Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Οκτώ και μία γυάλινες μπίλιες


 Στην αρχή ήταν παιχνίδι, ένα παιχνίδι ανίας σαν αυτά που σκαρφιζόμαστε όταν τελειώσει το υλικό ή ο χρόνος και μείνει μόνο ο χώρος και οι κουρασμένες παρουσίες μας. Σπάζοντας το σύστημα στο λαιμό της μπουκάλας που ρύθμιζε την ροή του ουίσκυ, σε κάποιες μάρκες από τις καλές, υπήρχε μια διάφανη περίπου στρογγυλή μπιλίτσα σαν τις γκαζές που παίζαμε μικροί. Ηταν ένα τίποτε αλλά και τόσα πολλά συγχρόνως αφού κουβάλαγε τις παιδικές αναμνήσεις του παιχνιδιού αλλά και τις πρόσφατες που συνόδευαν την κατανάλωση του περιεχομένου της μπουκάλας, Βέβαια οι πρώτες ήταν ανεξόφλητα γραμμάτια στο μυαλό του, ενώ οι δεύτερες σαν να ήταν γραμμένες με συμπαθητικό μελάνι, ουίσκι και σκληρά ποτά πίνεις για να ξεχνάς-κρασί για να θυμάσαι.
Δεν είχε πάντα επιτυχία η επιχείρηση, κάποιες φορές το σφυρί έσπαγε και την μπιλίτσα άσε που μερικές φορές αντί της γυάλινης της μπίλιας έβρισκε κάτι πλαστικά σχηματάκια να κάνουνε την ίδια δουλειά. Πάντως μια φορά σ' ένα τζακντάνιελς είχανε βάλει δυο μπιλίτσες-σωστός θησαυρός του φάνηκε !
Αυτό το τζακντάνιελς το κουβαλούσε στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του για "ώρα ανάγκης" και το κατανάλωσαν σαν τέτοιο στις ψάθινες καρέκλες ενός παραλιακού χωριού κάποιον Οκτώβρη, μαζί με την δικιά του. Ξεροσφύρι φυσικά αφού το μόνο που μπορούσε να προσφέρει το κατάστημα ήτανε ποτήρια και τον λογαριασμό. Πήρανε τις καρέκλες και το τσίγκινο τραπεζάκι και τα πήγανε στα βότσαλα της παραλίας. Δεν βλέπανε τον ήλιο που χρωμάτιζε τα βουνά πίσω τους, προτιμούσανε σαν θέα τ' ακίνητα νερά της θάλασσας, ίδια σταματημένος χρόνος. Οπως το περιμένανε μια τρίτη καρέκλα με τον μαγαζάτορα ήρθε στην παρέα, το καλό ουίσκι ήταν η αφορμή. Η δικιά του -πεταλωμένη γάτα- άρχισε το παιχνίδι. Σε λίγη ώρα ο τύπος είχε κατεβάσει τρία ποτηράκια κι είχε αρχίσει τις προτάσεις για ρούμςτουλετ και κανένα ψαγμένο τσιγάρο. Εντελώς σοβαρά η δικιά του, του πλάσσαρε πως τους αρέσει μόνο να πίνουνε, δεν την βρίσκουν με τσιγάρα ούτε και με το σεξ. Μια έκφραση απορίας χαράχτηκε στο πρόσωπό του, πήρε τα λεφτά και το ποτήρι του και δεν τους ξαναπλησίασε ούτε όταν έκλεισε το μαγαζί, απλά τους φώναξε που να κρύψουν τα ποτήρια.
Το μπουκάλι τελείωσε κατά τις δύο, συνετρίβη σε κάτι βραχάκια και μετά άρχισε η εξόρυξη από τον λαιμό της μπουκάλας  του πολύτιμου υλικού. Τους φάνηκαν σαν σημάδι της μοίρας οι δυο μπιλίτσες που βρέθηκαν και φυσικά τις μοιράστηκαν με αμοιβαίες υποσχέσεις αιωνιότητας. Η κοπελιά βαθιά συγκινημένη από το εύρημα ή το ουίσκι, έβαλε τα κλάματα. Μετά όταν τ' αμάξι κύλαγε στους έρημους δρόμους του ζήτησε να κάνει δεξιά και στην κυριολεξία τον βίασε.

Την μπίλια αυτή την έβαλε χώρια από τις αλλες που τις μάζευε σ' ένα άδειο όστρακο από στρείδι, ήταν ένα από τα απωθημένα του να βρει μια φορά σ' ένα στρείδι κάποιο μαργαριτάρι. Η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι του, λάτρης της γερμανικής πειθαρχίας, την βρήκε και την έβαλε μέσα στο όστρακο μαζί με τις άλλες. Ηταν αδύνατον να την ξεχωρίσει πλέον, ούτως ή άλλως και με την κοπελιά είχε χωρίσει, όλα άρχισαν να ξεχνιούνται. Μόνο ο τρόπος που έβγαιναν οι μπίλιες απ' τον λαιμό της μπουκάλας του έμεινε σαν συνήθεια κάθε φορά που τέλειωνε το ουίσκι. Αλλά δεν έπινε πια συχνά από το "καλό". Ούτε οι κοπελιές που έβγαινε ήταν πάντα καλές για να τις θυμάται. Με τις καλές τώρα που έμαθε, έπινε μόνο κρασί...

 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Το θαύμα

πρώτη δημοσίευση, Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009


Του φαινόταν σαν θαύμα. Τόχε διαβάσει παλιά αλλά δεν το πίστευε ή επειδή ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο δεν πίστευε ότι θα το δει ποτέ. Και τώρα ήταν μπροστά του αναμφισβήτητο, όσο αναμφισβήτητο είναι κάτι που βλέπουμε με τα μάτια μας. Αλλοι το ψάχνανε δεκαετίες σε μέρη πιό ζεστά κι' αυτός το βρήκε στην Αθήνα δυό δρόμους πάνω απ' το σπίτι του κάνοντας βόλτα. Εβγαλε αμέσως το κινητό του και αποθανάτισε την στιγμή. Ηξερε ότι η όλη διαδικασία δεν βαστούσε πάνω από μία ώρα και δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε αρχίσει. Εκεί στα τρία με τέσσερα μέτρα πάνω από τον πεζόδρομο εκτυλισσόταν ένα δράμα, με την πρωταρχική σημασία της λέξης, αυτό που θα λέγαμε σήμερα ένα δρώμενο αλλά επειδή η κατάληξη ήταν πάντα η ίδια, η λέξη συνυφάνθηκε με ό,τι μας προκαλεί λύπη. Κι' εδώ το ίδιο δίλημμα υπήρχε. Ηταν μιά έκρηξη χαράς, ίσως ο τρόπος με τον οποίον κάνουνε έρωτα τα φυτά, ήταν ένα πελώριο λουλούδι. Αλλά δεν ήταν το αποτέλεσμα μιάς προσπάθειας διαιώνισης του είδους, δεν είχε σχέση με αναπαραγωγή. Μ' άλλα λουλούδια πιό μικρά και καθόλου εντυπωσιακά γίνονται οι χουρμάδες. Αυτό, το πελώριο ροζ, απαιτούσε ελάχιστη ύλη- ήταν μιά φούσκα σαν μπαλόνι- έβγαινε χωρίς μίσχο μεταξύ των φύλλων του φοίνικα μεγάλωνε μέχρι να σκάσει και διαλυότανε σε χρόνο λιγότερο από μιά ώρα.
Ισως πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια να είχε άλλες λειτουργίες και σκοπιμότητες που σήμερα είχαν χαθεί. Ισως να ήταν το ίδιο αναπαραγωγικό εργαλείο και μετά οι συνθήκες να μην το ευνόησαν και να παρέδωσε την σκυτάλη για αναπαραγωγή σε πιό κοινές μορφές όπως ήταν τα κουκούτσια από τους χουρμάδες. Ισως ακόμα να ήταν ένα ισχυρό οπτικό σήμα γιά τα έντομα ή τα πουλιά της εποχής να βοηθήσουν την διαδικασία της γονιμοποίησης ή της διάδοσης των σπόρων. Μπορεί ακόμα -τότε- να μύριζε, σήμερα πάντως δεν είχε τέτοια ιδιότητα. Η χρησιμότητά του ήταν ένα μυστήριο. Αλλά τι στο επίσημο όνομα της χουρμαδιάς-ο φοίνιξ- δεν ήταν μυστήριο ;
Φοίνιξ είναι τό χρώμα απ΄την πορφύρα, το όστρακο, που την λέγανε φοίνικα κι' αυτήν και Φοίνικες τον λαό που την εμπορευόταν. Μα άν τον τόπο στα παράλια της Ασίας που τον λέμε σήμερα Λίβανο τον λέγανε τότε Φοινίκη και τους κάτοικους της Καρχηδόνας, απ' την μεριά της Αφρικής, στην Λιβύη, κι' αυτούς Φοίνικες τους έλεγαν. Στη μέση τους η Αίγυπτος κι΄η λέξη η αιγυπτιακή Φ' ενακιμ, ίσως η ρίζα του ονόματος. Και στα δυό μέρη άφθονες οι χουρμαδιές, πήραν κι' αυτές το ίδιο όνομα σαν δένδρο της Φοινίκων, της Ασίας ή της Αφρικής, ποιός ξέρει ; Κι' ίσως αυτό το μυστήριο λουλούδι που στατιστικά εμφανίζεται μιά φορά στην πολυετή ζωή κάθε φοίνικα γέννησε τον μυστηριώδη μύθο γιά τον άλλο φοίνικα, το πουλί που αυτοαναφλέγεται γιά να εκκολάψει τα αυγά του. Ισως, κι' αυτό να συμβαίνει τόσο συχνά, όσο εμφανίζεται το ροζ πελώριο λουλούδι της χουρμαδιάς.
Μήπως κι' αυτός ο Φοίνικας, ο αδελφός του Κάδμου δεν ήτανε λίγο μυστήριος ; Πως γίνεται να τον στείλει ο πατέρας του ο Αγήνορας να βρει την αδελφούλα τους, την Ευρώπη κι' αυτός να βρεθεί στην Αφρική ;
Ολες οι απορίες, όλα τα μυστήρια του ήρθαν στο κεφάλι την ώρα που αποσβολωμένος παρατηρούσε όσο καλύτερα μπορούσε το τεράστιο ροζ λουλούδι που έβγαινε από την καρδιά των φύλλων της χουρμαδιάς. Πυκνά τα φύλλα της, δεν επέτρεπαν την παρατήρηση από κάτω, έπρεπε να απομακρυνθεί λιγάκι γιά να το θαυμάσει. Ενα γλυκό αεράκι λικνιζε ελαφρά το σπάνιο λουλούδι. Στην πρώτη δυνατή ριπή του ανέμου η ροζ πλαστική σακκούλα στροβιλίστηκε και ξέφυγε απο τ' αγκαθάκια της χουρμαδιάς.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Ο λουστράκος



Ο γεράκος έστηνε το «μαγαζί» του στη πλατεία Λαυρίου. Ενα κασελάκι με πολύχρωμα μπουκαλάκια, κάποιες βούρτσες και το σκαμνάκι του.
Εκανε τη δουλειά του αμίλητος, με τα χέρια να συναγωνίζονται έμβολα από ατμομηχανή. Πρώτα λίγο πολτό σε κάθε παπούτσι, άπλωμα, χτυπηματάκι με τη βούρτσα στο πελάτη ν’αλλάξει πόδι, τρίψιμο, φινίρισμα στο τέλος με πανί.
Εριχνε το δίφραγκο στο συρταράκι, και καρφωνόταν στα παπούτσια των περαστικών, περιμένοντας τον επόμενο πελάτη. Οταν έβλεπε παπούτσι απεριποίητο ασυναίσθητα το μάτι κινιόταν προς το κατάλληλο μπουκαλάκι ενώ κτύπαγε ρυθμικά τις βούρτσες στο κασελάκι. Δεν μίλαγε ποτέ, όλοι τον νόμιζαν μουγγό. 

Αρχές του εβδομήντα. Η κοπέλλα με τις μπόττες μέχρι το μέσον του μηρού και το μίνι ήταν στη μόδα της εποχής. Ο λουστράκος έκανε καινούργιες κινήσεις ανεβαίνοντας στη δερματοφορεμένη γάμπα. Οι περαστικοί απολάμβαναν το θέαμα. Πρώτη φορά το μάτι του έφευγε από το επίπεδο του αστράγαλου, μαζί και τα λόγια σαν έφτασε πάνω απ' το γόνατο, στις παρυφές του μηρού : 
- Αχ κόρη μου, εσύ νάθελες και γω να μπορούσα...

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο άλλος λουστράκος

 επαναδημοσίευση

Εχω γράψει γιά το γέρο λούστρο στη πλατεία Λαυρίου. Δίπλα του ήταν κι' ένας άλλος, πιό νέος, αμίλητος κι' αυτός. Ας γράψω και γι' αυτόν, μέρες πούρχονται...




Ητανε πιάτσα. Παλιά ήτανε πιό πολλοί μα λίγο-λίγο κυκλοφορούσανε τα αθλητικά (ελβιέλες τα λέγανε τότε) και η αδιαφορία γιά το καλογιαλισμένο παπούτσι. Οι μη πιστοί, οι ευκαιριακοί του επαγγέλματος, αποχωρήσανε γι' άλλα μεροκάματα. Μερικοί όμως ήτανε γεννημένοι λούστροι, δεν θάκαναν ποτέ άλλη δουλειά. Τούτος εδώ. με τα μαλιά μεταξύ ξανθού και γκρίζου και τη μπλέ φόρμα, δίπλα στο γεράκο, με μάτια αετού και χείλια σφιγμένα, έβλεπε το κόσμο να περνά βιαστικός. Ολοι τρέχανε να προλάβουνε. Τί ; τί ;

Το βλέμμα του μόνο με τα πλαϊνά του έψαχνε τον πελάτη, ευθεία ήτανε καρφωμένο στο περίπτερο που πούλαγε λαθραία αμερικάνικα τσιγάρα. Και πριν, επί χούντας και μετά. Πελάτης κανένας. Προεκλογική περίοδος κι' ο θοδωράκης έλεγε ή καραμανλής ή τανκς, ο μαύρος πάλευε την ένωση κέντρου κι ο αντρέας προβάριζε το ζιβάγκο γι' αργότερα. Φρέσκος στη πολιτική ο λαός, (επτά χρόνια στο γύψο) χωρίς τίποτε να καταλαβαίνει, στο βάθος ψαχνόταν από κάπου ν' αρπαχτεί:
Ζιβάγκο ; πα-πα-πα (δεν είχε έρθει ακόμα στη μόδα).
Ο μαύρος ; αυτόν δεν τον είχε ο ελεύθερος κόσμος-εφημερίδα της χούντας- σαν εγκληματία κατά της πατρίδος τόσα χρόνια ;
Νωρίς γι' αριστερά, βάστα και καμμιά πισινή- ποτέ δεν ξέρεις.
Καλά λέει ο θοδωράκης, καραμανλής, φρέσκος-φρέσκος απ' το Παρίσι, εξαγνισμένος στην αυτοεξορία, είναι και φίλος με τον ζισκάρ ντ'εσταίν.
Στα τανκς την δώσαμε την ευκαιρία, έ αφού έγινε το Πολυτεχνείο -δεν το κατάλαβαν;- πρέπει να φύγουν, είμαστε πιά αντιστασιακοί.

Πελάτης κανένας, οι λίγοι προτιμούσαν τον γεράκο, φαινόταν πιό προσηλωμένος στη δουλειά του. Αυτό, το κολλημένο στο περίπτερο βλέμμα του, τρόμαζε όποιον ήθελε να βάψει τα παπούτσια του. Μόνο βιαστικός, που δεν θα περίμενε στην ουρά τον γεράκο, θάβαζε το πόδι του στο κασελάκι του. Οταν αυτό γινότανε, ο λουστράκος αφού έβαζε το δίφραγκο στο συρταράκι, έριχνε μιά κλεφτή ματιά προς Ομόνοια. Εβλεπε το κόσμο βιαστικό κι' ονειροπαρμένο απ΄το αίσθημα της ελευθερίας να κατηφορίζει το πεζοδρόμιο της τρίτης σεπτεμβρίου και τότε φώναζε:
Α ρε νούμερα Ελληνες...
Μετά ξανακαρφωνότανε στο περίπτερο.
Τον είχαν γιά τρελλό.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Γλύφα-Λευκαντί




  

- Πάμε Γλύφα ;
Και τι δεν θάδινε να ξανακούσει την φράση-σύμβολο. την φράση που συμβόλιζε τις ωραιότερες πέντε μέρες της ζωής της, έτσι του είχε πει. Χρόνια μετά κατάλαβε πως δεν ήταν όμως και οι δικές του πέντε καλύτερες μέρες όπως νόμιζε. Οσο οι αναμνήσεις ξεθώριαζαν, όσο οι συχνές επαναλήψεις στο μυαλό του ανέλυαν και την τελευταία λεπτομέρεια, τόσο η μια μέρα στο Λευκαντί του φαινότανε πιο γεμάτη, κι ας ήταν πιο λίγες οι ώρες, ας ήταν πιο λίγες οι πλάκες, ας ήταν κι η θάλασσα πιο κρύα.
Στην Γλύφα είχε τσιγγλίσει την φιλόλογο του χωριού που νοίκιαζε δωμάτια να του βρει ένα πουλί που το όνομά του ν' αρχίζει από ρο κι αυτή εξαφανίσθηκε στα λεξικά της και γύρισε την άλλη μέρα  άπρακτη.
¨Ράλλος, της είπε, η φίλυδρος. Κοινώς ραλλού, θα το βρείτε στις εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη ! Θέλω κι άλλα δύο και το στοίχημα ισχύει.

Ηταν Σεπτέμβριος, στο τέλος της σεζόν. Του είχε ζητήσει επτά χιλιάρικα την μέρα, καταλάβαινε πως θα μπορούσε να το πιάσει με πέντε αλλά δεν τον ένοιαζε και αποφάσισε να την "παίξει" όταν του είπε πως ήταν φιλόλογος :
-Θα σου δίνω κάθε μέρα έξη χιλιάρικα  κι ένα χιλιάρικο πουρμπουάρ !
-Οχι, επτά ακατέβατα του είπε, καθόλου πειστικά.
Γύρισε στην δικιά του :
-Εσύ τι λες ;
-Αν σε βοηθάει στην δουλειά σου, δώστα,  είπε η γάτα.
-Θα στα δώσω αλλά δεν θα σου δείξω ταυτότητα εκτός και μου βρεις τρία πουλιά που τ' όνομά τους ν΄αρχίζει από ρο, μου χρειάζονται για το σενάριο.
Ετσι μπήκε το στοίχημα κι η περιέργεια στη ζωή της σπιτονοικοκυράς

Δεν ξαναγύρισε κι έχασε την ευκαιρία να μάθει ποιός ήταν ο μυστηριώδης κινηματογραφικός παραγωγός που είχε έρθει στα ενοικιαζόμενά της να περάσει ένα αμαρτωλό πενταήμερο με την γραμματέα του ή μήπως ήταν καμιά εκκολαπτόμενη στάρλετ ; Φυσικά δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, απλά της είχε φουντώσει την επαρχιώτικη περιέργεια μονολογώντας τόσο σιγανά ώστε να τον ακούσει "Πωπώ τι έχει να γίνει αν με βρει η γυναίκα μου!". Της υποσχέθηκε ξανά πως θα της έδινε μαζί με τα στοιχεία του κι ένα μικρό ρόλο στην επόμενη ταινία του-θα γύριζε κάποιες σκηνές στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά της- αν του έβρισκε έστω ένα άλλο πουλί που να αρχίζει από ρο "για τις ανάγκες που βγάζει το σενάριο" της φώναξε καθώς έφευγε.
Η δικιά του, άψογη, συγκρατούσε τα γέλια της και τον κοίταζε μ' εκείνο το βλέμμα που έχουν οι ερωτευμένες γυναίκες και που τις κάνει δέκα φορές πιο όμορφες απ' όλα τα μακιγιάζ μαζί. Φόραγε ένα περίπου φόρεμα που άφηνε να φαίνεται το βρακάκι της όταν κάλυπτε το στήθος της ή το ανάποδο αν το έστρωνε λιγάκι προς τα κάτω.
Το χωριό τους φαινότανε αποκομμένο από την πραγματικότητα, ήταν εκτός τόπου αλλά όχι εκτός χρόνου, οι πέντε μέρες πέρασαν νωρίτερα απ' ότι περίμεναν αν και λίγες ώρες σπαταλήθηκαν στον ύπνο.
Η θαλασσα τόσο ζεστή, ακόμα και στα νυχτερινά μπάνια τους
Το έντονο πλησίασμά τους τις μέρες αυτές έκανε την ανύπαρκτη ως τότε πιθανότητα να τελειώσει η σχέση τους, υπαρκτή. Παρά τις υποσχέσεις και τις εκατέρωθεν προσπάθειες η φράση "Πάμε Γλύφα ;" δεν ξαναπήρε σάρκα και οστά.
Ετσι, με το πέρασμα του χρόνου, η ανάμνηση για τις καλύτερες μέρες σκεπάστηκε από την πρώτη ρωγμή που δημιουργήθηκε αναπόφευκτα στην τέλεια επιφάνεια. Το λάθος ήταν στην τέλεια επιφάνεια, δεν ήταν δικό τους, Ηταν σαν να βλέπεις ένα ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο...



Στο Λευκαντί, περίεργο, δεν θυμότανε ούτε τα μάτια της, ούτε το κορμί της. Η πλάκα που κάνανε αφορούσε τους δυό τους, δεν είχαν την ανάγκη από κάποιους άλλους για να γίνει. Θυμήθηκε αμέσως πόσα παντρεμένα ζευγάρια δεν άντεχαν μόνα τους, θέλαν κι άλλους για να καυγαδίσουν μπροστά τους και νάχει ενδιαφέρον το σεξ στην επιστροφή, ο καθένας φανταζόταν στο κρεβάτι τον παρτενέρ του άλλου ζευγαριού μα όταν τελείωναν ήταν ευτυχείς που είχαν το ταίρι τους δίπλα.
Απ' το μυαλό του πέρασε κι ο "θρύλος" του χωριού, ο Ρωχάμης:
- Παντρεύτηκα μια φορά με παπά και δύο με το στόμα, τότε ένιωθα πιο δεσμευμένος να βαστήξω τον λόγο μου, είχε πει σε μια συνέντευξή του.
Οχι, δεν έδιναν καμμία σημασία στους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου όπου έπαιζαν το τάβλι τους πίνοντας χαμομήλι. Οι χωρικοί δεν ξέραν τι να πρωτοσχολιάσουν, το κορίτσι πράμα σε καφενείο ή που πίναν ζεστό καλοκαιριάτικα;
Το ενδιαφέρον  του ζευγαριού εστιαζόταν στο αποτέλεσμα, το σκορ ήταν 4-0 και υπήρχε ο άγραφος νόμος πως όποιος κερδίσει με μηδέν παίρνει και το σώβρακο του αντιπάλου. Στο τέλος της παρτίδας έβαλε τα χέρια της ατάραχη κάτω από το τραπέζι και τα έβγαλε μαζί με μια μικρή άσπρη κυλόττα που την άφησε δίπλα στο τάβλι. Πρέπει να την αγάπησε, τώρα το καταλάβαινε, όταν κρέμασε το λάφυρό του σαν σημαία την κεραία του αυτοκινήτου μέχρι το βράδυ.
Ηταν αρκετό καιρό μαζί αλλά όχι τόσο όσο να θεωρεί ο ένας κτήμα του τον άλλο και η συμπεριφορά της τον εντυπωσίασε. Είχε κερδίσει αρκετά κοντά του αλλά του απεδειξε, πως είχε την γενναιότητα, πως ήξερε και να χάνει. Δεν κλαψούρισε ούτε μια στιγμή και του χάιδευε τα μαλλιά όσο βαστούσε το ταξίδι της επιστροφής. Οταν φτάσανε, την κατέβασε από την κεραία, την φόρεσε με απλές κινήσεις, τον φίλησε γλυκά και τον κάλεσε στο δωμάτιό της να της την ξαναβγάλει.

Κι όμως ποτέ δεν σκέφτηκαν να πούνε να ξαναπάνε Λευκαντί...

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

4 επταετίες, 28 χρόνια



Οχι, οχι !
Επηρεασμένος από την επέτειο του εικοστου όγδοου έτους του γάμου τους σκεπτότανε να αντιμετωπίσει μονόκραυγα την απαίτηση της να κατακτήσει κάθε σημείο του κορμιού του και συμβολικά της ψυχής του αφού την σωματική παράδοση θα ακολουθούσε η πνευματική, το πνεύμα πίσω απ’την σάρκα σέρνεται όσο η σάρκα το αξίζει, μετά αναδεικνύεται ο «πλούσιος εσωτερικός κόσμος» με τις ηθικές και τις αναστολές του.
Ελαφρώς περίεργο αλλά το αρσενικο σώμα ήταν το μήλο της έριδας σ’ αυτήν την ελληνοιταλική σχέση. Ισως ήταν η κρυφή αρμονία που είχε σμιλευθεί σ’ αυτό με τα χρόνια ...αλλά... αυτή δεν θα έπρεπε να ήταν κοινό κτήμα και των δύο ; Χωρίς την συμβολή του θηλυκού δεν θα είχε φθάσει σ’ αυτό το επίπεδο αισθητικής τελειότητας, δεν ήταν αποτέλεσμα υγιεινής διατροφής και γυμναστικής, αλλά η επίδραση της ιταλικής σχολής όπερας στην αισθησιακή ανάπτυξη της κοιλίτσας, στο προγούλι που θα μπορούσε να δώσει τις κατάλληλες αρμονικές γιά ηχητική τελειότητα και στην ακτινοβολία της πληρότητας του ολοκληρωμένου δρώμενου. Nαι, το αρσενικό ελληνικό του σώμα είχε γίνει η ενσάρκωση ενός μουσικού αριστουργήματος, ενός θησαυρού του οποίου την πατρότητα διεκδικούσαν τόσο ο κάτοχός του, όσο και η γυναίκα που το απολάμβανε.
Εικοσιοκτώ χρόνια μέχρι αυτόν τον Οκτώβρη όπου ο κόμπος έφτασε στο κτένι, η Ιταλίδα αισθάνθηκε εγκλωβισμένη στη σχέση της με το κατά κάποιο τρόπο δημιούργημά της, ήθελε να δοκιμάσει την τέχνη της και σε άλλα ανδρικά κορμιά, όπως τα καλογυμνασμένα από την Βουλγαρία, μερικοί λέγανε ότι απώτατος στόχος ήταν ένας Ρουμάνος ιδιοκτήτης πετραιολοπηγών. Οι έως τότε εξωσυζυγικές εμπειρίες της ήταν κάποιος Αιθίοπας και ένας Αλβανός μετανάστης, δεν θα μπορούσανε όμως να μετρήσουν σαν απιστίες, είχαν τελείως διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις ενώ η καθεστωτική ταυτότητα με τον Ελληνα ήταν το στήριγμα του μέχρι τότε έγγαμου βίου τους.
Στα εικοσιοκτώ χρόνια που μέτραγε μαζί της, οι μικρές προσπάθειες του αρσενικού να ανεξαρτοποιηθεί χαρακτηρίσθηκαν «οπερεττικές» και είχε πλέον αποδεχθει την μοίρα του, δεν πέρναγε άσχημα εξ άλλου μέχρι να λάβει το τελεσίγραφο της περί πλήρους παράδοσης. Και τώρα, ίσως να ήταν η ιδέα περισσότερο που τον ενοχλούσε παρά η ουσία, ποιό σημείο του κορμιού του άραγε να είχε μείνει ανεξερεύνητο ; Μήπως αυτό που συνωμοτικά αποκαλούσαν και οι δύο «ο βαπτιστικός» ; αποφεύγανε όμως να το χρησιμοποιούν συχνά αντίθετα με δικά της σημεία όπως «ο τροβατόρε» ή «η τραβιάτα» που είχαν πάντοτε τον πρώτο λόγο στις ερωτικές πρωτοβουλίες της.
Μπροστά στο φάσμα του χωρισμού, στην κατάρρευση μιάς μακροχρόνιας σχέσης, σαν φιλμ μιά ολόκληρη ζωή άρχισε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του παγιδευμένου αρσενικού. Στο εσωτερικό βούρκωμα που του προκαλούσε η απαίτηση της στέρησης μιάς κάποιας αμφιβόλου αξίας ελευθερίας άρχισε να ξαναβλέπει την αρχή της σχέσης τους, τις πρώτες νύχτες τους και τις πρώτες νότες, τα πρώτα κρυφοαγγίγματα της, αυτά που τον έκαναν πιό όμορφο, τόσο όμορφο ώστε να αξίζει την αγάπη της, ναι το παραδεχότανε ήτανε και δημιούργημα της ιταλίδας του. Ακριβώς όπως ιταλική ήταν η μελωδία που έντυσε μ’ ελληνικά λόγια ο Γιώργος Οικονομίδης και βγήκε το «κορόϊδο Μουσσολίνι», το πιό πετυχημένο τραγούδι ενός άλλου ελληνοϊταλικού πόλεμου, σε κάποιο πολύ πεζό και πρακτικό επίπεδο.
Μετά «έπαιξαν» στα μάτια του η ωριμότητα και η αρμονία της γνώσης του «αντίπαλου δέους και πόθου» που έκαναν τον καιρό να κυλάει τόσο γλυκά και να λαξεύει ομορφιές στα σώματά τους, κυρίως στο δικό του μέχρι να προκαλέσει τις έντονες διεκδικησεις κυριότητας εκ μέρους της.
Απέναντί του, σαν εχθρός η ωραιότατη Ιταλίδα, απαιτητική σαν ιδιοκτήτρια και αποφασισμένη όσο ένας χαρτοπαίκτης που τζογάρει την τελευταία του μάρκα. Αισθάνθηκε ένα πόνο γι’ αυτό που χάθηκε. Ητανε βέβαιος, είτε δεχότανε τους όρους της, είτε όχι ποτέ τίποτε δεν θα ήταν ξανά όπως πρώτα, το γιαλί είχε ραγίσει οριστικά.
Το «οχι» του φάνηκε σαν κραυγή λαού, ίσως και όχλου.
Την κοίταξε κατάματα :
- Alors, c’ est la guerre (*), είπε, είναι ιστορικά εξακριβωμένο...


(*) στα γαλλικά : τότε, έχουμε πόλεμο

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Περιμένοντας στην ουρά




Συνήθως απέφευγε να στήνεται στις ουρές αλλά αυτή την φορά η ανάγκη του ήταν μεγαλύτερη από την απέχθειά του. Η ουρά σχημάτιζε σπείρα μέσα στην αίθουσα υποδοχής της τράπεζας, η απεργία είχε στεγνώσει τις τσέπες πολλών και μια καινούργια ήταν στα σκαριά από τις επόμενες μέρες. Οπλίστηκε με υπομονή κι' έψαχνε με το βλέμμα του για καθρέπτη, η ώρα περνάει ευκολότερα αν κοιτάζεις τον καθρέπτη γι αυτό και είναι απαραίτητο αξεσουάρ στα ασανσέρ αλλά στις τράπεζες δεν είχαν μαντέψει πως μπορούσε κάποιος να περιμένει τόσο πολύ στην ουρά.
Αρχισε να επεξεργάζεται τους ανθρώπους που περίμεναν στωικά την σειρά τους, να πλάθει ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι απαντήσεις σε υποθετικές ερωτήσεις όπως το πόσο χρονών είναι-τσεκάροντας το προγούλι κάτω από το πηγούνι ή αν βάφουν τα μαλλιά τους μελετώτας τις ακτίνες του ήλιου πάνω τους. Με τους πιο ενδιαφέροντες, μάλλον με τις πιο ενδιαφέρουσες έπλαθε ιστορίες και σενάρια προχωρώντας σε βάθος χρόνου αμέτρητο όταν αισθάνθηκε ένα σκούντημα από την μπροστινή του στο υπογάστριο. Το βλέμμα του μαζεύτηκε από μακριά και συγκεντρώθηκε στα οπίσθιά της που ήταν το λιγότερο αξιοσημείωτα. Η έκπληξή του μεγάλωσε όταν η κοπέλλα σταύρωσε τα χέρια της πίσω σαν νάθελε να τα προστατεύσει αλλά τεντώνοντας τα δάκτυλα ψαχούλευε μέχρι να βρουν τον στόχο τους στην βουβωνική του χώρα.
Τρελλάθηκε. Είχε παρατηρήσει σχεδόν όλους όσους περίμεναν στην σειρά αλλά από αυτήν το μόνο που είχε δεί ήταν η καλοσχηματισμένη πλάτη της και τα πλούσια σκούρα μαλιά της. Προσπάθησε διακριτικά να δει το προφίλ της γέρνοντας αριστερά και δεξιά χωρίς επιτυχία. Υπέθεσε πως θα ήταν κάποια άσχημη ανέραστη κι απελπισμένη ώστε να κάνει μια τέτοια κίνηση όταν η κοπέλλα άφησε το ψάξιμο και γύρισε στιγμιαία αντικρύζοντας τον και χαμογελώντας του. Θα πρέπει να είχε την έκφραση του τέλειου βλάκα. αποσβολωμένος από αυτό που είδε, τόσο διαφορετικό από αυτό που περίμενε : η κοπελλιά ήταν όμορφη και με τα αυστηρότερα κριτήρια.
Δεν του άρεσε η γαλήνη που ακολούθησε μετά την θύελλα αλλά μάταια περίμενε μια νέα κίνηση από την κοπελλιά. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από την αδυναμία και την ατολμία του όταν πλησιάζοντας προς το ταμείο η σειρά πύκνωσε και μπόρεσε να κολλήσει πίσω της χωρίς να γίνεται προκλητικά αντιληπτός. Η κοπελλιά δεν αντέδρασε αλλά ούτε και τον ενθάρρυνε, όταν όμως έβαλε το χέρι του μπροστά της πιάνοντας το κολωνάκι έτριψε για λίγο το στήθος της επάνω του και πλέον βεβαιώθηκε πως "τα ήθελε".
Αποφάσισε να της μιλήσει και ανταποκρίθηκε αμέσως. Αρχισε να λέει γενικόλογα για τις απεργίες, τις ουρές, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά ο κόσμος. Η κοπελλιά τον κοίταζε μ' ένα νυσταγμένο λάγνο βλέμμα σαν να μετρούσε πόσο χώρο πιάνει στο κρεβάτι και που και που μούγκριζε κανένα "ναι" ή "φυσικά",  Την ώρα που της μιλούσε σκεπτότανε που θα την πάει, σπίτι του δεν μπορούσε, στο αυτοκίνητο ήταν μέρα, έπρεπε να διαλέξει ξενοδοχείο.
Οταν πλησίασαν στο ταμείο η κοπέλλα του είπε πως δεν αντέχει να περιμένει άλλο και έφυγε παραχωρώντας του την σειρά της. Απόρησε αλλά δεν ήθελε να χάσει τη σειρά του για να πάει μαζί της, "θα την προλάβω τρέχοντας" σκέφθηκε. Για κακή του τύχη όμως ο μπροστινός του αργούσε χαρακτηριστικά στο ταμείο. Μετά από δέκα λεφτά που του φάνηκαν αιώνες έφτασε η δική του η σειρά. Σήκωσε ένα σεβαστό ποσό που αφορούσε και την μισθοδοσία αρκετών συναδέλφων του και το ζεστό χρήμα έδιωξε τις άλλες σκέψεις από το μυαλό του, είχε ξεχάσει εντελώς την κοπέλλα όταν την ξαναείδε να τον περιμένει έξω από την πόρτα της τράπεζας.
-  Μα να χάσεις την σειρά σου μετά από τόση ώρα που περίμενες, της είπε προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξη και την νευρικότητά του.
-  Ετσι είμαι εγώ, άμα μου τη δώσει δεν καταλαβαίνω τίποτε. Αρκετά περίμενα σήμερα, αύριο πάλι.
Κοίταζε τα χείλια της, τα σαρκώδη χείλια της που τόσο έμοιαζαν μ' αυτά που είχε φιλήσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Κοίταζε το κορμάκι της, λυγερό και λαχταριστό και κατάλαβε πόσο το ήθελε. Δεν βρήκε όμως τίποτε να πεί, ούτε η κοπελλιά μίλησε ξανά.
- Θα πρέπει να πάω να πληρώσω τους συναδέλφους της είπε στο τέλος.

Δεν κατάλαβε πως και πότε έφυγε από δίπλα του. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως είχε εξαφανισθεί από το οπτικό του πεδίο και φοβήθηκε πως θα αναζητά την εικόνα της, την εικόνα της χαμένης ευκαιρίας για πάντα. Πίεσε τον εαυτό του ν' αποτυπώσει όσα περισσότερα χαρακτηριστικά της μπορούσε, εκτός βέβαια από τα σαρκώδη χείλη της.
Τελικά η τύχη του χαμογέλασε μερικές μέρες αργότερα. Είδε την φωτογραφία της στην εφημερίδα, την είχαν συλλάβει επειδή ξεμυάλιζε κάποιους αφελείς και τους σούφρωνε τα πορτοφόλια.