Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ιστορίες με αλάτι ... (4) Το σπίτι

Το σπίτι



Το σπίτι που έμενε ήταν παλιό, μέτραγε περισσότερο από δυό αιώνες. Κτισμένο με σοφία για τις χρήσεις που είχε, εκτός από τις προσθήκες πολιτισμού όπως το ρεύμα που ήρθε όταν πια οι μερακλήδες μάστοροι δεν ήταν ο κανόνας αλλά οι εξαιρέσεις. Πήρε την μορφή που έχει σήμερα πριν 50 χρόνια όταν και πέρασε στην ιδιοκτησία της δεύτερης μάνας του- τον είχανε μεγαλώσει μισό-μισό η άτεκνη αδερφή της και η  κανονική μάνα του. Οι επεμβάσεις που έγιναν ήταν για να μπορεί να κατοικηθεί πιο άνετα και ήταν άλλες καλές κι άλλες όχι, έδωσαν ένα αρχοντικό αέρα με τη σκάλα και την πόρτα από τον πλαϊνό κήπο, άλλες έδωσαν πινελιές στο πνεύμα του τότε μοντερνισμού. Στο τσακ τα πρόλαβε η θεία, την επόμενη χρονιά η πόλη κηρύχθηκε διατηρητέα - ήταν η πρώτη στην Ελλάδα μαζί με τον Πόρο- και κάθε επέμβαση πλέον ήθελε την έγκριση της αρχαιολογικής υπηρεσίας.
Γνώρισε  έναν Ιταλό καθηγητή της Αρχιτεκτονικής στο Τορίνο, που του έφτιαξε ένα σκαρίφημα με το πως θα έπρεπε να ήταν η πρόσοψη πριν τις επεμβάσεις. Στην αρχή τον είχε περάσει για κατάσκοπο αφού πέρναγε ώρες έξω από το σπίτι μελετώντας κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού. Μετά γίνανε φίλοι και του έχει μιλήσει για διάφορα αρχιτεκτονικά θαύματα που έχει ανακαλύψει σε ελληνικά μοναστήρια, εκκλησίες και σπίτια. Μια φορά τον βρήκε να μαζεύει κάποιες πέτρες από την θάλασσα. Τις κονιορτοποιούσε και έφτιαχνε την σωστή απόχρωση της ώχρας για να βάψει το σπίτι του.




Η πρώτη χρήση του σπιτιού πρέπει να ήταν κάποιο είδος δημόσιου κτιρίου. Αυτό μαρτυρούν οι δύο πόρτες που έχει η μία δίνει κατευθείαν στο δωμάτιο-διάδρομο όπου θα μπορούσαν να είναι παρατεταγμένα τα γραφεία των υπαλλήλων και στην σκάλα που οδηγούσε επάνω, στα γραφεία των ανωτέρων. Η ίδια διάταξη χρησιμοποιείται και σήμερα στο Δημαρχείο.
Η άλλη πόρτα οδηγούσε σε χώρο αναμονής και επικοινωνούσε με τον διάδρομο με πλαϊνή πόρτα.
Πιθανόν να ήταν τα γραφεία του συνδέσμου των καραβοκύρηδων και η πλαίνή είσοδος να χρησίμευε για την ναυτουριά, πιθανόν εδώ να προσλαμβάνανε το τσούρμο. Σε αυτό συνάδει και το αβέρτο (δηλαδή αδιαίρετο) του πιο πάνω ορόφου όπου φιάχνανε τα πανιά για τα ιστιοφόρα.
 Μετά η χρήση του άλλαξε. Υπήρξε μια διώροφη προσθήκη στον πίσω χώρο, στο ισόγειο στήθηκε ένα πλυσταριό με μόνιμο καζάνι και ξεχωριστή καπνοδόχο ενώ από πάνω του, στον πρώτο όροφο στήθηκε μια κουζίνα. Το αβέρτο του δεύτερου ορόφου χωρίσθηκε με τσασμάδες και άλλαξε την υποχρεωτική διαρρύθμιση λόγω των πέτρινων τοίχων που είχαν οι δυό κάτω όροφοι.  Προφανώς το οίκημα έκτοτε χρησιμοποιήθηκε σαν κατοικία.






Οι εφοπλιστές της εποχής ήταν άνθρωποι μορφωμένοι και με ήθος. Αλλά και οι ναύτες-συντοπίτες είχαν διαφορετική σχέση με τον καπετάνιο τους από την σχέση υπαλλήλου αφεντικό. Ο κοινός κίνδυνος σφυρηλατούσε αυτές τι σχέσεις. Ηταν αδέρφια στην θάλασσα αλλά βαστάγανε αποστάσεις στην στεριά, μέχρι και σε διαφορετικά καφενεία σύχναζαν οι καπεταναίοι από την ναυτουριά κι αυτό δεν ήταν από σνομπισμό αλλά από ένδειξη σεβασμού των πληρωμάτων. Ούτε μπορούσε να  διανοηθεί ο καπετάνιος να μη μοιράσει το έξτρα κέρδος ενός ταξιδιού κατά πως ορίζουν οι άγραφοι νόμοι της θάλασσας. Τεχνίτες στα πανιά, δεν πίστευσαν στον ατμό και καταστράφηκαν. Η πόλη μαράζωσε, τα αρχοντικά ερήμωσαν, όσοι είχαν την δυνατότητα μετακόμισαν στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ανθρωποι του μόχθου ήταν πλέον οι καινούργιοι κάτοικοι από τα γύρω χωριά, σε μερικούς απέμεινε η συνήθεια ν' ανοίγουν τα σπίτια τους τα καλοκαίρια, στις διακοπές.




Το άνοιγμα του δρόμου το 70, μέχρι τότε συνήθως η προσέγγιση γινόταν με καϊκι, και η άνοδος του τουριστικού ρεύματος ξανάζωντάνευσε την πόλη. Πολλά σπίτια ανακαινίσθηκαν και πολλά έργα, αλλά και η φυσική ομορφιά, έκαναν την πόλη καλοκαιρινό και όχι μόνο θέρετρο. Μερικοί θεωρούν πως ξαναζεί τα παλιά μεγαλεία. Από οικονομικής πλευράς ίσως, αλλά από πλευράς κατοίκων επικράτησαν οι κακές συνήθειες των τουριστικών τόπων. Οι άνθρωποι αλλοιώθηκαν από το εύκολο κέρδος και από τις υψηλές αξίες των ερειπίων που περιήλθαν στην κατοχή τους.  Η διπλοπροσωπία έφτασε στο φόρτε της και δεν υπάρχει περίπτωση να μη σχολιάσουν πίσω από την πλάτη οποιουδήποτε περαστικού. Η μόρφωση εγκαταλείφθηκε, η νεολαία είναι περίπου νεκρή, καθώς το κέρδος από την δίμηνη σεζόν ύπερεπαρκεί για όλη την χρονιά, υποχρεώνεται να εργασθεί σκληρά τα καλοκαίρια στην οικογενειακή επιχείριση οπότε χωρίς διακοπές βλέπει το σχολείο σαν αγγαρεία και ουσιαστικά κάνει διακοπές τον χειμώνα. Εξ άλλου κάπου πρέπει να ξοδεύσει όσα κέρδισε ή να δοκιμάσει το καινούργιο μηχανάκι ή γκάτζετ που αγόρασε και το σχολείο δεν είναι ο καταλληλότερος τόπος γι' αυτά τα πράγματα,

Ο τόπος όμως, για όσους μαζεύουν από τα βράχια αλάτι και μιλούν ακόμα με τα δένδρα, την θάλασσα και τα σπίτια, παραμένει υπέροχος.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Δωμάτιο στον χρόνο




Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, σχεδόν τετράγωνο και ψηλοντάβανο, χώραγε όλες τις αναμνήσεις.
Το πάτωμα, ξύλινο με τάβλες πλανισμένες, περασμένες λαδομπογιά έσβηνε ίχνη κι υποψίες
Ψευδοροφή από κόντρα-πλακέ, έσταζε κάθε που το κουνάβι της στέγης πείραζε τη σειρά των κεραμιδιώνε.
Δυό τοίχοι ξώτεροι από πέτρα χοντρή, της Μασίλλιας, ένας τσεσμές κι από την άλλη σύνορο, πέρα για πέρα μια ντουλάπα, χωρούσε όλα τα σκεπάσματα και τις ντροπές του κόσμου.
Το παραθύρι ένα, ανοιγμένο στον πέτρινο τον τοίχο σημάδευε τη  θάλασσα κι ένα νησάκι που χρύσιζε στην κάθε ανατολή του ήλιου. Στο περβάζι του πέρασαν ώρες ξαπλωμένα πιτσιρίκια κι η γάτα του σπιτιού.
Ενα παλιό φωτιστικό να κρέμεται κι ένα μικρούλι πορτατίφ στο μάρμαρο του κομοδίνου ήταν οι πινελιές του πολιτισμού που ήρθε με το ρεύμα.
Το νερό δεν ήρθε ποτέ.
Μια παλιακή λεκάνη και μια κανάτα, από άσπρη πορσελάνη και τα δυό, περίμεναν μπροστά στον καθρέπτη της τουαλέττας να ξεπλύνουν πρωίνές τσίμπλες και χρόνιες αμαρτίες. Πιο δίπλα κρέμονταν οι πετσέτες με τ' αρχικά του νοικοκύρη κεντημένα από χέρια εγγλέζικα.
Μία καρέκλα περίμενε τον επισκέπτη επί ματαίω.
Και στη γωνιά, σ' ένα μεγάλο ξύλινο σεντούκι, με χρυσαφένια κλειδαριά  και καλογυαλισμένο, τσαλακωμένο μέσα του κρυβότανε το τζίνι του σπιτιού.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ιστορίες με αλάτι...(3) Η κατοχή



Η γεύση βέβαια του αλατιού των βράχων δεν είχε σχέση με αυτήν του εμπορίου αλλά ακόμη κι αυτό το...βιολογικό θα το λέγαμε με σημερινούς όρους δεν είχε καμιά ιδιαίτερη αξία σήμερα, κάποτε όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά και το αλάτι ανήκε στα μονοπωλιακά είδη...

Αν κάνει κάποιος σήμερα το ταξίδι από Γαλαξείδι  μέχρι Ναύπακτο συναντά αρκετά παραθαλάσσια χωριουδάκια ομώνυμα με κάποιο άλλο χωριά που βρίσκονται αρκετά μακριά από την θάλασσα. Ηταν σοφότερο να μην είσαι στην παραλία την εποχή των πειρατών, το Γαλαξίδι κι η Ναύπακτος είχαν οχύρωση και τα παλιά σπίτια ήταν σαν πολεμίστρες κτισμένα  Στην κεντρική σκάλα αυτών των σπιτιών υπήρχε ένα κρυφό "παραθυράκι" στα πρώτα σκαλοπάτια και πίσω του καρτέραγε κάποιος του σπιτιού να πυροβολήσει τους κουρσάρους αν τυχόν κατάφερναν να παραβιάσουν την εξώπορτα. Στην κουζίνα ή στη σάλα υπήρχε για τον ίδιο λόγο καταπακτή που γκρέμιζε τους ανεπιθύμητους στο υπόγειο.
Το 70 επί χούντας άνοιξε ο δρόμος Ιτέας-Ναυπάκτου όλο παραλία, οι κακές γλώσσες λέγανε πως ήταν επιθυμία των Νατοϊκών για να μπορούν να κάνουν απόβαση σε ενδεχόμενο κομμουνιστικού κινδύνου. Τελικά ο ψυχρός πόλεμος έληξε, οι χωριάτες κατέβηκαν στις παραλίες, τώρα που υπήρχε ο δρόμος και έγιναν στην πλειοψηφία τους χουντικοί. μια που επί χούντας κατασκευάστηκε ο δρόμος που άλλαξε την ζωή τους και έδωσε υπεραξίες στα παραλιακά χωράφια τους.
Τίποτε δεν θυμίζει πως το 60 πήγαινες από Ιτέα στο Γαλαξίδι με καΐκι ή έκανες τον γύρο του κόσμου και των βουνών αν έπασχες από ναυτία. Μετά το Γαλαξίδι η κατάσταση χειροτέρευε, υπήρχε ένα μέρος ίδιο η Κακιά Σκάλα, Χαμοπάσα το λέγανε, κάνανε τρία χρόνια για να ενώσουν τα δυο κομμάτια του δρόμου με τρείς στοές. Ο Παυσανίας στα Φωκικά χαρακτηρίζει άθλο την πορεία από τους Δελφούς στην Επακτο, σίγουρα το πιο δύσκολο κομμάτι του ήταν από το Γαλαξίδι μέχρι την Βιτρινίτσα.

"Να ανεβαίνεις στην κορφή του βουνού και να βλέπεις άλλο βουνό μπροστά σου και ξανά και ξανά και ξανά, Ατελείωτα ήταν τα βουνά, ανέβα, κατέβα φορτωμένες τα προικιά μας μέχρι να φτάσουμε. Κατοχή ήταν κι έπρεπε να ζήσουμε. Τρεις γυναίκες μόνες στο Γαλαξίδι και οι άντρες της οικογένειας στην Αμερική. δεν υπήρχαν συγκοινωνίες, ταχυδρομεία, κανένα μέσον να στείλουν μια βοήθεια, κι ο τόπος άγονος, μόνο ναυτικούς έβγαζε. Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά κοπέλλες στην ανάγκη, βάλαμε στις βαλίτσες σεντόνια και κεντήματα και πήραμε τα βουνά μέχρι την Βιτρινίτσα να κάνουμε τράμπα με φαγώσιμα.
Οι άλλες πήρανε στάρι κι είχαν βαρύ φορτίο και στην επιστροφή. Εγώ πήρα αλάτι που τόχαν ανάγκη οι βοσκοί και μου δώσανε γάλα, τυρί και κρέας. Εδινα τα περισσευούμενα στην γειτονιά για στάρι, καλύτερα μου ήρθε. Στο τέλος πήρα και μια κατσίκα μαλτέζα, την τσαχπίνα και μ' αυτήν βγάλαμε όλη την κατοχή. Αχ είχα μυαλό εγώ αλλά δεν μ' άφησε η μάνα μου να μάθω γράμματα, δεν χρειάζονται στα κορίτσια έλεγε και πήγα μόνο μέχρι την δευτέρα του σχολαρχείου. Ημουνα πρώτη μαθήτρια κι έκλαψα που μου κόψαν το σχολείο, τ' αγαπούσα τα γράμματα".

Λόγια που φαίνονται τόσο μακρινά τώρα που η απόσταση είναι 30 χιλιόμετρα παραλιακού δρόμου. Δεν πάει βέβαια στην Βιτρινίτσα ο δρόμος αλλά στο επήνειό της που ελληνοποιήθηκε περισσότερο κι έγινε Ερατεινή και αρχαιοπρεπέστατα...Τολοφών για τις ανάγκες του καποδιστριακού δήμου. Σύμφωνα βέβαια με τον Παυσανία, ταυτίζεται με την αρχαία Οιάνθη, ονομασία που κατά λάθος αποδόθηκε στο Γαλαξίδι ενώ αυτό ταυτίζεται με το Χάλειον (ή Χάλαιον) και βγάζει ακόμα το περιβόητο όστρακο την χαλειότισσα, μια πολύ μεγάλη πορφύρα με έντονο πορτοκαλί χρώμα στο εσωτερικό της, Ισως όμως επειδή οι αρχαίοι κάτοικοι αυτών των πόλεων συνεργάζονταν στην ...πειρατεία όσων προσέγγιζαν του Δελφούς δια θαλάσσης να μην έχει και μεγάλη σημασία το μπέρδεμα.

 Εξ άλλου και στις δυο το αλάτι της θάλασσας την ίδια γεύση, αφήνει.


Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Τα μαργαριτάρια είναι παντοτινά και όχι τα διαμάντια



- Θέλω το πιό σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου !

- Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιό σκούρο.

Ηταν από τους άντρες που βαστούσαν τον λόγο τους κι’ ήταν από τις γυναίκες που απερίσκεπτα ζητάγανε ότι περάσει απ’ το μυαλό τους, πολλές φορές χωρίς να το εννοούν.

Στα λόγια συμφωνούσανε πλήρως, στις εικόνες στο μυαλό τους όμως οι διαφορές ήταν τεράστιες.

Αυτή φανταζόταν κατ' αρχήν μια λεπτή χρυσή αλυσσιδίτσα. Να συγκρατεί ένα μικρό μαύρο μαργαριτάρι και από αυτό να κρέμεται - δεμένο με πλατίνα – ένα πελώριο μαργαριτάρι στα χρώματα του ροδάκινου – ταίριαζαν τόσο με τα χρώματα του δέρματός της κι' ακόμα με το κυπαρισσί στα μάτια της. Καθόλου δεν νοιαζότανε που θα έβρισκε τέτοιο κόσμημα, ας το παράγγελνε.

Κι’ αυτός το ίδιο ροδακινί χρώμα έβλεπε σ’ όλο το νερό σαν νάτανε ένα πελώριο μαργαριτάρι. Ηταν ο χώρος μιας θαλάσσιας σπηλιάς σχεδόν σφαιρικής, με την είσοδο στο πλάϊ και την μικρή στρογγυλή τρύπα στην κορυφή να αιχμαλωτίζει όλο το φως όταν ο ήλιος περνούσε από πάνω της. Ούτε αυτός νοιαζότανε που θα βρεθεί τέτοια θαλάσσια σπηλιά γιατί απλούστατα την είχε ήδη βρει. Το εσωτερικό της φαινότανε σαν ένα πελώριο μαργαριτάρι που επαναλαμβανότανε κάθε ασύννεφη μέρα του χρόνου για καμμιά ώρα προς το μεσημέρι. Την έβλεπε πλέον εκεί μέσα, ξαπλωμένη ανάσκελα στον πάτο της σπηλιάς με τα χέρια πλεγμένα στην κοιλιά της και τα μαλιά να κυματίζουν ελαφρά στα υποθαλάσσια ρέματα. Και εδώ τα χρώματα του δέρματος και των μαλλιών της ταιριάζαν με τις αποχρώσεις των νερών. Ηταν σαν να βρισκότανε μέσα ένα πελώριο μαργαριτάρι με τα μάτια κλειστά και το μικρό μαύρο αχινούδι στα μωβ χείλη στον ρόλο της μαύρης πέρλας. Φυσικά οι αχινοί δεν μπορούν να σκαρφαλώσουν γρήγορα όπως τα καβούρια και οι πορφύρες, κάποιος φαίνεται τον είχε βάλει βιαστικά εκεί.
 
Τα υπόλοιπα πτωματοφάγα θα ερχότουσαν μόνα τους, αργότερα...

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Ο,τι φοβάμαι περισσότερο


Κάθε φορά που έρχομαι να σε βρω, στο ίδιο πάντα μέρος, την ίδια πάντα ώρα, την ίδια πάντα μέρα του Αυγούστου, το ίδιο κρύο συναίσθημα μου σφίγγει την καρδιά: ο φόβος να μη σε ξαναδώ, ο φόβος να μην σε ξαναβρώ στο κελλί σου, γονατιστή, σαν μόλις νάχεις τελειώσει την προσευχή σου, σαν μόλις νάχεις τακτοποιήσει τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο σου.
Αλλά όχι και στην ψυχή σου.
Αυτό ραγίζει την δική μου την καρδιά.
Η φιλία μας, αν μπορεί κάποιος να πει φιλία μια τέτοια σχέση, είναι δυνατή, γλυκειά και πάνω από μικρότητες. Σμιλεύτηκε τόσα χρόνια στις καρδιές μας, από τότε που κλείστηκες στο μοναστήρι κι’ ας βλεπόμαστε μόνο μια φορά κάθε Αύγουστο κι’ ας μιλάμε ελάχιστα ή και καθόλου. Κάθομαι δίπλα σου, γονατιστός κι’ εγώ, παράλληλες οι ματιές μας, ίσως κι’ οι προσευχές μας. Τότε γεμίζω από σένα, ξεφορτώνω τα βάρη της καρδιάς μου και διώχνω κάθε λύπη. Δεν είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά στην παρουσία σου ψυχανεμίζομαι.
Από τότε που εγκατέλειψες τα εγκόσμια για ν’ αποφύγεις μια σκηνή ζηλοτυπίας, μια άδικη ζήλεια ενός αρρωστημένου εραστή για ένα παιδάκι, η ζωή σου έσπασε αλλά και του παιδιού το ίδιο, αυτό δεν τόμαθες ποτέ. Κλεισμένη στο κελλί σου ξέχασες εύκολα τα χάδια και τα μάτια του εραστή σου αλλά ποτέ τα δύο απορημένα παιδικά που σε κοιτάζανε όταν τους άνοιγες τον δρόμο για την ηδονή. Κι’ ήτανε λειτουργία, όρθρος κι’ ευχέλαιο μαζί , ήτανε μάθημα ζωής κι’ όχι απιστία. Ούτε πλεονεξία ερωτική ήτανε, ούτε ακατανόητος πόθος. Μονάχα μια παρόρμηση εσωτερική, αυτά που έμαθες να τα διδάξεις πάνω σε άγραφο χαρτί, ελπίζοντας η αγνότητα να τ’ αθωώσει όλα. Μα σαν σε κοίταξε ο πιτσιρικάς που έκανες άντρα, διαπίστωσες την ματαιότητα. Μπορεί να μην τολμούσε να σου μιλήσει ποτέ-τα δέκα χρόνια διαφορά τότε φάνταζαν αιώνες- μα τόξερες πως θα σε ποθούσε ξανά, στην κάθε φλογισμένη του ανάσα. Σαν πιο μεγάλη αναγνώρισες αμέσως το αμοιβαίο πολυπόθητο συμπλήρωμα. Ο πιτσιρίκος το μπέρδευε ακόμα με την πρωτάρικη χαρά.
Δεν το μετάνοιωσες ποτέ. Πήρες όμως τα μέτρα σου να μην το επαναλάβεις. Δεν φοβήθηκες μη στο ζητήσει ο πιτσιρικάς, τον εαυτό σου φοβήθηκες που δεν θάχες λόγο πειστικό να του αρνηθείς. Τον εαυτό μας πάντοτε φοβόμαστε, Κασσιανή. Κανένας πειρασμός δεν είναι πιο ισχυρός απ’ αυτόν, εκτός από τον θάνατο.
 
( Παύση )
 
Δεν είμαι τόσο τυφλός να μην βλέπω τα πεταρίσματα της καρδιάς μου , ούτε τόσο χαζός ώστε να μην αναγνωρίζω τα τρυκ του μυαλού μου. Σε βλέπω σε κάθε σκια το βράδυ στους τοίχους, ακούω την φωνή σου σε κάθε κραυγή, ανθρώπινη και ζώου. Υπερασπίζομαι την εικόνα σου μ’ όλη μου την αξιοπρέπεια, όλα μου τα όνειρα είσαι εσύ, ακόμα κι’ όταν είμαι με άλλη. Οπου κι’ αν γυρίζω νομίζω ότι βλέπω την μορφή σου, όπου κι’ αν βρίσκομαι νοιώθω την έλλειψή σου. Τα δάκρυα μου έχουν στερέψει από καιρό. Θάμουνα χαμένος αν δεν είχα την ευκαιρία κάθε Αύγουστο να ζήσω λίγο δίπλα σου. Τρώω όταν πεινάω, πίνω όταν διψάω , περιμένω και σκέπτομαι μέχρι νάρθει η μέρα αυτή. Τότε που είμαι καθισμένος δίπλα σου, τότε όμως είναι που νοιώθω πιο μακριά σου…
 
( Τέλος της παύσης )
 
Και φέτος ήσουνα εκεί, γονατισμένη μόλις είχες τελειώσει την προσευχή σου και τακτοποιήσει τις σκέψεις σου. Δέχθηκες την παρουσία μου δίπλα σου σαν κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μπορεί να ζεις στο κελλί σου μα παρακολουθείς τις ημερομηνίες και το περίμενες. Δεν μπορώ να μυρίσω την επιδερμίδα σου για να μάθω αν σε συγκινεί η παρουσία μου ή σε γαληνεύει, όπως με γαληνεύει η δική σου. Προσπάθησα να προσευχηθώ μα δεν μου βγήκε.
Φοβάμαι μην προδοθεί η ταραχή μου.
Φοβάμαι το τέλος της λειτουργίας του Εσπερινού.
Μα πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν σε ξαναδώ, Κασσιανή.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Ο Αγιος Τζι




Ο Αγιος Τζι ζούσε σε μια βραχονησίδα ενός κλειστού κόλπου, μια σταλιά πράμα, ούτε τριακόσια τετραγωνικά. Την βραχονησίδα την λέγανε Αη Τζίμη από το παρατσούκλι του Αη Δημήτρη. Θα έπρεπε να είχανε κτίσει ένα προσκυνητάρι τον καιρό που κατέβηκαν οι ορεσίβιοι στο νησάκι για να γλυτώσουν το μακελειό  απ' τις ορδές των Σλάβων, τούτοι οι κατακτητές δεν μπαίναν στο νερό ποτές. Ηταν κι οι μόνοι που βρήκαν το δρόμο για το αποκομμένο από την πραγματικότητα χωριό των ορεσίβιων, οι Οθωμανοί στα τετρακόσια τόσα χρόνια σκλαβιάς δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους εκεί. Το προσκυνητάρι το έχτισε αργότερα ο Αγιος Τζι από βότσαλα και όστρακα  πληρώνοντας το χρέος των συγχωριανών του.
Σαν υποχώρησαν οι Σλάβοι οι ορεσίβιοι επανήλθαν στις εστίες τους πλην ενός γεροπαράξενου που τον λέγανε Γιωργή αλλά για συντομία και αναδρομική ξενομανία οι συντοπίτες του τον φώναζαν Τζι. Κάποιοι λέγανε πως φοβήθηκε πολύ τους Σλάβους και δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, κάποιοι άλλοι πως φοβότανε τον άντρα της Μαρίας που τους έκανε μια νύχτα τσακωτούς όταν δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον πόθο τους σε μια νησίδα πηγμένη από ανθρώπους. Αυτή η πολυκοσμία  ήταν και η προσωρινή σωτηρία του αλλά πίσω στο χωριό κάπου θα μπορούσε να τον ξεμοναχιάσει και να τον καθαρίσει. Γιατί ήτανε σίγουρο πως ο Τζι δεν θα αντιστεκότανε, ήτανε του χαρακτήρα του να μη χτυπά ανθρώπους και ζώα.
Αλλοι πάλι λέγανε πως πρώτη του φορά γεύτηκε θαλασσινούς μαζέδες, ήπιε βρόχινο νερό από τη φυσική τη στέρνα της βραχονησίδας αντί για ποταμίσιο και δεν θέλησε να ξαναγυρίσει στα τουλουμοτύρια και τις μυζήθρες του χωριού του. 
Γεγονός είναι πως η Μαρία προτίμησε τη σιγουριά στο σπίτι του άνοστου συζύγου της παρά την ερημική ζωή που της πρότεινε ο Τζι. Γύρισε σαν βρεγμένη γάτα μαζί του και μαζί με το υπόλοιπο χωριό σαν φύγανε οι Σλάβοι και δεν ξαναπάτησε ποτέ το πόδι της στον Αη Τζίμη, όπως και όλοι οι συγχωριανοί της. Σε λίγο καιρό ξεχάσανε και τον Αη Τζίμη και τον Τζι δίνοντας του την ευκαιρία να αγιάσει. Οι όρκοι και τα λόγια τα μεγάλα για μια καλύβα, καβούρια και φιλιά ξεχάσθηκαν  κι ο Τζι απαλλαγμένος από συμβατικές υποχρεώσεις δεν έφτιαξε ποτέ του καλύβα, την έβγαζε σε μια μικρή βραχοσπηλιά παρέα με γλαρους, φώκιες και νεράιδες.  

Τα πρώτα σημάδια αγιοποίησης που φανερώθηκαν στον Τζι ήταν στα νύχια των χεριών και τον ποδιών του. Σταμάτησαν να μεγαλώνουν και εξαφάνισαν το πρόβλημα της κοπής τους μιας και ο Τζι δεν είχε προνοήσει να πάρει εργαλεία μαζί του εξόν ένα πηρούνι που το κουβάλαγε πάντοτε μαζί του από τότε που ζούσε στο χωριό, ώστε να μπορεί να φάει αν εμφανιζότανε φαΐ μπροστά του. Μετά το ίδιο έγινε με τα γένια και τα μαλιά του τα οποία σταμάτησαν την ανάπτυξή τους σε μήκος αρμόζον με την αγιότητα της προσωπικότητας του.
Αλλοι πάλι λένε πως στην αγιοποίησή του συνέβαλε και η κατανάλωση αγρίων σκόρδων που αφθονούσαν στην βραχονησίδα αλλά πιθανόν αυτοί να είχαν μπερδέψει τις διαδικασίες αγιοποίησης με τις αντίστοιχες της αποβρυκολακοποίησης. Τα άγρια σκόρδα, ανάποδα απ' ό,τι νομίζει ο πολύς κόσμος δεν έχουν έντονη σκορδίλα, έχουν μεγαλύτερες και λιγότερες σκελίδες και είναι πολύ υγιεινά και...κατανυκτικά, μιας και προκαλούν υπνηλία και ψιλοπαραισθήσεις, απαραίτητα πράγματα για την καριέρα ενός κοσμοπολίτη προσεχώς αγίου και όχι  εμπόδιο στην καριέρα ενός ερημίτη αγίου.

Το δεύτερο σημάδι ήταν η κατανίκηση του πειρασμού που ερχόταν με την μορφή γοργόνας κάποιες γλυκές καλοκαιρινές βραδιές, όταν η σκέψη του την έφερνε εκεί. Το σφυρηλάτημα του χαρακτήρα του πέρασε από τα γυμνά στήθη της και τα χάδια της θελκτικότατης ουράς της χωρίς να ενδώσει στον πειρασμό. Οι κακές γλώσσες λένε πως η υπερκατανάλωση σκόρδων είχε ρίξει την πίεσή του σε τέτοιο βαθμό που κάθε στυτική λειτουργία να είναι ανέφικτη αλλά επειδή τα πιεσόμετρα δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί και κανείς, μα κανείς δεν μέτρησε ποτέ την πίεση του αγίου Τζι, είμαστε υποχρεωμένοι να προσκυνήσουμε μπροστά στο θαύμα της αποφυγής τέτοιου πειρασμού- όσοι έχουν εμπειρίες με γοργόνες, ξέρουν για τι πράμα μιλάμε.

Το τρίτο σημάδι ήταν η συμπεριφορά καρκίνων, μαλακίων και κεφαλοπόδων τα οποία εγκατέλειπαν την θάλασσα και αυτοβούλως μετέβαιναν στην θρακιά όπου σιγοψηνότουσαν για να προσφέρουν το σαρκίο τους τροφή στον Αγιο Τζι. Αρκούσε ένα σκίρτημα του άδειου στομαχιού του για να εμπνεύσει στα θαλασσινά ένα πνεύμα αλληλεγγύης και αλληλεξάρτησης μεταξύ των πλασμάτων που εμοιράζοντο την βραχονησίδα και της οποίας ο Αγιος Τζι ήταν προφανώς η κορυφή της ζωικής και πνευματικής πυραμίδας.

Τέλος τέταρτο, τελευταίο και μη επιδεχόμενο καμμίαν αμφισβήτηση γεγονός ήταν το μοσχοβόλημα του λειψάνου του όταν βρέθηκε χωρίς νάχει λειώσει, τριακόσια πενήντα χρόνια μετά, όταν και ξαναπάτησε ανθρώπινο, αμαρτωλό, πόδι την νήσον του Αη Τζίμη.