Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Αλλαγή φρουράς

                              Αλλαγή φρουράς




Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.
Λίγoυς μήνες μετά την μεταπολίτευση, θητεία στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την μετάθεση του στον Πόρο. Πήγε. Τακτοποιήθηκε σ’ ένα σπίτι και γύρισε. Μόλις που φίλησε την μάνα του, αμέσως  πήγε να δει τον φίλο του, μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. Εβλεπε γυναίκα από κοντά μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε, μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της, Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή», Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.
Στο σπίτι η μάνα του πλησίασε ακούγοντας το τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά  Φόρεσε το μπουφάν του και την αγκάλιασε. «Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου» του είπε, σαν να τα ήξερε όλα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω απ’ την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε απ’ την εξώπορτα, το κατάλαβε « Σ΄ αυτήν πάει, επάνω στον άλλο όροφο, ε άντρας είναι, ας πάει». Μετά με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τα κατάφερνε η παστρικιά, αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε.

Η Πόπη ήταν από τις γυναίκες που παντρεύτηκαν τον πρώτο τους έρωτα. Μικρή στα δεκαοκτώ της είχε ήδη ένα παιδί και μια θητεία στην ντισκοτέκ του άντρα της, Η εγκυμοσύνη και το μωρό την κράταγαν σπίτι ενώ ο Σπύρος της ήτανε στην δουλειά, στο μαγαζί με τους τόσους θηλυκούς πειρασμούς. Γρήγορα το μυαλό της δηλητηριάσθηκε απ’ την ζήλεια. Το αν ο Σπύρος είχε ή όχι άλλες σχέσεις δεν έπαιζε απολύτως κανένα ρόλο. Η Πόπη ήταν μια ωραία κοπέλα με καλλίγραμμο σώμα και όμορφο πρόσωπο που δεν είχε την ανάγκη του μακιγιάζ. Οι αμφιβολίες της όμως την ανάγκαζαν να βάφεται συχνά και είχε αποκτήσει αυτό το αδιαόρατο χρώμα στην επιδερμίδα του προσώπου της που μένει από την συχνή χρήση του μέικ-απ. Σ’ αυτό συνέτεινε και το ντύσιμό της που ήταν το κλασσικό της νυκτερινής ζωής. Τα πρωϊνά και στο σπίτι της, άβαφη ήταν πολύ πιο κοντά στα γούστα του Αντώνη, εξ άλλου εκεί την έβλεπε τις περισσότερες φορές αυτός.
Είχαν εγκατασταθεί στην πολυκατοικία του Αντώνη, ένα όροφο πιο πάνω πριν κάποιους μήνες, ο Αντώνης δεν είχε δώσει σημασία στην μικρομάνα τότε Πόπη, αντίθετα με τον Σπύρο γνωριστήκανε και πήγαινε συχνά στην ντισκοτέκ του γιατί είχε καλές τιμές και δεν του σερβίρανε μπόμπες. Γίνανε φιλαράκια και βγαίνανε μαζί για ψάρεμα όποτε είχε ο Σπύρος καιρό. Τον Αντώνη τον «ξύπνησε» πρώτη φορά ο τότε συμφοιτητής του ο Γιώργος. Είχανε έρθει από το σπίτι του Γιώργου στο δικό του για  να πάρουν κάτι σημειώσεις να διαβάσουνε και φεύγοντας  στην είσοδο ο Αντώνης κτύπησε συνθηματικά το κουδούνι του Σπύρου να του πει ένα γειά. Στο μπαλκόνι αντί για τον Σπύρο βγήκε η Πόπη και του είπε πως ο Σπύρος έλειπε, του μίλαγε πάντοτε πολύ φιλικά. Ο Γιώργος τρελάθηκε. Στο αυτοκίνητο, όπως γυρίζανε σπίτι του, είπε στον Αντώνη πως αυτός στην θέση του δεν θα διάβαζε τις σημειώσεις της τοπολογίας  αλλά θα γύρναγε να περάσει το απόγευμα μ’ αυτήν την οπτασία. Ο Γιώργος πρώτη φορά σκέφτηκε την Πόπη ερωτικά κι έφερε στην μνήμη του κάτι τυχαία αγγίγματα εκ μέρους της μια φορά στην ντισκοτέκ. Μετά σκέφτηκε πως ήταν γυναίκα του φίλου του την έβγαλε απ’ το μυαλό του και πήγε για διάβασμα. Η Πόπη στην σκέψη του ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση. Μέχρι σήμερα.

Όταν άνοιξε η πόρτα παραξενεύτηκε που είδε το μωρό ξύπνιο. «θα κοιμηθεί σύντομα» μην φοβάσαι» του είπε και τον παρέσυρε στην κουζίνα να παίξουνε τάβλι. Η μικρή ανέβηκε στα γόνατά της και παρακολουθούσε το παιχνίδι. Σε δυο λεπτά κοιμότανε βαριά. Η Πόπη την πήγε στην κρεβατοκάμαρα και γυρίζοντας ξανακάθισε την θέση της. Ο Αντώνης παραμέρισε το τραπεζάκι με το τάβλι μαζί με τα προσχήματα και την φίλησε, Ανταποκρίθηκε παθιασμένα, ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια της όταν τα χέρια του κατηφόρισαν. Η όρεξη του Αντώνη έγινε απαιτητική, είχαν συγκεντρωθεί αθροιστικά και τα άλλα προκαταρκτικά Προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρρουχό της.
«Κι αν έρθει ο Σπύρος ;»

Η δημοκρατία με την δικτατορία έμπλεκαν τα μπούτια τους. Πόσο νόμιμη είναι μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που ορκίσθηκε σ’ ένα χουντικό πρόεδρο και στον ίδιο αρχιεπίσκοπο που όρκισε τους συνταγματάρχες αλλά και τον ανατροπέα τους Ιωαννίδη ;

Ο Αντώνης έβγαλε το όργανό του έξω απ’ το παντελόνι του, σαν ύστατο επιχείρημα, αλλά δεν τολμούσε να προχωρήσει. Θα ακολουθούσε με ευχαρίστηση βέβαια αν η Πόπη έκανε το παραμικρό βήμα, αλλά παραδεχότανε πως αυτή ήξερε καλύτερα τις συνήθειες του άντρα της, πότε έφευγε και πότε ερχόταν. Συνέχιζε να την χαϊδεύει και να την φιλά αλλά κάθε φορά προσπαθούσε να πετύχει την συγκατάνευσή της για είσοδο την άκουγε να λέει τεντώνοντας το αυτί της  :
« Το ασανσέρ ήταν αυτό ; Στον όροφό  μας σταμάτησε ;  Μήπως ήρθε ;» και προσπαθούσε να συμμαζέψει το στήθος της μεσ’ στην ρόμπα της ή να διορθώσει το ύψος της κυλότας της. Λίγα δευτερόλεπτα περνούσαν ακίνητοι και αφουγκραζόμενοι  το ασανσέρ και μετά πάλι βυζί έξω, κυλότα στα γόνατα και μια πάλη όπου κανένας δεν ήξερε αν ήθελε να κερδίσει ή να χάσει.

Τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν κοιμότανε ήσυχο, μάλιστα λένε ότι ο «εθνάρχης» κάθε βράδυ κοιμότανε και σε διαφορετική θαλαμηγό ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες σύλληψης του από καινούργιους πραξικοπηματίες. Δεν αισθανότανε κυρίαρχος του λαού – τον «φωνάξανε» και ήρθε, δεν τον εκλέξανε – και κατά μείζονα λόγο στον στρατό υπήρχαν πολλοί,  ακόμα γλυκαμένοι από την εξουσία, αξιωματικοί.

Η παρατεταμένη στύση είχε αρχίζει να ενοχλεί τον Αντώνη. Ηδη οι δίδυμοι αδένες του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται από την αναμονή και να τον πονάνε. Η φράση «μου έπρηξε τ’ αρχίδια» ερχόταν όλο και συχνότερα στον νου του χωρίς όμως να τον γεμίζει αποφασιστικότητα. Η Πόπη σηκώθηκε και με κουρασμένο ύφος πήγε να ακουμπήσει την πλάτη της στην πόρτα της εισόδου. «Ετσι θα εμποδίσει τον άντρα της να μπει αιφνιδιαστικά» σκέφτηκε ο Αντώνης και την αγκάλιασε. Η Πόπη συνέχισε ν’ αντιστέκεται προβληματισμένη.
« Κι αν έρθει ;  Αχ δεν τον ξέρεις εσύ… Γιατί να μπλέξεις και να τα πληρώσεις εσύ ;  Εσύ δεν φταις σε τίποτα…»
Ο Αντώνης την πήρε από την πόρτα και την ακούμπησε σε μια κολώνα. Την φίλησε με πάθος, η γλώσσα του κόντεψε να φτάσει τις αμυγδαλές της ενώ το χέρι του έκανε θαύματα με την θηλή της. Η Πόπη υποχώρησε ελαφρά. Γλίστρησε λίγο προς τα κάτω προβάλλοντας όσο μπορούσε περισσότερο την λεκάνη της και ανοίγοντας αρκετά τα πόδια. Ηταν μια θέση που την χαλάρωσε αφού έτσι ήταν αδύνατον να βγει το εσώρρουχό της ενώ τα δάκτυλά του της ήταν εξαιρετικά ευχάριστα. Ξαφνικά όμως τα δάκτυλα του παραμέρισαν την κυλότα αντί να την βγάλουν και την άλλη στιγμή οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες ήταν παρελθόν μπροστά στον ανοιχτό στόχο και την αποφασιστικότητα του σαρκικού βέλους.

« Η Καραμανλής ή τανκς !» Ισως αυτή η φράση να καθόρισε το εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου του 74. Ζαλισμένος ο λαός από όσα του συνέβαιναν και την νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήξερε τι να ψηφίσει. Κάτι η αποχή από τις κάλπες, κάτι η απορία, πως είναι δυνατόν οι χθεσινοί «εχθροί» του έθνους, οι μισητοί κομμουνιστές να διεκδικούν με εκλογές την εξουσία, είχαν επιφέρει πλήρη σύγχυση στον απλοϊκά σκεπτόμενο λαό. Τόσα χρόνια είχε μάθει τις αλήθειες του να τις ακούει από το στόμα του Παπαδόπουλου στα τηλεοπτικά παραληρήματά του, το «διάλειμα» του Ιωαννίδη έκανε αυτή την έλλειψη πιο απαιτητική. Τους λόγους του Καραμανλή ήταν αδύνατον να τους παρακολουθήσει ο μέσος Ελληνας και λόγω της σύνταξης αλλά κυρίως λόγω της ιδιωματικής του προφοράς. Ελάχιστοι διαβάζουν πολιτικούς λόγους σε εφημερίδες και εκείνη την εποχή κανένας δεν είχε καιρό, όλοι τρέχανε στις συναυλίες του Θεοδωράκη. Όταν λοιπόν ξεστόμισε την περιβόητη φράση, ο κύβος ερρίφθη αμετάκλειτα.

Η είσοδος του μορίου ήταν λυτρωτική για τον Αντώνη. Τελείωσε σχεδόν αμέσως και εξαντλημένος ξάπλωσε στον καναπέ. Η πολύωρη στύση τον είχε καταβάλει. Η Πόπη αφού τακτοποίηθηκε στην τουαλέττα ήρθε κοντά του και τον χάϊδευε τρυφερά :
-Είχα καιρό να κάνω έρωτα και να το θέλω του είπε. Δεν τον αντέχω, αλλά είμαι υποχρεωμένη να του δίνομαι όταν έχει καύλες, φαίνεται δεν του το δίνει συχνά η γκόμενα. Θέλω να φύγω από κοντά του, καταλαβαίνεις ;
Η πιθανότητα αιφνίδιας επιστροφής του άντρα της φαινότανε να έχει περάσει ανεπιστρεπτί, δεν την απασχολούσε καθόλου.
Την άκουγε σιωπηλός, το βυζί της δεν τον τράβαγε τόσο πια, αντίθετα τα χυτά της πόδια τον γοήτευαν τώρα. Αρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό τους θαυμάζοντας την λεία επιδερμίδα τους.
Εμεινε παγερά αδιάφορη στα χάδια του, ένας δεύτερος γύρος δεν φάνηκε να την συγκινεί,  είχε άλλες προτεραιότητες τώρα.
-Κοίτα με τον Σπύρο έχω τελειώσει, θα πάρω το παιδί και θα φύγω, θα με ψάχνει βέβαια για το παιδί, αλλά πρέπει να φύγω. Θα κρυφτώ να μη με βρει. Μπορώ νάρθω μαζί  σου στον Πόρο για λίγες μέρες, θα περάσουμε τέλεια, θα σου μαγειρεύω…

Την επαύριο των εκλογών ο Καραμανλής έδειξε το πραγματικό πρόσωπό του. Πολλοί  αναρωτήθηκαν  αν έφυγε η χούντα ή όχι. Τα ανοίγματα προς την αριστερά ξεχάστηκαν καθώς η χώρα ετοιμαζόταν για την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ, Ευρωπαϊκή  Οικονομική Κοινότητα, τώρα φαίνεται πως έγιναν «κοινά» τα οικονομικά μας και μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο  λαός έπρεπε μεν να πληρώσει για την ανοχή του στην χούντα αλλά δεν έβλεπε καμιά μεγάλη διαφορά στην αυταρχικότητα, η νομιμότητα του κουκουέ ήταν στάχτη στα μάτια. Κοινοβουλευτική δικτατορία, σκέφτονταν μερικοί, τουλάχιστον τούτη φεύγει με εκλογές, δεν χρειάζονται εθνικές τραγωδίες και Πολυτεχνεία.

Ο μηδενισμός της πιθανότητας για επανάληψη της ερωτικής πράξης συν το ξαλάφρωμα των αδένων επανακαθόριζαν την στάση του Αντώνη. Τα λόγια της μάνας του «πρόσεχε, μη σε μπλέξει» έρχονταν τώρα να τονίσουν την σοφία της, Αρχισε να τα μασάει.
-Ξέρεις η σπιτονοικοκυρά μου μου έθεσε όρο απαράβατο να μην φιλοξενώ κόσμο γιατί νοικιάζει δωμάτια με την μέρα και δεν την συμφέρει να έχει μόνιμο ένοικο. Με χίλια παρακάλια μου έδωσε το δικό μου με τον χρόνο, να μην μένω μέσα στο στρατόπεδο. Βέβαια με σένα το πράγμα αλλάζει, άσε μόλις ανέβω θα το συζητήσω μαζί της και θα σε πάρω τηλέφωνο.
-Φοβάσαι ρε Αντώνη ; Κρίμα, μα δεν πειράζει. Μόνο μη μου πεις πως σκέπτεσαι τον Σπύρο σου, που πριν λίγο κουτούπωνες την γυναίκα του.
-Οχι ρε Πόπη, δεν είναι έτσι, θα κοιτάξω να το τακτοποιήσω, τώρα αμέσως. Θα δοκιμάσω να την βρω στο τηλέφωνο, να της μιλήσω και να της εξηγήσω.
Το χέρι του την χάϊδευε μηχανικά, της ήταν εντελώς αδιάφορο, όλη η μαγεία του πόθου και του έρωτα είχε χαθεί μπροστά στα επιτακτικά διλήμματα της καθημερινότητας.
-Εκει είναι το τηλέφωνο, τούδειξε.
Ο Αντώνης τα χρειάσθηκε.
-Δεν έχω τον αριθμό της, θα πάω μέχρι σπίτι μου να τον βρω.
Η Πόπη ήταν ήδη στο τηλέφωνο κι’ έψαχνε άλλη εναλλακτική λύση, σωματικά σαν γυναίκα φτούραγε πολύ, ήταν αυτό που λέμε πρώτης κλάσης αλλά δεν τόχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα. Τώρα που το νερό είχε μπει στο αυλάκι ετοιμαζότανε ν’ ανοίξει τα φτερά της, η κόρη της πολύ μικρό εμπόδιο ήταν.

Το δημοψήφισμα ήταν όντως ανφέρ. Απλά εξέφρασε την μύχια βούληση του λαού να απαλλαγεί από τον βασιλιά του, άσχετα με το ότι θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής του αν ο βασιλιάς έκανε την δική του καμπάνια. Ακόμα κι έτσι όμως το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό : 31% χωρίς ούτε ένα αντίλογο υπέρ της βασιλείας ! Πάντως κανείς δεν στενοχωρήθηκε με το αποτέλεσμα, ούτε ο ίδιος ο Κώνος, έτσι τον έλεγε από την σύντμηση του Κωνσταντίνος ο Αντώνης. Ισως μάλιστα να ευχαριστήθηκε που γλύτωσε από την απολογία του για την στάση του επί χούντας που θα ήταν αναγκασμένος να κάνει αν είχε επιστρέψει. Το οικονομικό σκέλος το είχε ήδη τακτοποιήσει, ανεξάρτητα από την έκβαση του δημοψηφίσματος.

Ο Αντώνης χαζολόγαγε με την μάνα του, φυσικά δεν είχε σκοπό να πάρει την σπιτονοικοκυρά του, ούτε είχε το τηλέφωνό της. Απλά σκεπτότανε να κερδίσει λίγο χρόνο, να της αφήσει κάποιες ελπίδες ώστε να έχει έναν ωραίο δεύτερο γύρο. Ηθελε να την απολαύσει πραγματικά, ήταν γυναίκα που σπάνια θα ξανάβρισκε. Δεν αισθανότανε ολοκληρωμένος μ’ αυτό το γρήγορο στα όρθια. Στην σκέψη της ερεθίζονταν , τώρα που του είχαν φύγει οι αναστολές έβλεπε πως την ήθελε σαρκικά όσο καμιά άλλη… αλλά πάλι το παιδί της ; Ηταν εντελώς ανώριμος για τέτοια πράγματα, το κορμί της ήθελε να χορτάσει, όχι να την παντρευτεί.
Η μάνα του τον κοίταζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ηξερε πως η καλύτερη λύση από την μεριά της ήταν η σιωπή, το πολύ-πολύ καμιά ξεγυρισμένη σπόντα όπως «Τι κάνει ο φίλος σου ο Σπύρος» να πέταγε. Αμα τον ζόριζε στις συμβουλές, μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα.
Το τηλέφωνο κτύπησε και η Πόπη ζήταγε από τον Αντώνη να τσεκάρει αν είχε επιστρέψει ο Σπύρος ή όχι σπίτι της,
-Που είσαι ;
-Σε μια φίλη μου, μια αντρική φωνή ακούστηκε πίσω της, σαν επιβεβαίωση της αμφιβολίας του. Ανέβα και κοίταξε σε παρακαλώ.
-Περίμενε.
Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Κτύπησε. Απάντηση καμιά. Κατέβηκε πάλι τρέχοντας.
-Ελα, μ’ ακούς ; Κανείς δεν είναι επάνω.
-Σ’ ευχαριστώ, Αντώνη μου, είσαι ένας γλύκας !
- Πότε θάρθεις πίσω ; Μπορούμε να πάμε, της είπε ψιθυριστά, να μην τον ακούσει η μάνα του.
-Θα σε πάρω τηλέφωνο. Κλείνω τώρα. Για σου.

Η ευκαιρία για κάποια ουσιαστική αλλαγή χάθηκε με την αποχουντοποίηση. Περιορίστηκε σε λίγα στελέχη και σ’ αυτά με το ελαφρυντικό του «στιγμιαίου». Κανένας επιχειρηματίας ή δημόσιο πρόσωπο δεν στιγματίσθηκε από την συνεργασία του με την χούντα, η ομαλή μετάβαση είχε και την σιωπηλή αποδοχή της συνέχειας. Κανένας δικαστικός, αστυνομικός ή παπάς δεν λογοδότησε για την δράση του στην επταετία, η λήθη θεωρήθηκε το καλύτερο μέσον για να κλείσουν οι πληγές. Ο Χατζηδάκις επέστρεψε ήσυχα και ο Θεοδωράκης με θόρυβο. Μερικοί άνθρωποι της Τέχνης και απλοί άνθρωποι του λαού ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν πνευματικά στην χούντα. Κάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν την κραυγάζουσα αντιστασιακή υπηρεσία τους με θέσεις και αξιώματα.
Η άνοδος του Πασόκ στην εξουσία επιβεβαίωσε το ρητό «σβηστής λυχνίας, πάσα γυνή ομοία» παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ανδρέα με την Δήμητρα. Εξ άλλου αυτή δεν ήταν γυναίκα υψηλού σωματικού επιπέδου όπως η Πόπη, είναι αμφίβολο αν γυναίκες τέτοιας κλάσης συγκινούνται από πολιτικούς. Μάλλον από άκρα αντίθετα έλκονται, όπως άφραγκους ποιητές και φαντάρους ή από χοντρόπετσους μεσήλικες λεφτάδες. Μέχρι κι ο Μητσοτάκης «εξυλεύθη», ως «δρυός πεσούσης», την αγίαν μεταπολίτευση… Περί Μαρίκας και ερωμένης, ουδείς λόγος, βέβαια.


Η πληγή του Αντώνη βέβαια δεν έκλεισε ποτέ, παρ’ όλες τις εντυπωσιακές εναλλαγές του πολιτικού σκηνικού. Δεν την ξανάδε και δεν του ξαναμίλησαν ποτέ γι αυτήν. Όταν απέκτησε αρκετή πείρα από γυναίκες –γιατί με την πολιτική δεν τα πήγαινε καλά- κατάλαβε τι θησαυρό είχε και άφησε να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια του. Βέβαια δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως η Πόπη δεν τον χρησιμοποίησε παρά μόνο για να κάνει την δουλειά της, αλλά η πιθανότητα να τον ήθελε και να της την έσπασε με την δειλία του, τον τρέλαινε. Όπως και το σώμα της, κάθε φορά που τόφερνε στον νου του, ξέροντας ότι πολύ δύσκολα θα ξανάβρισκε τέτοιας ποιότητας κορμί. Η ζωή του κύλησε ήρεμα με συνηθισμένες γυναίκες. Καμιά φορά σκεφτότανε πως κάθε άντρας παντρεύεται την γυναίκα που του αξίζει, μέχρι να την χωρίσει.  Όπως και κάθε λαός έχει τον κυβερνήτη που του αξίζει μέχρι να τον ρίξει στις επόμενες εκλογές, μια που η χούντα πέρασε ανεπιστρεπτί.