβέντιαζαν για μικρά και μεγάλα πράγματα όπως κάνουν οι πραγματικοί φίλοι. Αργά το απόγευμα πλησίαζαν κάποια παραλιακή ταβέρνα. Εβγαιναν πελαγώνοντας και κάθονταν πάντοτε δίπλα στο κύμα. Ετρωγαν βερεσέ και στην επιστροφή κυριολεκτικά "γεμάτοι" άκουγαν μια όπερα του Βέρντι στο μισοσκόταδο. Πριν τις έντεκα είχαν ήδη αποκοιμηθεί ώστε να απολαύσουν το επόμενο πρωϊνό πριν χαράξει. Μια μέρα την εβδομάδα γυρνούσαν τις ταβέρνες, τα βενζινάδικα και τα περίπτερα να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Είχαν ανακαλύψει την ελευθερία που χαρίζει η ανυπαρξία κλειδιών και χρημάτων, για τα κλειδιά είχανε βρει καβάντζες στα σπίτια τους.

Τον  αγάπησε για τον λεπτό τρόπο με τον οποίον ζητούσε κάτι και τον ακόμα λεπτότερο με τον οποίο ανταπέδιδε. Τα φρέσκα ψάρια, ειδικά τα μικρά, ψημμένα με αλάτι, ήταν από τις αδυναμίες του, φρόντιζε πάντοτε για το κατάλληλο κρασί που τα συνόδευε.



Ο βασικότερος λόγος που εκτιμούσε τόσο τον τσίο ήταν ότι τον είχε μυήσει στον κόσμο της μουσικής του Βέρντι, ένα καινούργιο κόσμο φιαγμένο με την τελειότητα της μουσικής του. Πραγματικά δικαίωνε τον τσίο που του έλεγε πως ό,τι ακούγεται ωραία και δεν είναι Βέρντι  μπορεί να λάμπει αλλά δεν είναι χρυσός. Αργότερα, όταν γνώρισε και τα υπόλοιπα έργα του εκτός από τις όπερες, αυτά που ο τσίο αγνοούσε, κατάλαβε πως είχε φτάσει σ' αυτό το συμπέρασμα όχι τόσο από γνώση αλλά από ένστικτο. Ισως από ένστικτο τον συμβούλευε να βγει από το χρηματιστήριο όσο ήταν καιρός αλλά δεν τον άκουσε. Προτίμησε την δική του φωνή της λογικής και την πλήρωσε.



Κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο να πενθεί ή να τιμά τους φίλους και τους συγγενείς του. Αυτό σκεφτότανε καθώς ξεκίνησε με την βάρκα του, χωρίς πουκάμισο και πετσέτα, για μια μακριά βόλτα στα νησάκια. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα σε ποιά ταβέρνα θα πελάγωνε με το σούρουπο. Ηξερε μόνο ότι αυτή τη φορά θα έπινε από δυό ποτήρια...