Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ζούμπερο



Ζούμπερο
απόσπασμα από ένα διήγημα


μια εικόνα, χίλιες λέξεις ;;;;;
 Ο Πόντιος

Ο Πόντιος έσφιγγε με τα δυο του χέρια το τιμόνι καθώς κινιότανε στην παλιά εθνική Αθηνών – Πάτρας. Αγχωμένος, μόλις πέρασε τον Ισθμό, έψαχνε τη πινακίδα για τη Πάτρα. Ηξερε βέβαια ότι θέλει καμιά εκατοστή χιλιόμετρα ακόμη, αλλά ήταν...πόντιος και έντονα συγκινημένος. Η μουσική στο ραδιόφωνο δeν μπορούσε να αποσπάσει τη προσοχή του. Σκεφτότανε την Κερατώ, το ραντεβού του στα τυφλά κι’ ένα χαμόγελο σχηματιζότανε στο πρόσωπό του. Δεν την είχε δει ποτέ του, μόνο στο διαδίκτυο και στο τηλέφωνο μιλάγανε. Εκεί η γεμάτη υποσχέσεις φωνή της τον ξετρέλλαινε. Την φανταζότανε μυστηριώδη, γλυκιά, ωραία, γοητευτική και ... περδικόστηθη. Γιατί ο Πόντιος είχε αδυναμία στο γυναικείο στήθος, νόμιζε ότι αντιπροσωπεύει στοιχεία του χαρακτήρα της και το ανάποδο. Δεν είχε βέβαια τέτοιες καταφατικές εμπειρίες στην μικρή ως τώρα ερωτική του πορεία, αλλά δεν είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στη θεωρία. Από την άλλη υπήρχε κι’ ένας έντονος λογοτεχνικός ανταγωνισμός στα ιμέιλς με την Κερατώ, τον οποίον έβλεπε σαν προϊόν του ερωτικού τους παιχνιδιού. Δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι θα του άρεσε αν την γνώριζε - σ’ αυτό ήταν κάπως προσγειωμένος - αλλά τον ανέβαζε στα ουράνια η ιδέα να μαντέψει μέσα στη καφετέρια που είχαν ραντεβού ποια ήταν η Κερατώ. Και αν την έβρισκε πρώτος και ήταν μέσα στα γούστα του, θα ήταν πλήρως ευτυχής. Η περίπτωση να τον έβρισκε πρώτα αυτή δεν περνούσε απ’ το μυαλό του, είπαμε ήτανε πόντιος.
Σκεπτότανε το γεγονός ότι δεν ήθελε να βρεθούν στο Αίγιο, όπου του είχε πει πως μένει, ούτε στην Κόρινθο που θα ήτανε στη μέση, αλλά στην Πάτρα, ακόμα πιο μακριά γι' αυτόν. Το μυαλό του δουλεύοντας ποντιακά  βρήκε τη λύση : χωρίς αμφιβολία  η Κερατώ θα έπρεπε να είναι πολύ όμορφη και θα έπρεπε να ταξιδεύσει πολύ για να την βρει, όπως κάνουν οι κηφήνες με την βασίλισσα των μελισσών. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα του, «είσαι γεννημένος συγγραφέας», σκέφτηκε, «δεν πήγε τζάμπα τόση προσπάθεια».
Η αλήθεια ήταν  πως νύχτες ολόκληρες πάλευε να βελτιώσει τα γραπτά του να την εντυπωσιάσει, να την συγκινήσει, να την γοητεύσει Και πονηρός σαν πόντιος, σκεπτότανε πως αν η Κερατώ δεν άξιζε τον κόπο, το υλικό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άλλη περίπτωση, σε κάποια που θα ήταν αντάξια των αριστουργημάτων του και άξια να τα εκτιμήσει.
Οπότε η νέα εθνική πλησίαζε τη παλιά κοίταζε τα αυτοκίνητα που κινούνταν παράλληλα με το δικό του και προσπαθούσε να μαντέψει αν σε κάποιο από αυτά ήταν η Κερατώ, υπέθετε ότι αυτή θα είχε ακολουθήσει την νέα εθνική οδό. Αλλά κάθε τόσο οι δρόμοι απομακρύνονταν πριν προλάβει καν να διαπιστώσει αν ήταν άνδρας ή γυναίκα, ο οδηγός.
Προσπαθούσε να μαντέψει τι αυτοκίνητο να οδηγούσε η Κερατώ. Στο μυαλό του ξανάπαιζε τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, κανένα ορατό ίχνος. Μια ιδέα του σφηνώθηκε. Σέατ. Ητανε σίγουρος. Δεν υπήρχε άλλο ισπανικό αυτοκίνητο και το όνομά της ευθέως σε ταυρομαχίες παρέπεμπε. Χαμογέλασε θριαμβευτικά. Σαν ταυρομάχος θα δάμαζε τον ταύρο, η Κερατώ θα ήταν του χεριού του. Φαντάστηκε πως όλοι οι αντίζηλοι ήταν οι βοηθοί του που την τσίγκλιζαν γιά να υποκύψει σ’ αυτόν πιο γρήγορα, όπως στις ταυρομαχίες. Η Κερατώ μεταμορφώθηκε σε ωραιότατη αγελάδα που έτριβε τη μουσούδα της στα χέρια του. Του φάνηκε πως τα όργανά του απέκτησαν μέγεθος σαν του ταύρου.  Η αγελάδα σιγά-σιγά έγινε το πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς του πόντιου, πλήρως υποταγμένη σ’ αυτόν, να κρέμεται από τα χείλη του. Οι μελωδίες που πλημμύριζαν τ’ αυτιά του διακόπηκαν άσχημα από ένα παρατεταμένο κορνάρισμα συνοδευόμενο από μια ανοιχτή παλάμη ;
- Να, ζώον !. Δεν ξέρεις να κάνεις δεξιά ρε μαλάκα ;
Ο πόντιος βγήκε από την ονειροπόλησή του. Η φωνή του Νταλάρα στο ράδιο επέτεινε τον εκνευρισμό του.
- Αντε γαμήσου, φώναξε στον οδηγό που απομακρυνόταν, σίγουρος ότι δεν θα τον ακούσει. Μετά έβγαλε το χέρι του σε μια κίνηση όπως κουνάμε τον φραπέ.
Είδε τα κόκκινα φώτα των φρένων να ανάβουν.
- Και τώρα, σκέφτηκε, τι κάνουμε ;
Εκλεισε γρήγορα το παράθυρο κι’ έβαλε ασφάλεια στη πόρτα. Το άλλο αυτοκίνητο έβαλε τα αλάρμ και πλασσαρίστηκε δεξιά.
Αποφάσισε να σταματήσει και αυτός.

Sha la la

Παρκάρισε καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω απ’ τ’ άλλο αμάξι και περίμενε. «Να δούμε τι θα βγει» σκέφτηκε. Φοβότανε μήπως βγει κάνας θεόρατος, μη αντιμετωπίσιμος. Τότε μάλλον θα γκάζωνε να φύγει, ποντάροντας στα κυβικά της μηχανής του και στις κάποτε καλές οδηγικές του ικανότητες. Τώρα πια κουραζότανε να οδηγεί σε γρήγορους ρυθμούς. Ισως να ήταν και η ιδέα που του είχε υποβάλει η διαφήμηση για την ταύτιση του αυτοκινήτου με την ανδρική προεξοχή. «Τα χρόνια δεν βαραίνουν μόνο τους ώμους» διαπίστωσε. Βέβαια στα ζόρια μάλλον θα τα κατάφερνε να οδηγήσει γρήγορα, η ανάγκη θα τον έκανε, αλλά θα προτιμούσε μια πιο φυσική ανανέωση, σαν αυτή που φανταζότανε ότι θα του προσέφερε σε ανάλογα θέματα η Κερατώ, στη περίπτωση, βέβαια, που πληρούσε τις προδιαγραφές του.
Η πόρτα άνοιξε. Μια μισή μερίδα, σαρανταεπτά μισό κιλά μαθητευόμενος - όπως έλεγε κάποτε η εκφωνήτρια στο Δέλτα του Φαλήρου - ξεδιπλώθηκε από το κάθισμα του οδηγού. Απίστευτα αδύνατος, στενοί ώμοι, πρόσωπο σκαμμένο, μαλλιά εφηβικά κι’ ένα παχύ μουστάκι να σκεπάζει το στόμα.. Το χαμόγελο που πήγε να σχηματισθεί στο στόμα του πόντιου πάγωσε. Είπαμε αλλά όχι κι έτσι. Δεν σταματάει μια μισή μερίδα για τσαμπουκά στη μέση του πουθενά. Ακτινοβολούσε κίνδυνο απ’ όλες τις πάντες. Πλησίαζε. Ο πόντιος ξαναχαμογέλασε. Ανοιξε τη πόρτα του, βγήκε έξω χαρούμενος και φώναξε :
- Ρε σαλαλά, τι γυρεύεις στις ερημιές ;
Ο ακούων εις το όνομα σαλαλάς κοντοστάθηκε. Τα μάτια του έκαναν ένα φλας μπακ και μετά τούστειλε δυο φιλικές μούντζες :
- Να ρε μαλάκα πόντιε, που στο διάολο σε πέτυχα ;
Ο Σαλαλάς, καλό παιδάκι της γειτονιάς του, ήτανε της σφαλιάρας μέχρι τα δεκαοκτώ του. Λόγω σωματικής κατασκευής πήρε τη θέση που του άρμοζε στην μικρή τους κοινωνία. Φυσιολογικά ήρθε και το παρατσούκλι του, σύμφωνα με τα τραγούδια της εποχής και τις χορευτικές ικανότητες του πιτσιρικά. Μετά κατατάχτηκε στις υποβρύχιες καταδρομές. Το μικρό σώμα του τον βοηθούσε και η ατρόμητη θέλησή του να ξεφύγει από τη σφαλιάρα, τον έκαναν άσσο στις πολεμικές και άλλες τέχνες. Ηταν πια ένα άτομο που εξέπεμπε σοβαρότητα όσο και κίνδυνο, πραγματικό κίνδυνο που δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Μόνο το παρατσούκλι τούμεινε, αλλά τον βόλευε. Μέχρι να γίνει γνωστός τον βοηθούσε στο να τον υποτιμήσουν πολλοί αντίπαλοι. Αυτό έκανε τη δουλειά του πιο εύκολη. Σύντομα ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος προστάτης χαρτοπαικτικών λεσχών. Τις περισσότερες φορές δεν χρειαζόταν να επέμβει. Καθόταν ήσυχος σ’ ένα δωματιάκι πίνοντας καφέ και παρακολουθώντας τηλεόραση. Μερικές φορές είχε παρέα μία ή περισσότερες εντυπωσιακές γυναίκες στη διάρκεια της βάρδιας του. Συνήθως έφτανε να εμφανισθεί για να ηρεμήσει κι’ ο πιο δύστροπος πελάτης. Στις λίγες περιπτώσεις που η μύτη του πελάτη δεν τον βοηθούσε, βρισκότανε σπασμένη σε χρόνο μηδέν. Ο Σαλαλάς ίσιωνε το σακάκι του - κυκλοφορούσε πάντοτε κοστουμαρισμένος στη τρίχα - και γύρναγε ήσυχα στο δωματιάκι του. Καμιά φορά χρειαζότανε να κρυφτεί για να αποφύγει το αυτόφωρο. Μετά τα πράγματα πέρνανε το δρόμο τους, τα φρόντιζε ο λεσχιάρχης.
Ο Σαλαλάς πήγαινε για τον Πύργο, είχε κάτι δουλειές στα κέντρα με αλλοδαπές που φύτρωναν σαν τα μανιτάρια στην ελληνική επαρχία. Με τα χρόνια άλλαξε η πιάτσα, πάντα όμως υπήρχε ανάγκη για άτομα με τα προσόντα του.
Είπανε μερικά πράγματα για τα παλιά. Μετά ο πόντιος του πρότεινε νάρθει μαζί του στη Πάτρα.
- Εχει και καρναβάλι, έλα !
- Ασε ρε ! Μιά ζωή καρναβάλι περνάω. Μπάστα!

Προς τον Πύργο

Μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και ξεκίνησαν. Σύντομα ο Σαλαλάς ξεμάκρυνε. Εβλεπε απ’ το καθρεπτάκι το αυτοκίνητο του Πόντιου και θυμότανε τα παλιά.
Θυμότανε τον Πόντιο και το πόσο καλό μπιλιάρδο έπαιζε. Ο «βασιλιάς του πικέ» ήταν το παρατσούκλι του για το τρόπο που κτύπαγε τη μπάλα με κάθετη τη στέκα. Στους άλλους ο μαγαζάτορας το απαγόρευε «Θα μου σκίσετε τη τσόχα, άσχετοι» φώναζε μόλις κάποιος έπαιρνε θέση για τέτοιο κτύπημα. Μόνο στον Πόντιο είχε εμπιστοσύνη, μπορούσε να ελέγξει τα χέρια του. Κι’ όμως δεν μπορούσε να ελέγξει το παιχνίδι, τiς περισσότερες φορές έχανε ενώ ήταν φανερά καλύτερος σκέφτηκε ο Σαλαλάς. «Περίεργο. όπως τότε με το Ζούμπερο, την ωραιότερη γκομενίτσα της γειτονιάς μας». Βυθίστηκε στις αναμνήσεις. Το Ζούμπερο, μια πιτσιρίκα πραγματικό μαγκάκι. Σπίρτο μοναχό και μόνιμος στόχος πιτσιρικάδων και μεγάλων της γειτονιάς της, μόνo με τον Πόντιο έβγαινε. Ολοι οι αρσενικοί να πεθαίνουν απ’ τη ζήλεια και ο Πόντιος χαμπάρι. Περίμενε να του κάνει ερωτική εξομολόγηση για να βεβαιωθεί. Οταν μετά κάποιους μήνες βαρέθηκε να τον περιμένει και τράβηξε σ’ άλλες γειτονιές ο Πόντιος...την ερωτεύθηκε. Φυσικά έκανε κάτι προσπάθειες να διορθώσει τα πράγματα αλλά ήταν αργά πια. Το μόνο που έμαθε ήταν το βλέμμα της πρώην ερωτευμένης γυναίκας, γλυκό και θυμωμένο μαζί πίσω από τα παραπονεμένα βλέφαρα. «Τι ηλίθιος» είπε δυνατά ο Σαλαλάς, ενώ συγχρόνως θυμότανε τις μεγάλες προσπάθειες που έκανε ο Πόντιος για άλλες, ούτε τόσο όμορφες, ούτε με το χαρακτήρα της.
Πλησίαζε στην Πάτρα, είδε τα Ψηλαλώνια. Ασυναίσθητα σκέφτηκε «χέστηκαν οι φοράδες στ΄ αλώνια» φράση που χρησιμοποιούσε μαζί και με άλλου είδους «εσπεράντο», πειθώ στις αλλοδαπές «πελάτισσες» του. Μαλάκωναν αμέσως, όλες καταλάβαιναν την «εσπεράντο» του. Είχε πάει με τις πιο εντυπωσιακές δίμετρες, με «διάσημες» που εκτιμούσαν τα προσόντα του, με απίθανα όμορφες κοπέλες που τούκαναν τα κέφια για λίγη άσπρη σκόνη αλλά ποτέ του δεν κατάφερε να βγει με μία σαν το Ζούμπερο. Ηταν το ξεχασμένο απωθημένο του, ο Πόντιος του τόφερε στην επιφάνεια. Αισθάνθηκε κάπως περίεργα κοιτώντας την Πάτρα. Σαν να συμβόλιζε μια άλλη ζωή. Στη δουλειά του οι ανθρώπινες στιγμές ήτανε σπάνιες και πάντοτε στιγμές. Κοίταξε ξανά στο καθρεπτάκι του. Ο Πόντιος δεν φαινότανε, είχε μείνει πίσω. Αποφασιστικά τράβηξε το δρόμο για τον Πύργο να παίξει τον ρόλο του. Πήγαινε στο δικό του, το αιώνιο καρναβάλι με τις αλλοδαπές και τις σκόνες.

Ζούμπερο

Κι’ ο Πόντιος περιέργως το Ζούμπερο έφερε στη μνήμη του μετά τη συνάντησή του με το Σαλαλά. Βέβαια λιγάκι διαφορετικά μια που ήταν ο μόνος που ήξερε και δεν μίλησε ποτέ, αυτός που δύσκολα κράταγε μυστικό.
Το Ζούμπερο εμφανίστηκε στη γειτονιά τους σαν κομήτης στα δεκάξη του, στα δεκαεπτά του, ποιός ξέρει. Εμενε με τον αδερφό της, πιτσιρικάς κι’ αυτός ενώ αραιά και που εμφανιζότανε για λίγες ώρες κάποιος μεγάλος που πλήρωνε τους λογαριασμούς, ο πατέρας της. Το Ζούμπερο, μουτράκι όμορφο με λακάκια στα μάγουλα, ίσιο μαλλί και δαχτυλίδι μέση, έκλεβε την παράσταση από τις άλλες γκόμενες με τα στρογγυλά βυζάκια του και το πεταχτό κωλαράκι. Ολοι στη γειτονιά ήθελαν να βαλουν τα χέρια στις κωλότσεπές της όπως έκανε το Ζούμπερο όταν περπάταγε καμαρωτό-καμαρωτό πάνω στις στρατιωτικές μπότες του. Ο Πόντιος της τόπε. Γέλασε και κανόνισαν να βγουν.
Ο Πόντιος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Το μυστηριώδες μυαλό του σχημάτισε μια εντολή : μέχρι εκεί, ίσως και να φοβότανε λίγο τη φανερή δυναμικότητά της ή την ταχύτητα με την οποία αποφάσιζε. Πήγανε παραλία για μπύρες και ψαράκι. Ο Πόντιος το έπαιζε καλός φίλος σαν μεγαλύτερος, μάλιστα προσφέρθηκε να γίνει κουμπάρος της όταν παντρευτεί χωρίς τα παρεπόμενα των παροιμιών, της το τόνισε κιόλας για να γίνει πιο πιστευτός. Το Ζούμπερο φαινότανε να διασκεδάζει την παρέα του χωρίς καμία νύξη για παρακάτω. Οταν όμως φεύγανε, σκόνταψε, ο Πόντιος την έπιασε απ’ τη μέση μη πέσει και δεν άντεξε να μην τη φιλήσει. Ηταν ένα τελείως φιλικό φιλί από τη μεριά του, σαν αμοιβή που πέρασε καλά, αλλά η ανταπόκριση της ήτανε τέτοια που το αμέσως επόμενο αμοιβαίο ερώτημα που προέκυψε  ήταν «που πάμε για τα περαιτέρω;».
Οι θεωρίες του Πόντιου περί κουμπαριάς πήγανε περίπατο, τρελλάθηκε.
Κάποιο ξενοδοχείο ήταν η λύση και ο Πόντιος βρέθηκε προ των πυλών του Παραδείσου. Και ναι μεν μπήκε αλλά δεν έκατσε, μάλλον λόγω υπερβολικής συγκίνησης. Κοίταζε τα κυπαρισσιά μάτια της κι’ έλιωνε, της εξηγούσε πως το παρατσούκλι της δεν βγαίνει από το Ζούμπερι αλλά είναι σέρβικο, σημαίνει κάποιο μεγάλο και σιχαμερό έντομο, χάϊδευε τη γύμνια της και περίμενε το εγερτήριο που εξαφανίστηκε με την πρώτη είσοδο. Το πρωΐ το πήρανε απόφαση να δοκιμάσουν άλλη φορά. Ο Πόντιος έκανε επιβεβαίωση του ανδρισμού του με κάποια πόρνη και σίγουρος για τον εαυτό του πήγε στο καινούργιο ραντεβού. Μετά από μερικές ώρες  το Ζούμπερο τραγουδούσε το « Ιτιά, ιτιά, λουλουδιασμένη» από την απελπισία της. Το πιο σκληρό πράγμα που διέθετε ο Πόντιος ήταν το δάκτυλό του αλλά καθόλου δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της κοπέλας. Ο Πόντιος ήταν του θανατά και το Ζούμπερο το είδε ψυχοπονιάρικα. Γίνανε καλοί φίλοι, αγαπηθήκανε πραγματικά τόσο που δεν κρυβότανε αλλά μετά από καμιά δυο αποτυχημένες κι’ αυτές προσπάθειες, δεν το ξανατόλμησαν.  Ο Πόντιος επιβεβαίωνε τις ικανότητες του με άλλες γυναίκες, μια φορά μάλιστα παρουσία της δύσπιστης αγαπημένης του χωρίς να μπορέσει να εξηγήσει το μυστήριο. Κανείς τους δεν είπε ποτέ του καμιά κουβέντα γι’ αυτό σε κανένα, το μόνο που φαινότανε στους άλλους  ήταν το ενδιαφέρον του Ζούμπερου για τον Πόντιο και η ολοφάνερη μη ανταπόκριση του. Στο τέλος το Ζούμπερο άλλαξε γειτονιά και σιγά σιγά τον ξέχασε. Το πέρασμά της άφησε αρκετά πνευματικά κουσούρια στον Πόντιο.
Ο Πόντιος οδηγούσε αργά το αυτοκίνητό του προς την Πάτρα. Ηταν λίγο θλιμμένος και ήρεμος. Η θύμηση του Ζούμπερου έδιωξε για την ώρα  από το μυαλό του την Κερατώ και το ραντεβού τους στα τυφλά. Σκεφτότανε το δικό του κρυφό καϋμό που τον βασάνιζε μια ζωή και το πόσο δύσκολο ήταν να το ξεπεράσει. Ισως ήταν ένα καπρίτσιο της μοίρας...